Οι Θράκες και η γλώσσα τους (Δεκέμβριος 2017) #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα συνοπτικά την ιστορία των Θρακών από την αρχαϊκή περίοδο μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και προσπάθησα να εξηγήσω γιατί, κατά τους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας (3ος-6ος μ.Χ. αιώνας), ο όρος «Θρᾷξ» έχασε την εθνοτική του σημασία, αποκτώντας νέα γεωγραφική σημασία (ελληνόφωνος ή λατινόφωνος Ρωμαίος της Θράκης) και, παράλληλα, γιατί το περιεχόμενο του όρου «Βέσσος» επαναπροσδιορίστηκε ώστε να περιλάβει όλους τους εναπομείναντες φορείς της εθνοτικής θρακικής ταυτότητας. Στη σημερινή δεύτερη ανάρτηση θα ασχοληθώ με την θρακική γλώσσα, αλλά θα χρειαστώ ακόμα μια ανάρτηση (την αφήνω για το προσεχές μέλλον) για να ολοκληρώσω το θέμα.

Παραθέτω για όποιον ενδιαφέρεται την παρακάτω βιβλιογραφία για την θρακική γλώσσα:

Radoslav Katičić, The Thracian Complex, στο The Ancient Languages of the Balkans (Mouton de Gryuter, 1976), σλδ 128-53.

Edgar Polomé, Thracian and Daco-Moesian, στο The Cambridge Ancient History III.1: The Prehistory of the Balkans and the Middle East and the Aegean World, tenth to eighth centuries B.C. (Cambridge University Press, 1982), σλδ 876-888.

Ivan DuridanovThrakisch-Dakische studien: die thrakisch -und dakisch- baltischen sprachbeziehungen (Σόφια, 1969)

Ivan Duridanov, Die Sprache der Thraker (Hieronymus, Verlag, 1985)

Άννα Παναγιώτου και Claude Brixhe,  Le Τhrace, στο βιβλίο Fr. Bader (ed.), Langues indo-européennes (Paris: C.N.R.S. , 1994, με αναθεωρημένη επανέκδοση το 1997), σλδ 179-203.

Χρήσιμο υλικό μπορείτε επίσης να βρείτε στα άρθρα της σελίδας στην academia της βουλγάρας θρακολόγου Svetlana Yanakieva.

Α. Αρχαίες αναφορές στην θρακοφωνία

θρᾳκιστί , lingua Thracica , Βεσσῶν φωνήlingua Bessorum , sermo Geticus

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρέθεσα τον Ηρόδοτο να περιγράφει τους Θράκες σαν το δεύτερο πιο πολυπληθές έθνος του κόσμου μετά τους Ινδούς και τον Παυσανία να περιγράφει τους Θράκες σαν το δεύτερο πιο πολυπληθές έθνος της Ευρώπης μετά τους Κελτούς. Ο Ηρόδοτος έκανε επιπλέον την παρατήρηση ότι αυτός ο γεωγραφικά εκτενής θρακικός πληθυσμός ήταν λίγο πολύ ομοηθής (5.3: Θρηίκων δὲ ἔθνος μέγιστον ἐστὶ μετά γε Ἰνδοὺς πάντων ἀνθρώπων … νόμοισι δὲ οὗτοι παραπλησίοισι πάντες χρέωνται κατὰ πάντα, πλὴν Γετέων καὶ Τραυσῶν καὶ τῶν κατύπερθε Κρηστωναίων οἰκεόντων).

Οι αρχαίοι Έλληνες επιπρόσθετα αναγνώριζαν τους Θράκες ως διακριτή γλωσσική ομάδα που είχε τη δική της θρακική γλώσσα. Το ρήμα θρᾳκίζω σήμαινε «μιλώ θρακικά» και το επίρρημα θρᾳκιστί σήμαινε «στην θρακική γλώσσα, θρακικά».

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.6.1] εἶτα Μεσημβρία Μεγαρέων ἄποικος, πρότερον δὲ Μενεβρία, οἷον Μένα πόλις, τοῦ κτίσαντος Μένα καλουμένου, τῆς δὲ πόλεως βρίας καλουμένης θρᾳκιστί: ὡς καὶ ἡ τοῦ Σήλυος πόλις Σηλυμβρία προσηγόρευται, ἥ τε Αἶνος Πολτυμβρία ποτὲ ὠνομάζετο […]

Το λατινικό αντίστοιχο του ελληνικού επιρρήματος θρᾳκιστί ήταν Thrace (λ.χ. Latine = λατινιστί, Graece = ἑλληνιστί). Ο όρος lingua Thracica = θρακική γλώσσα απαντά στο χωρίο της Historia Augusta που εξηγεί ότι ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος ο Θραξ, όταν κατατάχθηκε στο ρωμαϊκό στρατό, ήταν ημιβάρβαρος που αγνοούσε τη λατινική γλώσσα και μιλούσε μόνο την θρακική (hic adulescens et semibarbarus et vix adhuc Latinae linguae, prope Thracica imperatorem publice petiit). Περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες για τον Μαξιμίνο μπορείτε να διαβάσετε στο Β.1. εδώ.

Ο Ξενοφών σε δύο σημεία ξεκαθαρίζει ότι όταν συναντήθηκε με τον Θράκα πρίγκιπα Σεύθη, οι δύο άντρες συνενοήθηκαν μέσω διερμηνέα (ἑρμηνεύς), ο οποίος μετέφραζε θρακιστί τα ελληνικά του Ξενοφώντα, για να τα καταλάβει ο Σεύθης.

[Ξενοφών, Ανάβασις, 7.2.19] ἐπεὶ δὲ ᾔσθετο, προπέμπει τὸν ἑρμηνέα ὃν ἐτύγχανεν ἔχων, καὶ εἰπεῖν κελεύει Σεύθῃ ὅτι Ξενοφῶν πάρεστι βουλόμενος συγγενέσθαι αὐτῷ. οἱ δὲ ἤροντο εἰ ὁ Ἀθηναῖος ὁ ἀπὸ τοῦ στρατεύματος.

[Ξενοφών, Ανάβασις, 7.3.25] σχολάζει γὰρ ἤδη, ἐγὼ δὲ οὐδέπω. ἀκούσας Σεύθης τὴν φωνὴν ἠρώτα τὸν οἰνοχόον τί λέγει. ὁ δὲ οἰνοχόος εἶπεν: ἑλληνίζειν γὰρ ἠπίστατο. ἐνταῦθα μὲν δὴ γέλως ἐγένετο.

Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι βρία είναι η πόλις θρᾳκιστί και ορίζει την έκταση τη θρακοφωνίας με τη διπλή εξίσωση α=β=γ, όταν γράφει ότι, βορείως του Δούναβη, οι Δάκες ήταν ομόγλωσσοι με τους Γέτες (7.3.13: ὁμόγλωττοι δ᾽ εἰσὶν οἱ Δακοὶ τοῖς Γέταις ) και οι υπερδουνάβιοι Γέτες ήταν ομόγλωσσοι με τους υποδουνάβιους Θράκες (7.3.10: τῶν Γετῶν, ὁμογλώττου τοῖς Θρᾳξὶν ἔθνους). Κατά τον Στράβωνα, υπήρχε μια ενιαία υπερδουνάβια εθνογλωσσική ομάδα που στον κάτω Δούναβη ήταν γνωστή ως Γέτες και στον Άνω Δούναβη ήταν γνωστή ως Δάκες, ενώ ο γεωγράφος ξεκαθαρίζει ότι, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, οι Γέτες και οι Μυσοί ήταν Θράκες. Ο Στράβων παραθέτει ένα χωρίο του Μενάνδρου στο οποίο κάποιος Γέτης παροσιάζει την εθνοτική του ομάδα ως μέρος της ευρύτερης θρακικής (7.3.4: πάντες μὲν οἱ Θρᾷκες, μάλιστα δ᾽ οἱ Γέται ἡμεῖς ἁπάντων (καὶ γὰρ αὐτὸς εὔχομαι ἐκεῖθεν εἶναι τὸ γένος = «όλοι οι Θράκες και, ειδικότερα, όλοι εμείς οι Γέτες»).

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.12] τοὺς μὲν γὰρ Δακοὺς προσαγορεύουσι τοὺς δὲ Γέτας, Γέτας μὲν τοὺς πρὸς τὸν Πόντον κεκλιμένους καὶ πρὸς τὴν ἕω, Δακοὺς δὲ τοὺς εἰς τἀναντία πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ τὰς τοῦ Ἴστρου πηγάς, οὓς οἶμαι Δάους καλεῖσθαι τὸ παλαιόν

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.13] ῥεῖ δὲ δι᾽ αὐτῶν Μάρισος ποταμὸς εἰς τὸν Δανούιον, ᾧ τὰς παρασκευὰς ἀνεκόμιζον οἱ Ῥωμαῖοι τὰς πρὸς τὸν πόλεμον: καὶ γὰρ τοῦ ποταμοῦ τὰ μὲν ἄνω καὶ πρὸς ταῖς πηγαῖς μέρη μέχρι τῶν καταρακτῶν Δανούιον προσηγόρευον, ἃ μάλιστα διὰ τῶν Δακῶν φέρεται, τὰ δὲ κάτω μέχρι τοῦ Πόντου τὰ παρὰ τοὺς Γέτας καλοῦσιν Ἴστρον: ὁμόγλωττοι δ᾽ εἰσὶν οἱ Δακοὶ τοῖς Γέταις. παρὰ μὲν οὖν τοῖς Ἕλλησιν οἱ Γέται γνωρίζονται μᾶλλον διὰ τὸ συνεχεῖς τὰς μεταναστάσεις ἐφ᾽ ἑκάτερα τοῦ Ἴστρου ποιεῖσθαι καὶ τοῖς Μοισοῖς ἀναμεμῖχθαι: καὶ τὸ τῶν Τριβαλλῶν δ᾽ ἔθνος, Θρᾳκικὸν ὄν,

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.10] Αἴλιος Κάτος μετῴκισεν ἐκ τῆς περαίας τοῦ Ἴστρου πέντε μυριάδας σωμάτων παρὰ τῶν Γετῶν, ὁμογλώττου τοῖς Θρᾳξὶν ἔθνους, εἰς τὴν Θρᾴκην: καὶ νῦν οἰκοῦσιν αὐτόθι Μοισοὶ καλούμενοι, ἤτοι καὶ τῶν πρότερον οὕτω καλουμένων, ἐν δὲ τῇ Ἀσίᾳ Μυσῶν μετονομασθέντων, ἢ ὅπερ οἰκειότερόν ἐστι τῇ ἱστορίᾳ καὶ τῇ ἀποφάσει τοῦ ποιητοῦ, τῶν ἐν τῇ Θρᾴκῃ Μυσῶν καλουμένων πρότερον.

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.4] καὶ μάλιστα παρὰ τοῖς Θρᾳξὶ καὶ τούτων τοῖς Γέταις. ὅρα δ᾽ ἃ λέγει Μένανδρος περὶ αὐτῶν οὐ πλάσας, ὡς εἰκός, ἀλλ᾽ ἐξ ἱστορίας λαβών «πάντες μὲν οἱ Θρᾷκες, μάλιστα δ᾽ οἱ Γέται ἡμεῖς ἁπάντων (καὶ γὰρ αὐτὸς εὔχομαι ἐκεῖθεν εἶναι τὸ γένος) οὐ σφόδρ᾽ ἐγκρατεῖς ἐσμέν.»

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.2] οἱ τοίνυν Ἕλληνες τοὺς Γέτας Θρᾷκας ὑπελάμβανον: ᾤκουν δ᾽ ἐφ᾽ ἑκάτερα τοῦ Ἴστρου καὶ οὗτοι καὶ οἱ Μυσοὶ Θρᾷκες ὄντες καὶ αὐτοὶ καὶ οὓς νῦν Μοισοὺς καλοῦσιν, ἀφ᾽ ὧν ὡρμήθησαν καὶ οἱ νῦν μεταξὺ Λυδῶν καὶ Φρυγῶν καὶ Τρώων οἰκοῦντες Μυσοί.

Το κατά πόσο οι υπερδουνάβιοι Δάκες και οι Γέτες ήταν ομόγλωσσοι με τους υποδουνάβιους Θράκες και τα ακριβή δυτικά όρια της θρακικής γλώσσας στην Άνω Μυσία παραμένουν άλυτα ζητήματα. Η γνώμη μου είναι ότι τα χωρία του Στράβωνα που μιλάνε για δακοθρακική ομογλωσσία πρέπει να διαβαστούν όπως το χωρίο του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη στο οποίο ο μεταβυζαντινός ιστορικός παρουσιάζει όλους τους Σλάβους του 15ου αιώνα («Τριβαλλοί» = Σέρβοι, «Μυσοί» = Βούλγαροι, «Ιλλυριοί» = Βόσνιοι, «Σαρμάτες» = Ρώσοι) ως «ὁμόφυλον γένος» που μιλούσε «τὴν αὐτὴν φωνήν». Ξέρουμε ότι τον 15° αιώνα υπήρχαν πια διακριτές σλαβικές γλώσσες, αλλά ο Χαλκοκονδύλης με το χωρίο αυτό δείχνει ότι κατανοούσε τη στενή φυλογενετική συγγένεια των διακριτών σλαβικών γλωσσών. Κάπως έτσι πιστεύω ότι πρέπει να κατανοήσουμε τα χωρία του Στράβωνα για την δακοθρακική ομογλωσσία.

[Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, 1.31] οὕτω δὴ κἀνταῦθα τούς τε Τριβαλλοὺς καὶ Μυσοὺς καὶ Ἰλλυριοὺς καὶ Κροατίους καὶ Πολάνους καὶ Σαρμάτας τὴν αὐτὴν ἐπίσταμαι ἱέντας φωνήν· εἰ δέοι ταύτῃ τεκμαιρόμενον λέγειν, εἴη ἂν τοῦτο τὸ γένος ταὐτὸ τε καὶ ἓν καὶ ὁμόφυλον ἑαυτῷ.

