Το λουκάνικο, η Λευκανία, και ο Θεοφάνης ο Ερμουπολίτης

Η σημερινή ανάρτηση προέκυψε απρόοπτα μέσα στις γιορτές και έχει ως θέμα την ιστορία του όρου λουκάνικο. Έτυχε να ρωτήσω αυτές τις μέρες τον Αντώνη Καλδέλλη αν ο όρος λουκάνικο απαντά στην βυζαντινή γραμματεία, και μου απάντησε πως ο όρος απαντά πολλάκις στην βυζαντινή γραμματεία και απαντά στην Ελληνική γλώσσα ήδη από την ύστερη αρχαιότητα (λ.χ. στην περιγραφή των τροφίμων και των τιμών τους που κατέγραψε ο Θεοφάνης ο Ερμουπολίτης [από τη Μεγάλη Ερμούπολη της Αιγύπτου] λίγο μετά το 320 μ.Χ. στην λεπτομερή περιγραφή του ταξιδιού του στην Εώα Διοίκηση).

Ο John Matthews επιμελήθηκε τη μετάφραση και τον σχολιασμό του περιηγητικού συγγράμματος του Θεοφάνη στο βιβλίο του The Journey of Theophanes: Travel, Business, and Daily Life in the Roman East (Yale University Press, 2006).

Ο ελληνικός όρος λουκάνικονλουκανικόν) είναι λατινικό δάνειο που εισήλθε στην Ελληνική κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Ο λατινικός όρος lūcānica είναι ουσιαστικοποιημένο εθνικό επίθετο και σημαίνει «καπνιστό αλλαντικό Λουκανίας».

Ο λατινικός όρος συνεχίζει στις νότιες ιταλικές διαλέκτους ως lucanica και στις βόρειες ως luganega, επιδεικνύοντας την ηχηροποίηση c>g σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. οι ιταλικές διτυπίες pacare = pagare, braca = braga), που είναι τυπική της γαλλοϊβηρικής (ή δυτικής) ρωμανικής (λ.χ. focus > ιταλ. fuoco αλλά ισπ. fuego) και απαντά συχνά στις γαλλοϊταλικές διαλέκτους της βόρειας Ιταλίας.

Εκτός από την Ελληνική (λουκάνικο) και την Ιταλική (luganega), ο όρος απαντά και σε άλλες γλώσσες, όπως η Ισπανική (longaniza), η Βουλγαρική (Lukanka), η Περσική (lakânak), η Αραβική (laqāniq) κλπ.

Η Λευκανία/Lūcānia ήταν η περιοχή της Νότιας Ιταλίας που οι αρχαιότεροι Έλληνες ήξεραν ως Οινωτρία. Η περιοχή μετονομάστηκε σε Λευκανία όταν κατακτήθηκε από τους οσκο-σαμνίτες Λευκανούς (Λευκανοί/Lūcānī).

Το εθνώνυμο Λευκανοί/Lūcānī μάλλον προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *lewk- «φέγγω, λάμπω» που έδωσε τον ελληνικό όρο λευκός και, μεταξύ άλλων, το λατινικό όρο *lowk-s > lūx = «φως» (λ.χ. IE *dewk-oh2 > PIt *dowkō > λατ. dūcō = «άγω»). Γιατί ονομάστηκε «Λευκή» η Λευκανία; Δεν έχω βρει κάποια βέβαια απάντηση, αλλά παρατήρησα ότι η περιοχή έχει δύο «Λευκά όρη» (ένα Mōns Albānus > Montalbano στα νότια κοντά στη Μπασιλικάτα και την οροσειρά Mōns Alburnus > Monti Alburni στα βορειοδυτικά, η οποία συνεχίζει βόρεια στην Καμπανία).

Κατά την διάρκεια των σαμνιτικών πολέμων, σύμφωνα με τον Κικέρωνα και τον Βάρρωνα, οι Ρωμαίοι εξεστράτευσαν στη Λευκανία, όπου εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από το εγχώριο αλλαντικό, που πήραν μαζί τους πίσω στη Ρώμη τη συνταγή παρασκευής του. Το αλλαντικό αυτό, όπως ήδη προανέφερα, ονομάστηκε lūcānica = «(καπνιστό) αλλαντικό Λευκανίας».

Παραθέτω την περιγραφή του Βάρρωνος:

[De Lingua Latina, V,22,111Quod fartum intestinum e crassundiis, Lucanicam dicunt, quod milites a Lucanis didicerint, ut quod Faleriis Faliscum ventrem; fundolum a fundo, quod non ut reliquae lactes, sed ex una parte sola apertum; ab hoc Graecos puto tuphlon enteron appellasse. Ab eadem fartura farcimina in extis appellata, a quo farticulum: in eo quod tenuissimum intestinum fartum, hila ab hilo dicta illo quod ait Ennius:
          Neque dispendi facit hilum.
Quod in hoc farcimine summo quiddam eminet, ab eo quod ut in capite apex, apexabo dicta. Tertium fartum est longavo, quod longius quam duo illa.

Όσον αφορά το ταξίδι του Θεοφάνη του Ερμουπολίτη, ο όρος λουκάνικα μεταφράζεται στα αγγλικά από τον Matthews ως smoked sausages (καπνιστά λουκάνικα) και αναφέρεται στις σελίδες 9, 68, 110, 113, 118, 136, 168, 169, 187, 190, 191, 192, 193, και 262.

Παραθέτω μια πρόταση από τη σελίδα 9 του προρρηθέντος βιβλίου του John Matthews:

[σλδ 9] two words for varieties of sausages, both of Latin origin (lucanica and isicia) [#20]

υποσημ. #20: The memoranda in fact offer the first attested use of the Greek word loukanika for sausages— in both culinary and philological terms, a select item.

Ο Θεοφάνης αναφέρει δύο ειδών λουκάνικα: λουκάνικα και εἰσσίκια.

Ο όρος εἰσσίκιον προέρχεται από την δημώδη λατινική εκδοχή īsicium του όρου īnsicium = «κιμάς» και «είδος λουκάνικου», ο οποίος είναι παράγωγο του λατινικού ρήματος īnsecō = «κομματιάζω» (κυριολεκτικά «ἐντέμνω», λ.χ. īnsectus = ἔντομος > αγγλ. insect = έντομο).

Advertisements

2 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Μεσαίωνας

2 responses to “Το λουκάνικο, η Λευκανία, και ο Θεοφάνης ο Ερμουπολίτης

  1. Dimitrios

    εἰσσίκιον = īsicium = λουκάνικο
    sal + īsicium = αλατισμένο λουκάνικο
    salsiccia:
    https://en.wikipedia.org/wiki/Italian_sausage

    • Γεια σου Δημήτρη.

      Δεν ξέρω αν ο όρος salsiccia/sausage περιέχει τον όρο isicium/isicia. Το βικιλεξικό τα δίνει ως απογόνους του υστερολατινικού επιθέτου sals-icius, παράγωγο του ρηματικού επιθέτου (μετοχή παρακειμένου) salsus = «αλατισμένος».

      Λ.χ. fossus/fossa = «σκαμμένος, σκαμμένη [και «τάφρος»]» > foss-icius.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s