Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς με θέμα τον εθνολογικό σχολιασμό της Σύντομης Ιστορίας του πατριάρχη Νικηφόρου Α΄. Η Σύντομος Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου (διήγηση των γεγονότων της περιόδου 602-769) και η Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή είναι τα πρώτα ιστοριογραφικά έργα που εγκαινιάζουν την βυζαντινή ιστοριογραφία της Μέσης Περιόδου, τα οποία εμφανίστηκαν ύστερα από ένα κενό 150 περίπου ετών (640-790 μ.Χ.), κατά το οποίο η ιστοριογραφία είχε παραμεληθεί κατά τους λεγόμενους «Σκοτεινούς Αιώνες του Βυζαντίου». Ενώ μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι η Χρονογραφία του Θεοφάνη συγγράφηκε κατά την περίοδο 810-4, δεν υπάρχει παρόμοια βεβαιότητα στην χρονολόγηση της Σύντομης Ιστορίας, για την οποία το μόνο που μπορούμε να πούμε με ανάλογη βεβαιότητα είναι ότι συγγράφηκε εντός της περιόδου 780-828. Ωστόσο, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, υπάρχει μια σειρά επιχειρημάτων που δείχνουν ότι η Σύντομος Ιστορία μάλλον συγγράφηκε κατά την περίοδο 786-791 και, συνεπώς, είναι προγενέστερη της Χρονογραφίας κατά μια εικοσαετία πάνω κάτω.

Σ΄αυτήν τη σειρά αναρτήσεων θα χρησιμοποιήσω την δίγλωσση έκδοση (ελληνικό πρωτότυπο κείμενο, αγγλική μετάφραση, σχολιασμός) της Σύντομης Ιστορίας του Cyril Mango Nikephoros, Patriarch of Constantinople, Short History (Dumbarton Oaks Texts, Harvard University Press, 1990).

Α. Γενικά

1. Βιογραφικά στοιχεία για τον πατριάρχη Νικηφόρο

Ο Νικηφόρος γεννήθηκε γύρω στο 758 στην Κωνσταντινούπολη, κατά την πρώτη εικονοκλαστική περίοδο που χαρακτήρισε τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775). Ο πατέρας του Νικηφόρου Θεόδωρος ανήκε σε εξέχουσα οικογένεια και είχε διετελέσει ασηκρήτις της αυλής, πριν εξοριστεί κάποια στιγμή μετά το 760 στον Πόντο για τις εικονόφιλες πεποιθήσεις του, τις οποίες κληροδότησε στον γιο του Νικηφόρο. Κάποια στιγμή ο Θεόδωρος ανακλήθηκε πίσω στο παλάτι, αλλά εξορίστηκε εκ νέου στη Νίκαια, όπου και πέθανε έξι χρόνια μετά την άφιξή του.

Ο Νικηφόρος έλαβε την εγκύκλιο παιδεία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία του επέτρεψε να εισέλθει στο πολιτικό προσωπικό της αυλής (μάλλον κατά την βασιλεία του ήπιου εικονοκλάστη Λέοντα Δ΄, 775-780), ως υφιστάμενος του Ταράσιου που τότε ήταν ασηκρήτις και που το 784 έγινε πατριάρχης. Στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (787), ο νεαρός Νικηφόρος εμφανίστηκε στην αρχή της συνόδου όπου ανέγνωσε στους συμμετέχοντες μια επιστολή του πάπα.

Όταν πέθανε ο πατριάρχης Ταράσιος τον Φεβρουάριο του 806, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ συμβουλεύθηκε τους υψηλά ιστάμενους της εκκλησίας για το θέμα του νέου πατριάρχη, αλλά δεν πήρε ομόφωνη απάντηση. Τότε αποφάσισε να κάνει πατριάρχη τον μέχρι τότε κοσμικό Νικηφόρο, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του ως πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ στις 12 Απριλίου του 806. Το 814 ο νεοστεφής Λέων Ε΄ ο Αρμένιος αποφάσισε να επαναφέρει την εικονομαχία, κάτι που οδήγησε το Νικηφόρο στην παραίτηση από τον πατριαρχικό θρόνο το 815. Από εκεί και μετά, ο Νικηφόρος έζησε το υπόλοιπο του βίου του (πέθανε το 828) στο μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου (για λίγο καιρό αμέσως μετά την παραίτησή του έζησε στο μοναστήρι Αγαθύ βορείως της Χρυσοπόλεως).

