«Τζέπελλοι» κι «Αρχοντόπουλα»

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης προέκυψε έκτακτα από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που ξεκινήσαμε στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης και αφορά τον μυστήριο όρο «τζέπελλοι» που ο Γιαννιώτης συγγραφέας του Χρονικού των Τόκκων χρησιμοποιεί με απαξιωτική σημασία για τους Μοραΐτες αντιπάλους των «αρχοντόπουλων» του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Πριν όμως περάσουμε στο Χρονικό των Τόκκων, πρώτα χρειάζεται μια σύντομη ιστορική περιγραφή του περιαιγαιακού κόσμου των αρχών του 15ου αιώνα.

Α. Ο περιαιγαιακός κόσμος στις αρχές του 15ου αιώνα

Οποιαδήποτε συζήτηση για την υστεροβυζαντινή περίοδο (1261-1453) πρέπει πρώτα απ΄όλα να εξηγήσει την αποπολιτικοποίηση της ρωμαϊκής ταυτότητας, η οποία διατηρεί μεν την εθνοτική της χρειά, αλλά έχει πια χάσει το πολιτικό της περιεχόμενο (αυτό που κατά την περίοδο 700-1100 έκανε τους Ρωμαίους έθνος (nation) με την αυστηρά εθνολογική σημασία του όρου).

1. Ρωμαϊκή παρακμή και αποπολιτικοποίηση της Ρωμαϊκής ταυτότητας

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 σηματοδοτεί την οριστική διάλυση του πολιτικά ενιαίου ρωμαϊκού κόσμου. Στην πραγματικότητα, η αποσάθρωση της ρωμαϊκής πολιτείας ήταν ήδη εν εξελίξει στα μέσα του 11ου αιώνα, γι΄αυτό και ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, που έγραψε την Ιστορία του γύρω στο 1080, τελειώνει τη σύγκρισή του μεταξύ των πάλαι και νυν Ρωμαίων με τα λόγια (κεφ. 24, σλδ 360 στην έκδοση Καλδέλλη-Κράλλη) «περίεσχον γὰρ ἡμᾶς ὠδῖνες θανάτου». Ένας άλλος Ρωμαίος, ο Σαλβιανός στο έργο του De Gubernatione Dei περιγράφει και αυτός την αποσάθρωση της ρωμαϊκής πολιτείας στην Γαλατία του 5ου μ.Χ. αιώνα με την ίδια ακριβώς σύγκριση μεταξύ πάλαι και νυν Ρωμαίων, γράφοντας με αναστεναγμό (1.8):

Tales ergo tunc veteres Romani erant! ( [Αχ!] Τέτοιοι, λοιπόν, ήταν οι πάλαι Ρωμαίοι!)

Και οι δύο αυτοί Ρωμαίοι ερμήνευσαν την ρωμαϊκή παρακμή της εποχής τους με το ίδιο ακριβώς διπλό σχήμα: έχουμε αποτύχει ως Ρωμαίοι (η αποσάθρωση της πολιτείας μας έκανε ασθενέτερους των βαρβάρων) και έχουμε αποτύχει ως Χριστιανοί (γίναμε υπερβολικά αμαρτωλοί και χάσαμε την θεία εύνοια). Στο μέρος όπου εξηγούν γιατί «αποτύχαμε ως Ρωμαίοι», αμφότεροι οι συγγραφείς τονίζουν την μονοπώληση των κρατικών αξιωμάτων από τους δυνατούς (έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας), οι οποίοι έπαψαν να διέπονται από το αίσθημα κοινωφελίας, κατέληξαν να λειτουργούν αναξέλεγκτα και υπεράνω του ρωμαϊκού νόμου (δηλαδή είχαν χαθεί τα δύο ουκ άνευ της ρωμαϊκότητας που βρίσκουμε στον ορισμό της respublica του Κικέρωνα: iuris consensus & utilitatis communio = κοινή αντίληψη περί δικαίου και συνεργασία στην κοινωφελία) και χρησιμοποιούσαν τον διεφθαρμένο κρατικό μηχανισμό μόνο και μόνο για το δικό τους προσωπικό συμφέρον, αδικώντας τον απλό κόσμο (οι οποίοι τόσο στην Γαλατία του 5ου αιώνα όσο και στην Ρωμανία των τελών του 11ου αιώνα είχαν καταλήξει πάροικοι στα κτήματα των δυνατών).

Ο Ατταλειάτης γράφει (κεφ. 24, σλδ 354-6 της δίγλωσσης έκδοσης Καλδέλλη-Κράλλη):

Ἀλλ΄ οἱ πάλαι Ῥωμαῖοι οὐχ οὕτω ποιοῦντες τὰς φοβερὰς ἐκείνας καὶ μάχας καὶ στρατηγίας κατώρθουν […]

Τοῖς δὲ νῦν Ῥωμαίοις οὐδὲν τούτων διὰ φροντίδος ἐστίν, ἀλλ΄ οἱ μὲν ἀρχηγοί τούτων καὶ βασιλεῖς προφάσει δημοσιακῆς ὠφελείας τὰ χείριστα καὶ θεομισῆ καὶ παράνομα διαπράττονται. Ὁ δὲ τοῦ στρατοῦ προηγούμενος μὴ προσανέχων τῷ πολέμῳ μηδὲ τῇ πατρίδι νέμειν τὰ ὅσια προαιρούμενος καὶ ἐκ τῆς νίκης δόξαν περιφρονῶν πρὸς τὸ κερδαίνειν ὅλον ἑαυτὸν ἐπιτείνει καὶ τὴν στρατηγίαν ἐμπορίαν κέρδους οὐκ εὐπραγίαν τοῦ ἱδίου ἔθνους οὐδ΄ ἐυδοξίαν πεποίηται. Τὸ δὲ λοιπὸν πλῆθος ἐκ τῶν ἡγεμόνων τὰς ἀφορμὰς λαμβάνον τῆς ἀδικίας, ἀκαθέκτοις καὶ ἀναίσχυντοις ὁρμαῖς τοὺς ὁμοφύλους κακῶς καὶ ἀπανθρώπως μετέρχονται […]

Προσέξτε τώρα την ανατριχιαστική ρωμαϊκή ομοιότητα στην κατανόηση της ρωμαϊκής παρακμής μεταξύ του Ατταλειάτη και του Σαλβιανού, μολονότι τους χωρίζουν γλώσσα (ελληνική, λατινική), έξι αιώνες χρόνου (11ος, 5ος μ.Χ. αι.) και χιλιάδες χιλιόμετρα (Μικρά Ασία, Γαλατία).

