Τα nomina agentis σε *-Vkwyo- σε Σλαβική, Αρμενική, και Αλβανική

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ΙΕ επίθημα *-Vkwyo- (V= φωνήεν, kw = χειλοϋπερωικό /kʷ/), το οποίο σχηματίζει nomina agentis (ουσιαστικά που προσδιορίζουν ένα πρόσωπο/αντικείμενο ως τον φορέα δράσης μιας ρηματικής ρίζας, όπως τα πιο γνωστά ΙΕ οργανικά επιθήματα τύπου *-DeL- που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση) στον Σλαβικό κλάδο, στην Αρμενική και την Αλβανική.

Το ΙΕ αυτό επίθημα είναι ο πρόγονος των σημερινών σλαβικών επιθημάτων -ič και -ač (λ.χ. voditi = «άγω» > λίγο πολύ πανσλαβικό vodič = «αυτός που άγει (αρχηγός,  οδηγός, αγωγός)» = βουλγαρικό και σλαβομακεδονικό vodač), του αρμενικού επιθήματος -ičʿ (λ.χ. aṙnem/arari = «ποιέω/ἐποίησα» > araričʿ= «δημιουργός, Δημιουργός [του σύμπαντος]/θεός») και, τέλος, του αλβανικού επιθήματος –ës (λ.χ. vjedh = «κλέβω» > vjedhës = «κλέφτης»).

Το επίθημα αυτό είναι από παλιά γνωστό στην σλαβολογία και στην παλαιότερη σλαβολογική βιβλιογραφία θα το βρείτε ως *-Vkyo-. Ωστόσο, η παλαιότερη αυτή αναδομημένη μορφή δεν μπορεί να εξηγήσει τη μορφή του επιθήματος σε Αρμενική και Αλβανική (βλ. παρακάτω), η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την μορφή με χειλοϋπερωικό *-Vkʷyo- (εγώ για λόγους συμβολικής απλότητας και ευχρησίας συνηθίζω να συμβολίζω το ΙΕ χειλοϋπερωικό ως kw) και, συνεπώς, στην πιο ενημερωμένη βιβλιογραφία θα βρείτε το επίθημα σ’αυτή τη μορφή. Ο πρώτος που προτεινε την αναδόμηση του επιθήματος με χειλοϋπερωικό, ώστε να εξηγηθούν με ομαλή παραγωγή και τα σλαβικά -ač/-ič και το αλβανικό –ës ήταν ο Holger Pedersen.

Η Birgit Olsen περιγράφει την ιστορία του επιθήματος *-Vkwyo- στη σελίδα 476 του εξαιρετικού βιβλίου της The Noun in Biblical Armenian: Origin and Word-Formation (Mouton de Gruyter, 1999), στο οποίο περιγράφει την ετυμολογία και τον τρόπο σχηματισμού των ουσιαστικών στην Βιβλική/Κλασική Αρμενική του 5ου μ.Χ. αιώνα.

1. Γιατί χρειάζεται το χειλοϋπερωικό στο επίθημα;

Η Αλβανική και η Αρμενική έχουν μια ιδιαιτερότητα που απαντά μόνο πάρα πολύ σπάνια στις άλλες ΙΕ γλώσσες τύπου satem. Παραδοσιακά, για να χαρακτηριστεί μια ΙΕ γλώσσα τύπου satem έπρεπε να πληροί τρία κριτήρια:

  1. τροπή των ουρανικών υπερωικών (palatal velars) σε τριβόμενα ή προστριβόμενα σύμφωνα: *k’>(t)s, *g'(h)> (d)z
  2. ταύτιση των χειλοϋπερωικών (labiovelars) με τα απλά υπερωικά (plain velars): *kw>k, *gw>g, *gwh>gh
  3. εφαρμογή του κανόνα RUKI: τροπή *s>š μετά από /r/,/u/,/k/,/i/.

Για χάρη απλότητας θεωρούμε ότι η διαδικασία της σατεμοποίησης (satemization) πραγματοποιήθηκε «ακαριαία», δηλαδή θεωρούμε ότι υπήρχε μια στιγμή στο χρόνο όπου οι τρεις παραπάνω εξελίξεις συνέβησαν ταυτόχρονα και σχεδόν ακαριαία. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική και σήμερα ξέρουμε ότι το κριτήριο #2 (δηλαδή η ταυτίση των χειλοϋπερωικών με τα απλά υπερωικά) δεν ολοκληρώθηκε ακαριαία, αλλά χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να ολοκληρωθεί. Η συνέπεια αυτής της καθυστέρησης της ταύτισης ήταν ότι στην Αλβανική και την Αρμενική πριν από πρόσθια φωνήεντα (e,i,y) η ταύτιση αυτή δεν έγινε ποτέ. Με άλλα λόγια, στην Αλβανική και την Αρμενική άλλη είναι η εξέλιξη ενός /k/ πριν από /e,i,y/ και άλλη είναι η εξέλιξη ενός */kw/ στην ίδια θέση. Η «ανωμαλία» αυτή απαντά και στην Ινδική, όπως εξηγεί ο Benjamin Fortson στην σελίδα 59 του βιβλίου του Indo-European Language and Culture: An Introduction (2η έκδοση, Wiley-Blackwell, 2009) που παραθέτω αμέσως παρακάτω.

