Το Δαλματο-Παννονικό ανθρωπωνύμιο Σκενόβαρδος/Scenobarbus ως «Υπηνήτης»

Στην σημερινή ανάρτηση θα καταθέσω μια ετυμολογική πρόταση για το Δαλματο-Παννονικό (ΔΠ) ανθρωπωνύμιο Σκενόβαρδος/Scenobarbus ως «Υπηνήτης» (δηλαδή «αυτός που έβγαλε υπήνη = “το πρώτο χνούδι“») που θα διορθώσει λίγο την παραδοσιακή ετυμολόγηση ως «ξανθογένης/κοκκινογένης».

1. O υπηνήτης και η barbatοria

Στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας ο θεός Ερμής (Ἀργεϊφόντης) κάποια στιγμή μεταμορφώνεται σε «κούρο αισυμνητήρα» (πριγκιπόπουλο) και «πρώτο υπηνήτη» (που μόλις έβγαλε την υπήνη), ο οποίος απολαμβάνει την «χαριεστάτη» ήβη του.

[Ιλιάδα, 24.345-8]

τὴν μετὰ χερσὶν ἔχων πέτετο κρατὺς ἀργεϊφόντης.
αἶψα δ᾽ ἄρα Τροίην τε καὶ Ἑλλήσποντον ἵκανε,
βῆ δ᾽ ἰέναι κούρῳ αἰσυμνητῆρι ἐοικὼς
πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦ περ χαριεστάτη ἥβη.

***

[Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη]

με αυτό και τότε ο τρανοδύναμος Αργοφονιάς πετούσε,
κι ομπρός στην Τροία και στον Ελλήσποντο σε λίγην ώρα φτάνει.
Και κίνησε με αρχόντου μοιάζοντας υγιό, τα μαγουλά του
μόλις που χνούδισαν, κι η νιότη του στην πιο γλυκιά της ώρα.

Στους αρχαίους Έλληνες, η τελετή ενηλικίωσης των αγοριών περιελάμβανε την κουρά του σκόλλυος (σκόλλυν ἀποκείρειν = κουρά των εφηβικών πλοκάμων). Η αιώνια εφηβεία του θεού Απόλλωνος εκφράζεται από το επίθετο ἀκερσεκόμης (που δεν έχει ακόμη αποκείρει την κόμη του).

Ο Παυσανίας αναφέρει τον Πισαίο Ὕπηνο ως έναν εκ των πρώτων ολυμπιονικών:

[Παυσανίας, Περιήγησις, Ηλειακά Α΄, 8.6] Ὕπηνος δὲ ἀνὴρ Πισαῖος ἀνείλετο ἐπὶ τῷ διαύλῳ τὸν κότινον, τῇ δὲ ἑξῆς ἐπὶ τῷ δολίχῳ Ἄκανθος Λακεδαιμόνιος.

Το επίθετο ἀγένειος (δίχως γένι) χαρακτήριζε τα μικρά αγόρια (γνωστά και ως λείακες = «με λεία μάγουλα», πρβ. νεοελληνικό αμούστακος = «νεαρός, ανώριμος»), ενώ το επίθετο ἡμιγένειος τους «χνουδάτους» υπηνήτες.

Στην αρχαία Ρώμη, το πρώτο ξύρισμα του γενειού ονομαζόταν barbātōria και συμβόλιζε την είσοδο του μειρακίου στην ανδρότητα. Πλέον γινόταν barbātus > βαρβάτος και λάμβανε την toga virilis (ανδρική τήβεννα), την οποία μπορούσε να φοράει σε δημόσιες εκδηλώσεις. Πολλές πηγές αναφέρουν το «πρώτο ξύρισμα» διάσημων Ρωμαίων:

Ο Δίων Κάσσιος για τo ξύρισμα του «πρώτου πώγωνος» του Καίσαρα:

[Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία, 48.34.3] ἀμέλει τὸν πώγωνα ὁ Καίσαρ τότε πρῶτον ξυράμενος αὑτὸς τε μεγάλως ἑόρτασε καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι δημοτελῆ ἑορτὴν παρέσχε.