Το γενικό σχήμα (αλλά όχι όλα τα επιμέρους φωνολογικά συμπεράσματα) του Vladimir Georgiev, ο οποίος διέκρινε δύο διακριτούς γλωσσικούς πόλους, έχει κάποια βάση. Ο Georgiev διέκρινε έναν τωόντι Θρακικό πόλο, που μιλιόταν νοτίως τους Αίμου και  ανατολικά του Αξιού, και έναν Δακομυσικό πόλο που μιλιόταν στην Δακία και στην Άνω και Κάτω Μυσία. Ο τωόντι θρακικός πόλος χαρακτηρίζεται από τις τοπωνυμικές καταλήξεις -βρία, -δίζα, και -πάρα, ενώ ο δακομυσικός πόλος χαρακτηρίζεται από την τοπωνυμική κατάληξη -δεύα/-δαύα/-δούα. Η τοπωνυμική κατάληξη -σάρα είναι κοινή στους δύο πόλους.

Ότι οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν το δακομυσικό γλωσσικό πόλο ως θρακικό φαίνεται από το λήμμα του Ησυχίου ΔΕΒΑ = «πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν» (κάποιος μεταγραφέας μπέρδεψε το «Δ» με «Λ»):

λέας· τὰς ἀπὸ τῶν ἱστῶν κρεμαννυμένας ἄγνυθας

λέβα· πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν

Λεβάδεια· πόλις Βοιωτίας, ἔνθα καὶ μαντεῖον Διὸς [τὸ] ἱερὸν κατεσκεύαστο

και από το σχόλιο του Ιορδάνη στην περιγραφή μιας εκστρατείας των Ρωμαίων κατά των Βεσσών ότι οι γηγενείς της Θράκης ήξεραν την Φιλιππούπολη ως Πουλπουδεύα/Pulpudeva και την Αδριανούπολη ως Οὐσκουδάμα/Uscudama:

[Ιορδάνης, Romana, 221] si quidem primus in Thracia contra Bessos pugnans eos qui in fortitudine famaque praeibant devicit Emimontiosque debellans, Pulpudeva, quae nunc Philippopolis, et Uscudama, quae Adrianopolis vocitantur, in Romanorum redegit dominio.

[Ιορδάνης, Romana, 283] caelebravit urbemque nominis sui in Thracia, que dicebatur Pulpudeva, Philippopolim reconstruens nominavit.

Από το θρακικό όνομα Pulpudeva προέρχεται το σημερινό βουλγαρικό όνομα Plovdiv της Φιλιππουπόλεως.

Αλλού ο Ιορδάνης μας πληροφορεί ότι ο Δούναβης λέγεται Ίστρος στην γλώσσα των Βεσσών (lingua Bessorum):

[Ιορδάνης, Getica, XII (75)Et quia Danubii mentio facta est, non ab re iudico pauca de tali amne egregio indicare. Nam hic in Alamannicis arvis exoriens sexaginta a fonte suo usque ad ostia in Ponto mergentia per mille ducentorum passuum milia hinc inde suscipiens flumina in modum spinae, quem costas ut cratem intexunt, omnino amplissimus est. Qui lingua Bessorum Hister vocatur, ducentis tantum pedibus in altum aquam in alveo habet profundam. Hic etenim amnis inter cetera flumina in magnum omnes superans praeter Nilum. Haec de Danubio dixisse sufficiat.

Ο ποιητής Οβίδιος, γράφοντας από την Τόμι της Μικράς Σκυθίας όπου τον είχε εξορίσει ο Αύγουστος, γράφει με παράπονο ότι ζει ανάμεσα σε βάρβαρα και άγρια έθνη ανάξια της νοημοσύνης του, όπως οι Σαυρομάτες, οι Γέτες και οι Βέσσοι, ενώ αλλού μας πληροφορεί ότι είχε μάθει την εγχώρια Γετική γλώσσα (sermo Geticus) στην οποία έγραψε ένα λίβελλο.

[Οβίδιος, Tristia, 3.10.4-5]

me sciat in media vivere barbaria

Sauromatae cingunt, fera gens, Bessique Getaeque

quam non ingenio nomina digna meo!

[Οβίδιος, Tristia, 4.1.67]

vivere quam miserum est inter Bessosque Getasque 
illum, qui populi semper in ore ruit. 

[Οβίδιος, Ex Ponto, 4.13.19-20]

a! pudet, et Getico scripsi sermone libellum,

structaque sunt nostris barbara verba modis

Τέλος, υπάρχουν αναφορές του 6ου μ.Χ. αιώνα σε Βεσσικά μοναστήρια στους Αγίους Τόπους, στα οποίοι οι Βέσσοι μοναχοί προσεύχονταν στη (βεσσική) γλώσσα τους:

[Συμεών Μεταφραστής, Βίος Θεοδοσίου Κοινοβιάρχου, PG 114, p. 505c] τὸ τῶν Βεσσῶν γένος τῇ σφετέρᾳ φωνῇ τῷ κοινῷ Δεσπότῃ τὰς εὐχὰς ἀπεδίδου

[Ανώνυμος Πλακεντίνος, Itinerarium, c. 37] tres abbates, scientes linguas, hoc est Latinam, Bessam et Graecam, Syriacam et Aegyptiacam

Β. Τα δυτικά όρια της θρακικής γλώσσας

Τα δυτικά όρια της θρακικής γλώσσας στην Άνω Μυσία είναι ένα νεφελώδες θέμα. Είναι σίγουρο ότι η Θρακική γλώσσα μιλιόταν γύρω από τους Σκούπους (Σκόπια) στην Ανατολική Δαρδανία και στο τμήμα της Άνω Μυσίας ανατολικά του Μεγάλου Μοράβα. Ωστόσο, παραμένει αινιγματική η γλωσσική ταυτότητα των Δαρδάνων και του πληθυσμού που κατοικούσε στο τμήμα της Άνω Μυσίας δυτικά του Μεγάλου Μοράβα.

Το ανθρωπωνυμικό υλικό της δυτικής Άνω Μυσίας (χονδρικά, το τμήμα της Ανω Μυσίας που βρίσκεται δυτικά της γραμμής Σκοπίων-Βελιγραδίου) είναι ένα μείγμα θρακικών, τοώντι ιλλυρικών και δαλματοπαννονικών ονομάτων και η ανθρωπωνυμική επιμειξία εμφανίζεται ακόμα και μέσα στην ίδια οικογένεια. Ο András Mócsy περιγράφει αυτή την αινιγματική κατάσταση της δυτικής Δαρδανίας (η σημερινή Μετόχιγια Κοσόβου) με το παράδειγμα του ανθρωπωνυμικού ζεύγους Scerviaedus Sitaes (CIL 3.8242), στο οποίο ο γιος φέρει το «ιλλυρικό» όνομα Scerviaedus και ο πατέρας του το θρακικό Sita/Σίτ(τ)ας/Τζίτ(τ)ας.

