Εθνολογικές παρατηρήσεις στη λαογραφική συλλογή των αδελφών Μιλαντίνοφ #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς δύο αναρτήσεων όπου θα κάνω εθνολογική περιγραφή των «Βουλγαρικών δημοτικών τραγουδιών» (Bəlgarski Narodni Pesni) που συνέλεξαν και εξέδωσαν το 1861 οι αδελφοί Dimitər & Konstantin Miladinov από τα σλαβόφωνα μέρη της ευρύτερης Μακεδονίας και την διπλανή δυτική Βουλγαρία. Η πρώτη αυτή ανάρτηση είναι σύντομη και εισαγωγική, ενώ η λεπτομερής εθνολογική ανάλυση θα γίνει στην επόμενη ανάρτηση.

Α. Εισαγωγή

Τα δύο αδέλφια γεννήθηκαν στη Στρούγκα/Struga της περιοχής της Αχρίδος (δεν πρόκειται για τον αλβανοβλαχικό όρο shtrungë/strungă, αλλά για τον κοινό σλαβικό όρο struga = «ρεύμα», εκ του ΙΕ *srew «ρέω» > ΙΕ *sru-geh2 > PSlv struga, λ.χ. πολωνικό struga κλπ) και σπούδασαν στη Ζωσιμαία σχολή των Ιωαννίνων. Εκείνα τα χρόνια, η ελληνοπρεπής παιδεία ήταν η μόνη δυνατή μορφή παιδείας για όλα τα μέλη του ορθόδοξου μιλλετιού των Ρουμ, τα οποία είχαν την δυνατότητα (λ.χ. δάσκαλοι, εύποροι έμποροι, κληρικοί κλπ) να την αποκτήσουν. Στις σλαβόφωνες περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας και της ευρύτερης γεωγραφικής Μακεδονίας, ειδικότερα, η ελληνοπρεπής παιδεία ήταν χαρακτηριστό των «ευγενών/καλλιεργημένων/μορφωμένων» (blagorodni), όπως μας πληροφορεί λ.χ. ο Rayno Popovich που το 1837 έγραψε:

«Όλοι οι blagorodni μας σε όλη την «Βουλγαρία» (= σύνολο βουλγαρόφωνων περιοχών) μιλάνε, γράφουν, και διαβάζουν καθημερινά στα Ελληνικά και δεν μπορούν χωρίς αυτά. Για το λόγο αυτό, η διδαχή της Ελληνικής πρέπει να γίνει εντατικότερη στη «Βουλγαρία», γιατί είναι απαραίτητη.»

Αυτή η ελληνοπρέπεια των Βούλγαρων λογίων είχε δεχτεί κριτική από τον Παΐσιο Χιλεντάρσκι ήδη από το 1762 στο βιβλίο του Σλαβιανοβουλγαρική Ιστορία. Στον πρόλογο αυτού του βιβλίου, ο Παΐσιος, απευθυνόμενος προς τους Βούλγαρους blagorodni, θέτει τα ερωτήματα «γιατί ντρέπεσαι να πεις ότι είσαι Βούλγαρος;» και «γιατί στέλνεις τα παιδιά σου στο ελληνικό σχολείο;» Το κάλεσμα του Παϊσίου για την ανάπτυξη μιας νεωτερικής εθνικής Βουλγαρικής ταυτότητας δημιούργησε κατά το δεύτερο τρίτο του 19ου αιώνα (1833-1866) μια κρίσιμη μάζα Βούλγαρων λογίων που άρχισαν να οραματίζονται ένα νεωτερικό βουλγαρικό έθνος. Οι αδελφοί Μιλαντίνοφ ανήκαν σ΄αυτό το ρεύμα και, με την καταγραφή του δημοτικού λαογραφικού υλικού (τραγούδια, παροιμίες κλπ) από τις βουλγαρόφωνες περιοχές (Μακεδονία και δυτική Βουλγαρία), επιχείρησαν να αναδείξουν τον «γνήσιο» χαρακτήρα του Βουλγαρικού έθνους (σε αντίθεση με την «τεχνητή» ελληνοπρέπεια των λογίων).

Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 600 δημοτικά τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έχουν συλλεχθεί από τη Μακεδονία (η περιοχή απ΄όπου συλλέχθηκαν τα περισσότερα τραγούδια είναι η ζώνη ΣτρούγκαΑχρίδαΠρίλαποςΚαστοριά και ακολουθούν οι περιοχές του Κιλκίς και της Στρούμιτσας) και τη σημερινή δυτική Βουλγαρία (κυρίως οι περιοχές της Σόφιας και του Παναγκιουρίστε).

Από εδώ μπορείτε να κατεβάσετε σε pdf τη συλλογή Μιλαντίνοφ στην πρωτότυπη καταγραφή της, ενώ εδώ μπορείτε να τη διαβάσετε διαδικτυακά σε σύγχρονη βουλγαρική ορθογραφία (κάτω από κάθε ποίημα σ΄αυτή την ιστοσελίδα περιγράφεται και ο τόπος προέλευσής του, λ.χ. Kostursko = «περιοχή Καστοριάς», Kukuš = Κιλκίς, Struga = Στρούγκα, Prilep = Πρίλαπος κλπ).