Ο Σουητώνιος για το ξύρισμα του πρώτου γενειού και τη λήψη της ανδρικής τήβεννας του Καλιγούλα (στο Κάπρι όπου τον κάλεσε ο Τιβέριος: togam sumpsit barbamque posuit) και του Νέρωνα (barbam primam posuit):

[Σουητώνιος, Καλιγούλας, 10.1et undeuicensimo aetatis anno accitus Capreas a Tiberio uno atque eodem die togam sumpsit barbamque posuit, sine ullo honore qualis contigerat tirocinio fratrum eius.

in the twentieth year of his age, being called by Tiberius to Capri, he in one and the same day assumed the manly habit, and shaved his beard, but without receiving any of the honours which had been paid to his brothers on a similar occasion.

[Σουητώνιος Νέρων, 12.4] gymnico, quod in Saeptis edebat, inter buthysiae apparatum barbam primam posuit conditamque in auream pyxidem et pretiosissimis margaritis adornatam Capitolio consecrauit. ad athletarum spectaculum inuitauit et uirgines Vestales, quia Olympiae quoque Cereris sacerdotibus spectare conceditur.

in the gymnastic exercises, which he presented in the Septa, while they were preparing the great sacrifice of an ox, he shaved his beard for the first time5 and putting it up in a casket of gold studded with pearls of great price, consecrated it to Jupiter Capitolinus.

5 Among the Romans, the time at which young men first shaved the beard was marked with particular ceremony. It was usually in their twenty-first year, but the period varied. Caligula (c. x.) first shaved at twenty; Augustus at twenty-five.

Αυτό που θέλω να σας μείνει από τα παραπάνω χωρία είναι η αντιστοιχία:

«πρῶτος ὑπηνήτης» (Ιλιάδα) = «πρῶτος πώγων» (Κάσσιος Δίων) = prima barba (Σουητώνιος)

2. Το Δαλματο-Παννονικό ανθρωπωνύμιο Σκενόβαρδος/Scenobarbus

Σύμφωνα με τον Radislav Katičić, τα ονόματα Liccaius και Scenobarbus είναι χαρακτηριστικά της Δαλματο-Παννονικής εθνογλωσσικής ομάδας (για την ιστορία και γλώσσα της Παννονίας, βλ. Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν την ρωμαϊκή κατάκτηση #1, #2, #3 και Παννονικές Ετυμολογικές Προτάσεις).

Στη λίστα των τυπικών Δαλματο-Παννονικών ανθρωπωνυμίων του Katičić έχω επισημάνει και τα ονόματα σε Tritan- γιατί θα τα αναφέρω παρακάτω.

Η δημοφιλία του ονόματος Scenobarbus φαίνεται από το ότι πολλοί Δαλματο-Παννόνιοι που οι Ρωμαίοι μετεγκατέστησαν στα χρυσορυχεία της Δακίας (Alburnus Maior) φέρουν το όνομα αυτό στις λατινικές επιγραφές της περιοχής:

Ωστόσο, ο Δίων Κάσσιος που είχε διετελέσει ανθύπατος Παννονίας, μας παραδίδει το όνομα ως Σκενόβαρδος με «δ» και όχι Σκενόβαρβος με «β», όπως κατά κανόνα απαντά στις λατινικές επιγραφές.

[Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία, 55.33.2] ἀλλὰ καὶ ὣς ἀντεῖχον. καὶ Σκενόβαρδός τέ τις προσποιησάμενος μεταστήσεσθαι, καὶ πέμψας κατ᾽ αὐτὸ τοῦτο πρὸς Μάνιον Ἔννιον φρούραρχον Σισκίας ὡς ἕτοιμος μὲν ὢν αὐτομολῆσαι, δεδιὼς δὲ μὴ προπάθῃ […]