2. Η χρονολογία συγγραφής της Σύντομης Ιστορίας

Η χρονολόγηση της συγγραφής της Σύντομης Ιστορίας δεν είναι βέβαιη (πέρα από το ευρύ διάστημα 780-828), ωστόσο οι περισσότεροι μελετητές του έργου το χρονολογούν πριν το 796. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η παρατήρηση του Bury ότι στο κεφάλαιο 34 ο Νικηφόρος περιγράφει την Πανννονία ως «η χώρα που τώρα βρίσκετια στα χέρια των Αβάρων» (τῇ νῦν ὑπὸ Ἀβάροις κειμένῃ), μια φράση που δεν έχει νόημα μετά το 796 (εγώ θα έλεγα μετά το 791), όταν οι Φράγκοι ολοκήρωσαν την κατάλυση του Αβαρικού Χαγανάτου, ύστερα από μια σειρά εκστρατειών κατά την περίοδο 791-796. Ο ίδιος ο Mango τελικά προτείνει την δεκαετία του 780-790 (“780s“) ως χρονολόγηση συγγραφής, επειδή πιστεύει πως ο Νικηφόρος συνέγραψε τη Σύντομη Ιστορία σε μια περίοδο νεανικής αφέλειας, γιατί πιστεύει ότι δεν συνειδητοποίησε ότι για τα γεγονότα της περιόδου του Ηρακλείου και του πατριάρχη Πύρρου χρησιμοποίησε μια «αιρετική» πηγή που ήταν φιλικά προσκείμενη προς τον μονοθελητιστή Πύρρο (στο κεφάλαιο 31, οι θρησκευτικοί αντίπαλοι του μονοθελητιστή Πύρρου χαρακτηρίζονται «κακόδοξοι» [κάτι που ο Νικηφόρος λόγω νεανικής αφέλειας δεν συνειδητοποίησε ότι έπρεπε ν΄αλλάξει], ενώ στο κεφάλαιο 37 η χρήση μιας νέας «ορθόδοξης» πηγής [σύμφωνη με τις αποφάσεις της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου του 680] φαίνεται από την περιγραφή του Μονοθελητισμού ως «ἡ τῶν Μονοθελητῶν δυσσεβὴς αἴρεσις»).

Ένα τρίτο στοιχείο που ο Mango παρατήρησε (σλδ 6-7), χωρίς όμως να συνειδητοποιήσει τη σχέση του με το ζήτημα της εξακρίβωσης της χρονολογίας συγγραφής, είναι το απότομο τέλος της Σύντομης Ιστορίας, στο γάμο και τη στέψη της Ειρήνης. Ο Νικηφόρος σταματάει σ΄αυτό το σημείο πολύ απότομα τη Σύντομη Ιστορία, κάτι που δείχνει ότι ενδεχομένως η αρχική του διήγηση να συνέχιζε παρακάτω αλλά, για κάποιο λόγο, αργότερα αποφάσισε να αφαιρέσει την διήγηση των γεγονότων μετά το 769. Μια τέτοια πράξη διαγραφής έχει νόημα μετά το 786, όταν η Ειρήνη αποφάσισε να αναλάβει το ρόλο της αποκαταστάτριας της Ορθοδοξίας και, συνεπώς, υπήρχε ανάγκη αναθεώρησης της ιστορίας της περιόδου 769-780, όταν η Ειρήνη ήταν σύζυγος ενός εικονομάχου αυτοκράτορα και ενδεχομένως να μην είχε ακόμα επιλέξει πλευρά στο θρησκευτικό ζήτημα.

Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ο Νικηφόρος μάλλον συνέγραψε τη Σύντομη Ιστορία μετά το 786 (όταν είχε πια αποφασιστεί οριστικά η καταδίκη του εικονομαχικού παρελθόντος ως «δυσσεβούς»), αλλά πριν το 791 (όσο ακόμα η Παννονία μπορεί να θεωρηθεί Αβαρική).

3. Ο κόσμος της Σύντομης Ιστορίας (602-769)

Η Σύντομος Ιστορία διηγείται την ιστορία της περιόδου 602-769. Οι παρακάτω χάρτες του John Haldon (σλδ 65 και 81 από αυτό το βιβλίο) δείχνουν τα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά τα τέλη του 7ου μ.Χ. αιώνα και κατά το 717 μ.Χ. που ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος στέφθηκε αυτοκράτορας.