Αντίθετα, όπως προανέφερα, στην ανατολική Δαρδανία η κατάσταση είναι πιο ξεκάθαρη υπέρ της θρακοφωνίας, επειδή σχεδόν όλα τα γηγενή ονόματα είναι θρακικά και ένας στρατιώτης σε μια επιγραφή από τους Σκούπους προσδιορίζεται ως «γένει Βέσσος» (Titus Aurelius Gaius, Fl(avia) Scupis, natione Bessus). Οι αυτοκράτορες Ιουστίνος και Ιουστινιανός ήταν από την περιοχή των Σκουπών (τα χωριά τους Bederiana και Tauresium συνήθως ταυτίζονται με τα σημερινά Bader και Taor νοτίως των Σκοπίων) και τα ονόματα (Διτύβιστος, Ζήμαρχος) των συντρόφων και συντοπιτών του Ιουστίνου που αναφέρει ο Προκόπιος είναι γνωστά θρακικά/βεσσικά ονόματα.

Από την άλλη, το δυτικότερο δακοθρακικό τοπωνύμιο σε εκείνα τα μέρη ήταν η Θερμίδαυα, την οποία ο Κλαύδιος Πτολεμαίος τοποθετεί στην γειτονική Δαλματία κοντά στη Σκόδρα.

Ο András Mócsy στο βιβλίο του για την Παννονία και την Άνω Μυσία, παρουσιάζει το παρακάτω γλωσσικό μεθόριο (σημείο τομής των γραμμών δυτικά του μεγάλου Μοράβα) μεταξύ της θρακικής γλώσσας και της «ιλλυρικής» (τωόντι ιλλυρική και δαλματοπαννονική):

Παραθέτω για όποιον ενδιαφέρεται και το κείμενό του (σλδ 65) με την περιγραφή της γλωσσικής κατάστασης στην Άνω Μυσία.

Κλείνω αυτή την ενότητα με μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για το τοπωνύμιο Ἀλβανόπολις που ο Πτολεμαίος αναφέρει στη ρωμαϊκή επαρχία Μακεδονίας και της οποίας τους κατοίκους προσδιορίζει ως Ἀλβανούς. Οι Αλβανοί αυτοί ίσως άφησαν το όνομά τους στην ορεινή περιοχή που τον 11° αιώνα απαντά ως Ἄρβανον, τοπωνύμιο από το οποίο προέκυψαν αργότερα τα εθνικά Ἀρβανῖται και λατ. Albanenses > αλβ. Arbëreshë. Η μόνη επιγραφή που αναφέρει το τοπωνύμιο Albanopolis απαντά στους Σκούπους (Σκόπια) και τα άτομα που αναφέρονται να κατάγονται από αυτήν την Αλβανόπολη (Posis Mestylu filius, Delus Mucati[i] filia) έχουν ονόματα που απαντάνε στη Θράκη, Παιονία και Δαρδανία (το θηλυκό Delus/Δελοῦς απαντά δύο άλλες φορές σε Θεσσαλονίκη και Σκούπους, το Mucatius/Μουκάτιος είναι βραχύς υποκοριστικός τύπος του γνωστού θρακικού ονόματος Μουκάτραλις και, τέλος, το όνομα Μεστύλλος είναι ιδιαίτερα συχνό σε Μακεδονία, Παιονία, Δαρδανία και Θράκη και ανήκει σε μια μεγάλη σειρά θρακικών ονομάτων σε Μεστ-, όπως Μέστυς, Μεστίκενθος, Μεστούζελμος, Μεστούπορις κλπ).

Παραθέτω την αναφορά του Πτολεμαίου στην Αλβανόπολη των Αλβανών και την επιγραφή από τους Σκούπους που αναφέρει το τοπωνύμιο Albanop(olis) (για το οποίο το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι βρισκόταν κάπου στα δυτικά της ρωμαϊκής επαρχίας Μακεδονίας, η οποία περιελάμβανε κα ιτη σημερινή Αλβανία):

Γ. Γλωσσολογικά

Η θρακική γλώσσα, όπως και ένα σωρό άλλες αρχαίες γλώσσες που δεν ανέπτυξαν γραπτή παράδοση, δυστυχώς είναι ελλιπώς και αποσπασματικά γνωστή. Υπάρχουν λίγες επιγραφές από τη Θράκη σε μια γλώσσα που είναι αρκετά λογικό να υποθέσουμε ότι είναι η θρακική, αλλά αυτές παραμένουν αμετάφραστες.

To μεγαλύτερο βοήθημα είναι τα θρακικά λήμματα που διέσωσαν οι αρχαίοι λεξικογράφοι, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με όρους των οποίων τη σημασία γνωρίζουμε (λ.χ. τῆς δὲ πόλεως βρίας καλουμένης θρᾳκιστί, ΔΕΒΑ = πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν κλπ), και η γνώση της σημασίας του λήμματος αυξάνει την πιθανότητα σωστής ετυμολόγησης.

Τέλος, υπάρχει ένα τεράστιο υλικό θρακικών ανθρωπωνυμίων, τοπωνυμίων, υδρωνυμίων, και θεωνυμίων, των οποίων τη σημασία δεν γνωρίζουμε και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε μ΄αυτό το υλικό είναι να κάνουμε μια όσο γίνεται πιο πιθανή ετυμολογική υπόθεση, βασισμένοι σε αυτά που ξέρουμε για την θρακική φωνολογία και την συγκριτικη ΙΕ γλωσσολογία.

Το μόνο ευχάριστο για όποιον ενδιαφέρεται για την Θρακική είναι ότι είναι περισσότερο γνωστή από άλλες παλαιοβαλκανικές γλώσσες όπως η τωόντι Ιλλυρική, η Δαλματο-Παννονική και η Παιονική και οι ετυμολογικές προτάσεις των γλωσσολόγων είναι λιγότερο αβέβαιες σε σχέση με τις άλλες παλαιοβαλκανικές γλώσσες, γιατί τουλάχιστον γνωρίζουμε έναν στοιχειώδη σκελετό της θρακικής φωνολογίας.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς ήταν περισσότερο και από παλαιότερα εξοικειωμένοι με τους Θράκες σε σχέση με τους άλλους παλαιοβαλκανικούς λαούς και, γι΄αυτό το λόγο, μας παρέδωσαν περισσότερες πληροφορίες για την θρακική θρησκεία (λ.χ. Βενδίς = Άρτεμις, Σαβάζιος = Διόνυσος). Όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, η Ιλιάδα ήδη δείχνει αρκετή εξοικείωση με την Θράκη, ενώ η ακτή του Ιονίου και της Αδριατικής βορείως της Ιθάκης και της Δωδώνης στο ίδιο έπος είναι terra incognita.

Τέλος, όπως ελπίζω να έδειξα σε πρόσφατη ανάρτηση, βοήθημα για τη μελέτη της θρακικής γλώσσας αποτελούν οι θυγατρικές ποικιλίες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ: Αρμανική/Βλαχική, Μογλενοβλαχική, Ρουμανική, και Ιστορρουμανική), γιατί ο κοινός πρόδρομος αυτών των γλωσσών προέκυψε από την επιχωρική δημώδη λατινική (sermo vulgaris) της ευρύτερης Θράκης, η οποία κληρονόμησε ορισμένα στοιχεία από το θρακικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε. Η Αλβανική γλώσσα επίσης είναι ένα καλό βοήθημα επειδή είναι πολύ πιθανό (αλλά όχι βέβαιο) να συνεχίζει μια απομονωμένη δυτική ποικιλία του δακοθρακικού συνεχούς, η οποία λόγω απομόνωσης ανέπτυξε την δικής της φωνολογική ιδιαιτερότητα.