Ο Σαλβιανός γράφει:

[1.7-8] Nisi forte antiquis illis priscae virtutis viris, Fabiis, Fabriciis, Cincinnatis, grave fuisse existimamus quod pauperes erant, qui divites esse nolebant; cum omnia sciliset studia, omnes conatus suos ed communia emolumenta conferrent, et crescentes rei publica vires privata paupertate ditarent. […] Itaque tunc illi pauperes magistratus opulentam rempublicam habebant; nunc autem dives potestas pauperet facit esse rempublicam.

[…] Tales ergo tunc veteres Romani erant!

Αγγλική μετάφραση:

Or are we perhaps to think that it was a burden to those ancient patterns of virtue, the Fabii, Fabricii and Cincinnati, that they, who did not wish riches, were poor? 13 Remember that they directed all their efforts, all their labor, to the common good, and by their individual poverty contributed to the growing wealth of the state. Surely you do not think that it was with groans and sadness that they endured their famous life of rustic economy, when they ate their cheap country fare before the very fire over which they had cooked it, and delayed even this poor meal until evening? Did they take it ill that they were not piling up talents of gold in the pursuit of miserly wealth, when they were passing laws to restrict the circulation even of silver? Could men who judged a patrician unworthy of the senate because he had wished to increase his wealth to the sum of ten pounds of silver possibly think it a penalty for their illicit greed that they had not their purses stuffed with gold? 14

In those days, I think, men did not despise humble ways of life, when they wore only one short and shaggy garment, when they were summoned from the plow to the dictator’s fasces, and, on the point of winning fame in the consular robes, very likely wiped off their dusty sweat on those same imperial togas that they were about to don. In their time the magistrates were poor, but the state wealthy, whereas now the wealth of officials makes the state poor. What madness, I ask you, or what blindness, leads men to think that private fortunes can survive in the midst of the need and beggary of the state? Such were the ancient Romans; so they in their day scorned riches, though they knew not God, just as in ours men who follow the Lord still scorn them.

Προσέξτε ότι ο Σαλβιανός γράφει ότι οι ενάρετοι πάλαι Ρωμαίοι (antiquis illis priscae virtutis viris = οι άνδρες που διέθεταν την αρχαία [ρωμαϊκή] αρετή), όπως οι Φάβιοι, οι Φαβρίκιοι και οι Κιγκιννάτοι, διοχέτευαν όλες τους τις δυνάμεις για το κοινό καλό (communia emolumenta = κοινωφελία) και, με αυτό τον τρόπο, η προσωπική τους «φτώχεια» [= λιτότητα] (privata paupertate) ισχυροποιούσε την πολιτεία (crescentes reipublica). Οι πάλαι Ρωμαίοι είχαν φτωχούς αξιωματούχους και πλούσια πολιτεία (pauperes magistratus opulentam rempublicam habebant), ενώ σήμερα οι πλούσιοι αξιωματούχοι έχουν πτωχεύσει την πολιτεία (dives potestas pauperet facit esse rempublicam).

(Αχ!) Τέτοιοι, λοιπόν, ήταν οι Πάλαι Ρωμαίοι! (Tales ergo tunc veteres Romani erant!)

Το αποτέλεσμα αυτής της διαφθοράς των δυνατών ήταν, σύμφωνα με τον Ατταλειάτη, ο απλός κόσμος να ρίχνει παλαμναιότατες κατάρες στους ομογενείς τους Ρωμαίους στρατηγούς και στρατιώτες (αἱ παλαμναιόταται τούτοις ἄραι παρὰ τῶν ὁμογενῶν) και, σύμφωνα με τον Σαλβιανό, ο απλός κόσμος, για να γλιτώσει από την αδικία της διεφθαρμένης πολιτείας, γίνονταν βαγαύδες (κλέφτες στα βουνά) ή κατέφευγαν για προστασία στους βάρβαρους Φράγκους πολέμαρχους (και έτσι κατέληξε Φραγκική η Ρωμαϊκή Γαλατία).

2. Ο περιαιγαιακός κόσμος στις αρχές του 15ου αιώνα

Ας αφήσουμε τώρα τις αιτίες της ρωμαϊκής παρακμής κι ας επιστρέψουμε στον περιαιγαιακό κόσμο των αρχών του 15ου αιώνα, δυο γενιές πριν από την οριστική άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο κόσμος των αρχών του 15ου αιώνα ουσιαστικά είναι ήδη μεταβυζαντινός. Οι ελληνόφωνοι παραμένουν εθνοτικά Ρωμαίοι, αλλά έχουν αναπτύξει νέες, επιχώριες και ανταγωνιστικές πολιτικές ταυτότητες (Μοραΐτες, Ηπειρώτες/Γιαννιώτες, Κωνσταντινουπολίτες, ενώ έχει προκύψει ένα modus vivendi τόσο με τους Φράγκους στις φραγκοκρατούμενες περιοχές όσο και με τους Οθωμανούς που εκείνη την περίοδο χρησιμοποιούσαν ουκ ολίγους χριστιανούς βοϊνούκους -εκ του σλαβικού vojnik = «στρατιώτης»- ως στρατιώτες). Υπάρχει η παραπαίουσα και σκιά του παλαιού της εαυτού παλαιολόγεια Ρωμανία, η οποία εκτός από την Κωνσταντινούπολη ελέγχει λίγες διακεκομμένες λωρίδες παράλιας γης από τη Βάρνα μέχρι το Ζητούνι (Λαμία), λίγα νησιά στο βόρειο Αιγαίο και το νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου που συνιστά το ημιαυτόνομο Δεσποτάτο του Μυστρά (η υπόλοιπη Πελοπόννησος ανήκε στο επίσης παραπαίον φραγκικό πριγκιπάτο της Αχαΐας). Ο μεγάλος πρωταγωνιστής της εποχής είναι φυσικά η νεόδμητη και αιζηή Οθωμανική αυτοκρατορία, η Αττικοβοιωτία ανήκε στο φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών και, τέλος, ο νεοστεφής (1411) Ιταλός δεσπότης της Ηπείρου (βλ. Δεσποτάτο ΗπείρουΚάρολος Α΄ Τόκκος (ο οποίος ξεκίνησε ως άρχων της Παλατινής Κομητείας Κεφαλονιάς-Ζακύνθου) κατάφερε να κάνει «μοναφεντία» σ΄όλη την Ήπειρο και την Ακαρνανία, όταν το 1416 προσάρτησε την μέχρι τότε αλβανοκρατούμενη Άρτα (1360-1416) στις κτήσεις του (σκότωσε τον τελευταίο Αλβανό δεσπότη της Άρτας Γιακούμπ Σπάτα).