Η ιστορία ξεκινάει με την περιγραφή της εποχής του Ηρακλείου, όταν όλα τα Βαλκάνια ήταν εκτεθειμένα στις Αβαρο-Σλαβικές επιδρομές και οι ανατολικές επαρχίες ήταν εκτεθειμένες στις Περσικές επιδρομές. Η αντεισβολή του Ηρακλείου στην Περσία οδήγησε στη νίκη της μάχης του Νινευί το 627, η οποία σηματοδοτεί το τέλος της Περσίας ως απειλητικής υπερδύναμης. Στην προσπάθειά τους να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ Χαλκηδονιστών Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, ο Ηράκλειος και ο πατριάρχης Σέργιος Α΄ το 638 εξέδωσαν την Έκθεση, ένα κείμενο που προωθούσε το μονοθελητισμό ως επίσημο χριστιανικό δόγμα. Η χαλκηδονική δύση αντέδρασε σθεναρά στην αποδοχή του μονοθελητισμού, ο οποίος τελικά καταδικάστηκε επίσημα ως αίρεση το 680/1 στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ήδη πριν την Έκθεση του Ηρακλείου, είχε δημιουργηθεί απόσταση ανάμεσα στην Χαλκηδονική Κωνσταντινούπολη και τις μονοφυσιτικές περιοχές της Εώας Διοίκησης και της Αιγύπτου, κάτι που διευκόληνε την εξάπλωση των Αράβων σ΄αυτές τις περιοχές μετά το 630. Η αραβική κατάκτηση της Αντιοχείας το 637 σήμαινε και την οριστική εγκατάλειψη της ελπίδας ρωμαϊκής ανάκτησης της Εώας. Εκείνη ακριβώς την περίοδο, τα απομεινάρια του exercitus orientalis (Ανατολικό στράτευμα υπό την ηγεσία του magister militum per Orientem) υποχώρησαν βορείως του Ταύρου και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Μικράς Ασίας που αργότερα θα γίνει το θέμα των Ανατολικών. Από αυτό το σημείο και μετά, ο κύριος ρωμαϊκός αμυντικός στόχος θα είναι η ανάσχεση των Αράβων και ο περιορισμός της επέκτασής τους νοτίως του Ταύρου. Θα αναφέρω περισσότερα για την δημιουργία των θεμάτων στην επόμενη ενότητα.

Η διπλή πίεση από τους Άραβες στην ανατολή και από τους Αβαρο-Σλάβους στη δύση έγινε τόσο αφόρητη που ο Κώνστας Β΄ μετά το 660 σκεφτόταν να κάνει πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τις Συρακούσες (ο Θεοφάνης λέει τη Ρώμη), τις οποίες είχε κάνει αρχηγείο του, όσο καιρό πολεμούσε τους Λομβαρδούς στην νότιο Ιταλία και τους Άραβες που πλησίαζαν στην Καρχηδόνα. Η δολοφονία του Κώνσταντος το 660 συν τοις άλλοις διατήρησε την Κωνσταντινούπολη βασιλεύουσα.

[Θεοφάνης, Χρονογραφία, 661/2 μ.Χ.] Τούτῳ τῷ ἔτει καταλιπὼν ὁ βασιλεὺς Κωνσταντινούπολιν μετέστη ἐν Συρακούσῃ τῆς Σικελίας, βουληθεὶς ἐν Ῥώμῃ τὴν βασιλείαν μεταστῆσαι. καὶ πέμπει τοῦ ἀγαγεῖν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τοὺς τρεῖς υἱοὺς αὐτοῦ, Κωνσταντῖνον, Ἡράκλειον καὶ Τιβέριον· οἱ δὲ Βυζάντιοι οὐκ ἀπέλυσαν αὐτούς.

Ο Chris Wickham στο πρόσφατο βιβλίο του Medieval Europe (Yale University Press, 2017) προσδιόρισε τη Σικελία ως την πλουσιότερη επαρχία της αυτοκρατορίας γύρω στο 700 (πλούσιο και μεγάλο νησί που δεν είχε ακόμα εκτεθεί σε βαρβαρικές επιδρομές) και πιστεύει ότι αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ο Κώνστας μετά το 660 σκεφτόταν σοβαρά να κάνει τις Συρακούσες πρωτεύουσά του.

Ο διάδοχος του Κώνσταντος Β΄ Κωνσταντίνος Δ΄ (668-685) ξαναεστίασε την προσοχή στην υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας και στην ανάσχεση των Αράβων. Η διοργάνωση της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου το 680-1 καταδίκασε οριστικά τον μονοθελητισμό ως αίρεση, κάτι που δείχνει ότι η Κωνστνατινούπολη είχε πια χάσει κάθε ελπίδα συναδέλφωσης με τους μονοφυσιτικούς πληθυσμούς, κάτι που σήμαινε ότι είχε χάσει κάθε ελπίδα ανάκτησης εδαφών νοτίως του Ταύρου.

Αν πιστέψουμε τον Θεοφάνη, το υγρό πυρ έσωσε τους Ρωμαίους κατά την πρώτη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (674-8).