Ο Hans Krahe (βλ. Lexikon altillyrischer Personennamen, 1929) πίστευε ότι πίσω από το μόρφημα barb- των «ιλλυρικών» (Δαλματο-Παννονικών) ονομάτων Sceno-barbus και Βarba-ruta («Μπαρμπαρόσσα», *bhardheh2 + *h1rudh-) των λατινικών επιγραφών κρύβεται το πραγματικό «ιλλυρικό» (Δαλματο-Παννονικό) μόρφημα IE *bhardh-eh2*bard-ā = «γένι» (λ.χ. PGmc *bardaz > αγγλικό beard, PSlv *borda > OCS brada κλπ) που διέσωσε ο Δίων στον τύπο Σκενόβαρδος και ότι η αντικατάσταση *bard-barb- με «b» (βλ. παρακάτω ‘Angleichung‘ = «προσαρμογή») προέκυψε από την αναλογική επίδραση του λατινικού συγγενή barba = «γένι» (για την τροπή *dh>b στην λατινική, βλ. *h1lewdh-ros > ber, *-dhlom > –blom > bulum κλπ) ως συνέπεια του εκλατινισμού των Δαλματο-Παννονίων και της αίγλης που απολάμβανε η Λατινική ως επίσημη, λόγια και γραπτή γλώσσα στο βόρειο Ιλλυρικό.

Κάτι παρόμοιο έγινε στη Θράκη με το τοπωνύμιο Σαλμυδησσός/Ἁλμυδησσός (IE *sh2l-m- + *ud- = «αλμυρόν ύδωρ»): το θρακικό μόρφημα salm- «αλμυρός» με τον καιρό αντικαταστάθηκε από τον ελληνικό συγγενή ἁλμ- (ἅλμη, ἁλμυρός) ως συνέπεια του εξελληνισμού της περιοχής.

Παραθέτω μερικές λατινικές επιγραφές από τα Βαλκάνια και τη Δακία που περιέχουν τυπικά λατινικά ονόματα που έχουν σχηματιστεί από τον όρο barba = «γένι»: Barbius (Βάρβιος), Barbātus (Βαρβᾶτος), Barbātio (Βαρβατίων) κλπ:

Θυμίζω με την ευκαιρία και το γερμανικό εθνώνυμο *Langa-bardaz > Λαγγοβάρδοι (Λομβαρδοί) = Μακροπώγωνες.

Συνεπώς, το ΔΠ όνομα Σκενό-βαρδος συγκρίθηκε με το λατινικό Aēno-barbus = «Χαλκοπώγων» (aēnus = «χάλκινος», δηλαδή «Κοκκινογένης, Μπαρμπαρόσσα», επειδή ο χαλκός είναι «το ερυθρό μέταλλο») και προτάθηκε η ετυμολόγηση *skeh2i-no-bhardh-os = «κοκκινογένης, ξανθογένης», με πρώτο συνθετικό την ΙΕ ρίζα *skeh2-(i)- «λάμπω» που έδωσε το αγγλικό ρήμα shine = «λάμπω» (< PGmc. *skīnaną). Έχω παραθέσει παραπάνω στις εικόνες με τις επιγραφές από την Δακία την σελίδα όπου ο Katičić παραθέτει αυτήν την ετυμολογική υπόθεση. Παραθέτω και την ετυμολογική περιγραφή του Gus Kroonen του πρωτογερμανικού ρήματος *skīnaną (περιέργως, η ΙΕ ρίζα *skeh2(i)- σημαίνει τόσο «λάμπω» όσο και «σκιά», λ.χ. ελληνικό σκιά, σανσκριτικό chāyā, αλβανικό hie κλπ και ο σλαβικός κλάδος διέσωσε αμφότερες τις σημασίες, λ.χ. *sijati = «λάμπω» και *sěni = «σκιά»).