Ένας ωραίος χάρτης που δείχνει την κατάσταση το 1411, όταν οι άρχοντες των Ιωαννίνων επέλεξαν τον Κάρολο Τόκκο για δεσπότη (το κριτήριο επιλογής ήταν η ικανότητα υπεράσπισης των Ιωαννίνων από τους Αλβανούς) είναι ο παρακάτω:

Και ένας χάρτης με τις σταδιακές κατακτήσεις του Καρόλου Α΄ Τόκκου:

Μόλις εξασφάλισε την «μοναφεντία» σε Ήπειρο και Ακαρνανία (1416), ο Κάρολος Τόκκος άρχισε τις επιδρομές στο φραγκικό πριγκιπάτο της Πελοποννήσου. Επειδή παντρεύτηκε την κόρη του Δούκα των Αθηνών, Φραγκίσκα Ατσαγιόλι (Francesca Acciaioli), ο Κάρολος μπορούσε να επικαλεστεί ως «προίκα» του τις περιοχές του Ισθμού (Μεγαρίδα και Κορινθία) και με αυτή την πρόφαση είχε ήδη αρχίσει τις επιδρομές στην φραγκική Αχαΐα πριν γίνει Δεσπότης της Ηπείρου. Το 1407, ο αδελφός του Καρόλου Λεονάρδος με ένα στρατό που αποτελούνταν από «άρχοντες Ρωμαίους και Αρβανίτες (στη σελίδα του Donald Nicol που παραθέτω δίπλα από την έκδοση του Χρονικού των Τόκκων του Giuseppe Schirò η εθνογραφική αυτή πληροφορία απαντά με τη συνήθη δυτική παραποίηση Greeks” and Albanians) εκπόρθησε και διαγούμισε την Γλαρέντζα (κύριο λιμάνι της φραγκικής Αχαΐας), από την οποία όμως αποσύρθηκε το 1408. Το 1421 ο Κάρολος κατάφερε να αγοράσει την Γλαρέντζα από τον Ιταλό κουρσάρο που την είχε εκ νέου κατακτήσει (αυτό νομίζω δείχνει τα χάλια του φραγκικού πριγκιπάτου) και από τότε ενεπλάκη στενότερα στις πολιτικές έριδες της Πελοποννήσου.

Πιεζόμενος τόσο από τον Κάρολο Τόκκο όσο και από τον δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Β΄ Παλαιολόγο, ο τελευταίος Λατίνος πρίγκιπας της Αχαΐας Κεντουρίων Β΄ Ζαχαρίας, το 1415 αναγκάστηκε να γίνει υποτελής του βασιλέα των Ρωμαίων Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, προσπαθώντας μ΄αυτό τον τρόπο να κρατήσει τα λίγα εδάφη που του είχαν απομείνει. Ο Μανουήλ έστειλε τον γιο του Ιωάννη (ο μετέπειτα διάδοχός του στον θρόνο) να βοηθήσει τον αδελφό του Θεόδωρο στην κατάκτηση της φραγκικής Αχαΐας (η οποία εν τέλει ολοκληρώθηκε το 1430 με την άλωση της Πάτρας).

Με το που βγήκε από τη μέση ο Κεντουρίων Β΄ Ζαχαρίας, ο νέος αντίπαλος του Καρόλου Τόκκου στην βόρεια Πελοπόννησο ήταν πια ο Δεσπότης του Μυστρά/Μυζηθρά (οἱ Μυζηθριῶται του Χρονικού των Τόκκων). Αυτή η νέα διαμάχη ολοκληρώθηκε το 1427 με την ναυμαχία των Εχινάδων, όπου ο σταλθείς από την Κωνσταντινούπολη ικανός στρατηγός Δημήτριος Λάσκαρις Λεoντάρης (κατά κάποιο τρόπο ένας από αυτούς που αξίζουν τον τίτλο ultimus Romanorum, ως ο έσχατος των μεγάλων και ικανών Ρωμαίων στρατηγών), νίκησε το στόλο του Τόκκου.

Β. Οι «τζέπελλοι» Μοραΐτες

Από το 1421 μέχρι το 1428, ο Κάρολος Τόκκος κρατούσε την Γλαρέντζα με ένα στρατό που αποτελούνταν από «εκλεκτούς στρατιώτες του Δεσποτάτου της Ηπείρου» και «καλούς και δοκιμασμένους Αρβανίτες από το Άρβανον»:

[κεφ. 16, ενότητα #9, στ. 3668-70]

καὶ στρατιώτας ἐκλεκτοὺς ἀπὸ τὸ Δεσποτᾶτο,

ὁμοίως καὶ ἀπὸ τὸ Ἄλβανον καλούς δοκιμασμένους.

Εἰς τὴν Γλαρέντζαν ἐπέρασαν, ὥστε να τῆν φυλάγουν.

Στην προηγούμενη ενότητα (ενότητα #8, στ. 3647-8), ο Γιαννιώτης συγγραφέας μας πληροφορεί ότι κάποια στιγμή οι «Μυζηθριῶται» (= το Δεσποτάτο του Μυστρά/Μυζηθρά) αποφάσισαν «να ἐπάρουν τὴν Γλαρέντζαν».

Σ΄αυτήν την αναμέτρηση, λοιπόν, που περιγράφεται στην επόμενη ενότητα (#10), ο Γιαννιώτης συγγραφέας αντιπαραβάλλει απαξιωτικά (βλ. disprezzo = απαξίωση στην σλδ 132 του Schirò) τους Μοραΐτες πολιορκητές ως «τζέπελλους» στα «αρχοντόπουλα» της Ηπείρου (οι «Δεσποτάτοι») που μαζί με Αρβανίτες από το Άρβανον κρατούσαν την Γλαρέντζα και, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν βουλόμαχοι και είχαν την όρεξη να κατακτήσουν και την υπόλοιπη Πελοπόννησο (στ. 3675: ὁπου ἐλπίζουν καὶ θαρροῦν τὸ ἐπίλοιπον να πάρουν).

[στ. 3671-5]

Ἄρχισαν <νὰ> ταράσσονται ἐκεῖνοι τοῦ Μορέως·

φουσσάτο να συνάζουσιν, νὰ ὑπᾶν εἰς τὴν Γλαρέντζα,

σκοπῶντας νὰ εὑροῦν <ἐκεῖ> τζέπελλους Μοραΐτες.

Καὶ ἐκεῖ ἦσαν ἀρχοντόπουλα μὲ σιδερένια δόν(τια),

ὁπου ἐλπίζουν καὶ θαρροῦν τὸ ἐπίλοιπον να πάρουν.

Ο Giuseppe Schirò δεν κατάφερε να βρει τη σημασία του «μυστήριου» όρου «τζέπελλοι» και δοκιμαστικά (προσέξτε το ερωτηματικό (?) στην ιταλική μετάφραση) το ερμήνευσε ως *τσάπελοι = «φουκαράδες που πουλάνε τσαπέλες = αποξηραμένα σύκα» (τα περιβόητα καλαματιανά σύκα): infilatori di fichi secchi = παρασκευαστές/πωλητές αρμαθιών από αποξηραμένα σύκα (infilare = βάζω σε σειρά, πλέκω αρμαθιά).