Ο γιος και διάδοχος του Κωνσταντίνου Δ΄ Ιουστινιανός Β΄ (πρώτη βασιλεία 685-695, δεύτερη βασιλεία 705-711) είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ο Νικηφόρος γράφει ότι, εξαιτίας της μανίας του για πόλεμο, παραβίασε τις συνθήκες ειρήνης που ο πατέρας του είχε κοπιάσει να συνάψει. Στα χρόνια του Ιουστινιανού Β΄, οι Βούλγαροι του Ασπαρούχ άρχισαν να μονομοποιούν τις κτήσεις τους νοτίως του Δούναβη στην Κάτω Μυσία και τη Μικρά Σκυθία, ενώ οι Μαρδαΐτες αναγκάστηκαν να εγκαταλειψουν τα όρη του Λιβάνου και να εγκατασταθούν στη χώρα των Κιβυραιωτών. Ο ισαυρικής καταγωγής και πρώην στρατηγός των Ανατολικών Λεόντιος (όχι ο Λέων Γ΄ ο «Ίσαυρος») κατάφερε να αποκτήσει την υποστήριξη του πατριάρχη και των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, όταν το 695 παρέλαβε με πραξικόπημα της εξουσία, τιμωρώντας τον Ιουστινιανό με ρινοτομή και εξορίζοντάς τον στην Χερσώνα. Ύστερα από την αποτυχημένη ναυτική εκστρατεία του 698 που σκοπό είχε την ανάκτηση της Καρχηδόνας και των λοιπών πόλεων της επαρχίας Αφρικής, οι άπραγοι Ρωμαίοι ναύτες από φόβο τιμωρίας για την αποτυχία τους ανακήρυξαν στην Κρήτη αυτοκράτορα τον δρουγγάριο των Κιβυραιωτών Αψίμαρο, ο οποίος ονομάστηκε Τιβέριος Γ΄. Το 705 ο ρινότμητος Ιουστινιανός Β΄ δραπέτευσε από τη Χερσώνα και κατέφυγε στον άρχοντα των Βουλγάρων Τερβέλ, με τον οποίο έκλεισε συμμαχία. Ο Τερβέλ βοήθησε τον Ιουστινιανό να φτάσει ανενόχλητος ως τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιουστινιανός κατάφερε να εισέλθει μυστικά στην πόλη από τον υδραγωγό του Βάλεντος μαζί με ένα ολιγάριθμο στράτευμα Βουλγάρων, με το οποίο κατάφερε να κάνει πραξικόπημα και να ξαναπάρει το στέμμα. Στη συνέχεια διοργάνωσε δύο αποτυχημένες εκστρατείες προς τη Χερσώνα, στη δεύτερη από την οποία, ο εξόριστος στην Χερσώνα Βαρδάνης ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας με το όνομα Φιλιππικός.

Ο Βαρδάνης-Φιλιππικός μόλις έγινε αυτκράτορας το 711 ακύρωσε τις αποφάσεις της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου και επανέφερε το Μονοθελητισμό, τοποθετώντας το 712 στη θέση του πατριάρχη τον ομόδοξό του Ιωάννη Δ΄. Ο ασηκρήτις Αρτέμιος, εκμεταλλευόμενος την έλλειψη δημοτικότητας του Φιλιππικού, διέπραξε πραξικόπημα που τον έφερε στον θρόνο ως Αναστάσιο Β΄. Ο Αναστάσιος επανέφερε την χαλκηδονική ορθοδοξία και έβαλε στον πατριαρχικό θρόνο τον Γερμανό Α΄.

Το 715, ύστερα από μια αποτυχημένη ναυτική εκστρατεία εναντίον των Αράβων κοντά στη Ρόδο, ο στρατός του Οψικίου, φοβούμενος την τιμωρία, αποφάσισε να ανακηρύξει αυτοκράτορα τον «απράγμονα ιδιώτη» φοροσυλλέκτη Θεοδόσιο, ο οποίος ήταν εντελώς ανίκανος να χειριστεί την δεύτερη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717). Τότε ο στρατηγός των Ανατολικών Λέων ο «Ίσαυρος» (στην πραγματικότητα ήτνα Συρογενής από τη Γερμανίκεια) σε συνεργασία με τον στρατηγό των Αρμενιακών Αρτάβασδο, αποφάσισε να κάνει πραξικόπημα και να πάρει το στέμμα. Μόλις εκλέχθηκε αυτοκράτορας, ο Λέων Γ΄χρειάστηκε να οργανώσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης κατά την αραβική πολιορκία, ενώ ο Αρτάβασδος ανταμοίφθηκε με τη θέση του κόμητα του Οψικίου και παντρέυτηκε την αδελφή του Λέοντα Άννα.