Όσο ελκυστική σημασιολογικά είναι η ετυμολόγηση του ΔΠ *skena-barda- > Σκενόβαρδος/Scenobarbus  ως σημασιολογικό αντίστοιχο του λατινικού Aēno-barbus με πρώτο συνθετικό εκ της ΙΕ ρίζας *skeh2(i)- «λάμπω», παρουσιάζει ένα σημαντικό γλωσσολογικό πρόβλημα: το ΔΠ μόρφημα Σκενο-/Sceno ΔΕΝ μπορεί να παραχθεί κανονικά από τη ρίζα *skeh2(i)-, επειδή τα κανονικά παράγωγα της τελευταίας είναι *skh2i- > *ski-, *skeh2i- > *skah2i- > skai- και, μέσω λαρυγγικής μετάθεσης, *skh2i- > *skih2- > skī-. Το ΔΠ μόρφημα *sken- ΔΕΝ μπορεί να παραχθεί κανονικά από κανένα από τα τρία (θα έπρεπε να ήταν ή **Σκινόβαρδος ή **Σκῑνόβαρδος (**Scinobarbus) ή **Σκαινό-βαρδος (**Scaenobarbus), όχι το απαντώμενο Σκενό-βαρδος/Sceno-barbus).

Επομένως, πρέπει να αναζητήσουμε μια εναλλακτική ετυμολόγηση για το Δαλματο-Παννονικό μόρφημα *sken-.

3. Το Δαλματο-Παννονικό μόρφημα Σκεν-/Scen-

Εκτός από το όνομα Σκενόβαρδος/Scenobarbus, το ΔΠ μόρφημα Σκεν-/Scen- απαντά και σε άλλα ΔΠ ονόματα.

A. Σκενέτα

Μια θεσσαλική επιγραφή από την Δημητριάδα αναφέρει τις «Ιλλυριές» (Δαλματο-Παννόνιες) Σκενέτα Τόρου και Τριτώ (έχω ήδη αναφέρει παραπάνω ότι τα ονόματα Trit(an)- είναι χαρακτηριστικά ΔΠ).

Σκενέτα Τόρου, Τριτώ Ἰλλυρίαι

B. Scenocalus και Scenobarus

Το ΔΠ μόρφημα sken- απαντά ως πρώτο συνθετικό και στα Δαλματο-Παννονικά ονόματα Scenocalus και Scenobarus.

4. Η ΙΕ ρίζα *(s)ken- = «καινός, πρόσφατος, πρώτος»

Η μόνη ΙΕ ρίζα που κατάφερα να βρω, η οποία μπορεί να εξηγήσει κανονικά το ΔΠ μόρφημα Σκεν-/Scen- είναι η *(s)ken- «αρχίζω» που έχει δώσει ουσιαστικά με τη σημασία «καινός», «νέος», «πρόσφατος» και «πρώτος».

Οι πιο γνωστοί απόγονοι της ΙΕ ρίζας *(s)ken- είναι το ελληνικό επίθετο *(s)kn.-yos > PGrk *kanyos > *kanʲnʲos > καινός, το λατινικό επίθετο re-cēns/re-centem = «πρόσφατος», οι σανσκριτικοί όροι kanīna (επιθ.) = «νεαρός» και kanyā (ουσ.) = «κόρη, νεαρή κοπέλα» κλπ.

Στο Σλαβικό κλάδο, η ίδια ρίζα έδωσε το ρήμα *na-čęti = «αρχίζω» που μέσα από τησ ημασιολογική εξέλιξη «αρχίζω» > «ξεκινώ τη ζωή» > «γεννιέμαι» έδωσε τα ουσιαστικά *(s)ken-d-om > *čędo = «παιδί» και *(s)ken-ent- > *ščenę = «νεαρό ζώο, κουτάβι» (λ.χ. ρωσικό ščenok και σερβοκροατικό štene).

Παραθέτω την περιγραφή των σλαβικών απογόνων του Rick Derksen γιατί πιστεύω ότι ο πρωτοσλαβικός όρος *ščenę που διατήρησε το s-mobile της IE ρίζας *(s)ken- είναι ο πλησιέστερος ΙΕ μορφολογικός συγγενής του Δαλματο-Παννονικού μορφήματος Σκεν-/Scen-.

Στον Κελτικό κλάδο, η ΙΕ ρίζα *(s)ken- απαντά με σημασίες που ανάγονται στη σημασία «γεννιέμαι» (λ.χ. PClt *kenetlom = «γένος» > Ιρλ. cineál και πατρωνυμικά σε -knos: βλέπε ενότητα #6 εδώ) και στο βασικό πρωτοκελτικό επίθετο *ken-tu- «πρώτος» (λ.χ. Ιρλ. cèad), το οποίο βρίσκουμε ως πρώτο συνθετικό στο λατινοπρεπές γαλατικό όνομα *(s)kentu-g’n.h1-tos > PClt *kentugnātos> Cintugnatus = «Πρωτότοκος».