Εγώ, όμως, πιστεύω ότι ο όρος που κρύβεται πίσω από τον όρο «τζέπελλοι» του Γιαννιώτη συγγραφέα του 15ου αιώνα είναι ο οθωμανικός τουρκικός όρος cebelü (στο τουρκικό αλφάβητο c = /dž/, λ.χ. boyaci > μπογιατζής), ο οποίος δήλωνε τους ακόλουθους στρατιώτες ενός σπαχή τιμαριώτη ή ζαΐμη. Οι τιμαριώτες και οι ζαΐμηδες συνήθως στρατολογούσαν τους «τζεμπελήδες» τους από τους πάροικους που δούλευαν στα τσιφλίκια τους.

Αν έχω δίκαιο, τότε η αντιπαράθεση μεταξύ «αρχοντόπουλων» και «τζέπελλων» είναι αντιπαράθεση μεταξύ φεουδαρχικών «πρωτοκλασάτων» ιπποτών και «δευτεροκλασάτων» ακολούθων των ιπποτών.

Για να είναι κάποιος τιμαριώτης σπαχής έπρεπε να έχει ετήσιο γαιοκτημονικό εισόδημα μεταξύ 3.000 και 20.000 άσπρα. Ο αριθμός «τζεμπελήδων» που έπρεπε να φέρει μαζί του στη μάχη ήταν:

(E-3.000)/3.000, όπου Ε = ετήσιο γαιοκτημονικό εισόδημα.

Έτσι, ένας τιμαριώτης σπαχής με Ε= 15.000 έπρεπε να φέρει στη μάχη (15.000-3.000)/3.000 = 12/3 = 4 τζεμπελήδες.

Για να είναι κάποιος ζαΐμης, έπρεπε να έχει ετήσιο γαιοκτημονικό εισόδημα μεταξύ 20.000 και 100.000 άσπρα και ο αριθμός «τζεμπελήδων» που έπρεπε να φέρει μαζί του στη μάχη ήταν E/5.000.

Έτσι, ένας ζαΐμης με Ε= 70.000 έπρεπε να φέρει στη μάχη 70.000/5.000 = 70/5 = 14 τζεμπελήδεςς.

Κλείνω την ανάρτηση με δύο σελίδες όπου ο Peter Sugar εξηγεί τους όρους sipahi = σπαχής, timarli = τιμαριώτης, zaim = ζαΐμης και cebelü = τζεμπελής = «ακόλουθος στρατιώτης ενός σπαχή ή ζαΐμη».

Advertisements

20 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

20 responses to “«Τζέπελλοι» κι «Αρχοντόπουλα»

  1. Ενδιαφέρουσα υπόθεση. Σύμφωνα με το σχετικό λήμμα του Feridun Emecen στην TDVİA, μια από τις πρώτες αναφορές σε τζεμπελήδες απαντάται στο κατάστιχο της Αρβανιτιάς του 1431. Ως Γιαννιώτης ο συγγραφέας του Χρονικού μπορεί να ήξερε τον όρο, αλλά θα έπρεπε να ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένος ώστε να έχει αποκτήσει μεταφορική σημασία, αν ήταν να τον χρησιμοποιήσει για Μωραΐτες (οι οποίοι μόνο μεταφορικά θα μπορούσαν να ονομαστούν έτσι).
    Μια άλλη δυσκολία που βλέπω, χωρίς να κάνω τον ειδικό, είναι η γλωσσολογική, δηλ. πώς ο τζεμπελής γίνεται τζέπελλος.

    • Καλώς τον Δύτη!

      Ευχαριστώ για την πληροφορία!

      Γλωσσολογικά δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί είναι όπως το Robert > Ρομβέρτος/Ρομπέρτος/Ροπέρτος, το Yaqub > Γιαγούπης, ο Yusuf-Beg > Γιουσουμπέκης και το Bayazid > Παγιαζήτ (στον Δούκα). Η μετατόπιση του τόνου και ο μη περιττοσύλλαβος πληθυντικός μπορεί να επιλέχθηκαν για τις ανάγκες του δεκαπεντασύλλαβου στίχου.

      Θεωρητικά, τζεμπελήδες θα υπήρχαν από τότε που υπήρχαν τιμαριώτες σπαχήδες. Οι τελευταίοι δεν υπήρχαν ήδη στα τέλη του 14ου αιώνα;

      • Λοιπόν, τα «άσπρα» ως νόμισμα απαντούν στο έτερο Χρονικό των Ιωαννίνων, όχι στο Χρονικό των Τόκκων.

        Ο Donald Nicol στο The Despotate of Epiros 1267-1479 γράφει για τα δύο ηπειρωτικά χρονικά:

        Χρονικό Ιωανννίνων:

        σλδ 131: The chronicle was written about 1440

        σλδ 224: The Chronicle of Ioannina […] except one passage where it is said that 200 aspra were collected to save the abbot of Metsovon from the Despot’s clutches. […] The chronicler, who was writing some ten years after the Turkish conquest of the city, must here be guilty of an anachronism in referring the use of the Ottoman asper (akçe) back to an earlier period.

        Χρονικό Τόκκων:

        σλδ 165: The author of the Chronicle, which appears to have been completed by June 1429, is anonymous.

        Με άλλα λόγια, το Χρονικό των Τόκκων είναι πάνω κάτω ταυτόχρονο με την πρώτη απάντηση του όρου τζεμπελήδες στο κατάστιχο της Αρβανιτιάς που ανέφερες, Δύτη.

      • Δεν είναι το μπ>π το πρόβλημά μου, είναι η μετατόπιση του τόνου και η μετατροπή τονισμένης τελικής συλλαβής -ής σε άτονη -ος.

      • Αυτά υποθέτω πως θα μπορούσαν -θεωρητικά τουλάχιστον- να εξηγηθούν ως ad hoc αλλοιώσεις που επέβαλε το δεκαπεντασύλλαβο μέτρο.

        Ύστερα, μην ξεχνάς πως δεν ξέρουμε πότε ακριβώς παγιώθηκε ο περιττοσύλλαβος τύπος τζεμπελής/τζεμπελήδες. Τον 15ο αιώνα μπορεί να υπήρχαν διάφοροι πρώιμοι «πειραματισμοί» στην απόδοση του τουρκικού όρου στην ελληνική.