Σύμφωνα με την μεταγενέστερη εικονόφιλη προπαγάνδα, όπως τη βρίσκουμε στη Σύντομη Ιστορία και στην Χρονογραφία,  Ο Λέων επέβαλε την Εικονομαχία ως επίσημο θρησκευτικό δόγμα το 726, ύστερα από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας. Πρόσφατα, η βυζαντινολόγος Leslie Brubaker (βλ. Inventing Byzantine Iconoclasm, Bristol Classic Press, 2012) και ο βρεβευμένος μεσαιωνολόγος σύζυγός της Chris Wickham (βλ. The Inheritance of Rome: A History of Europe from 400 to 1000, Allen Lane, 2009) αμφισβήτησαν την παραδοσιακή έναρξη της εικονομαχίας το 726 με τον Λέοντα Γ΄ (σύμφωνα με την Brubaker δεν υπάρχει η παραμικρή αξιόπιστη απόδειξη ότι ο Λέων Γ΄ ήταν εικονομάχος και ότι η Κωνσταντινούπολη είχε γίνει εικονοκλαστική κάποια στιγμή πριν το 730). Οι συγγραφείς πιστεύουν ότι η εικονομαχία ήταν ένα δόγμα που στα χρόνια του Λέοντα Γ΄ κέρδισε συνεχώς έδαφος στις επαρχιακές μάζες, αλλά πρέπει να περιμένουμε μέχρι τα μέσα του 740, για να την εξυψώσει σε επίσημο δόγμα ο γιος και διάδοχος του Λέοντα Κωνσταντίνος Ε΄ ο «Κοπρώνυμος» , ο οποίος μόλις το 754 συνεκάλεσε τη Σύνοδο της Ιερείας, για την αναγνώριση της εικομαχίας. Είναι ένα νεφελώδες θέμα που θα συζητήσω περισσότερο σε ειδική ενότητα σε κάποια ανάρτηση της σειράς.

Ο Λέων Γ΄ πέθανε το 741 και το 742 ο πρώην συνεργάτης και άνδρας της αδελφής του Αρτάβασδος αποφάσισε να αποστατήσει κατά του νέου αυτοκράτορα και ανιψιού του Κωνσταντίνου Ε΄. Ο Αρτάβασδος έλεγχε τους στρατούς Οψικίου, Αρμενιακών και Θράκης, ενώ ο Κωνσταντίνος έλεγχε τους στρατούς Ανατολικών Θρακησίων. Η διαμάχη έληξε με τον Κωνσταντίνο νικητή να διαπομπεύει τον Αρτάβασδο και τους γιους του στον ιππόδρομο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κωνσταντίνος Ε΄ ήταν ο πιο δραστήριος αυτοκράτορας του 8ου αίωνα και αυτός που, περισσότερο από κάθε άλλον, συνέβαλε στην επιβίωση της αυτοκρατορίας κατά τον 8ο αιώνα. Δυστυχώς, η φήμη που άφησε είναι αρνητική («Κοπρώνυμος»), επειδή η μεταγενέστερη εικονόφιλη προπαγάνδα τον αμαύρωσε για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ οργάνωσε τα τάγματα και πέτυχε μια σειρά νικών εναντίων των Βουλγάρων, οι οποίες του επέτρεψαν να σταθεροποιήσει το ρωμαιο-βουλγαρικό σύνορο στον Αίμο, να εποικίσει τη Θράκη με Αρμένιους και Συρούς (από τη Θεοδοσιόπολη και τη Μελιτηνή αντίστοιχα) ξεκινώντας έτσι την ανάκαμψη της περιοχής, να διορθώσει τον υδραγωγό του Βάλεντος που είχε χαλάσει από την Αβαρική πολιορκία της Κων/πόλεως στα χρόνια του Ηράκλειου και, τέλος, να μεταφέρει πληθυσμούς (κατά τον Νικηφόρο «ἐκ τῶν χωρῶν καὶ τῶν νήσων τῆς ὑπὸ Ῥωμαίοις εξουσίας», κατά τον Θεοφάνη «ἐκ τῶν νήσων καὶἙλλάδος και τῶν κατωτικῶν μερῶν») στην Κωνσταντινούπολη για ν΄αναπληρώσει το πληθυσμιακό έλλειμμα που προκάλεσε ο μοιραίος λοιμός του 746-7.

Το 769 ο Κωνσταντίνος πάτρεψε το γιο του Λέοντα Δ΄ τον Χάζαρο με την «ἐκ τῆς Ἑλλάδος Εἰρήνην», σύμφωνα με τον Νικηφόρο. Όπως ήδη ανέφερα παραπάνω, εδώ τελειώνει απότομα η Σύντομη Ιστορία, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι αυτό ήταν το σημείο στο οποίο σκόπευε να σταματήσει την ιστορία του ο Νικηφόρος.

4. Πότε εμφανίστηκε ο θεσμός των θεμάτων;

Θα κλείσω την πρώτη αυτή ανάρτηση της σειράς με την περιγραφή ενός νεφελώδους θέματος που απασχολεί μέχρι σήμερα τους βυζαντινολόγους. Πότε εμφανίστηκε ο θεσμός των «θεμάτων»;

Η ερώτηση αυτή μπορεί να μετατραπεί στις παρακάτω δύο:

Πότε πρωτοεμφανίζεται ο όρος «θέμα»;

Πότε οι διοικητικές μερίδες που κάποια στιγμή ονομάστηκαν «θέματα» απέκτησαν τη γνωστή μορφή που είχαν τον 9ο αιώνα;

Ο όρος θέμα απαντά για πρώτη φορά στην Χρονογραφία του Θεοφάνη (συγγράφηκε κατά την περίοδο 810-4), ο οποίος όμως τον χρησιμοποιεί για να περιγράψει προγενέστερες καταστάσεις ήδη από την περίοδο της βασιλείας του Ηρακλείου (πρώτο μισό 7ου αιώνα).