5. Ετυμολογική πρόταση: το ΔΠ Σκενο-/Sceno- ως «πρώτος»:

Αν υποθέσουμε ότι το ΔΠ μόρφημα Σκεν-/Scen– προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *(s)ken- όπως το PSlv *ščenę = «νεαρό ζώο, κουτάβι», αλλά με τη σημασία του πρωτοκελτικού συγγενή *kentu- «πρώτος», τότε μπορούμε να κάνουμε τις παρακάτω ενδιαφέρουσες ετυμολογικές υποθέσεις:

Σκενό-βαρδος/Scenubarbus = «υπηνήτης» ~ «αυτός που έχει [ξυρίσει τον ; ] πρώτον πώγωνα/prima barba»

Sceno-barus = γαλατ. Cintu-gnatus = «πρωτό-τοκος» (~ πρωτοφόρημα = «πρώτοι καρποί», το δεύτερο συνθετικό -barus «γιος, απόγονος» μπορεί να αναχθεί στην ΙΕ ρίζα *bher-/*bhor- «φέρω» που έδωσε τον πρωτογερμανικό όρο *barną = «παιδί» > Scots Eng. bairn, τον λετονικό όρο bērns = «παιδί»και τον αλβανικό όρο barrë = «έμβρυο, εγκυμοσύνη, παιδί»).

Όσο για το θηλυκό όνομα Σκενέτα αυτό μπορεί να συγκριθεί με τα ελληνικά θηλυκά ονόματα Πρώτη, Πρωτώ, Πρώτιλα, Πρώτυλλα κλπ και τα αντίστοιχα λατινικά Prima/Πρῖμα, Primilla/Πρίμιλλα κλπ.

Εναλλακτικά, αντί για την ειδική κελτική σημασία «πρώτος», μπορούμε να κρατήσουμε την γενικότερη σημασία «νέoς, πρόσφατος» (καινός, recēns) και να ετυμολογήσουμε το μεν όνομα Σκενόβαρδος/Scenobarbus ως «αυτός που πρόσφατα έβγαλε γένι (έφηβος)», το δε όνομα Σκενέτα ως «νεαρά, κοπέλα» και, τέλος, το όνομα Scenobarus μπορεί να ερμηνευθεί ως «Νεοπτόλεμος» (*(s)ken- + *bhorH- = «πλήττω», λ.χ. PSlv *boriti = «μάχομαι», PGmc *barjaną = «πλήττω» κλπ).

Κλείνω παραθέτοντας τα ελληνικά ανθρωπωνυμικά παράγωγα του ελληνικού επιθέτου καινός (ο ελληνικός απόγονος της ΙΕ ρίζας *(s)ken-):

Καινεάδης, Καινεύς, Καινίας, Καίνιος, Καινίς, Καίνων

Advertisements

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

6 responses to “Το Δαλματο-Παννονικό ανθρωπωνύμιο Σκενόβαρδος/Scenobarbus ως «Υπηνήτης»

  1. Fanis Dasoulas

    Καλησπέρα Σμερδαλέε
    Γράφεις : «Στην αρχαία Ρώμη, το πρώτο ξύρισμα του γενειού ονομαζόταν barbātōria και συμβόλιζε την είσοδο του μειρακίου στην αδρότητα. Πλέον γινόταν barbātus > βαρβάτος και λάμβανε την toga virilis (ανδρική τήβεννα), την οποία μπορούσε να φοράει σε δημόσιες εκδηλώσεις». Ως γνωστό η λέξη vir«άνδρας» της κλασσικής λατινικής δεν κληρονομήθηκε σε καμία από τις ρωμανικές γλώσσες. Ωστόσο ενώ η δυτικορωμανικές γλώσσες «βολεύτηκαν» με την σημασιολογική επέκταση της λέξης homus – hominis «άνδρας» η ΑΒΡ ανέπτυξε τον τύπο *barbatus που έδωσε αντίστοιχα το ρουμανικό bărbat και αρμανικό bărbatu. Η προσέλευσή του από το λατινικό barbātus προφανής. Ως τώρα πίστευα ότι σημαίνει απλά ο «γενειοφόρος» με την ανωτέρω αναφορά με βάζεις σε άλλες σκέψεις. Ευχαριστώ.