Τα ΙΕ «μακρά συλλαβικά ένηχα» (*R.H, συνδυασμός συλλαβικού ενήχου και λαρυγγικού) συμπεριφέροντια με διττό τρόπο στην πρωτοϊνδική: πριν από σύμφωνα γίνονται īR/ūR και πριν από φωνήεντα γίνονται iR/uR. Αυτό που καθορίζει την εξέλιξη i/u είναι η ποιότητα του προκείμενου συμφώνου: όταν το προκείμενο σύμφωνο είναι χειλικό (bh,b,p,w) τότε το αναπτυκτικό φωνήεν είναι u/ū, λ.χ. IE *pl.h1-nos > Skt pūrṇá, αλλά IE *k’r.h2-tos > Skt *śīrta- «ανάμεικτος» (λ.χ. κεράννῡμι/ἄκρᾱτος). Όταν το προκείμενο σύμφωνο είναι χειλοϋπερωικό, τότε η σανσκριτική δίνει u/ū (λ.χ. *gwr.h2-u- > gurú), όπως κάνει με τα χειλικά σύμφωνα. Αυτό δείχνει ότι τα ΙΕ χειλοϋπερωικά *kw,*gw,*gwh ήταν ακόμα άθικτα (δεν είχαν ταυτιστεί με τα απλά υπερωικά), όταν η πρωτοϊνδική έκανε την ανάπτυξη i/u (μεταξύ 2000-1500 π.Χ). Όσοι έχετε την 2η έκδοση του Fortson (όχι την πρώτη του 2004), διαβάστε την παράγραφο 10.37 στη σελίδα 212.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει από την εξέταση της Αλβανικής και της Αρμενικής.

Στην Αρμενική το απλό /k/ πριν από πρόσθια φωνήεντα (e,i,y) γίνεται κανονικά /kʿ/ (λ.χ. IE *(s)ker- > kʿerem), αλλά το /kw/ στην ίδια θέση γίνεται /čʿ/ (λ.χ. IE *kwetwores > OArm čʿorkʿ, IE *h3kw-ih1 [«μάτια» στον δυικό αριθμό] > OArm ačʿkʿ = «μάτια», με ενικό akn).

Το ίδιο συμβαίνει και στην Αλβανική: IE *(s)ker- > αλβ. sh-qerr, αλλά IE *penkwe > PAlb *pene > αλβ. pesë, και ο δυικός αριθμός «μάτια» *h3ekw-ih1 > PAlb *aī > αλβ. sy.

Στο καινούριο (2017) εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας (The Indo-European Languages, 2η έκδοση, επιμ. Mate Kapović, Routledge, 2017), ο Alexander Rusakov έγραψε το κεφάλαιο για την Αλβανική, η Birgit Olsen το κεφάλαιο για την Αρμενική, ενώ ο επιμελητής Mate Kapović έγραψε (μεταξύ άλλων) ένα εισαγωγικό κεφάλαιο όπου εξηγεί την διάκριση centum-satem και την παραπάνω ιδιαιτερότητα της Αλβανικής και της Αρμενικής. Παραθέτω τις σελίδες από τα κεφάλαια των παραπάνω γλωσσολόγων όπου εξηγείται η ιδιαιτερότητα Αλβανικής και Αρμενικής στην μη ταυτίση των χειλοϋπερωικών με τα απλά υπερωικά πριν από πρόσθιο φωνήεν.

Ενώ, λοιπόν, τα σλαβικά επιθήματα -ač/-ič μπορούν να εξηγηθούν και από τις δύο αναδομημένες μορφές (*-Vkyo– και *-Vkwyo-), το αλβανικό επίθημα -ës (λ.χ. *h3ekw-ih1 > *aī > sy) και το αρμενικό επίθημα -ičʿ (λ.χ. *h3kw-ih1 > ačʿkʿ) εξηγούνται μόνο από την αναδομημένη μορφή του επιθήματος με χειλοϋπερωικό (*-V-kwyo-), γι’αυτό το λόγο στα βιβλία/κεφάλαια του Joachim Matzinger και του Alexander Rusakov θα βρείτε την αναδομημένη μορφή ως IE *-ikwyo- > αλβ. -ës. Παραθέτω τις αναφορές στο επίθημα αυτό από το προρρηθέν κεφάλαιο του Rusakov (2017) και από το βιβλίο του Matzinger (Verlag J.H. Roll, 2006) για το κείμενο του Αρμπερέση Lekë Matrënga (στα ελληνικά θα το αποδίδαμε ως Αλέκος Ματαράγκας), που νομίζω πως είναι το παλαιότερο εκτενές κείμενο της Τοσκικής Αλβανικής (1592 μ.Χ., το πρώτο εκτενές Γκεκικό κείμενο είναι ελαφρώς παλαιότερο, το 1555 μ.Χ.).