1. Τα θρακικά λήμματα

Αρχίζω με την παράθεση των θρακικών λημμάτων που παραθέτει ο Radoslav Katičić, ο οποίος εκτίμησε ότι διασώθηκαν περίπου 60 θρακικά λήμματα στην αρχαία γραμματεία και παραθέτει ενδεικτικά τα παρακάτω:

βόλινθος = «ευρωπαϊκός βίσονας» < θρακ. *bul(l)int- < IE *bhl.n-ent-, ομόρριζο του αγγλικού bull «ταύρος» (PGmc *bulô). Αν ο θρακικός τόνος ήταν στην παραλήγουσα, τότε η φωνηεντική ανύψωση της ΑΒΡ μπορεί να εξηγήσει την τροπή  *bulnént- > *bulnínt- (λ.χ. θρακ. Δορζένθης ~ Δορζίνθης και λατ. déntem > ΑΒΡ dínte).

βρία = «πόλις» (Στράβων), «κώμη» (Ησύχιος). Ο όρος έχει αναχθεί στον ΙΕ όρο *wr-iyeh2 = «ακρόπολις» (παράγωγο της ρίζας *wer- «ψηλά») που έδωσε και τον ελληνικό όρο *wriyomϝρίον > ῥίον = «κορυφή, ακρωτήριο». Αυτό που χωράει συζήτηση είναι η ακριβής προφορά του αρκτικού συμφώνου στην θρακική, γιατί τα τοπωνύμια Σηλυμβρία, Πολτυμβρία, και Μεσημβρία αποδίδονται με «β» στην Ελληνική ήδη από την κλασική περίοδο. Συνέβη στην θρακική η γενική τροπή *wr>br ή η τροπή αυτή συνέβη μόνο μετά από έρρινο (*mwr>mbr), όπως στα προρρηθέντα τοπωνύμια;

βρίζα = «σίκαλη» < θρακ. *wrī(d)za < ΙΕ *wriHg’h-, λ.χ. σανσκ. vrīhí = «ρύζι». Εναλλακτικά, ο όρος μπορεί να ετυμολογηθεί εκ του ΙΕ *wrugh-yo- «σίκαλη» (λ.χ. αγγλικό rye, PSlav rŭžĭ), αλλά πρέπει να επικαλεστούμε επιπλέον ιωτακισμό u>y>i.

βρίλων = «κουρέας» < θρακ. brīlō(n) < IE *bhreyH- «κόβω, πλήττω», λ.χ. PSlav *briti = «ξυρίζω», *bričĭ ~ britva = «ξυράφι»

βρυνχός/βρυνχόν = «κιθάρα» < θρακ. *brunka- < ΙΕ *bhrm.-ko-, από τη ρίζα *bhrem- «θορυβώ» (λ.χ. ελληνικά φόρμιγξ = «λύρα», βρόμος = «δυνατός ήχος», και λατινικό fremō = «χλιμιντρίζω»).

βρῦτος = «μπίρα, ζύθος» (ποτό που προέκυψε από ζύμωση) < θρακ. *brūta < IE *bhruH-tos «ποτό που έχει υποστεί επεξεργασία [βρασμό, ζύμωση]», εκ του ΙΕ *bhrewH- (λ.χ. λατ. dē-frūtum = «βρασμένος μούστος», PGmc *bruþą > αγγλικό broth = «ζωμός»).

γέντον = «κρέας» < θρακ. *g(w)enta- < IE *gwhen-tos «σφαχτός» , εκ του ΙΕ *gwhen- «σφάζω, σκοτώνω» (λ.χ. *gwhn.-tos > πρόσ-φατος = «πρόσφατα σφαγμένος/σκοτωμένος, ἀρηί-φατος = «που σκοτώθηκε σε μάχη», θείνω, φόνος κλπ)

ζαλμός = «δέρας/δορά, τομάρι» < θρακ. *tsalma < ΙΕ *k’olmos = «κάλυμμα» < IE *k’el- «καλύπτω» (λιθουανικό šalmas = «δέρας/δορά», ελληνικό καλύπτω/κάλυμμα, PGmc *helmaz = «περικεφαλαία», σανσκ. śaraṇá = «προστασία»). Το ενδιαφέρον το λήμματος είναι το αρκτικό γράφημα «ζ», γιατί ο θρακικός απόγονος του ΙΕ ουρανωμένου *k’ συνήθως αποδίδεται με «σ» και, συνεπώς, το «ζ» ίσως αποδίδει τον προστριβόμενο φθόγγο /ts/ (< IE *k’).

ζετραία = «χύτρα» < θρακ. *(d)zewtr- < IE *g’hew-tr- «χύτρα», εκ του *g’hew-/*g’hu- «χέω» (λ.χ. ελλην.  χέωχύτρα, λατ. fundō κλπ). Το ενδιαφέρον του λήμματος είναι ότι έχει υποστεί μονοφθογγισμό eu>e (*ζευτραία > ζετραία), μια φωνολογική εξέλιξη που συνέβη στην Αλβανική (λ.χ. *skewd- > hedh, *trewd- > tredh, *bhrewH– >PAlb *breuna > *bren-ëz > brez, επίσης μονοφθογγοποιημένο στην ΑΒΡ, λ.χ. ρουμαν. *bren-um >brâu όπως frēnum > frâu). Έχω βρει το ίδιο φαινόμενο στο ομόρριζο ανθρωπωνύμιο Σευθείλας ~ Σεθείλας (*g’hewtēr «ιερέας, αυτός που κάνει τις σπονδές» > θρακ. dzeutēr ~ «Σεύθης»).

ζήλας/ζελᾶς/ζειλά/ζίλαι = «κρασί», εκ του ΙΕ *g’hel(H)- που έδωσε τον ελληνικό όρο χάλις = «άκρατος οίνος», το μακεδονικό λήμμα κάλιθος = «οίνος» και τον σανσκριτικό όρο hālā = «κρασί, αλκοολούχο ποτό».

μανδάκης = «επίδεσμος για το δέσιμο των δεματιών» < θρακ. *mandāka < *bandāka < IE *bhendh- «δένω» (λ.χ. σανσκ. bandhaka = «συνδετήρας», αγγλικό bind = «δένω», bond = «δεσμός» και ελληνικό πενθερός = «αυτός που συνδέθηκε συγγενικά με δεσμό γάμου»). Το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του θρακικού αυτού όρου είναι η έρρινη αφομοίωση b…n > m…n (λ.χ. *h2egwnos > ελλην. *ἀβνός > μνός και *h2epnis > λατ. amnis).

σκάλμη = «μάχαιρα Θρᾳκία» (Ησύχιος) < θρακ. *skalmā < IE *skolmā (λ.χ. αρχαίο σκανδιναβικό skǫlm = «σουβλί, μαχαίρι»). Ο θρακικός όρος μάλλον εισήλθε ως δάνειο στην Αλβανική (shkallmë) επειδή ο γνήσιος αλβανικός όρος θα ήταν *hallmë (λ.χ. IE *skeh3l- > ελλην. σκῶλος ~ αλβ. hell).