Την εποχή που έγινε η καταγραφή δεν υπήρχε ακόμα κάποια κωδικοποιημένη πρότυπη Βουλγαρική (ή/και (Σλαβο)Μακεδονική) γλώσσα και το κάθε τραγούδι έχει σχηματιστεί στην δημώδη επιχωρική διάλεκτο του ανατολικού νοτιοσλαβικού (τότε βουλγαρικού) γλωσσικού συνεχούς. Επίσης, οι αδελφοί Μιλαντίνοφ χρησιμοποίησαν ιστορική ορθογραφία. Συνεπώς, οι λέξεις γράφονται πάντα με το παλαιοσλαβονικό τελικό yer, λ.χ. η γραφή Dunafŭ αντιστοιχεί στην προφορά /Dunaf/ του σημερινού όρου Dunav = Δούναβης, ο όρος běla = «λευκή» γράφεται σχεδόν πάντα με το yat (ě), ενώ στην πραγματικότητα η προφορά είχε εξελιχθεί στη δυτική bela και στην ανατολική bjala (η γραφή bjala απαντά άπαξ σε ένα ανατολικό τραγούδι) κλπ. Θυμίζω ότι στη σλαβολογία το σύμβολο /j/ χρησιμοποιείται για την απόδοση του ημιφωνικού /y/ (λ.χ. PSlv *polje = /polye/ = «κάμπος»).

Στα τραγούδια από τη Μακεδονία διακρίνουμε ορισμένα διαλεκτικά χαρακτηριστικά που είναι τυπικά των σλαβομακεδονικών διαλέκτων (το ακρώνυμο ΠΣΜ παρακάτω σημαίνει Πρότυπος (Σλαβο)Μακεδονική) :

1. Χρήση του ενδωνυμίου Bugarin/Bugarka έναντι του ανατολικού αντίστοιχου Bəlgarin/Bəlgarka. Ο τύπος Bugarin/Bugarka προέρχεται από τη Σερβική και τη βόρεια σλαβομακεδονική διάλεκτο ΣκοπίωνΚουμάνοβου που έχει φωνηεντισμό παρόμοιο με τη Σερβική (λ.χ. OCS vlĭkŭ > vl.k > σερβ. vuk ~ πρότυπο σλαβομακεδονικό volk ~ πρότυπο βουλγαρικό vəlk). Για κάποιο λόγο που ίσως σχετίζεται με τη σερβική επέκταση στη Μακεδονία τον 14° αιώνα, ο τύπος αυτός διαδόθηκε εις βάρος του Bolgarin/Bolgarka που είναι ο γλωσσικά αναμενόμενος για την Πελαγονία και τις τριγύρω περιοχές (λ.χ. η (Σλαβο)Μακεδονική γλώσσα ονομάστηκε proštejšij jazyk Bolgarskij («απλή/δημώδης Βουλγαρική» σε αντίθεση με την λόγια παλαιοσλαβονική) από τον Yoakim Kərčovski, Bolgaskij jazik από τον Kiril Pejčinovič, makedonsko narečje («Μακεδονική διάλεκτος») και dolnobolgarski («Κάτω Βουλγαρική» σε αντίθεση με την gornobolgarski = « «Άνω» /Ανατολική Βουλγαρική) από τον Parteniy Zogravski κλπ).

2. Τροπή χ>v(>∅) σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. OCS Vlaχŭ > Vlavŭ > ΠΣΜ Vlav = /Vlaf/ = «Βλάχος»)  Έτσι ο πρωτοσλαβικός όρος ruχo = «ένδυμα» (> νεοελλην. ρούχο) απαντά ως ruχο στα ανατολικά βουλγαρικά τραγούδια (λ.χ. турско рухо/tusko ruχo = «τουρκικό ρούχο/ένδυμα» στο ποίημα 72 από το Panagjurište), αλλά ως ruvo στα σλαβομακεδονικά (λ.χ.руво калугерско/ruvo kalugersko = «ρούχο/ένδυμα καλογέρου» στο ποίημα 55 από τη Στρούμιτσα). H πλήρης εξέλιξη χ>v>∅ σε μεσοφωνηεντική θέση φαίνεται λ.χ. στους τύπους *Volχyni > *Vlaχinka > *Vlavinka > Vlainka/Vlainče = « Βλάχα/Βλαχοπούλα (Αρμάνα)» (λ.χ. Вла’инче лепо, хубаво! / Vla’inče lepo, χubavo! = «(Ω) Βλαχοπούλα όμορφη [κι] ωραία!» στο ποίημα 300 από τη Στρούγκα) και χubava > uba’a (λ.χ. ‘уба’а Яна / uba’a Yana = «ωραία Γιάννα» στο ποίημα 15 από τον Πρίλαπο).