    • Γεια σου Φάνη λεβεντιά!

      Ο Ανατολικός Ρωμαϊκός όρος barbatus/βαρβάτος έχει τη σημασία «ανδρείος, ανδρικός (άρα εμπειροπόλεμος)» τουλάχιστον από την εποχή του Στρατηγικού του Μαυρίκιου (περ. 600):

      [Στρατηγικόν, 3.5] Περὶ γυμνασίας τάγματος. Πῶς δεῖ γυμνάζειν αὐτό

      Τοῦ βάνδου συντεταγμένως ἱσταμένον δεῖ τὸν μανδάτορα παραγγέλλειν οὕτως:

      σιλεντιον, νεμο δεμιττατ, νεμο αντεκεδατ βανδουμ σικ βενιας βερο αικουαλις φακιες, βανδουμ καπτα, ιψω σεκουε κουμ βανδο μιλιξ, ταλις εστ κομοδουμ μιλες βαρβατι.

      (silentium, nemo demittat, nemo antecedat bandum sic venias vero aequalis facies, bandum capta, ipso seque cum bando milix, talis est comodum miles barbati.)

      [Τακτικά, 7.17] [Σιγή,] ὅτ΄ ἂν ἡ συμβολὴ γένηται. μηδεὶς ἀφήσῃ. μηδεὶς προλάβῃ , ἕως ἂν διώξῃς τὸν ἐχθρόν. ἐὰν ἐκβῇς ἀπὸ τῆς τοῦ μετώπου ὄψεως, βλέπε τὸ βάνδον. δίωκε μὴ ὡς στρατιώτης δειλός, ἀλλ΄ ὡς στρατιώτης ἀνδρεῖος,

      πρόσξε ότι η ελληνική μετάφραση του miles barbatus είναι «ἀνδρεῖος στρατιώτης», bãrbãtescu δηλαδή !! 🙂 🙂 🙂

  2. andreagrampsi17

    Hello Smerdaleos, very interesting interpretations, well actually the dilemma that i mentioned in my comment was not that about Barz > Bard > Bardh between Demiraj and Matzinger in one side and Krahe, Katicic, and Mayer in the other i did get it before ( i just prefer to publish also the articles of contemporary Linguists !!). Anyway my question was about the ‘Cuculli Bardaici’ – “Paenulam Illyricianam unam bardocucullum unum, cucutia”- wich it seems that both ‘Illyrians’ and Celts used it, but scholars generally attribute it to the ‘ illyrischen Volke der Bardaei ‘?! Well if may, can i ask you to explain me the possible etymology of some other Illyrian names, please ?!

    In the case of the Onomastics collected by D. Rendic Miocevic ” Ilirska Onomastika”concerning the wide area of Dalmatia, this is only a limited part, because during the ’70 and ’80, he has added new Anthroponyms. He started to explain the category of the compound names like Baezo-crusu, Bardi-Balus (Ballaios + Bardus) , Scerdi-Leadus, Sceno- Calus, Sceno- Bardus (Sceno + Bardus), Bala- akros etc ( to mention the fact that the version Sceno-barbus it is the less encountered compared with the Sceno- Bardus, the frequency of the second one is notable, in my opinion the Sceno- “barbus” is a grammatical distorsion !! );

