Romani et Lai

Στην σημερινή ανάρτηση θα σχολιάσω μια σειρά λατινικών επιγραφών από τη Μικρά Σκυθία της περιόδου 200-250 όπου οι κάτοικοι ενός οικισμού διακρίνονται σε Ρωμαίους και «Λάους» (Romani et Lai). Το ενδιαφέρον αυτής της διάκρισης είναι ότι συνεχίζει να υφίσταται και μετά το διάταγμα του Καρακάλλα (212), κάτι που δείχνει ότι αυτοί οι μυστήριοι «Λάοι» ΔΕΝ θεωρούνταν γηγενείς ελεύθεροι Ρωμαίοι πολίτες μετά το 212, αλλά μάλλον συνιστούσαν μια κατηγορία ανάλογη με αυτήν των dediticii και των Laeti στην παραμεθόριο Γαλατία (Γερμανοί κατά κανόνα βάρβαροι, στους οποίους επιτράπηκε η εγκατάσταση στις παραμεθόριες περιοχές με την προϋπόθεση παροχής στρατιωτικών ή/και γεωργικών υπηρεσιών).

1. Οι Laeti

Αν και σε πρώτη ματιά ο όρος Laetus φαίνεται να ταυτίζεται με τον λατινικό όρο laetus = «ευτυχής, ευδαίμων», όπως εξηγεί η Pat Southern στις σελίδες που θα παραθέσω παρακάτω, δεν αποκλείεται πίσω από τον όρο Laetus να κρύβεται ένας (δυτικό)γερμανικός όρος (μετά την απόσχιση της Ανατολικής Γερμανικής, η εναπομείνασα (βορειοδυτική) γερμανική πραγματοποίησε την τροπή ē>ǣ>ā μεταξύ του 1ου και 4ου μ.Χ. αιώνα και, συνεπώς, η δίφθογγος του όρου Laetus μπορεί να αντιστοιχεί στο ενδιάμεσο στάδιο αυτής της εξέλιξης).

Ο σύνθετος πρωτογερμανικός όρος *un-lēdaz = «ά-κληρος» (λ.χ. γοτθικό unlēds = «φτωχός, πένης» και Παλαιό Αγγλικό unlǣd = «φτωχός, κακομοίρης, άτυχoς») περιέχει τον πρωτογερμανικό όρο *lēdą ~ *lēθą = «κλήρος» (λ.χ. OE lǣθ = «κλήρος, περιουσία») που θα μπορούσε να εξηγήσει τον όρο Laeti ως «κληρούχοι» (αυτοί που έλαβαν κλήρο στις παραμεθόριες περιοχές της αυτοκρατορίας με αντίτιμο την παροχή υπηρεσιών προς την αυτοκρατορία).

Παραθέτω μερικές σελίδες από τα βιβλία της Pat Southern The Roman Empire from Severus to Constantine (Routledge 2001, 2η έκδοση 2015) και The Roman Army: A Social and Institutional History (Oxford University Press 2001) για την πολιτική εγκατάστασης βαρβάρων εντός της αυτοκρατορίας από την εποχή του Αυγούστου ως την Τετραρχία (με την προϋπόθεση παροχής στρατιωτικών ή/και γεωργικών υπηρεσιών ή πληρωμής πάκτων) και, ειδικότερα, για τους Laeti.

2. Οι Lai της Μικράς Σκυθίας

Την ίδια πάνω κάτω εποχή όπου εμφανίζονται οι Laeti στην δύση (οι οποίοι, από ένα σημείο και έπειτα, διοικούνταν από Ρωμαίους αξιουματούχους που ήταν γνωστοί ως praepositi laetorum), μια σειρά λατινικών επιγραφών της περιόδου 200-250 από την Μικρά Σκυθία διακρίνουν τους κατοίκους ενός οικισμού (vicus Secundini = το χωριό του Σεκουνδίνου) σε Romani et Lai. Δεν κατάφερα να βρω κάτι στην βιβλιογραφία για τον όρο Lai, αλλά η πληθυσμιακή κατηγορία που αυτός περιγράφει φαίνεται να είναι ανάλογη των δυτικών Laeti. Σ΄αυτό το σημείο θυμήθηκα τον όρο *laiu/laii = «μαύρος/μαύροι» της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (λ.χ. αρμανικό lai(u) ~ ρουμανικό lai), ο οποίος στην αρμανική έχει και τις επιπρόσθετες σημασίες «φτωχός, κακομοίρης, άτυχος, κακός», αναρωτώμενος αν μπορεί να σχετίζεται.