3. Τροπή χv>f. Στο (ανατολικό) βουλγαρικό ρήμα хвърлям/χvərljam = «πετάω/ρίχνω/αποβάλλω» αντιστοιχεί το σλαβομακεδονικό фрла/f(ə)rla, το οποίο είναι η πηγή του ρήματος *σφουρλάγω > σφουρλάω = «πετάω/αποβάλλω/απορρίπτω» (αόριστος σφούρλαξα) των νεοελληνικών διαλέκτων της Μακεδονίας, με παράγωγο το ουσιαστικό σφούρλαγμα = «πέταμα/αποβολή». Ο παρακάτω διάλογος είναι τυπικός στη Μακεδονία:

– Μάνα, το φαΐ στο ψυγείο μύρισε, τι να το κάνω;

Σφούρλα το (ή σφούρλαξτο/σφούρλαχτο) στα σκουπίδια!

Έτσι στο ποίημα 541 από τον Πρίλαπο βρίσκουμε τη φράση фърлете го [у] нашето село / fərlete go [u] našeto selo = «διώξτε/εξορίστε το από το χωριό μας.»

Ο εξειδικευμένος στη (Σλαβο)Μακεδονική γλώσσα σλαβιστής γλωσσολόγος Victor Friedman γράφει για τη σλαβομακεδονική τροπή χ>v(>∅) σε μεσοφωνηεντική θέση (Vlah(ŭ) > Vlav = /Vlaf/, glava/glavi > glᾶ = gla’a / glaj) και το υποκοριστικό επίθημα -če που, όπως θα διαπιστώσετε, είναι πάρα πολύ συχνό στα ποιήματα που θα παραθέσω (λ.χ. Bugarka = «Βουλγάρα» > Bugarče = «Βουλγαρόπουλο/Βουλγαροπούλα», Vlainka = «Βλάχα» > Vlainče = «Βλαχοπούλα», ciganin = «τσιγγάνος» > ciganče = «τσιγγανάκι/τσιγγανόπουλο», Arnaut = «Αλβανός» > Arnauče = «Αλβανόπουλο/Αλβανοπούλα»).

B. Εθνολογικές Διευκρινίσεις

Το πρόβλημα με την πρόσληψη και κατανόηση της προνεωτερικής ιστορίας της Μακεδονίας σήμερα είναι ότι έχει υποστεί τέτοια εθνικιστική διαστρέβλωση (από όλες τις πλευρές), τόσο από την επίσημη κρατική παιδεία όσο και από ερασιτέχνες αγύρτες που εκδίδουν «τσοντοπεριοδικά» «ιστορίας» ή εμφανίζονται σε κάνα «τσοντοκάναλο» παριστάνοντας τους ειδήμονες, ώστε, για να μπορέσεις να μιλήσεις για τη μεσαιωνική και πρώιμη νεωτερική ιστορία της Μακεδονίας σε κοινές συζητήσεις, πρέπει πρώτα να αφιερώσεις ένα σημαντικό μέρος του χρόνου σου για να δείξεις ότι 1+2=3.

Στην Ελλάδα και στην γειτονική RoM, η γενική στάση είναι «αλματική», δηλαδή η ιστορική αφετηρία είναι η αρχαία Μακεδονία του 4ου π.Χ. αιώνα και, ύστερα από ένα τεράστιο άλμα 2200 ετών, φτάνουμε στο 1850 μ.Χ. όπου η περιοχή γύρω από τη Θεσσαλονίκη ξαναγίνεται «Μακεδονία» και, ως δια μαγείας, όλες οι εθνοτικές ομάδες που κατοικούν σ΄αυτήν την περιοχή με τον ένα ή άλλο τρόπο παρουσιάζονται ως «απόγονοι» των (Ελλήνων ή όχι) αρχαίων Μακεδόνων.

Στην Ελληνική εκδοχή της «ιστορίας», οι ελληνόφωνοι Μακεδόνες παρουσιάζονται ως «απόγονοι των (φυσικά Ελλήνων) αρχαίων Μακεδόνων που διατήρησαν την ελληνοφωνία τους» (και, υποτίθεται, την «διηνεκή και αδιάληπτη» Ελληνική ταυτότητα και ούτε κατά διάνοια ήταν ποτέ εθνοτικοί Ρωμαίοι/Ρωμιοί που νόμιζαν ότι οι Έλληνες ήταν ένας «κακόψυχος»/δυσσεβής λαός του παρελθόντος, τον οποίο ο Θεός αφάνισε στέλνοντας τεράστια κουνούπια με σιδερένιες μύτες για να του πιουν το αίμα), οι «σλαβόφωνοι» Μακεδόνες παρουσιάζονται ως «απόγονοι των (φυσικά Ελλήνων) αρχαίων Μακεδόνων που σλαβοφώνησαν» και ούτε κατά διάνοια υπήρξαν ποτέ προνεωτερικοί Βούλγαροι που μιλούσαν Βουλγαρικά, αλλά «ήρθαν οι κακοί Βούλγαροι από τη Βουλγαρία στη Μακεδονία» με σκοπό να τους «αφελληνίσουν» και να τους κάνουν Βούλγαρους και, τέλος, οι Βλάχοι παρουσιάζονται ως «απόγονοι των (φυσικά Ελλήνων) αρχαίων Μακεδόνων που λατινοφώνησαν» και ούτε κατά διάνοια έχουν κάποια σχέση με τους λατινόφωνους πληθυσμούς που κατά την ύστερη αρχαιότητα κατοικούσαν βορείως της γραμμής του Jireček, και αυτό φυσικά σημαίνει πως ούτε κατά διάνοια σχετίζονται με τους Ρουμάνους και τους υπόλοιπους ομιλητές θυγατρικών ποικιλιών της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής. Κατά την ελληνική πάντα εκδοχή, η Ελλάδα έχει αποκλειστικό copyright στην χρήση του όρου «Μακεδονία».