    Aurelia Thana*
    Pomentino Boriae*
    Trasio* Trito ( also Trassi\Trassan, Trosi\Trosan, see below)
    Iulius Beuzas* (Buzetius\Busturius etc se below)
    Beusas Sutti*
    Bato Liccai* ( also Leacani\Lecus\Leccai etc )
    Scaeva* Liccai
    Plarent Ziraei*
    Andiae Dassi* ( the etymology ??)
    Dasas* Loni
    Teuta Vietis*
    Litus Zuni*
    Bato Buli*
    Bato Samuntius*
    Iulius Picusi*
    Blodi Plassi*
    Aurelius BardiBalus* ( Bardi + Balus )
    Dasius Verzoni* ( Verzo\Verzulli etymology ??)
    Liccae Bardi
    Vesius* Cerdo

    Also in the ” Les Plombs inscrits de Siscia”( by Ivan Radman concerning the multiethnic Town\area of Siscia in Panonnia) , some ‘Illyric’ Anthroponyms caught my attention;

    Scenua Balausi* ( Balaesus, Balo, Baluus, Βαλλαῖος etc)
    Baleta*
    Bardilus Viriatus
    Bato Sceni
    Dalus* Batoni
    Batuna Daseria*
    Bulesus*\Bulus*
    Clora Liccaia*
    Dasius Apali*
    Lalos* Lani et Priano Lani ( Lalus*)
    Lecana* Succesi
    Lecus* Liccaius
    Liccaius Lirus*
    Coventius Messi*
    Pliasara* Cauti ( Plassarus)
    Scenia Mata*
    Togupia Trasani*
    Ulca* Proculi
    Vera* Mata
    etc
    I will itemize the Anthroponyms from other Regions, for the moment if is possible to analyze linguistically this Onomastics, Thanks.

    • Andreas, goodmorning.

      1) Bardaei. As far I can tell, the term is a vulgar Latin misspell of Vardiaei (see here). In vulgar Latin /v/ and /b/ often interchange, that’s why Varvaria became Bribir and Aluona/Alvona became Albona > SCr. Labin and why Latin vox/vocem became boace in Romanian.

      2) in my opinion the Sceno- “barbus” is a grammatical distorsion

      It is not a ‘grammatical distortion’ (no grammar mistake is involved). It is a clear case of Latinization (Latin analogical influence). All barbarian languages that are exposed to Latinization or Hellenization, tend to adopt Latin and Greek forms:

      Dalmato-Pannonian Scenobard-/Scenobarb- (where DP bard- was substituted by the similar Latin barba) is like Thracian Salmydessos/Halmydessos (“salty water”), where Thracian *salm- “salty” was substituted with the Greek cognate halm- (cf. ἁλμυρός = ‘salty’).

      3) name list.

      Andrea, the probability of a correct or probable etymology depends heavily on the knowledge of the term’s meaning and on the knowledge of the historical phonology of the language involved. When both the term’s meaning and the language’s historical phonology are unknown, then the etymological approach does not work.

      Only for some names like Scaeva, can I give you some probable etymological suggestion: it probably derives from IE *skeh2i-wos that gave Latin scaevus “clumsy, left-handed” (see name Scaevius) and Greek σκαιός = “uncouth, rude”.

      For the etymology of every unknown term, context (meaning and/or any other possible info: region, info, root variants, the person’s social status, the inscription’s date and location etc) is crucial and necessary. Beneath a say 200 AD «e» there may be hidden a monophthongized diphthong /ai/ (cf. Baedarus/Bedarus). Only by following the diachronic history of the name’s shape (that why the date of the inscription is so crucial) can we pick up such cases of monophthongization.

      Furthermore, your list is “impure”/heterogeneous, because I’ve noticed that it also contains Daco-Moesian names from Upper Moesia like Bardi-balus. This means that I would first need to separate (possible) Celtic and Daco-Thracian names, because you (and/or your source) were not even competent enough to understand that Bardi-balus is a Daco-Moesian name that appears in an inscription from Upper Moesia, not an Illyrian or Dalmato-Pannonian name from Illyris, Dalmatia and/or Pannonia.

      It belongs to the well-known family of Daco-Moesian names in -balus, like Gesu-balus (Viminacium), Ἁρεί-βαλος (twice in Scythia Minor), and Decebalus (it appears in both Dacia and Moesia Superior), Bazo-balis, Dini-balis etc (see here).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.