  2. Ριβαλντίνιο

    Και εμένα μου κάνει εντύπωση πόσο νωρίς υιοθέτησαν τουρκικούς όρους οι βυζαντινοί. Μάλλον μεταφέρθηκαν από την αυτοκρατορία της Νίκαιας στην Πελ/σο. Με είχε εντυπωσιάσει το τζαούσιος : https://el.wikipedia.org/wiki/Τζαούσιος

    Στο Χρονικό των Τόκκων για τον Μηλιγγό Ελεαβούρκο που λέγαμε :

    εκεί οπού απόκλεισεν τον τόπον και τα κάστρα
    μεγάλου τζάσι του Μωρέως, εκείνου τοϋ ‘Ελιαβούρκου

    Στο Χρονικό του Μορέως :

    Οὕτως ὡσὰν σὲ τὸ λαλῶ κι ὡσὰν σὲ τὸ ἀφηγοῦμαι,
    ἄρχισε ἡ μάχη στὸν Μορέαν νὰ μάχονται οἱ δύο,
    ὁ βασιλέας κι ὁ πρίγκιπας, ὅπου ἦσαν γὰρ συντέκνοι.
    Κι ὡς ἔσωσεν ὁ Μακρυνὸς εἰς τὴν Μονοβασίαν,
    ἐπέζεψεν ᾿ς τὰ κάτεργα ἐκεῖνος κι ὁ λαός του.
    Ὁλόρθα εἰς Λακεδαιμονίαν ἦλθεν μὲ τὰ φουσσᾶτα·
    ἐρώτησε τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν, ὅπου ἦσαν
    στὸν δρόγγον γὰρ τοῦ Μελιγοῦ, ὁμοίως τῆς Τσακωνίας,
    ὁλῶν ἀπόστειλε γραφὰς ἀπὸ τὸν βασιλέαν,
    ἄλλους ἔποικεν σεβαστούς, τοὺς πρώτους γὰρ τζαστᾶδες.

    Σε εργασίες του προέδρου των Λακωνικών Σπουδών Καπετανάκη :

    Συνεχίζεται με τον Κωνσταντίνο Σπανή τον τζάση των Μελιγκών το 1330-1340 που δέσποζε της περιοχής από την Ανδρούβιστα μέχρι το Οίτυλο.
    Το 1331 ή 1332 ο Κωνσταντίνος Σπανής ήταν Τζάσης των Μελιγκών και το όνομά του αναφέρεται σε επιγραφή του ναού του Αγίου Γεωργίου Οιτύλου, η οποία διορθωμένη γράφει: “Βοίτυλον, Έτη ςωμ΄ (6840=1331-2), Επί βασιλείας Ανδρονίκου του υιού κυρού Μιχαήλ του Παλαιολόγου και θειοτάτου σεβαστού Τζάση των Μελιγκών κυρ Κωνσταντίνου του Σπανή και κυρ Λαριγκά του Σλαβούρη και Άννης. Άγιε Γεώργιε σκέπε τους συστήσοντας και ανακαινίσαντας τον θείον σου ναόν. Μνήσθητι και του δούλου σου Σαβατιανού Νομικού του Κοπωγή και της συμβίας αυτού Ελένης. Αμήν.” ( Άν.Αβραμέα, Παρνασσός, τομ. 16 (1974), σ. 293. ) Να σημειωθεί ότι ο τίτλος του σεβαστού απονέμεται σε αρχηγούς ξένων εθνικών ομάδων εγκατεστημένων και και αφομοιωμένων στην αυτοκρατορία. ( Άν.Αβραμέα, Ιστορικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά τεκμήρια από το Οίτυλο της Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 7(1983) )
    Στο ναό του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται στη θέση Καμπινάρι, μεταξύ της Πλάτσας του Νομιτσή, υπάρχει επιγραφή από το 1338, που μεταξύ των άλλων αναφέρει: “…ανακαίνισεν ο πανευγενέστατος, πανσέβαστος Τζαούσιος Δρόγγου Μελιγκών Κωνσταντίνος ο Σπανής, άμα συμβίας Τζαουσίνης Μαρίας…”. ( Σ.Κουγέα, Περί των Μελιγκών του Ταϋγέτου εξ αφορμής ανεκδότου Βυζαντινής επιγραφής εκ Λακωνίας, Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, τομ. 15, 1950, σ. 4. )

    • Μάλλον μεταφέρθηκαν από την αυτοκρατορία της Νίκαιας στην Πελ/σο.

      Και από πιο πριν ακόμα. Ο Κεκαυμένος ήδη τον τον 11ο αι. χρησιμοποιεί τον όρο κουλάς = πύργος

    • ‘Αμα σκεφτείς ότι από τη Μάχη του Ματζικέρτ εώς την 1η Σταυροφορία τον 11ο όλο και κάποιος Ρωμαίος στρατηγός ήταν ensemble με τους Σελτζούκους και όλη η Δ. Μ. Ασία αφέθηκε αμαχητί στις Σελτζουκικές φρουρές από τον Μελισσηνό, είναι κατανοητό.

  3. Για τους τουρκικούς όρους (και ονόματα) που εμφανίζονται στις βυζαντινές πηγές, εσύ Σμερδαλέε που βρίσκεις τα πολλά ψάξε τα Byzantinoturcica του Gyula Moravcsik. Τους τζέπελλους πάντως δεν τους έχει.

    • Γεια σου Δύτη. Το βιβλίο του Moravcsik που ανέφερες έχει και το αραβ. saqat > (τ)σάκας = «εξώβιγλα, οπισθοφυλακή» που ανέφερα στην ανάρτηση για τους Τσάκωνες.

      • Δύτη, βρήκα το Byzantinoturcica του Moravcsik (Β΄ τόμος, σλδ 166), αλλά δεν βοηθάει πολύ. Απ΄όσο μπορώ να καταλάβω, ο Κεκαυμένος (περ. 1080) είναι η παλαιότερη απάντηση (όπως προανέφερα) και για την ετυμολογία γράφει απλά arab-osm: qule = “Turm” (πύργος).

        Την οθωμανική (osm) προέλευση νομίζω πως μπορούμε να την αποκλείσουμε με πρώτη απάντηση στον Κεκαυμένο (περ. 1080) και δεύτερη στην Αλεξιάδα (περ. 1150).

