Συμβουλές προς ιλλυροδίφες #3

Σ΄αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω μερικές «ιλλυρικές» (τωόντι Ιλλυρικές και Δαλματο-Παννονικές) ετυμολογήσεις προσπαθώντας να συλλέξω τα λίγα ψίχουλα «ιλλυρικής» ιστορικής φωνολογίας που μπορούμε να εξιχνιάσουμε.

Πριν αρχίσω εξηγώ τις συντομογραφίες που θα χρησιμοποιήσω:

ΤΙ = Τωόντι Ιλλυρική (όρος προερχόμενος από την περιοχή των Τωόντι Ιλλυριών)

ΔΠ = Δαλματο-Παννονική (όρος προερχόμενος από την Δαλματία και την Παννονία)

1. Οι γνωστές ιλλυρικές γλώσσες

Αντίθετα με την Θρακική γλώσσα, όπου έχουν διασωθεί περίπου 60 «γλώσσες» (βλ. ορισμό ΙΙ.2: όροι που διέσωσαν οι αρχαίοι λεξικογράφοι μαζί με τη σημασία τους), στην περίπτωση της «Ιλλυρικής» δεν έχουν διασωθεί ούτε 5 τέτοιες γλώσσες. Κοιτάξτε πως περιγράφει αυτή τη σημαντική αυτή διαφορά ο Radoslav Katičić:

Οι 3 «ιλλυρικές» γλώσσες που ξέρουμε είναι:

  • Το λήμμα του Ησυχίου Δευάδαι = οἱ σάτ[υρ]οι ὑπ΄Ἰλλυριών
  • Το σχόλιο στο στίχο 5.281 της Οδύσσειας ότι «οἱ δὲ λέγουσι Ἱλλυριοὺς ῥινὸν λέγειν τὴν ἄχλυν»
  • Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος και ο Ιλλυρικιανός Ιερώνυμος διέσωσαν τον ΔΠ όρο sabaia/sabaium = είδος μπίρας που γινόταν από την ζύμωση κριθαριού ή σιταριού, το οποίο πίνουν οι «φουκαράδες» (paupertini = φτωχαδάκια) του Ιλλυρικού (Amm. 26.8.2: όταν ο Παννονιο-Ρωμαίος αυτοκράτορας Βάλης πολιορκούσε την Χαλκηδόνα που είχε ταχθεί με τον σφετεριστή Προκόπιο, οι Χαλκηδόνιοι πάνω στα τείχη τον αποκαλούσαν χλευαστικά «σαβαϊάρη» (sabaiarius) = «φουκαρά Παννόνιο που [δεν ξέρει από κρασί και] πίνει μόνο sabaia/sabaium»). Ο Ιερώνυμος ξεκαθαρίζει ότι ο όρος είναι Δαλματο-Παννονικός και προσέξτε ότι αποφεύγει ν΄αποκαλέσει «Ιλλυρική»  την«βάρβαρη και εθνική γλώσσα της Δαλματίας και Παννονίας» (vulgo in Dalmatiae Pannoniaque provincis gentili barbaroque sermone appelatur sabaium).

Επειδή σ΄αυτές τις 3 γλώσσες γνωρίζουμε τη σημασία των όρων, μπορούμε να τις ετυμολογήσουμε με κάποια σχετική βεβαιότητα. Οι ετυμολογίες που θα βρείτε γι΄αυτούς τους όρους στα κεφάλαια του Katičić και του Polomé που παρέθεσα στην προηγούμενη ανάρτηση είναι:

Οι Δευάδαι = σάτυροι μπορούν να συγκριθούν με το παιονικό θεωνύμιο Δύαλος = Διόνυσος και τους ελληνικούς όρους θύω «μαίνομαι, βράζω»,  Θυώνη (επίθετο της μητέρας του Διονύσου Σεμέλης) και Θυῖα = γιορτή προς τιμήν του Διονύσου στην Ήλιδα.