2. Το επίθημα -ës στην Αλβανική

Στις παραπάνω σελίδες θα βρείτε όλα περίπου τα παραδείγματα που θα παραθέσω παρακάτω.

heq = «τραβώ, έλκω» > heqës = «αρχηγός, ηγέτης» (αυτός που «τραβάει» τους άλλους). Το σημερινό αλβανικό udhëheqës = «ηγέτης» είναι calque του ελληνικού όρου οδηγός (ὁδός+ἀγός = udhë+heqës)

vjedh = «κλέβω» > vjedhës = «κλέφτης»

mbjell = «σπέρνω, φυτεύω» > mbjellës = «σπορέας, φυτευτής»

ndihmoj = «βοηθώ» > ndihmës = «βοηθός, υφιστάμενος»

mbyll = «κλείνω (σκεπάζω), σφραγίζω» > mbyllës = «καπάκι, κάλυμμα»

mbuloj = «σκεπάζω, καλύπτω» > mbulës = «σκέπαστρο, κάλυμμα» (εδώ και στο προηγούμενο παράδειγμα, το επίθημα λειτουργεί όπως το ΙΕ οργανικό επίθημα *-trom > -τρον στο νεοελληνικό σκεπάζ-ω > σκέπασ-τρο)

3. Το επίθημα -ičʿ στην Αρμενική

Ευτυχώς για μένα, η Birgit Olsen περιγράφει εκτενέστατα το επίθημα -ičʿ (εναλλακτικός τύπος -učʿ) στο προρρηθέν βιβλίο της για τα ουσιαστικά της Βιβλικής Αρμενικής και, επομένως, μπορείτε να τα διαβάσετε μόνοι σας στις σελίδες που θα παραθέσω παρακάτω. Εγώ θα αρκεστώ μόνο σε μερικά παραδείγματα:

aṙnem/arari = «ποιέω/ἐποίησα» > araričʿ = «δημιουργός, Δημιουργός [του σύμπαντος] = θεός»

grem = «γράφω» > gričʿ= «στυλό» (κυριολεκτικά «γραπτήρας/γραφτήρι»)

Μια λίστα με κλασικούς αρμενικούς όρους σε -ičʿ μπορείτε να δείτε εδώ , ενώ εδώ μπορείτε να δείτε μια λίστα κλασικών αρμενικών όρων σε -učʿ.

Η Birgit Olsen περιγράφει αναλυτικά το επίθημα στις παρακάτω σελίδες (παραθέτω τις πρώτες τρεις σελίδες τις οποίες αφιερώνει για το θέμα):

4. Τα επιθήματα -ač/-ič στον Σλαβικό κλάδο

Στις σλαβικές γλώσσες το είδος του φωνήεντος (a/i) του επιθήματος εξαρτάται από το απαρέμφατο του ρήματος: τα ρήματα σε –iti σχηματίζουν nomina agentis σε -ič (λ.χ. voditi = «άγω» > vod = «αρχηγός, οδηγός, αγωγός»), ενώ τα ρήματα σε -ati σχηματίζουν nomica agentis σε -ač (λ.χ. σερβοκροατικό predavati = «διαβάζω» > predav = «λέκτορας, ομιλητής», κυριολεκτικά «αναγνώστης»). Ωστόσο, αυτή η διάκριση δεν είναι απόλυτη. Στην Βουλγαρική και τη Σλαβομακεδονική (γλώσσες που απώλεσαν το σλαβικό απαρέμφατο, το οποίο, όπως είπα, συχνά καθορίζει το είδος του φωνήεντος a/i) όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν και, συνεπώς, απαντάνε και τύποι όπως (voditi) > vod (σλαβομακεδονικό vod, βουλγαρικό vod) αντί του vod των άλλων γλωσσών.

kopati = «σκάβω» > kopač = «σκάφτης»

orati = «οργώνω, ἀρόω» > orač = «ἀροτήρ, ζευγολάτης»

voditi = «άγω» > vodič = «αρχηγός, οδηγός, αγωγός» (η ακριβής σημασία εξαρτάται από τη γλώσσα)

Παραθέτω μερικές σελίδες από το βιβλίο The Slavonic Languages (επιμ. Bernard Comrie & Greville G. Corbett, 2η έκδοση, Routledge, 2002),  όπου ο Ernest A. Scatton περιγράφει το επίθημα στη Βουλγαρική (σλδ 221, vodač), ο Victor Friedmann στην (Σλαβο-)Μακεδονική (σλδ 282 vrazač/vražačka), και ο Wayles Browne στη Σερβο-Κροατική (σλδ 340, predavač).

Θα σχολιάσω μόνο τους διαφορετικούς τρόπους της σλαβομακεδονικής (σλδ 282) στον σχηματισμό του όρου «μάγος, μάγισσα» από το ρήμα vraža = «μαγεύω, ξορκίζω, διηγούμαι»: πέρα από τα vražač = «μάγος» και vražačka = «μάγισσα» που ανήκουν στο θέμα της ανάρτησης, η σλαβομακεδονική δείχνει επιπλέον τους όρους vražar/vražarka (θηλ.), vražalec/vražalka vražalica (θηλυκά).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.