Εδώ σταματάνε τα λήμματα του Katičić. Συνεχίζω με μερικά λήμματα πο δεν ανέφερε ο Katičić.

ῥομφαία = «βαρύ δίκοπο ξίφος» < θρακ. *rumpaia ~ «κοφτερό (ξίφος)» < IE *Hru-m-p- «σπάω, κόβω» (προϊόν ρινικής ένθεσης της ρίζας *Hrewp-, λ.χ. λατ. rumpō = «σπάω» και rūpēs «απότομη πλαγιά»)

καλαμίνδαρ = «πλάτανος» (Ηδώνες). Λήμμα του Ησυχίου που αναφέρει ο Duridanov χωρίς να προτείνει κάποια ετυμολόγηση.

Εγώ έχω να προτείνω μια ετυμολόγηση ως IE *kwolo-men-(t)ros > θρακ. *kala-mén(t)ra > kalamíndra > «πανύψηλος», με πρώτο συνθετικό παρόμοιο με το αλβανικό [επιτατικό;] πρόθημα *kala- ~ *kali- (< *kwolo- < IE *kwel- «στρέφω», λ.χ. αλβ. kala-mend = «συγχέω, μπερδεύω» [σύγχυση = διαστρέβλωση της σκέψης]) και IE *men- «προεξέχω, υψώνομαι» (λ.χ. λατ. mōns/montem = «βουνό» και ēmineō = «προεξέχω»).

Ο καταγεγραμμένος τύπος καλαμίνδαρ μπορεί να εξηγηθεί ως schwa-ποίηση kalamíndra > kalamíndər.

Ζιβυθίδες = «οι γνήσιοι Θράκες και Θραίσσες» (Ησύχιος). Για δεκαετίες ο όρος «γνήσιος» ερμηνευόταν ως «ευγενείς, αριστοκράτες» και το λήμμα ετυμολογούνταν ως «δίοι, illustres» από την ίδια ρίζα που έδωσε το λιθουανικό όρο žiburys = «φως, λάμψη». Aυτή την ετυμολογία θα βρείτε λ.χ. στον Duridanov και η θρακική όντως δείχνει αυτή τη ρίζα στο επίθετο του Διός Ζβελθούρδος = «κεραυνοβόλος» (σύνθετος όρος που περιέχει τους θρακικούς συγγενείς των όρων λιθ. žiburys «φως, λάμψη» + γερμ. stürzen = «εκτοξεύω»). Ωστόσο, πιο πρόσφατα, ο όρος «γνήσιος» του Ησυχίου ερμηνεύθηκε ως «αυτόχθων, γηγενής» (Yanakieva, Kotova) και, συνεπώς, το λήμμα Ζιβυθίδες ερμηνεύθηκε ως «εθνοτικοί Θράκες». Το λήμμα σχεδόν σίγουρα συνδέεται ετυμολογικά με το θρακικό όνομα Δίβυθος και, όπως έδειξα σε πρόσφατη ανάρτηση, μπορεί να ετυμολογηθεί ως *diwey-bhuH-tos > *diwī-būta > *dībūta > *dzībyta = «διογενής, που κατάγεται από τον Δία» (με την δοτική να έχει λειτουργία της αφαιρετικής πτώσης όπως στην αρκαδοκυπριακή και στο ομηρικό λήμμα Διῑπετής = «που έπεσε από τον Δία/ουρανό»).

Σε ένα διεφθαρμένο σημείο του ερβαρίου του Ψευδο-Απουληίου φαίνεται το βεσσικό λήμμα sinubula/dinupyla = «bryonia alba» που είναι συγγενής με το δακικό φυτωνύμιο κινούβοιλα που κατέγραψε ο Διοσκουρίδης. Οι όροι αυτοί ανάγονται στον σύνθετο ΙΕ όρο *k’un-ābōlā = «σκυλόμηλο» (*k’wōn/k’un- «σκύλος» + *h2ebōl «μήλο») που έδωσε τα λιθουανικά φυτωνύμια šunobuolas ~ šunobelė. Ο Duridanov γράφει για το λήμμα αυτό:

ἀσᾶ: Ένα δευτερογενές σχόλιο που προστέθηκε σε ένα χειρόγραφο του Διοσκουρίδη αναφέρει το φυτωνύμιο ἀσᾶ ως βεσσικό όρο για το «αρκουδοπούρναρο, Ilex aquifolium». Ο βεσσικός αυτός όρος μοιάζει με τον αλβανικό όρο ashë για το ίδιο φυτό.

δεύα ~ δαύα ~ δούα = «πόλις». Ο όρος ανάγεται στον ΙΕ όρο *dheh1weh2 = «θέσις, οικισμός» (IE *dheh1- = «τίθημι», λ.χ. *dhh1-tis > ελλην. θέσις ~ αλβ. datë) που έδωσε τον πρώιμο θρακικό όρο *dēwā, ο οποίος στην τωόντι θρακική εξελίχθηκε στον μεταγενέστερο όρο deva (λ.χ. Pulpu-deva). Η βράχυνση *dēwā >deva είναι ανάλογη της εξέλεξης Βησσοί > Βέσσοι. Αντίθετα με την τωόντι θρακική, κάποιες δακομυσικές ποικιλίες ακολούθησαν την εξέλιξη ē>ā>o της Αλβανικής (λ.χ. *pleh1tos> plēta > plāta plo) και έτσι προέκυψαν τα δακομυσικά τοπωνύμια σε -dava ~ -dova (λ.χ. Giridava, Gildova).

Σαβάζιος ~ Σαβάδιος = θρακικός θεός που οι Έλληνες κατανοούσαν ως Διόνυσο (Σαβάζιον τὸν Διόνυσον οἱ Θρᾷκες καλοῦσιν, Scholiae in Aristophanem, Vespae, 9). Ο Διόνυσος είχε τα επίθετα Ἑλευθέριος (αυτό ήταν επίθετο και του Διός) και Λύσιος ~ «απελευθερωτής». Όπως έδειξε πρώτος πειστικότατα ο Giulano Bonfante το θρακικό θεωνύμιο Σαβάζιος ~ Σαβάδιος σημαίνει ακριβώς Ἐλευθέριος:

ΙΕ *swobhodhā = «ελευθερία» (λ.χ. σλαβ svoboda) > *swobhodh-yos > θρακ. S(w)abadya > S(w)abadzʲa ~ Σαβάζιος = Ἐλευθέριος

Στα παραπάνω λήμματα, οι ετυμολογήσεις είναι σχεδόν βέβαιες επειδή γνωρίζουμε τη σημασία των όρων. Ας περάσουμε τώρα στους θρακικούς όρους των οποίων η σημασία είναι άγνωστη, αλλά μπορεί να εξιχνιαστεί με κάποια σχετική βεβαιότητα.