Επομένως, η ΙΕ ρίζα από την οποία προέρχεται ο όρος Δευάδαι είναι *dhewH– (*dhewH-ad- > Ιλλυρ. *dewad-) και αυτό σημαίνει ότι η «Ιλλυρική» (όποια κι αν εννοούσε ο Ησύχιος) έτρεψε τα ηχηρά δασέα κλειστά σε ηχηρά κλειστά (*/bh,dh,gh/ > /b,d,g/).

Ο «ιλλυρικός» όρος ῥινός = «ομίχλη» μπορεί να συγκριθεί με τον πρωτοαλβανικό όρο *rina = «σύννεφο» (τοσκ. re ~ γκεγκ. ). Εδώ καλό θα ήταν να ξεκαθαρίσουμε την χρονολογία του σχολιαστή, γιατί αν είναι υστεροβυζαντινός μπορεί με τον κλασικίζοντα όρο «Ιλλυριοί» να εννοεί τους Αλβανούς. Αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τότε έχουμε να κάνουμε με έναν κοινό όρο σε «Ιλλυρική» (ΤΙ ή ΔΠ; ) και Αλβανική. Ο αλβανικός όρος re σχετίζεται με το αλβανικό ρήμα τοσκ. rij ~ γκεγκ.  «υγραίνω» (PAlb. *rinjō), το οποίο ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *Hrey(H)- «ρέω» (λ.χ. σανσκριτικό riṇāti = «ρέω», πρωτοκελτικά *rēnos = «υδάτινη μάζα» > Ῥῆνος,  παλαιοσλαβονικό rěka = «ποτάμι» κλπ).

Τέλος, η Δαλματο-Παννονική μπίρα sabaia/sabium μπορεί να αναχθεί στην ΙΕ ρίζα *sHP- που έδωσε τον πρωτογερμανικό όρο PGmc *sapą = «χυμός» (λ.χ. αγγλικό sap και γερμανικό Saft), τον λατινικό όρο sapa = «μούστος» και τον αρμενικό όρο *sHP-mo- > *saPmo- > ham = «χυμός, γεύση».

Ένας άλλος όρος του οποίου τη σημασία δεν γνωρίζουμε, αλλά μπορούμε να τον ετυμολογήσουμε με σχετική βεβαιότητα είναι το ανθρωπωνύμιο Τεύτα της γνωστής τωόντι Ιλλυριάς βασίλισσας. Ο όρος σχεδόν σίγουρα είναι υποκοριστικός/βραχύς τύπος του ιλλυρικού όρου *teut-anā = «βασίλισσα» (κυριολεκτικά «εθνάρχιδα» εκ του ΙΕ *tewt-eh2 = «λαός, έθνος»), όπως ο πρωτογερμανικός όρος *teut-on-os > PGmc *θeuδanaz = «εθνάρχης, φύλαρχος» (λ.χ. γοτθικό θiudanz = «βασιλιάς»).

Εδώ τελειώνουν οι σχεδόν βέβαιες «ιλλυρικές» ετυμολογήσεις. Όλο το επόμενο γλωσσικό υλικό αποτελείται από όρους των οποίων τη σημασία δεν γνωρίζουμε και πρέπει να την υποθέσουμε, κάτι που μειώνει δραστικά την πιθανότητα βεβαίας ετυμολόγησης.

2. Η μοίρα του ΙΕ *o: Acrabanus, Barbanna, Metubarbis, Scenobarbus, Μονούνιος και Colapis

Το πρώτο πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουμε στην εξιχνίαση της «Ιλλυρικής» (ΤΙ και/ή ΔΜ) ιστορικής φωνολογίας είναι: Τι συνέβη στο ΠΙΕ *o; Διατηρήθηκε ως /o/ (όπως στην Ελληνική, την Φρυγική, την Αρμενική, τον Κελτικό κλάδο και τον Ιταλικό) ή τράπηκε σε /a/ (όπως στο Γερμανικό κλάδο, το Βαλτικό, την Μεσσαπική, την Αλβανική, τη Δακο-Θρακική κλπ);

Ο Joachim Matzinger (Messapico e Illirico, 2015) εξηγεί πως το πρόβλημα αυτό δεν έχει ακόμα λυθεί οριστικά (σλδ 62: ‘da chiarire è ancora‘ = «μένει ακόμα να διαλευκανθεί») αν και η κυρίαρχη άποψη προς την οποία ρέπω και εγώ προσωπικά είναι ότι στην «Ιλλυρική» (ΤΙ και ΔΠ) συνέβη η τροπή *o>a.