Εδώ μπορείτε να δείτε τις επιγραφές Romani et Lai. Έχει ενδιαφέρουν ότι αυτές εμφανίζονται την περίοδο που σταματούν οι παλαιότερες επιγραφές Romani et Bessi (οι γηγενείς Βέσσοι της Μυσίας και της Μικράς Σκυθίας, προφανώς έγιναν όλοι τους Ρωμαίοι πολίτες μετά το 212).

Παραθέτω και μια επιγραφή με τον άπαξ πληθυντικό Lae (αντί για Lai):

Σχετικά με την ετυμολογία του όρου Laī, θεωρητικά -και εντελώς υποθετικά- θα μπορούσε να ετυμολογηθεί ως λατινοπρεπής απόδοση (λατ. Lāiī> VLat Lai) ενός θρακικού όρου ΙΕ *leh2w-yos> Θρακ. *lāwiya = «αιχμάλωτος» εκ της ΙΕ ρίζας *leh2w- «αρπάζω, κερδίζω» που έδωσε τον ελληνικό όρο *λᾱϝ-ία > λᾴα/λῄα > λεία (ληΐζομαι, ληΐς κλπ και, από την ίδια ΙΕ ρίζα, λατ. lucrum = «κέρδος», γερμ. Lohn = «μισθός, ανταμοιβή» κλπ) και, συνεπώς, να αντιστοιχεί σημασιακά στους dēditīciī (= «παραδοθέντες (εχθροί)», dēditiō = «(άνευ όρων) παράδοση»), οι οποίοι ΕΞΑΙΡΕΘΗΚΑΝ από την γενικευμένη πολιτεία του διατάγματος του Καρακάλλα.

Αν ο όρος Lai είχε την σημασία «αχμαλώτος» τότε αξίζει να θυμηθούμε την σημασιολογική εξέλιξη του λατινικού όρου captīvus = «αιχμάλωτος» > ιταλ. cattivo = «κακός, άσχημος, άγριος» > ιταλ. cattivello = «άτακτος» > ελλην. κατσίβελος = «τσιγκάνος, γύφτος, ιδιαίτερα μαυριδερός άνθρωπος, απολίτιστος, άξεστος».

Με την παραπάνω σημασιολογική εξέλίξη κατά νου, κλείνω την ανάρτηση ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο την ετυμολογική υπόθεση ότι ο όρος lai(u) = «μαύρος, κακομοίρης, άτυχος» της ΑΒΡ ίσως ανάγεται στον όρο Lai ~ dediticii των παραπάνω επιγραφών της Μικράς Σκυθίας.

Ο Φάνης Δασούλας στο λεξικό του για το βλαχικό ιδίωμα Μετσόβου γράφει στην σλδ 138:

láiu/láie (πληθ. lái/láe) = αυτός/αυτή που ανήκει στη μαύρη φυλή

Advertisements

2 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Romani et Lai

  1. Simplizissimus

    λάγιο αρνί ονομάζεται το μαύρο αρνί, και κατ’ επέκταση το παρακατιανό, το απορριπτέο, αυτό που λέμε «μαύρο πρόβατο». Υπάρχει και επίθετο Λάιος (και Λαΐου στη βυζαντινολογία).

    • Καλώς τον Simplizissimus. Έτσι, το νεοελληνικό «λάγιος» προέρχεται από το βλαχικό laj(u).

      Το ερώτημα τώρα είναι «έκανε η κότα τ΄αβγό ή τ΄αβγό την κότα;» (ποια είναι η πρωτογενής σημασία; κακόμοιρος > μαύρος [όπως το κατσίβελος] ή μαύρος > κακομοίρης (λ.χ. «μαύρη μέρα/ώρα» = «άτυχη/δυσάρεστη ημέρα/στιγμή»;)

      Αν η πρωτογενής σημασία του όρου είναι «μαύρος», τότε θα μπορούσαμε θεωρητικά να το ετυμολογήσουμε και από την ΙΕ ρίζα *sley- που έδωσε τον λατινικό όρο līvidus = «μελανός, κυανός, μελανιά, μώλωπας» (για την ρίζα, βλ. liveo).

      IE *sloy-os > Thrac. *laya > EBR laj(u)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.