Στη Μακεντόνσκα εκδοχή της «ιστορίας», οι αρχαίοι Μακεδόνες ούτε κατά διάνοια ήταν Έλληνες και κατάφεραν να διατηρήσουν την διακριτή τους ταυτότητα μέχρι το 600 μ.Χ., όταν «οι Μακεδόνες αυτοί ανακατώθηκαν με τους επήλυδες Σλάβους», έτσι ώστε οι ανάμεικτοι απόγονοι αυτής της επιμειξίας συνεχίζουν να υφίστανται το μεσαίωνα ως «σλαβόφωνοι μεν, Μακεδόνες δε», οι οποίοι, φυσικά, ούτε κατά διάνοια έγιναν ποτέ προνεωτερικοί (και ουκ ολίγοι από αυτούς νεωτερικοί) Βούλγαροι μέχρι το 1944 που ιδρύθηκε η γιουγκοσλαβική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Τέλος, κατά την Βουλγαρική εκδοχή της «ιστορίας», οι σλάβοι κάτοικοι της μεσαιωνικής Μακεδονίας έγιναν προνεωτερικοί Βούλγαροι κάποια στιγμή αφού η Βουλγαρική αυτοκρατορία προσάρτησε τις σλαβόφωνες περιοχές της Μακεδονίας στο δεύτερο μισό του 9ου μ.Χ. αιώνα, και οι απόγονοι των προνεωτερικών αυτών Βουλγάρων της Μακεδονίας ούτε κατά διάνοια έχουν το δικαίωμα να αναπτύξουν μια ξεχωριστή νεωτερική εθνική ταυτότητα που να διαφέρει από τη νεωτερική εθνική ταυτότητα του σημερινού Βουλγαρικού κράτους. Όσοι σλαβομακεδόνες επέλεξαν να είναι Νεοέλληνες θεωρούνται «Γραικομάνοι», όσοι επέλεξαν να είναι Μακεδόνες θεωρούνται «Μακεδονιστές» και, τέλος, οι λίγοι που επέλεξαν να είναι (φιλο)Σέρβοι θεωρούνται «Σερβομάνοι».

Άντε, λοιπόν, να εξηγήσεις σε κάποιον ότι όλα αυτά είναι ως επί το πλείστον παραμύθια και ότι κατά το μεγαλύτερο διάστημα της 2ης μ.Χ. χιλιετίας (11ος-19ος μ.Χ. αι.) υπήρχαν μεν προνεωτερικές εθνοτικές ταυτότητες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με τις νεωτερικές εθνικές ταυτότητες και τους μύθους που ις συνοδεύουν. Η πλειοψηφία των ελληνόφωνων ήταν εθνοτικοί Ρωμαίοι/Ρωμιοί, η πλειοψηφία των σλαβομακεδόνων ήταν (δυτικοί) εθνοτικοί Βούλγαροι, οι Βλάχοι ήταν εθνοτικοί Βλάχοι/Αρμάνοι κοκ. Κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου, οι παραπάνω προνεωτερικές εθνοτικές ομάδες ανήκαν στα ίδια πολιτικά μορφώματα (Βυζαντινή, Οθωμανική αυτοκρατορία) και συμβίωναν στις ίδιες περιοχές χωρίς προβλήματα και έχοντας συνηθίσει η κάθε μια ομάδα την παρουσία των υπολοίπων. Κατά την Οθωμανική περίοδο, ειδικότερα, οι ορθόδοξοι αυτοί πληθυσμοί συναρμόστηκαν σε ενιαίο θρησκευτικό μιλλέτι (Ρωμαίος/Ρωμιός με την θρησκευτική σημασία του μέλους του ορθόδοξου μιλλετιού) και οι λόγιοι όλων αυτών των ομάδων διέθεταν κοινή ελληνοπρεπή παιδεία. Όταν υπήρχε ανάγκη εθνοτικής διάκρισης, τότε χρησιμοποιούνταν οι παρακάτω παραδοσιακοί όροι:

Οι ελληνόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν κυρίως ως Ρωμιοί (πιο σπάνια ως Γραικοί) και ονόμαζαν την επιχωρική/δημώδη γλώσσα τους Ρωμαίικα και, από την άλλη, αποκαλούσαν Βούλγαρους/Βουργάρους τους σλαβόφωνους από τα μέρη της πάλαι πότε Βουλγαρικής αυτοκρατορίας και αποκαλούσαν την γλώσσα τους Βουλγαρικά/Βουργάρικα, Βλάχους τους Βλάχους/Αρμάνους και τη γλώσσα τους Βλαχικά/Βλάχικα και, τέλος, Αρβανίτες τους αλβανόφωνους και Αρβανίτικα τη γλώσσα τους.