        Η σελίδα του Moravcsik:

        https://imgur.com/a/wIgzc9f

  4. Μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, μια και μιλάμε για τουρκικούς όρους στη βυζαντινή ορολογία, μπορεί να βρει όποιος διαβάζει γαλλικά στο άρθρο της Ελισάβετ Ζαχαριάδου, “Les ‘janissaires’ de l’empereur byzantin”, Studia turcologica memoriae Alexii Bombaci dicata (και τώρα στο Zachariadou, Romania and the Turks (c. 1300-c. 1500), Variorum Reprints.
    Με δυο λόγια, ο Συλβέστρος Συρόπουλος μιλά για τους “ιανίτζαρους/γιανίτζαρους” της συνοδείας του Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου στη σύνοδο της Φερράρας, σε μια εποχή που η ύπαρξη αυτού του σώματος στον οθωμανικό στρατό είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Η Ζαχαριάδου προτείνει την προέλευση του όρου από τους Καταλανούς genetari/ginetari (ελαφρά οπλισμένοι· όρος συχνός στους ευρωπαϊκούς στρατούς της εποχής που ετυμολογείται από το όνομα μιας βερβερικής φυλής) και κάνει την τολμηρή υπόθεση ότι ο οθωμανικός όρος yeni çeri μπορεί να προήλθε από τους βυζαντινούς (και η τουρκική σημασία που ξέρουμε, “νέος στρατός”, να αποτελεί παρετυμολόγηση).
    Καλό ε;

    • Δύτη, καλημέρα!

      Ενδιαφέρον θέμα, αλλά πόσο σίγουροι είμαστε ότι η ύπαρξη των γενίτσαρων ήταν αμφιλεγόμενη την εποχή της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1431);

      Ο Harry Magoulias στην αγγλική μετάφραση του Δούκα, λέει ότι οι γενίτσαροι ήταν ήδη καθιερωμένοι στα τέλη του 14ου αιώνα, ως εξέλιξη των προηγούμενων Yaya.

      Ο Δούκας αναφέρει τους «αργυρώνητους εκ των χριστιανικών εθνών» που συνιστούν την «Πόρτα» (εννοεί Kapıkulu = «δούλοι της Πύλης») ήδη στη μάχη της Νικοπόλεως (1396), και ξαναναφέρει τους «αργυρώνητους» στη μάχη της Άγκυρας (1402) εναντίον του Τιμούρ/Ταμερλάνου (λέγοντας ότι έμειναν μέχρι το τέλος δίπλα στον ηττημένο και περικυκλωμένο Μπαγιαζίτ), αλλά ακόμα δεν τους αποκαλεί ρητά γενίτσαρους.

      Ωστόσο, οι «αργυρώνητοι [=δούλοι στον Δούκα] εκ των Χριστιανικών εθνών» που λέγονται «Πόρτα» (kapikulu = «δούλοι της Πύλης») στη μάχη της Νικοπόλεως, αυτά τα δύο θυμίζουν πολύ το θεσμό των Γενιτσάρων (ακόμα κι αν ισχύει η υπόθεση της Ζαχαριάδου ότι το όνομα έχει ισπανική προέλευση και η ετυμολογία yeñi-çeri = «νέοι στρατιώτες» είναι τουρκική “folk etymology”).

      Λίγο παρακάτω, ο Δούκας αφιερώνει ένα ολόκληρο χωρίο ειδικά για τους γενίτσαρους, αμέσως μετά το λόγο του αλβανικής καταγωγής μεγάλου Βεζύρη Μπαγιαζήτ, στην κοινοποίηση του θανάτου του Μεχμέτ Α΄ το 1421. Θα κάνω κάποια στιγμή μια ανάρτηση γι΄αυτό το κεφάλαιο, γιατί ο Δούκας εδώ εξηγεί την «Τούρκων επίνοια» = «τη συνταγή της τουρκικής επιτυχίας» = λυσσαλέα όρεξη για επιδρομή (ιδίως εναντίον χριστιανών) + αφοσίωση στους απογόνους του Οθμάν + γενίτσαροι.

      • Ριβαλντίνιο

        Στην παλαιότερη βιβλιογραφία φαίνεται πως το σώμα των γενιτσάρων συγκροτήθηκε το 1438 . Π. χ. Paul Coles ( “Οι Οθωμανοί στην Ευρώπη ) :

        σελ. 68
        Το άνθος του στρατού αυτού του δουλικού συστήματος ήταν το σώμα των γενιτσάρων , πεζών τοξοτών, που συγκροτήθηκε το 1438 και στρατολογήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του 15ου αι. και του 16ου αι. από το φόρο σε παιδιά ( παιδομάζωμα ) των δυτικών Βαλκανίων. (…) Οι γενίτσαροι εξοπλίσθησαν με φορητά τουφέκια το 1500.

        σελ. 267
        Ίδρυση του σώματος των γενιτσάρων το 1438.

      • Γεια σου Ριβαλδίνιο!

        Κοίτα τι γράφει ο Harry Magoulias στα σχόλια της αγγλικής μετάφρασης του Δούκα:

        1) Ο Ορχάν Α΄ (1326-60) καθιέρωσε το σώμα πεζικού Yaya, στο οποίο υπηρετούσαν αρκετοί χριστιανοί και καθιέρωσε το άσπρο κάλυμμα της κεφαλής που αργότερα υιοθέτησαν οι γενίτσαροι.

        2) Ο Μουράτ Α΄ (1360-89) καθιέρωσε το ελίτ σώμα των «δούλων της Πύλης» (kapıkulu), αιχμαλωτισμένοι χριστιανοί (το 1/5 των οποίων ανήκαν δια νόμου στον σουλτάνο) που κηρύσσονταν απελεύθεροι (αλλά στα χαρτιά ήταν προσωπικοί δούλοι του σουλτάνου) και εξισλαμίζονταν και γίνονταν «σύνδειπνοι/ομοτράπεζοι» του σουλτάνου (αυτοί ήδη μοιάζουν πάρα πολύ στους γενίτσαρους, αλλά λείπει ακόμα το παιδομάζωμα ως θεσμός συστηματικής τροφοδοσίας παιδιών).

        3) Ο Μουράτ Β΄ (1421-1451) το 1438 (η χρονολογία που ανέφερες και εσύ) καθιέρωσε το παιζομάζωμα ως συστηματικό θεσμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας και, από τότε, έχουμε τον ολοκληρωμένο θεσμό του γενιτσαρισμού.

        Ωστόσο, πρόσεξε αυτό που γράφει ο Μαγούλιας μετά (κίτρινο): ήδη οι Σελτζούκοι διέπρατταν πιο χοντροκομμένες (λιγότερο οργανωμένες/συτηματικές) μεθόδους παιδομαζώματος (φόρο αίματος από τα παιδιά των χριστιανών).

        https://imgur.com/a/tOxFfNk

      • Ριβαλντίνιο

        Ο Magoulias δηλαδή ταυτίζει κάπως το παιδομάζωμα με τον γενιτσαρισμό ; Γιατί νομίζω ότι ο γενιτσαρισμός είναι υποσύνολο του παιδομαζώματος.