[Θεοφάνης, Χρονογραφία, 620/1 μ.Χ.] ἔγραψε δὲ καὶ πρὸς τὸν Χαγάνον τῶν Ἀβάρων παρακλήσεις τοῦ ἐπικουρεῖν τὰ τῶν Ῥωμαίων πράγματα, ὡς φιλίαν σπεισάμενον πρὸς αὐτόν, καὶ ἐπίτροπον τοῦ ἑαυτοῦ υἱοῦ τοῦτον ὠνόμασεν. ἀπάρας δὲ τῆς βασιλευούσης πόλεως ἐξῆλθε κατὰ τὰς λεγομένας Πύλας πλοῒ τὴν πορείαν ποιησάμενος. ἐντεῦθεν δὲ ἐπὶτὰς τῶν θεμάτων χώρας ἀφικόμενος συνέλεγε τὰ στρατόπεδα καὶ προσετίθει αὐτοῖς [….]

Παραθέτω την αγγλική μετάφραση και τον σχολιασμό του παραπάνω χωρίου του Θεοφάνη που περιγράφει το ταξίδι του Ηρακλείου από τη βασιλεύουσα στις «χώρες των θεμάτων» της Μικράς Ασίας από τους Mango-Scott:

Ήδη από το 1973 (στο βιβλίο του Constantine Porphyrogenitus and his World, Oxford University Press), ο Arnold J. Toynbee ήταν ένας από τους πολλούς ιστορικούς που πιστεύουν ότι ο Θεοφάνης, ο οποίος έγραψε κατά την περίοδο 810-4, χρησιμοποίησε αναχρονιστικά τον όρο «θέμα» για τις προγενέστερες περιόδους, στις οποίες ο όρος δεν είχε ακόμα επινοηθεί. Η άλλη σημαντική παρατήρηση του Toynbee είναι ότι ο πατριάρχης Νικηφόρος που, όπως ανέφερα παραπάνω, μάλλον συνέγραψε τη Σύντομη Ιστορία κατά την περίοδο 786-791, αγνοεί εντελώς τον όρο «θέμα» και χρησιμοποιεί στη θέση του ελληνικούς όρους όπως στρατός, λαόςστράτευμα, και ἐκστράτευμα οι οποίοι είναι κανονικές μεταφράσεις του παραδοσιακού λατινικού όρου exercitus που χρησιμοποιούνταν από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου και έπειτα για να περιγράψει τους στρατούς που διοικούνταν από magistri militum (στρατηγοί, στρατηλάται).

Παραθέτω τα λόγια του Toynbee:

Πιο πρόσφατα (2016), ο John Haldon στο άρθρο του Nikephoros I and the Themata υποστήριξε ότι το «θέμα» (τόσο ως όρος όσο και ως έννοια) μάλλον είναι προϊόν των μεταρρυθμίσεων του Νικηφόρου Α΄ (802-811) και δίνει τις εξής δύο συμβουλές προς τους αναγνώστες του άρθρου:

  1. Όταν σε μια πηγή προγενέστερη της βασιλείας του Νικηφόρου Α΄ διαβάζετε πως κάποιος διορίστηκε στρατηγός κάπου ή ανέλαβε τη στρατηγία κάποιας περιοχής, να μην ερμηνεύετε αυτομάτως το χωρίο ως «απόδειξη» ύπαρξης θέματος γιατί, όπως έδειξε σε παλαιότερο άρθρο του οHaldon, τα μεν δε σημαίνουν πάντοτε το δε.
  2. Να αποφεύγετε να χρησιμοποιείτε τον όρο «θέμα» σε περιόδους προγενέστερες της βασιλείας του Νικηφόρου Α΄.

Παραθέτω τη σελίδα 261 του άρθρου όπου ο Haldon καταλήγει στα δύο αυτά συμπεράσματα.

Επιστρέφω σε ένα πολύ ενδιαφέρον έγγραφο της εποχής που παραθέτει ο Toynbee καθώς συζητάει το θέμα των «θεμάτων». Υπάρχει μια λατινική επιστολή που έστειλε ο Ιουστινιανός Β΄ στον πάπα Κώνωνα το 687, στην οποία ο αυτοκράτορας απαριθμεί όλους τους στρατούς (exercitus) της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που έστειλαν αντιπρόσωπο στην Κωνσταντινούπολη για κάποιο συμβάν:

insuper etiam quosdam de Christo dilectis exercitibus, tam a Deo conservando imperiali obsequio quamque ab Orientali, Thraciano, similiter ab Armeniano, etiam ab exercitu Italiae, deinde ex Cabarisianis [sic] et Septensianis, seu de Sardinia et de Africano exercitu.