Οι σλαβόφωνοι από τα εδάφη της πάλαι πότε Βουλγαρικής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν κυρίως ως Βούλγαροι (Bugarin/Bolgarin/Bəlgarin) και ονόμαζαν την επιχωρική/δημώδη γλώσσα τους Βουλγαρικά (Bugarski, Bolgarski, Bəlgarski) και, από την άλλη, αποκαλούσαν «Γραικούς» (Gərci) τους Ρωμιούς και «Γραικικά» (Grəcki) τα Ρωμαίικα, Βλάχους (Vlah/Vlav – Vlasi) ή «Τσίντσαρους» τους Βλάχους/Αρμάνους, Σέρβους (Sərbin/Srəpci) τους παραδίπλα σλαβόφωνους από τα μέρη της σημερινής Σερβίας και, τέλος, Αρβανίτες ή Αρναούτηδες (Arbanasi/Arnauti) τους αλβανόφωνους (λ.χ. το χωριό Arbanasi στην Βουλγαρία και το εξωνύμιο Arbanasi με το οποίο οι Κροάτες αποκαλούσαν παραδοσιακά τους παλαιούς Γκέγκηδες εποίκους του Ζαντάρ που οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως Arbëneshë, το αρρωτάκιστο γκεγκικό ανάλογο του ρωτακισμένου τοσκικού/αρβανίτικου τύπου Arbëreshë).

Οι Βλάχοι αυτοπροσδιορίζονταν (και αυτοπροσδιορίζονται ακόμα) είτε ως Rōmānī > Armãnʲ είτε ως Vlahʲ/Vlašʲ (εξαρτάται από την περιοχή) και αποκαλούσαν την γλώσσα τους rōmāniscē (λατινικό επίρρημα σε -ē που παράχθηκε από το λατινικό επίθετο rōmāniscus = «ρωμανικός/ρωμαϊκός», λ.χ. Lātīn-ē = λατιν-ιστί) > Armãneašce/Armãneašte ή Vlaheašce/Vlaheašte και, από την άλλη, αποκαλούσαν «Γραικούς» (Graecus/Graeci > Grec(u)/Gretsʲ) τους Ρωμιούς, «Βούλγαρους» (Vurgar(u)/Virgar(u)) τους προνεωτερικούς Βούλγαρους (οι Βλάχοι του Κρουσόβου, όταν μιλούσαν στην γλώσσα τους, αποκαλούσαν έτσι τους  σλαβομακεδόνες συμπολίτες τους μέχρι και το 1990, όπως διαπίστωσε με έκπληξη ο Keith Brown), «Αρβανίτες» (Arbinescu/Arbinešʲ) τους αλβανόφωνους κλπ.

Θα κλείσω αυτήν την πρώτη εισαγωγικά ανάρτηση με δύο τραγούδια (431, 465) της συλλογής Μιλαντίνοφ από τη Στρούγκα που στην ουσία είναι παραλλαγές του ίδιου ποιητικού θέματος . Στην επόμενη ανάρτηση θα συνεχίσω με την αναλυτική εθνολογική περιγραφή των τραγουδιών.

Το ποίημα 431 έχει ως θέμα «τρία ωραία κορίτσια» (три девойки ‘убави/tri devojki ubavi): μια Βλάχα (Vlahina > Vla’ina), μια Ρωμιά (Gərkina), και μια Βουλγάρα (Bugarka):

Скарале се, скарале
три девойки ‘убави
на еднего юнака,
на сирака Стояна.
Една беше вла’ина,
друга беше гъркина,
трекя беше бугарка.

[…]

привикнала вла’ина:
– Ела, ела, гъркино!
Уда’ифме юнака.
Го кренала гъркина,
носила го, носила,
до край бело Дунава;
привикнала гъркина:
– Ела, ела, бугарке!

Λέει η Βλάχα [στη Ρωμιά] (привикнала вла’ина): «Έλα, έλα, Ρωμιά!» (Ела, ела, гъркино!)

Λέει η Ρωμιά [στη Βουλγάρα] (привикнала гъркина): «Έλα, έλα, Βουλγάρα!» (Ела, ела, бугарке!)