Αναφέρει δύο αντικρουόμενα παραδείγματα από την τοώντι Ιλλυρική περιοχή της Σκόδρας: Η Σκόδρα έχει «ο», αλλά ο ποταμός Barbanna (ο σημερινός Buna/Bojana), αν είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού όρου βόρβορος = «λάσπη», προϋποθέτει την τροπή *o>a. Στο ΤΙ υδρωνύμιο Barbanna αντιστοιχεί το Παννονικό Metubarbis (νησί στον ποταμό Σάβα), για το οποίο έχει προταθεί η ετυμολογική υπόθεση *meth2-u-borb- «μετα-βόρβορον» («ανάμεσα σε δύο βάλτους»).

Το ζήτημα αυτό περιπλέκεται περισσότερο από δύο άλλα προβλήματα.

Το πρώτο είναι ότι τα «ιλλυρικά» τοπωνύμια έχουν διασωθεί μέσω της ελληνικής και λατινικής τους γραπτής απόδοσης, όπου κυριαρχεί η τάση της ελληνικής μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα να αποδίδει γραπτά το ξένο /u/ ως «ο», επειδή το ελληνικό γράμμα «υ» είχε πλέον την φωνητική αξία /ü/. Δυστυχώς, η Λατινική γραμματεία, στην προσπάθειά της να μιμηθεί την εκλαμβανόμενη ως λογιότερη Ελληνική, υιοθέτησε αυτήν την τάση.

Έχω ήδη εξηγήσει σε προηγούμενη ανάρτηση ότι πίσω από το τοπωνύμιο Σκόδρα, μάλλον κρύβεται ο ΤΙ τύπος *Skudrā με /u/. Το ίδιο φαινόμενο βλέπουμε στην γραπτή απόδοση του τοπωνυμίου Ulcinium (σημερινό Ulcinj/Ulqin), το οποίο o μεν Πτολεμαίος αποδίδει ως Οὐλκίνιον, ο δε Λίβιος ως Olcinium, και στο υδρωνύμιο Colapis/Κόλαπις (ο σημερινός κροατ. Kupa / σλοβεν. Kolpa, με παράγωγο εθνώνυμο Colapiani) που ο Στράβων αναφέρει να πηγάζει από το Άλβιον όρον και να εκβάλλει (μέσω του Σάυου) στον Δούναβη:

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.5.2]  ἐντεῦθεν δ᾽ ἤδη ὁ Νόαρος πλήθει προσλαβὼν τὸν διὰ τῶν Ἰαπόδων ῥέοντα ἐκ τοῦ Ἀλβίου ὄρους Κόλαπιν συμβάλλει τῷ Δανουίῳ κατὰ τοὺς Σκορδίσκους.

Επειδή ο Κόλαπις σχηματίζει μια χαρακτηριστή κυκλική «κουλούρα» (όπως ο Αλιάκμονας στο χωριό Κουλούρα Ημαθίας), έχει προταθεί η ετυμολόγηση Κόλ-απις = «κυκλο-πόταμος» εκ των ΙΕ ριζών *kwelh1- «γυρίζω» (λ.χ. κύκλος και PSlv *kolo) και *h2ep- «νερό, ποτάμι» (λ.χ. λατ. amnis = «ρυάκι»). Το πρόβλημα είναι πως πρέπει να εξηγήσουμε το /o/ του πρώτου μορφήματος, αν η Δαλματο-Παννονική έχει τρέψει το */o/>/a/. Ο Edgar Polomé επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα αυτό υποθέτοντας μια τροπή e>o πριν από ‘L-pinguis’ όπως στην Λατινική (λ.χ. το δάνειο ἔλαιϝον, ἔλαίϝα > oleum, oliva).