2. Αρκετά πιθανές ετυμολογήσεις άγνωστων θεμάτων

– θρακ. g(w)erma- «θερμός» (< IE *gwherm-os, λ.χ. ελλην. θερμός, αρμεν. džerm, αλβ. zjarm). Το θέμα Γερμ-/Germ- απαντά στο τοπωνύμιο Γερμανία (< IE *gwhermon-yā γενέτειρα του Βελισάριου, μέρος με θερμοπηγές που τροφοδοτούσαν αρχαία λουτρά και τα σημαρινά Σαπάρεβα Μπάνια), στο δαρδανικό τοπωνύμιο Γέρματζα (< *g(w)ermantyā < *gwhermn.t-yeh2 > ελλην. θερμασία) και στο δακικό τοπωνύμιο Γερμισάρα/Germisara = «θερμή ροή/πηγή» (*gwherm- «θερμός» και IE *sor-eh2 = «ροή, ρυάκι,ποταμός» > δακ. *sarā, εκτου ΙΕ *ser- «ρέω» που έδωσε το λατινικό serum και το ελληνικό ὀρός). Το μόρφημα -sara απαντά και στην θρακική, λ.χ. το θρακικό τοπωνύμιο *h2enti-soreh2Ἀντισάρᾱ (η σημερινή Καλαμίτσα Καβάλας, πρόθεση *h2ent(i) > ελλην. ἀντί, λατ. ante, αλβ. anë κλπ).

– θρακ. kellā = «πηγή» < ΙΕ *gwelneh2. Ο όρος είναι ακριβής ΙΕ συγγενής του γερμανικού όρου Quelle = «πηγή» και του ελληνικού ρήματος βλύω ~ βλύζω (*gwl- > βλ-). Ο θρακικός όρος απαντά στην Κέλλη της Μακεδονίας (στο σημερινό Αμύνταιο όπου υπάρχουν πολλές πηγές) και στα θρακικά τοπωνύμια Κέλλαι ~ Cillae (κοντά στο σημερινό Čirpan), *Saldakellā = «Χρυσή πηγή» (από το εθνικό Σαλδοκελληνός ~ Saldecaputenus (caput = «κεφαλή, κρήνη»), εκ του IE *g’holto-gwelnā, στη σημερινή Zlatna Panega) και Sūrakellā = «Ξινή/Πικρή πηγή» (ΙΕ *suHros = «ξινός, πικρός», λ.χ. PGmc *sūraz > αγγλικό sour, PSlv *syrŭ κλπ).

– θρακ. diza = «οχυρό» < ΙΕ *dheig’h- «κτίζω» (λ.χ. ελληνικά τεῖχος, τοῖχος, πρωτοϊρανικό *paridaiĵah = «περιφραγμένος κήπος» < IE *peri-dheig’h- κλπ). Συχνό τωόντι θρακικό δεύτερο συνθετικό σε τοπωνύμια όπως Ταρπόδιζος, Ὀστίδιζος, Κιστίδιζος, Τυρόδιζα κλπ.

Σαλμυδησσός και Salmorude/Ἁλμυρίς = «αλμυρό νερό» (*sh2lmos = «αλμυρός» και *wod/ud- «ύδωρ»):

IE *seh2l = «αλάτι» > *sh2lmos = «αλμυρός» > ελληνικά ἅλμη, ἁλμυρός, αλβανικό *(en-)salm– > (n)gjelmë

IE *wod- > *ud- «νερό» > ελληνικό ὕδωρ, αλβανικό *udnjā > *unjë > ujë

ΙΕ *sh2lm-ud-ētyos > θρακ. *salmudētsa > Salmudēssa

Το θρακικό μόρφημα *ud- «νερό» απαντά στους όρους Σαλμυδησσός, Salmorude, Οδησσός (< *ud-ēt-yos), Ὀδρύσαι (εθνώνυμο), Ὁδρύσσης (ποταμός) και, μεταξύ άλλων, στο ενδιαφέρον επίθετο του Ασκληπιού Ζυμ(λ)-υδρηνός.

Το συσχετιστικό επίθετο Ζυμ(λ)-υδρ-ηνός προέρχεται από τον όρο *(d)zum(l)-udr-a, τον οποίο ο Duridanov ετυμολόγησε ως «νερόφιδο»:

 

ΙΕ *dg’hōm > χθών/zemlja, με παράγωγο *dhg’hm.-yos = «φίδι» (λ.χ. σλαβ. zmija) > θρακ. *dzómya > *dzúm(l)ya = «Ζυμ(λ)-» + *udr- ~ ὕδωρ (λ.χ. το φίδι χέρσυδρος > λατ. chersydros > αλβ. kuçedër)

κένθος = «γιός, απόγονος» < θρακ. *kenta < IE *ken-tos (*ken- «αρχίζω, γεννιέμαι» > ελλην. *kn.-yos > *kanyos > kanʲnʲos > καινός, λατ. recēns, σανσκ. kanīna = «νεανίας» ~ kanyā = «κορίτσι, νεαρή κοπέλα» και, κυρίως, πρωτοκελτικό *kenetlom = «γένος» και το γαλατικό πατρωνυμικό επίθημα *-knos (βλ. ενότητα #6 εδώ).

Το θρακικό όνομα Διάσκενθος σημαίνει Διόσκουρος (< {Διός κούρος}): ΙΕ γεν. *diwos = «(τοῦ) Διός» + κενθος = κοῦρος (IE *{diwos kentos} > μονολεξηματισμός θρακ. Diwaskenta ~ «Διάσκενθος»)

Παραθέτω τα θρακικά ονόματα σε -κενθός που απαντούν στο LGPN και την ετυμολόγηση του Duridanov.

-ζένις = «γιος, απόγονος» < θρακ. *(d)zen- < IE *g’enh1- (λ.χ. ελλην. γένος/-γένης, λατ. gēns/gentem, σανσκ. janas κλπ).

Τα θρακικά ονόματα Διάζενις και Βριάζενις αντιστοιχούν στα ελληνικά Διογένης και Ἀστυγένης. Παραθέτω τα θρακικά ονόματα σε -ζένις που απαντούν στο LGPN.

Παραθέτω τη λίστα του Katičić με θρακικούς όρους των οποίων τη σημασία δεν γνωρίζουμε, αλλά η προτεινόμενη ετυμολόγησή τους είναι αρκετά πιθανή (με πράσινο έχω επισημάνει τις πιθανότερες και άφησα χωρίς επισήμανση αυτές που έκρινα λιγότερο πιθανές). Αρκετές από τις πράσινες τις έχω ήδη αναφέρει.

Από αυτές που δεν έχει αναφέρει παραθέτω τις εξής:

Αἰζική (τοπωνύμιο) < θρακ. *aidza < IE *h2eg’-s = «γίδα» (λ.χ. ελλην. αἴξ)

Βέβρυκες = «Κάστορες» (εθνωνύμιο) < θρακ. *babru- < IE *bhobhru- «κάστορας» (λ.χ. αγγλικό beaver, λατ. fiber κλπ)

Ἐσβένιος (ανθρωπωνύμιο) < θρακ. *esva = «άλογο» < ΙΕ *h1ek’wos (λ.χ. ἵππος, equus κλπ)

Ῥῆσος (ομηρικός Θράκας βασιλιάς) < θρακ. *rē(d)za < IE *Hrēg’-s = «βασιλιάς» (λ.χ. λα. rēx, PCelt rīxs κλπ)

3. Τα αρχαία ποταμωνύμια της Θράκης

Ἀξιός = «μαύρος, θολός» < ΙΕ *n.-skey- «ἀ-λαμπής» (στερητικό σε *n.- ανάλογο του ιρανικού axsaena = «σκούρος, όχι λαμπρός/λευκός»)

Στρῡμών < *srumōn < IE *srew-men- = «ρεῦμα» (λ.χ. ελλην. ῥεῦμα, αγγλικό stream, σλαβ. struja κλπ). Το ανώμαλο μακρό /ῡ/ του Στρμόνα απαντά και στον αλβανικό όρο *sru- > srū– > rry.