Στο ποίημα 465 έχουμε πάλι την ίδια ιστορία πάνω κάτω, μόνο που η Βλάχα απαντά με και χωρίς το αρκτικό /v/ (La’ina ~ Vla’ina):

Скарале се, скарале
три девойки ‘уба’и
на добрего юнака.
Първата беше ‘ла’ина,
втора беше гъркина,
трекя беше бугарка;
‘ла’ина, му велеше:
– Земай мене, юначе!
Многу прикя ти носам,
триста овци мълзници
со ‘се руди яганца.
Гъркина, му велеше:
– Земай мене, юначе!
Многу прикя ти носам,
триста ока коприна.
Бугарка, му велеше:
– Земай мене, юначе!
Многу прикя ти носам,
девет рала воло’и
со ‘се девет плуго’и.
– Кой се ме мене преносит
преку бела Дунафа,
тая мома ке земам.
Станала ми вла’ина,
дигнала ми юнака,
носила го носила,
прибра да го уда’ит:
– Ослепела гъркина!
Уда’ифме юнака.
Фърлила го вла’ина,
дигнала го гъркина;
носила го носила,
до стрет бела Дунафа,
прибра да го уда’ит.
Фърлила го гъркина
го дигнала бугарка;
бугарка го префърли
преку бела Дунафа.
Тая мома йе зеде.

Η συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

13 Comments

Filed under Εθνολογία

13 responses to “Εθνολογικές παρατηρήσεις στη λαογραφική συλλογή των αδελφών Μιλαντίνοφ #1

  1. καλά τα λες αλλά ποιος ακουει

  2. Αγαπητέ Σμερδαλέε, θα ήθελα κάποια στιγμή να βοηθήσεις λίγο και με το ζήτημα των “χαρτών”, διότι βλέπω πως μια (ανόητη μεν αλλά προπαγανδιστικά επιτυχής) άμυνα των καταγωγικών εθνικιστών είναι η “τεχνητότητα” των σλαβομακεδονικών, γιουγκοσλαβικών κ.λπ χαρτών σε σχέση με το “αρχαίο” εθνοτικό παρελθόν της περιοχής. Το γεγονός ότι η σύγχρονη ελληνική μακεδονία φαίνεται να ταυτίζεται με την αρχαία ελληνομακεδονική επικράτεια χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί η εντύπωση ενός διπόλου “αυθεντικότητας-κιβδηλότητας” “έστω” μέσω αυτής της χαρτογραφικής καταγραφής. Βέβαια το ότι η σλαβομακεδονική κρατική επικράτεια πιθανόν δεν σχετίζεται με την αρχαία ελληνομακεδονική “εθνοτική” επικράτεια δεν σημαίνει ότι αποδεικνύει την ταύτιση νέας ελληνομακεδονικής επικράτειας ως εθνοτικής συνέχειας με την αρχαία ελληνομακεδονική επικράτεια (στο μέρος της που ταυτίζονταν με την ελληνική/ελληνομακεδονική εθνοτική ταυτότητα).

    • Γεια σου Γιάννη.

      Αυτό είναι ενδιαφέρον θέμα για δύο λόγους.

      1) Σε μια εφευρημένη και ασαφώς αφοριζόμενη περιοχή όπως η Μακεδονία δεν μπορείς να πεις ποια είναι «ιστορική/αληθινή» και ποια όχι.

      2) Με δεδομένο ότι τελικά κάποια στιγμή κατά τον 20ο αιώνα μάθαμε ότι η αρχαία Μακεδονία του Φιλίππου ταυτιζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου με την ελληνική Μακεδονία (μετην εξαίρεση της ΝΔ Πελαγονίας), τότε οι Μακεντόντσι έχουν το εξής πρόβλημα. Αν θα θέλουν να διατηρήσουν κάποια ρομαντική ταύτιση με τους αρχαίους Μακεδόνες, τότε είναι αναγκασμένοι να επιμείνουν και στον γεωγραφικό αλυτρωτισμό, γιατί antikvizacija δίχως αναφορά στα μέρη της Ελληνικής Μακεδονίας (Πέλλα, Αιγές κλπ) δεν γίνεται.

      • Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την σύνθετη ονομασία, εφόσον αίρει ονοματολογικά την δυνατότητα αυτής τής ρομαντικοποίησης, αλλά επιπλέον αφήνει τους Μακεντόντσι “έκθετους” (πάλι;) στην αφομοιωτικότητα των Βουλγάρων εθνικιστών, διότι αν και δεν δηλώνεται άμεσα η βουλγαρική εθνοτική ρίζα είναι αυτονόητο ότι διευκολύνεται η αναγωγή σε αυτήν.
        Οι Σλαβομακεδόνες έχουν να λύσουν ένα πολύπλοκο πρόβλημα εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού, όχι μόνον γιατί η αναγωγή τους στο αρχαίο ελληνομακεδονικό παρελθόν στερείται στοιχειωδών ερεισμάτων πάνω στα οποία θα πάταγε το εθνικό/εθνικιστικό φαντασιακό τους αλλά και διότι σε περίπτωση συμβιβασμών τους απέναντι στο νεοελληνικό φαντασιακό θα δυσκολευτούν ακόμα περισσότερο να κρατήσουν σταθερή την ασταθή εσωτερική συνοχή του ήδη υπάρχοντος δικού τους εθνικού/εθνικιστικού φαντασιακού τους.
        Επιπλέον οι νεοέλληνες εθνικιστές μπορούν να αντιτάξουν, αν είναι στοιχειωδώς ευφυείς (που δεν είναι), ότι ναι μεν οι ντόπιοι πληθυσμοί μπορεί να μην ήταν απόγονοι των αρχαίων Ελληνομακεδόνων αλλά οι πρόσφυγες που ήρθαν μετά το 1922 ως ανήκοντες στο ευρύτερο ελληνικό έθνος έχουν άμεση σχέση με τους αρχαίους Ελληνομακεδόνες.
        Εν πάση περιπτώσει αυτή είναι μια συζήτηση μεταξύ υπερεθνικιστών οπότε η δυνατότητα/πιθανότητα μετατροπής της σε “ευφυή” συζήτηση είναι μικρή. εφόσον αυτό που συνήθως μετράει σε τέτοιες συζητήσεις είναι ποιός την έχει πιο μεγάλη.
        Επέμεινα λίγο στο εθνικιστικό χαρτογραφικό φετίχ διότι αυτό αφορά όχι μόνον τους Σλαβομακεδόνες εθνικιστές αλλά γιατί χρησιμοποιείται με κάποια σχετική ευφυία και από τους “δικούς” μας ως ένα ακόμα στοιχείο ταύτισης τής επικράτειας τής αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας (στο μέρος της που δεν ήταν απλά ταυτισμένη με το κράτος αλλά συνέπιπτε με τον εθνοτικά προσδιορισμένο ελληνομακεδονικό πληθυσμό) με την σύγχρονη, εφόσον αυτές “ταυτίζονται” στην γεωγραφική τους έκταση.
        Η επιτυχία αυτής της νέας προπαγάνδας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις λαθροχειρίες της αντίθετης πλευράς μετά μάλιστα την επικράτηση του σοσιαλιστικού συστήματος αλλά και πριν με τις ανόητες χαρτογραφικές καταγραφές και από τους Βούλγαρους εθνικιστές και από την γ διεθνή που έπαιζε για ένα διάστημα το παιχνιδάκι τους (ίσως και από άγνοια ή εμπιστευόμενη το βουλγαρικό παράρτημά της).

    • Για τα βόρεια σύνορα της γεωγραφικής Μακεδονίας έχω βρει κάποια πραγματάκια. Ουσιαστικά οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που θεωρούσαν σχεδόν ολόκληρο το έδαφος της ΠΓΔΜ ως μακεδονικό και σ’ αυτούς βασίστηκε ο Στράβωνας, αλλά και οι Έλληνες του 18ου και 19ου αιώνα!

      Σύμφωνα μάλιστα με έκθεση του Έλληνα πρόξενου του Μοναστηρίου Πέτρου Λογοθέτη (2 Ιουλίου 1880):
      «Τα κυριώτερα έσχατα όρια πέραν των οποίων δεν δικαιολογούνται αι ελληνικαί αξιώσεις, και άτινα δέον να διαχωρίζουσι την μεσημβρινήν από της βορείας Μακεδονίας εισί το Κρούσοβον, το Πρίλαπον, το Μορίχοβον, το προ μεσημβρίαν ήμισυ μέρος του διαμερίσματος Στρωμνίτσης, το μεσημβρινόν μέρος του διαμερίσματος Δεμίρ Χισσάρ, το διαμέρισμα των Σερρών και τέλος της Δράμας».

      Μόνο όταν συνειδητοποιήσαμε πως ήταν ουτοπικό να διεκδικούμε τη βόρεια Μακεδονία αρχίσαμε να μιλάμε για τα «ιστορικά όρια της αρχαίας Μακεδονίας».

      Επίσης, καλό είναι να σταματήσουμε να νομίζουμε ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες παίζουν τόσο καθοριστικό ρόλο στο σλαβομακεδονικό εθνικό αφήγημα. Δείτε για παράδειγμα μια σχετική έρευνα, αλλά και τα λόγια μιας σλαβομακεδόνισσας πανεπιστημιακού:
      «Να είστε βέβαιοι πως οι Μακεδόνες δεν έχουν ταυτιστεί με τη Μακεδονική Αρχαιότητα και το αίτημα αναγνώρισης που διατυπώνουν εδώ και ενάμιση αιώνα είναι αίτημα αναγνώρισης ενός σλαβικού έθνους μεταξύ άλλων σλαβικών εθνών. Φυσικά, υπήρξε η μετά το 2008 αλλόκοτη καινοτομία της λεγόμενης «αρχαιοποίησης» που εισήγαγε η κυβέρνηση Γκρούεφσκι, για την οποία εξακολουθώ να αμφιβάλλω ότι θα μπορούσε να αλλάξει χιλιάδες χρόνια προφορικής ιστορίας ενός σλαβικού λαού και γλώσσας. […] Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό είναι αναφαίρετο, και εγώ προσδιορίζομαι ως Μακεδόνισσα. Όχι αρχαία Μακεδόνισσα, αλλά σύγχρονη, Σλάβα και Μακεδόνισσα. Γνωρίζω πως η ταυτότητά μας, η γλώσσα και η Ιστορία μας, είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη βουλγαρική, αλλά μολαταύτα διακριτή και δεν έχω άλλη επιλογή από το να αναγνωρίσω τον εαυτό μου ως Μακεδόνισσα – με αυτήν την ταυτότητα γεννήθηκα».