Πιστεύω όμως ότι υπάρχει μια πιο απλή εξήγηση, αρκεί κάποιος να συνειδητοποιήσει ότι οι Σλάβοι παρέλαβαν όλα τα παραπάνω τοπωνύμια με /u/ (Ulcinium > Ulcinj, *Skudrā > PSlv *Skŭdrŭ > BSC Skadar, *Kulpa > PSlv *Kŭlpa > *Kl.pa > BSC Kupa ~ σλοβεν. Kolpa, όπως στο vkŭ > vl.k- > BSC vuk ~ Σλοβεν. volk). Επομένως, μας αρκεί ο μηδενικός βαθμός *kwl.h1- > *kulh1- > ΔΠ *Kulap-, του οποίου το /u/ ο Στράβων απέδωσε με «ο»  («Κόλαπις»), όπως συνηθίζουν να κάνουν οι Έλληνες συγγραφείς.

Συνεπώς, ούτε το TI τοπωνύμιο *Sku(r)drā > «Σκόδρα» (βλ. Σκυδρέων πόλις στον Προκόπιο, Scutari, Skadar) ούτε το ΔΠ υδρωνύμιο *kwl.h1-h2ep- > *Kulap- > «Κόλαπις» (αλλά κροατ. Kupa ~ σλοβεν. Kolpa) αποτελούν εμπόδια για την παραδοχή της πανιλλυρικής (ΤΙ και ΔΠ) τροπής *o>a.

Παραθέτω τις «κουλούρες» του Κολάπιος και του Αλιάκμονα για σύγκριση και την ετυμολογική πρόταση του Edgar Polomé για το υδρωνύμιο Κόλαπις (ΙΕ *kwelh1- + *h2ep- = «κυκλοπόταμος, ποταμός με «κουλούρα» »):

Το δεύτερο πρόβλημα που περικλέκει την κατάσταση για το ΙΕ *o το καταλαβαίνουμε από τη σύγκριση των Δαλματο-Παννονικών ονομάτων Acra-banus και Sceno-barbus. Το πρώτο απαντά στη Δαλματία (Ναρώνα), στην Παννονία και στο Νωρικόν, το δεύτερο είναι ένα από το συχνότερα και χαρακτηριστικά Δαλματο-Παννονικά ονόματα.

Το όνομα Acrabanus έχει ετυμολογηθεί πειστικά ως *h2ek’rob(e)h2-nos > ΔΠ *Akrabana (το /a/ της παραλήγουσαν μπορεί να είναι και μακρό), ΙΕ συγγενής των ελληνικών όρων ἀκροφαής/ἀκροφανής, αλλά με τη σημασία «φαλακρός» (αυτός που έχει φαλό άκρος = «γυαλιστερό κεφάλι» λόγω της φαλάκρας του). Η ετυμολόγηση προϋποθέτει την τροπή *o>a *h2ek’ro-bh(e)h2-n- > akraban-, αντίθετα με τα ελληνικά (ἀκροφανής) και κελτικά (PCelt *akro- > Γαλατικό Axro-talus) σύνθετα που διατηρούν το /o/ στο *h2ek’ro– > akro-.

Το όνομα Sceno-barbus (πιο σπάνια Sceno-bardos) έχει συγκριθεί με το λατινικό όνομα A(h)ēno-barbus = «Χαλκο-πώγων» (aēnus, barba, κυριολεκτική απόδοση του Πλουτάρχου, αλλά επειδή ο χαλκός είναι το «κόκκινο μέταλλο», στην πραγματικότητα σημαίνει «κοκκινογένης, μπαρμπαρόσσα») και έχει ετυμολογηθεί ως «ξανθογένης, κοκκινογένης» εκ του *skeh1i-no- = «φωτεινός» (λ.χ. αγγλικό shine) και *bhardh-eh2 = «γένι» ). Η διτυπία bard– ~ barb μπορεί να εξηγηθεί ως αναλογική επίδραση του λατινικού όρου barba στον ΔΠ όρο *bardā. Ο Hans Krahe έχει ετυμολογήσει τα «ιλλυρικά» (Δαλματο-Παννονικά) ονόματα σε bard- εκ του ΙΕ *bhardh-eh2 = «γένι» (λ.χ. αγλικό beard, PSlv *borda, λιθουανικό barzdà), ΔΠ Bardius ~ λατ. Barbius, όπως και Cassius Barba, Barbatio, Barbatus κλπ).