        Χριστιανοί στον στρατό των Οθωμανών ( ούούού προδότες ! 👿 ) συμμετείχαν από την εποχή του Οσμάν στην Μικρά Ασία , π.χ. ένας Κιοσέ Μιχάλ. Τους έλεγαν kafir sipahiler = κάφρους σπαχήδες .

      • Χριστιανοί στον στρατό των Οθωμανών ( ούούού προδότες ! 👿 )

        Χεχε, πρόσεξε όμως γιατί όλο τον 15ο αιώνα, η πλειοψηφία των χριστιανών στρατιωτών των Βαλκανίων (βοϊνούκοι, δερβεντζήδες, αρματολοί κλπ) πολεμάνε για τους Οθωμανούς. 🙂 🙂 🙂

        Αυτοί οι «προδότες» ήταν ο κανόνας. 🙂 🙂 🙂

        Στα τέλη του 15ου αιώνα, το 11% των βαλκανίων χριστιανών υποτελών του σουλτάνου ανήκαν στο ασκέρι (= «πολεμιστές» = άρχουσα τάξη) και δεν ήταν ραγιάδες (= «ποίμνιο» = φορολογούμενοι υποτελείς, που «κουρεύονται» φορολογικά, όπως το κοπάδι με τα πρόβατα δίνει το μαλλί του).

        Η Molly Greene γράφει ότι η ελληνική εθνικιστική ιστορία, τείνει να «ξεχνάει» αυτούς τους «ασκεράτους» χριστιανούς, γιατί χαλάνε την εικόνα της «ταλαίπωρης χριστιανοσύνης που παρά ταύτα αντέχει». 🙂 🙂 🙂

        [σλδ 9] Among those writing about Greeks there is a tendency to ignore these Christians, as if by serving the Ottomans they had disappeared from history. That has had a number of distorting effects […] First, it misrepresents the character of the conquering state that the Christian population confronted in the Balkans. Often the state was represented not by an alien Turco-Islamic foreigner, but by very familiar faces indeed. 🙂 🙂

        Τα πράματα άρχισαν ν΄αλλάζουν με την κατάκτηση της Αραβίας (1516) από τον Σελίμ Α΄, επειδή από τότε ο Σουλτάνος:

        1) μπορούσε πλέον να βασιστεί συστηματικά σε μουσουλμάνους πολεμιστές (άρα δεν είχε τόσο ανάγκη τους χριστιανούς στρατιώτες)
        2) έπρεπε να παίζει το χαρτή του «ευσεβούς μουσουλμάνου που προστατεύει τη Μέκκα», άρα έπρεπε να δείξει πιο έντονα στους μουσουλμάνους υπηκόους του ότι οι «γκιαούρηδες» ήταν κατώτερη τάξη.

        Παραθέτω μερικά ακόμα χωρία της Molly Greene γι΄αυτούς τους «ξεχασμένους» χριστιανούς «του ασκεριού»:

        [σλδ 7-8] The Ottomans absorbed large numbers of the Christian military class. […] Rank-and-file soldiers who had served in the armies of the various Balkan states found positions in the Ottoman military as voynuks; living in their own villages and serving in shifts, they enjoyed askeri (ruling class) status. […]Barkan estimates that out of he 832,707 Christian hearths in the Balkans in the early sixteenth century, a full 90,000 (δηλαδή περ. 11%) enjoyed some sort of special military status as martolos, voynuks, or eflak (= «Βλάχοι» = σώμα ορεσίβιων ατάκτων όπως οι αρματολοί που αρχικά στρατολογούνταν από εθνοτικούς Βλάχους)

        [σλδ 11] It was those individuals who had secured for themselves a privileged niche within the Ottoman military system as auxiliary forces – the voynuks, the derbendcis, and others- who emerged as as new patrons of the church. […] Passing through Sofia in 1578 the German minister Stephan Gerlach noted that the Christian community possessed no fewer than twelve churches, as well as two religious colleges. And this despite the fact that the population of the city was overwhelmingly Muslim. […] many Christians in this region enjoyed a privileged status within the new Ottoman order, either through their military service or as providers of sheep to the Ottoman capital. Virtually all of the villages in the district of Sofia had voynuk status.

        Δηλαδή η Σόφια το 1578 είχε 12 εκκλησίες και 2 ενορικά κολλέγια, επειδή όλος ο χριστιανικός πληθυσμός των τριγύρω χωριών πολεμούσαν για τον σουλτάνο ως βοϊνούκοι! 🙂 🙂

        [σλδ 18] The importance of the Slav component in the Ottoman armies is suggested by the fact that the thousands of Christian native troops were known by the Slavic term voynuk (εκ του σλαβικού vojnik = «στρατιώτης»). […] In this early period nearly three-quarters of the Ottoman military forces in northern Serbia consisted of local Serbs!.

        Τα 3/4 των οθωμανικών στρατευμάτων στη Σερβία ήταν ντόπιοι χριστιανοί Σέρβοι βοϊνούκοι.

      • Ριβαλντίνιο

        Έτσι είναι . Λένε μάλιστα με κάποια υπερβολή, πως κατά την πολιορκία και άλωση της Πόλης ( 1453 ) ήταν περισσότεροι χριστιανοί στρατιώτες στο τουρκικό στρατόπεδο, παρά μέσα στην Πόλη.

        Μερικά γεγονότα που περιγράφει ο Νικόλαος Νικολούδης :