      • Καλημέρα Πέρτιναξ!

        Έτσι είναι όπως τα λες.

      • Ιωάννης Τζανάκος

        Πολύ διαφωτιστικές οι διευκρινίσεις. Για το αν το “αρχαιομακεδονικό” ιδεολόγημα παίζει ρόλο στην νεωτερική εθνική συνείδηση των Σλαβομακεδόνων δεν έχω αντίρρηση να δεχτώ ότι έτσι είναι τα πράγματα (ότι δηλαδή δεν είναι το κυρίαρχο), παρά την προσπάθεια αρχαιοποίησης) και παρά την υστερία των εδώ “μακεδονομάχων”, απλά θα ήθελα να κρατήσουμε μιαν επιφύλαξη για την δύναμή του στο λαϊκο ακροατήριο στον βαθμό που αυτό επηρεάζεται κατά καιρούς από την όξυνση των εθνικιστικών ανταγωνισμών κ.λπ. Εξάλλου τα “αταβιστικά” καταγωγικά σχήματα ενεργοποιούνται (χουλιγκανοειδώς) και εδώ όταν υπάρχει ανάλογη περίσταση και όταν λειτουργεί η λογική της συλλογικής έξαψης.
        Νομίζω πως αντί να ψάχνουμε όμως αυτή την περιστασιακή ή μονιμότερη έξαψη στους Σλαβομακεδόνες μόνον ως αναφερόμενη στην εθνικιστική διαμάχη με τους σύγχρονους Έλληνες θα έπρεπε να δούμε πως λειτουργεί στην προσπάθειά τους να αποσπαστούν από τον ευρύ βουλγαρικό κορμό.

      • Ιωάννης Τζανάκος

        Υστερόγραφο:
        Διαβάζοντας κάπως προσεκτικότερα την θέση της Σλαβομακεδόνισσας πανεπιστημιακού, αν και με δυσκολία λόγω της απαρέσκειάς μου προς την “αριστερή” εφημερίδα που δημοσιεύεται (την αυγιανή), έχω ένα θέμα για το κατά πόσο αυτή εκφράζει πραγματικά το κοινωνικό αίσθημα των ίδιων των “λαϊκών” Σλαβομακεδόνων..Σίγουρα το εκφράζει εν μέρει, τουλάχιστον αυτών που δεν είναι επηρεασμένοι από τον υπερεθνικισμό, αλλά επιτρέψτε μου να μην εμπιστεύομαι τα ιδεολογικά μακαρόνια των διανοουμένων.

  3. antonis

    Καλησπέρα !! Κοίτα τώρα τι μου θύμησες..Εχω ακούσει την ιστορία (δεν ξέρω βεβαια, αν είναι αληθινή ή όχι – διότι ως Βλάχος δεν ήμουν παρών για να το εξακριβώσω χαχα), πως κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα πολεμούσαν δυό Βλάχοι ο ένας από την πλευρά των Βουλγάρων και ο άλλος απο την πλευρά των Ελλήνων. Όταν ο ένας διαπίστωσε την παρουσία του άλλου ειπώθηκε ο εξής διάλογος (με τη χρήση δύο διαφορετικών χαρακτηρισμών αντί “εθνονυμίων”) Νun ts easti arusine s’ adar polimu cu aests Mocanilli? Sh’ atsia nun ts easti arusine s’ adar polimu cu aests Gaganilli? Δεν ντρέπεσαι να πολεμας με αυτούς τους Μόκανους (Βούλγαρους) Κι εσύ δεν ντρέπεσαι να πολεμάς μ’ αυτούς του Γκάγκανους (Γκρέκους)?

    • Γεια σου Αντώνη. Ωραίο!

      • FD

        συγνώμη φίλε Αντώνη μια διόρθωση, ο μειωτικός όρος mocanu χρησιμοποιείται απο του Βλαχους για τους ρουμάνους το δε gaganu νομίζω καλύτερα zdaganu που στην ουσία σημαινει χοντροκέφαλος για τους βουλγαρους

      • Αντώνης

        Κανένα πρόβλημα για τη διόρθωση φίλε μου !! Απλά έτσι το λέει ο πατέρας μου. Το gaganu από τα γκαγκάνια μου είπε ότι προέρχεται το δε, mocanu (αν και ξέρω για την αντίστοιχη φυλή των Ρουμάνων βοσκών) μου είπε ότι το λέγανε -τουλάχιστον στην περιοχή μας – για τους Βούλγαρους και με αυτό τον όρο τους αποκαλούσαν “χοντροκέφαλους”.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.