Σε μελλοντική ανάρτηση θα παραθέσω μια πιο πειστική ετυμολόγηση του ονόματος Σκενόβαρδος/Scenobarbus ως «Υπηνήτης» («που έβγαλε το πρώτο γένι»).

Αυτό που θέλω να δείξω εδώ είναι ότι, αντίθετα με το Acra-banus, το όνομα Σκενό-βαρδος/Sceno-bardus έχει το πρώτο συνθετικό που λήγει σε «ο». Αυτό δεν πρέπει να ληφθεί απαραίτητα ως απόδειξη της διατήρησης του ΙΕ *o, γιατί είναι γνωστό ότι οι Θράκες παραδίπλα (των οποίων η γλώσσα σίγουρα έκανε την τροπή *o>a), στις ελληνο-ρωμαϊκές επιγραφές τους δείχνουν συνθετικά του τύπου Βεσσο-παρηνοί, καθώς και την υπερδιόρθωση (hypercorrection) Ἑρμαγόρας > Hermocora (ο γραφέας νόμιζε πως είχε να κάνει με το θρακικό σύνθετο όνομα *Herma-gora, το οποίο «εξελλήνισε» σε Hermo-cora). Επομένως, είναι πάρα πολύ πιθανό, η πραγματική μορφή του ΔΠ ονόματος να ήταν *Skena-barda με /a/.

Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα για το δαρδανικό όνομα Μονούνιος, του οποίου η πειστικότερη ετυμoλόγηση κατά τη γνώμη μου προϋποθέτει τη σύγκριση με τα ελληνικά ονόματα Μένων, Παρμενίων, Παράμονος (παραμένω ~ παράμονος/πάρμονος) κλπ:

*Mon-ōn-yos > Monūnios

Εδώ μάλλον έχουμε να κάνουμε με ένα αλλοδαπό όνομα (Παιονικό; Βρυγικό; Μακεδονικό; ) που μάλλον εισήλθε στον δαρδανικό βασιλικό οίκο μέσω επιγαμίας.

Κλείνω την ενότητα με μια περίληψη. Έχουμε κάθε λόγο να δεχτούμε ότι η τροπή *o>a συνέβη τόσο στην ΤΙ όσο και στην ΔΠ:

*borb- (βόρβορος) > ΤΙ Barbanna ~ ΔΠ Metubarbis

*h2ek’ro– > ΔΠ Acrabanus

*mors-/mr.s- > ΔΠ Marsonia/Mursa

Τα υπόλοιπα στην επόμενη ανάρτηση της σειράς.

Advertisements

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Μυθοθρυψία

3 responses to “Συμβουλές προς ιλλυροδίφες #3

  1. andreagrampsi17

    Good Morning Smerdaleos, thanks for the “Messapico e Illirico ” i had like two years that i haven’t read it, thats why i remembered the Barz-id. So clearly Matzinger and Demiraj ( in contrast with Krahe, Katicic etc even Rendic- Miocevic, supported this presummed etymology !!) concord about the issue that mes: BARZIDIH and “illy”: BARD\BARDYLLIS etc derivated from the i.e root *bʰreh₁ǵ- , wich it is the same for alb: BARDHE ( correct me if i am wrong ?!).

    1- Incerta è anche la posizione dell’illirico rispetto al suo inserimento nelle lingue i.-e. satem o nelle lingue i.-e. centum, perché nelle etimologie proposte si incontrano due riflessi, lo sviluppo satem p. es. nel nome maschile Bardyl(l)is derivato della radice i.-e. *bh reh1g’- ‘brillare, splendere’ (cfr. vedico bhrājate ‘brilla, splende).

    2- Da questa radice derivano anche l’aggettivo albanese (i) bardhë ‘bianco’ (vedi B. DEMIRAJ, Albanische Etymologien. Untersuchungen zum albanischen Erbwortschatz, Rodopi, AmsterdamAtlanta 1997, pp. 90-91) e il nome maschile messapico (gen.) BARZIDIHI (vedi J. MATZINGER, Messapisch und Albanisch, cit., p. 45) Now things get a little messy here, there is a little dilemma, which, why not, you can contribute to resolve it ?!