        Επί Βαγιαζήτ Α΄το οθωμανικό κράτος εξαπλώθηκε … Τότε καταλήφθηκαν τα εμιράτα του Σαρουχάν ( βόρεια της Σμύρνης ), του Αϊδινίου και του Μεντεσέ ( στη ΝΔ Μικρά ασία ) , τα κατάλοιπα των εμιράτων Χαμίτ και Γκερμιγιάν , το εμιράτο του Τεκέ και το εμιράτο της Κασταμονής , που διέθετε πλούσια μεταλλεία χαλκού. Στα πλαίσια αυτών των εκστρατειών καταλήφθηκε το 1390 και η τελευταία αποκομμένη βυζαντινή κτήση στη Μικρά Ασία, η πόλη της Φιλαδέλφειας , που μέχρι τότε ήταν φόρου υποτελής στα γειτονικά τουρκομανικά εμιράτα. Σύμφωνα με τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη , τον Βαγιαζήτ συνόδευαν σε αυτή την εκστρατεία ως υποτελείς του οι Μανουήλ Β΄και Ιωάννης Ζ΄ Παλαιολόγοι, οι οποίοι υποτίθεται μάλιστα ότι διακρίθηκαν κατά τις μάχες για την κατάληψή της ! Στην πραγματικότητα, η πόλη παραδόθηκε από έλλειψη εφοδίων , ενώ οι δύο Βυζαντινοί ηγεμόνες την ίδια περίοδο βρίσκονταν στην Κων/πολη , όπου ήταν σε εξέλιξη μια ακόμη δυναστική σύγκρουση με αντικείμενο την κατάληψη της εξουσίας.(…)
        Ο Βαγιαζήτ στράφηκε εναντίον του εμιράτου του Καραμάν και στη συνέχεια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. (…) ο Μανουήλ Παλαιολόγος τον συνόδευε. Την ίδια περίοδο ο σουλτάνος είχε στη συνοδεία του και άλλους Βαλκάνιους υποτελείς του που αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικοί, εξοντώνοντας αλύπητα τους εχθρούς του, με την απατηλή παρηγοριά ότι με αυτόν τον τρόπο εκδικούνταν για τις ταλαιπωρίες που είχαν υποστεί από εκείνον. (…)
        Κατά την διάρκεια της συμμετοχής του στις εκστρατείες του Βαγιαζήτ στο εσωτερικό της τουρκοκρατούμενης Μικράς Ασίας το καλοκαίρι , το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1391, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄Παλαιολόγος έγραψε αρκετές επιστολές σε φίλους του στην Κων/πολη . Σε μία από αυτές εκφράζει παραστατικά τα συναισθήματα που του προκαλούσε η θέα των ερημωμένων παλαιοτέρων ελληνικών περιοχών της βόρειας Μικράς Ασίας ( μετάφραση Ν. Νικολούδη ) : “Όσο για την πεδιάδα στην οποία βρίσκομαι τώρα, κάποτε πράγματι είχε κάποιο όνομα, όταν ευημερούσε υπό τους Ρωμαίους [ Βυζαντινούς ] , ενώ δηλαδή βρίσκονταν σ’ αυτήν και την εξουσίαζαν. Τώρα, όμως, προσπαθώντας να μάθω αυτό το όνομα είναι σαν να ψάχνω φτερά σε έναν λύκο, όπως λένε , καθώς δεν υπάρχει κανείς για να με πληροφορήσει. Ενώ είναι, βέβαια , δυνατό να δεί κανείς εδώ πολλές πόλεις, δεν έχουν όμως αυτό που πραγματικά κοσμεί τις πόλεις και χωρίς το οποίο δεν αποκαλούνται δικαιωματικά πόλεις : ανθρώπους. Έτσι, οι περισσότερες από αυτές είναι ένα αξιοθρήνητο θέαμα γι’ αυτούς στους προγόνους των οποίων ανήκαν σε παλαιότερους καιρούς. Αλλά όμως ούτε τα ονόματα αυτών των περιοχών δεν διασώζονται, κι αυτό είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης καταστροφής τους. Η αλήθεια είναι ότι, όταν ρωτούσα πώς ονομάζονταν οι πόλεις , κι όποτε αυτοί από τους οποίους ζητούσα πληροφορίες μου απαντούσαν «καταστρέψαμε αυτές τις περιοχές και ο χρόνος κατέστρεψε το όνομά τους», αμέσως πικραινόμουν. Έπειτα θρηνούσα για λίγο σιωπηλά, καθώς μπορούσα να είμαι διακριτικός.”

        ___________________________
        Ο δεσπότης της Σερβίας Μπράνκοβιτς υπήρξε ιδιαίτερα φιλικός προς τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 1448 χρηματοδότησε την επισκευή ενός μέρους των τειχών της Κων/πολης , ειδικότερα ενός πύργου κοντά στην πύλη του Κοντοσκαλίου , πρός την Προποντίδα , και ενός τμήματος των προμαχώνων κοντά στη Χαρίσια πύλη ( ή πύλη της Αδριανούπολης ) , όπως μαρτυρεί η παρουσία δύο σχετικών επιγραφών που σώζονται εντοιχισμένες μέχρι σήμερα στα αντίστοιχα σημεία. Εκτός όμως από αυτή την μάλλον συμβολική βοήθεια, ο Μπράνκοβιτς δεν ήταν σε θέση να αναλάβει σοβαρότερες δεσμεύσεις . (…) To 1453 (…) ο Μωάμεθ ζήτησε από τον Μπράνκοβιτς να του στείλει 1500 ιππείς με το πρόσχημα ότι θα τους χρησιμοποιούσε εναντίον του Ιμπραήμ Καραμάνογλου. Όταν έφθασαν στο τουρκικό στρατόπεδο τους ανακοινώθηκε ότι θα συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Κων/πολης. Σύμφωνα με μια εκδοχή , οι Σέρβοι αποφάσισαν τότε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους αλλά τους δηλώθηκε ότι εάν το επιχειρούσαν , ο Μωάμεθ είχε δώσει εντολή να τους σκοτώσουν μέχρι ενός. Έτσι , κατά την τελευταία πολιορκία της βυζαντινής πρωτεύουσας , τα σερβικά στρατεύματα βρέθηκαν να πολεμούν απρόθυμα στο πλευρό των Οθωμανών. Μετά την Άλωση , πάντως, αντιπρόσωποι του Μπράνκοβιτς , που είχαν πάει στην Αδριανούπολη για να συγχαρούν τον σουλτάνο για την επιτυχία του, εξαγόρασαν με διαταγές του Σέρβου δεσπότη αρκετούς Βυζαντινούς αιχμαλώτους . Εξάλλου, σε μεσαιωνικά, δημώδη σερβικά χρονικά, το γεγονός της Άλωσης αντιμετωπίζεται ως συμφορά του ίδιου του σερβικού λαού.

  5. Καλό θα ήταν να προλάβαινα να το ψάξω λίγο ακόμα, πάντως α) το βασικό επιχείρημα της Ζαχαριάδου εδώ είναι ότι, αμφιλεγόμενοι ή μη, οι γενίτσαροι δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένοι ώστε να δώσουν ονομασία σε τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορικής φρουράς (και επίσης ότι είναι ελάχιστοι οι τουρκικοί όροι που πέρασαν στην παλατιανή ορολογία – όπως ο τζαούσιος του Ρίβα) β) αν δεν απατώμαι όλες οι πηγές που αναφέρουν τον όρο γενί-τσερί για το σώμα χρονολογούνται μετά τη βασιλεία του Πορθητή.

    • Καλά το όνομα μπορεί να προέκυψε αργότερα και, όπως σου είπα, δεν αποκλείεται η Ζαχαριάδου να έχει δίκαιο.

      Πάντως να ξέρεις ότι έχω στο πρόγραμμα μια ανάρτηση για την ιστορία του Δούκα (και άλλες αναρτήσεις για μεμονωμένα κεφάλαια του Δούκα), επομένως, ρήξε μια ματιά στο υλικό που έχεις για τους γενίτσαρους, γιατί μπορεί να προκύψει καμιά ανάρτηση στο μέλλον.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.