Οι στρατοί (exercitus) της αυτοκρατορίας είναι:

  • exercitus Obsequium (obesquio) = στρατός Οψικίου
  • exercitus Orientalis (Orientali) = στρατός Ανατολικών
  • exercitus Thracianus (Thraciano) = στρατός Θρακησίων (= Thracenses)
  • exercitus Armenianus (Armeniano) = στρατός Αρμενιακών
  • exercitus Italiae = στρατός Ιταλίας
  • Cabarisiani [sic] = Calarisianide Sardinia = στράτευμα Σαρδηνίας
  • Septensianis … de Africano exercitu = Οι Σεπτησιανοί από το στρατό Αφρικής

Όπως παρατηρεί ο Toynbee στην ίδια σελίδα (only the Army-corps of the Eastern Illyricum has dropped out) και στην επόμενη (the exercitus Africanus ceased (except in Sardinia) to exist as the exercitus of Eastern Illyricum has ceased before 687), ο μεγάλος απών της λίστας του 687 είναι ο στρατός του Ανατολικού (ή νότιου) Ιλλυρικού (Θεσσαλονίκη, Ελλάδα, Δυρράχιο), ο οποίος έπαψε να υφίσταται κάποια στιγμή πριν το 687, όταν η κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη αποφάσισε να εγκαταλείψει την περιοχή (εκτός από τα παράλια μεμονωμένα κάστρα), εξαιτίας των αβαρικών επιδρομών και του φαινομένου του σλαβικού εποικισμού.

Από τα στρατεύματα που αναφέρονται στη λίστα, τα απομεινάρια του στρατού Αφρικής το 687 (λίγο πριν την αραβική κατάκτηση της Καρχηδόνας) κατέληξαν άλλα στη Σαρδινία (οι Calarisiani) και άλλα αποτραβήχθηκαν δυτικότερα στην πόλη Septem (Ceuta) στο Γιβραλτάρ (οι Septensiani). Ο στρατός Αφρικής (exercitus Africanus) έπαψε να υφίσταται οριστικά το 711, όταν οι Άραβες (ως επί το πλείστον εξισλαμισμένοι Βέρβεροι) πέρασαν απέναντι στο Βισιγοτθικό βασίλειο της Ισπανίας, και ο στρατός Ιταλίας (exercitus Italiae) έπαψε να υφίσταται το 751, όταν οι Λομβαρδοί κατέκτησαν τη Ραβέννα (πρωτεύουσα του εξαρχάτου Ιταλίας).

Αντίθετα, οι τέσσερις πρώτοι στρατοί που επιβίωσαν εξελίχθηκαν στα γνωστά βυζαντινά θέματα:

  • exercitus Obsequium (σχηματίστηκε από την συνένωση των στρατευμάτων των τριών magistri militum praesentalis, που ήταν διοικητές των σχολαρίων του Προκοπίου) > στρατός Οψικίου > (αργότερα) θέμα Οψίκιον
  • exercitus Orientalis (ο στρατός του magister militum per Orientem) > στρατός Ανατολικών > θέμα Ανατολικών
  • exercitus Thracianus (ο στρατός του magister militum per Thracias) > στρατός Θρακησίων (το 642 εγκαταστάθηκε στη δυτική Μικρά Ασία) > θέμα Θρακησίων
  • exercitus Armenianus (ο στρατός του magister militum per Armeniam) > στρατός Αρμενιακών > θέμα Αρμενιακών

Ωστόσο, όπως παρατήρησε πολύ σωστά ο Toynbee, ο πατριάρχης Νικηφόρος (που συνέγραψε τη Σύντομη Ιστορία μάλλον κατά την περίοδο 786-791) αγνοεί εντελώς τον όρο «θέμα» και χρησιμοποιεί ακόμα τους ελληνικούς όρους στρατός, λαός, στράτευμα, εκστράτευμα, οι οποίοι είναι κανονικές μεταφράσεις του λατινικού όρου exercitus. Αυτή η διαφορά ορολογίας μεταξύ του Νικηφόρου και του Θεοφάνη συνηγορεί υπέρ της άποψης του Haldon ότι ο όρος «θέμα» επινοήθηκε κατά τις μεταρρυθμίσεις του Νικηφόρου Α΄ (802-811).

Επομένως, ο όρος «θέμα» φαίνεται να είναι επινόηση της βασιλείας του Νικηφόρου.

Από εκεί και μετά, η έννοια του «θέματος» ως διοικητική περιοχή όπου ο στρατηγός συνδύαζε πολιτική και στρατιωτική εξουσία και στην οποία το κάθε χωριό αποτελούσε ταυτόχρονα τόσο φορολογική όσο και στρατολογική μονάδα φαίνεται να προέκυψε βαθμιαία κατά τον 8ο αιώνα, όχι κατανάγκη ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές, με τις μεταρρυθμίσεις του Νικηφόρου Α΄ στις αρχές του 9ου αιώνα να αποτελούν τις τελευταίες πινελιές που έδωσαν στα «θέματα» τη γνωστή τους μορφή κατά τον 9ο αιώνα.