    “Paenulam Illyricianam unam bardocucullum unum, cucutia” (Cuculli Bardaici

    in Holder,Alfred Alt-celtischer Sprachschatz page 191\346 also ;

    “Bardocucullus, eine besondere Art Kapuze (cucullus, s. d.), wahrscheinlich so genannt, weil von dem illyrischen Volke der Bardaei zu den Römern gekommen; daher auch cuculli Bardaici, Hist. Aug. Pert. 8, 3, cuculli Liburnici Mart. XIV 139; doch werden auch in Gallien vermutlich in gleicher Form fabrizierte Kapuzen B. genannt, Mart. I 53, 5. XIV 139. Wie sich der B. von anderen cuculli unterschied, ist unbekannt. Blümner Gewerbl. Thätigkeit 143, 5. S. auch Bardi.”

    https://reader.digitale-sammlungen.de/de/fs1/object/display/bsb10931773_00191.html

    https://books.google.it/books?id=XWs8FNY05CwC&pg=PA92&lpg=PA92&dq=cuculli+bardaici&source=bl&ots=dA-h-swDfb&sig=r5aVgbaR5lbEoQBM2pvRBe0m50M&hl=it&sa=X&ved=2ahUKEwizw92Gva3eAhXozIUKHZEACBYQ6AEwAXoECAQQAQ#v=onepage&q=cuculli%20bardaici&f=false

    • Good Morning Smerdaleos, thanks for the “Messapico e Illirico ” i had like two years that i haven’t read it, thats why i remembered the Barz-id. So clearly Matzinger and Demiraj ( in contrast with Krahe, Katicic etc even Rendic- Miocevic, supported this presummed etymology !!) concord about the issue that mes: BARZIDIH and “illy”: BARD\BARDYLLIS etc derivated from the i.e root *bʰreh₁ǵ- , wich it is the same for alb: BARDHE ( correct me if i am wrong ?!).

      1- Incerta è anche la posizione dell’illirico rispetto al suo inserimento nelle lingue i.-e. satem o nelle lingue i.-e. centum, perché nelle etimologie proposte si incontrano due riflessi, lo sviluppo satem p. es. nel nome maschile Bardyl(l)is derivato della radice i.-e. *bh reh1g’- ‘brillare, splendere’ (cfr. vedico bhrājate ‘brilla, splende).

      2- Da questa radice derivano anche l’aggettivo albanese (i) bardhë ‘bianco’ (vedi B. DEMIRAJ, Albanische Etymologien. Untersuchungen zum albanischen Erbwortschatz, Rodopi, AmsterdamAtlanta 1997, pp. 90-91) e il nome maschile messapico (gen.) BARZIDIHI (vedi J. MATZINGER, Messapisch und Albanisch, cit., p. 45) Now things get a little messy here, there is a little dilemma, which, why not, you can contribute to resolve it ?!
      —-

      Good morning Andrea. There’s nothing to correct other than the fact that Matzinger is making mere etymological suggestions (it could be) in the passages that you brought.

      Messapic *Barzid- and Dalmato-Pannonian (not Illyrian proper) bard- could be cognates from *bherh1g’-. But they also may not be cognates and derive from completely different roots, cf. Messap. Barzid from *bherg’h- “high” and Dalmato-Pannonian bard- from *bhardh-eh2 “beard” as Krahe, Mayer and Katičić have proposed.

  2. andreagrampsi17

    in the next page 192\347 (Alfred Holder Alt-celtischer Sprachschatz ) has mentioned names with ( -Bard ) wich it seems that they are all “Illyrians” ( except the case of the celtic Bardili Lusitani in Hispania, to far away from Rhizon, Siscia, Ulpiana\Ulcianum – Papazoglu has attested this version of the Dardanic city -, Illyrii propri dicti, Delmates, Panonnes etc ) ex: Titius Flavius Bardi ( Veteran in the Britain Legions ), Iuliae Bardi daughter ( filia ) of Iulius Bardus, Banona Bardi, Liccae Bardi ( i will mention it later ) etc !!!

    https://de.wikisource.org/wiki/RE:Bardi

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.