Η ΙΕ ρίζα*k’eh3(y)- «ακονίζω»: ο κῶνος και ο Δράκουλας

Η σημερινή ανάρτηση είναι μια σύντομη διακοπή των θερινών διακοπών του ιστολογίου και το θέμα της είναι η ΙΕ ρίζα *k’eh3(y)- «ακονίζω, κάνω κάτι μυτερό» από την οποία, μεταξύ άλλων, προέρχεται ο ελληνικός όρος κῶνος και το ρουμανικό παρατσούκλι του βοεβόδα της Βλαχίας Βλαντ Γ’ Δράκουλα Țepeș = «ανασκολοπιστής».

Η πρωταρχική σημασία της ΙΕ ρηματικής ρίζας διατηρείται στον αγγλικό απόγονο hone = «ακονόπετρα» (PGmc *hainō < PIE *k’oh3y-neh2) και στον περσικό συγγενή sān = «ακονόπετρα» (η τροπή *k’>s είναι τυπική των θυγατρικών ΙΕ γλωσσών τύπου σάτεμ). Οι άλλοι απόγονοι της ρίζας είναι παράγωγοι όροι με τη σημασία «ακονισμένος» > «αιχμηρός»:

Ελληνική: IE *k’eh3(y)-nos > κῶνος

Αλβανική: IE *k’oh3y-pos > EPAlb *tsaipa > LPAlb *tsepë > αλβ. thep/cep = «αιχμή, μυτερή άκρη» (και δευτερογενείς σημασίες όπως «κορυφή», «γωνία», «σφήνα» κλπ)

Ο ύστερος πρωτοαλβανικός (LPAlb = Late Proto-Albanian) όρος *tsepë απαντά και στο υποστρωματικό λεξιλόγιο της ρουμανικής ως θηλυκό țeapă = «σκώλος/σκόλοψ, αιχμηρό παλούκι» (Orel, AED, σλδ 474, λήμμα thep: ‘From PAlb *tsaipa … borrowed to Rumanian țeapă), με τη διαφορά ότι ο ρουμανικός όρος δείχνει επιπρόσθετα και την τυπική μεταφωνία της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, λ.χ. λατ. pórta > ΑΒΡ poartə):

PAlb. *tsaipā > *tsepa > ΑΒΡ *tseapə = ρουμαν. țeapă

όπως το:

λατ. Graeca > Greca > ΑΒΡ Greacə

Η αντιστοιχία PIE *k’ > PAlb *ts > αλβ «th/c» (/θ/ / /ts/) ~ ρουμαν. «ț» (/ts/) είναι όπως το:

PIE *k’erH- «πλέκω» > *k’orH-kos > PAlb *tsarka «πλέγμα (πρόχειρο μαντρί για μικρά αιγοπρόβατα)» > αλβ. thark (λ.χ. thur = «πλέκω») ~ ρουμαν. țarc.

Από τον υποστρωματικό ρουμανικό όρο țeapă =«σκώλος/σκόλοψ» προκύπτει το παράγωγο ρήμα a înțepa = «ανασκολοπίζω» [α’ πρόσωπο ενικού înțep, όπως το αντίστοιχο αρμανικό ntsap(u)] και το παρατσούκλι Țepeș = «Ανασκολοπιστής» του θρυλικού βοεβόδα της Βλαχίας Βλαντ Γ’ Δράκουλα (έκανε θρυλική εφαρμογή αυτής της τιμωρίας), με την προσθήκη του υποστρωματικού επιθήματος *-eš που σχηματίζει παρατσούκλια nomina agentis σε Αλβανική και Ρουμανική (λ.χ. ρουμαν. gureș = «στωμύλος», αλβ. lupesh = «φαγανός, λαίμαργος»).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.