Τόνισα το «όχι κατ΄ανάγκη ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές» γιατί ο Toynbee ᾶραθέτει το εξής δεδομένο στη σελίδα (240):

Επί Κώνσταντος Β΄, ενώ υπάρχουν ήδη σφραγίδες κομμερκιαρίων των Αρμενιακών (χρονολογούμενες στα έτη 650/1, 665/6, και 668/9), την ίδια περίοδο στη δυτική Μικρά Ασία οι κομμερκιάριοι δρουν ακόμα στις παραδοσιακές αρχαίες επαρχίες (υπάρχουν σφραγίδες Κομμερκιαρίων για τις επαρχίες Καπαδδοκία Α΄ & Β΄, Λυκαονία, Πισιδία, Λυκία, Καρία, και Ασία). Το δεδομένο αυτό φαίνεται να δείχνει ότι η περιοχή όπου εγκαταστάθηκε ο στρατός των Αρμενιακών, έκανε νωρίτερα κάποια από τα πρώτα βήματα προς την έννοια του «θέματος» σε σχέση με τις άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας.

Ας δούμε τώρα την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Νικηφόρος στη Σύντομη Ιστορία:

[2] Ο Ηράκλειος διόρισε τον Κρίσπο στρατηγό «τῶν ἐν Καππαδοκίᾳ ἐκστρατευμάτων».

[23] Το 642 στάλθηκε να υπερασπίσει την Αίγυπτο από τους Άραβες ο «Μαρῖνος ὁ τῶν Θρᾳκικῶν ἐκστρατευμάτων ἡγεμών» (η Αίγυπτος έπεσε πριν φτάσουν οι Θρακήσιοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Μικρά Ασία, αντί να επιστρέψουν στην Θράκη).

[38] «είς τὴν τοῦ Ὀψικίου λεγομένην χώραν»

[40] ο Λεόντιος που έγινε αυτοκράτορας το 695, είχε υπάρξει στρατηγός «τοῦ Ἀνατολικοῦ καλουμένου στρατεύματος».

[41] Ο Αψίμαρος που ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας Τιβέριος Γ΄ήταν δρουγγάριος «τῆς ὑπὸ Κιβυραιωτῶν χώρας».

[42] Ο Αψίμαρος-Τιβέριος έκανε τον αδελφό του Ηράκλειο «στρατηγὸν τοῦ Ἀνατολικοῦ στρατοῦ».

[45] Ο Ιουστινιανός Β΄ είχε μαζί του τους Βούλγαρους του Τερβέλ και «τῷ τοῦ Ὀψικίου λεγομένῳ στρατῷ».

[47] Ο Γεώργιος Βούραφος ήταν «τοῦ Ὀψικίου στρατοῦ ἡγούμενος».

[50] Στάλθηκε στη Ρόδο μαζί με «ἄλλα ῥωμαϊκὰ πλόϊμα» «στρατὸνἐκ τῶν τῆς χώρας τοῦ καλουμένου Ὀψικίου».

[51] Ο φοροσυλλέκτης Θεοδόσιος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από «ἅπαντα τὸν τοῦ Ὀψικίου στρατόν».

[52] Ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος πριν γίνει αυτοκράτορας ήταν στρατηγός «τοῦ τῶν Ἀνατολικῶν λεγομένου στρατοῦ».

[64] Όταν ο Αρτάβασδος (στη Σύντομη Ιστορία Ἀρτάβαζος) αποφάσισε να αποστατήσει κατά του Κωνσταντίνου Ε΄ το 742 «στρατηγὸς δὲ τοῦ Ὀψικίου λαοῦ ἐτύγχανε». Ο Κωνσταντίνος Ε΄ κατέφυγε «πρὸς τῇ χώρᾳ τῶν Ἀνατολικῶν» όπου βρήκε υποστήριξη και όπου κατάφερε να εξασφαλίσει όρκο υπακοής από το στρατηγό «τῶν Θρᾳκησίων λεγομένῳ λαῷ».

[65] Αντίθετα, ο Αρτάβασδος είχε με το μέρος του το γιο του Νικήτα που ήταν στρατηγός «τοῦ καλουμένου τῶν Ἀρμενιακῶν στρατοῦ».

[68] Ο Κωνσταντίνος εξέπεμψε κατά των Σαρακηνών τον στρατηγούντα «τῶν Κιβυραιωτῶν καλουμένου στρατοῦ» (λίγο παρακάτω λέγεται ορθότερα «στόλος»).

Θα συνεχίσω με τις εθνολογικές παρατηρήσεις στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

2 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία

2 responses to “Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου #1

  1. Ιωάννης

    Πριν τα θέματα τι είχαν οι Ρωμαίοι; Τις επαρχίες και τους επάρχους;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s