Νέστος ~ Νέσσος < ΙΕ *ned-tos < *ned- «νερό, ποτάμι» (λ.χ. τα κελτικά υδρωνύμια σε Ness, η Νέδα της Αρκαδίας κλπ)

Ἁρπησσός (ο σημερινός Άρδας) = «σκάφτης» (κατά Duridanov) < θρακ. Warpētsa < IE *worpētyos (λ.χ. λιθ. varpyti, βλ. ενότητα #4 εδώ)

Ἕβρος (παραμένει αγνώστου ετύμου)

Κέβρος ~ Κιάβρος ~ Κιάμβρος (ο σημερινός Τσίμπριτσα). Παρμένει αγνώστου ετύμου, αλλά η τροπή Κέβρος > Κιάβρος είναι σαν την μεταφωνία της ΑΒΡ.

Ἴστρος = «ορμητικός, με ισχυρό ρεύμα» < θρακ. *istra < IE *ish1ros (λ.χ. ελλην. ἱερός)

Τίμαχος (ο σημερινός Τίμοκ) = «μαυρονέρι» < θρακ. *Timāka < IE *temH- «μαυρίζω» (έχω αφιερώσει παλαιότερη ανάρτηση για όλα τα υδρωνύμια που προέκυψαν από τη ρίζα *temH-)

Οἶσκος/Oescus (ο σημερινός Ίσκαρ) < θρακ. *uyska < *uskya < IE *ud-sk-yos (*ud- «νερό»)

Ἄλμος/Almus (ο σημερινός Lom) < θρακ. *Alma < IE *h2el(m)- «αναβλύζω» (λ.χ. Ἀλμωπία, λατ. Almō)

Τόνζος (ο σημερινός Tundža) < θρακ. *Tundza = «μαιανδρώδης, που κινείται πέρα-δώθε) < IE *(s)tu-n-d-yos (λ.χ. αλβ. tund)

Πάνυσος (ο σημερινός Kamčiya) < θρακ. *Pan-uša = «ελώδης» < IE *pen- = «νερό, βάλτος» (λ.χ. αγγλικό fen).

Ἄθρυς (ο σημερινός Yantra) < θρακ. ātru-ētru- «γρήγορος, ορμητικός» (λ.χ. λετονικό ātrs).

Σύρμος (ο σημερινός Stryama) < θρακ. *Surma < IE *sr.-mos (*ser- «ρέω» > *sormos «ροή, κίνηση», λ.χ. ελλην. ὁρμή, σανσκ. sárma κλπ)῎ Η εξέλιξη ήταν Surma > λατ. Syrmus > Sirmus > Sermu στην ύστερη ΑΒΡ, και μετά οι Σλάβοι συνέχισαν με τη μετάθεση των υγρών *Serma > Srěma > Stryama.

Θα συνεχίσω σε επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

19 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

19 responses to “Οι Θράκες και η γλώσσα τους (Δεκέμβριος 2017) #2

  1. Αντώνης

    Καλημέρα. “Κάμα” (βλαχ.) είναι επίσης, συγκεκριμένο είδος μαχαιριού που χρησιμοποιούνταν στη σφαγή ζώου

    • Γεια σου Αντώνη, ποιο λήμμα είχες κατά νου και ανέφερες το κάμα.

      • Αντωνης

        Καλησπερα! Το scalma. Απλά μου ηρθε στο μυαλο μόλις το διαβασα. Και για την ακριβεια το cama ειναι ξιφίδιο 30 περίπου πόντων με τη λαβη και χρησιμοπούνταν αποκλειστικα για να το μπήξουν στο λαιμο του γουρουνιού..Δεν ειναι μαχαίρι οπως ειχα λαθεμενα αναφέρει… Τωρα ποια ειναι η ετυμολογία του…

  2. Ριβαλντίνιο

    Ο Θούκυ αναφέρει θρακικό φύλο με το όνομα “Δῖοι” ( οι χάρτες το έχουν να κατοικεί μεταξύ Βέσσων και Σατρών ). Να είναι ελληνικό εξωνύμιο που σημαίνει αυτούς που λατρεύουν τον Δία ;

    παρεκάλει δὲ καὶ τῶν ὀρεινῶν Θρᾳκῶν πολλοὺς τῶν αὐτονόμων καὶ μαχαιροφόρων, οἳ Δῖοι καλοῦνται, τὴν Ῥοδόπην οἱ πλεῖστοι οἰκοῦντες ( = Εκάλεσε προς τούτοις να τον ακολουθήσουν πολλούς από τους ορεινούς μαχαιροφόρους Θράκας, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι, επονομάζονται Δίοι, και κατοικούν οι περισσότεροι την Ροδόπην. )

    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0199%3Abook%3D2%3Achapter%3D96

    • Γεια σου Ριβαλδίνιο!

      Είχαν ενωθεί και με τους Βησσούς ένα φεγγάρι αυτοί οι Δίοι και ο συνασπισμός ονομάστηκε Διοβησσοί.

  3. H θρακική λέξη μανδάκης= «επίδεσμος για το δέσιμο των δεματιών» < θρακ. *mandāka < *bandāka < IE *bhendh- «δένω», θα μπορούσε ίσως να δώσει το σημερινό βλαχικό όρο văndăníche[vəndəníke]=μακρόστενη δεσμίδα υφαδιών αργαλειού, ωστόσο επιφυλάσσομαι επειδή το θέμα απαιτεί περαιτέρω έρευνα

  4. Λοιπόν, ξαναδιάβασα σήμερα την ανάρτηση και παρατήρησα μια απροσεξία μου. Στην περιγραφή του ηδωνικού λήμματος καλαμίνδαρ = πλάτανος, αντί για τη σελίδα του Orel με την περιγραφή του αλβανικού προθήματος kala-, στην οποία παραπέμπω στο κείμενο, πρόσθεσα για δεύτερη φορά τη σελίδα του Duridanov για το λήμμα καλαμίνδαρ.

    Μέχρι να προσθέσω τη σελίδα του Όρελ στην πρώτη ευκαιρία, μπορείτε να δείτε εδώ την περιγραφή του αλβανικού προθήματος.

    ΙΕ *kwel- «στρέφω» > πρόθημα *kwol-o- > αλβ. kala-

    kala-man = «παιδί»
    kala-vesh = «αμπέλι»

    αλβ. mendje = «μυαλό» > kala-mend = «συγχέω, μπερδεύω» (διαστρέβλωση σκέψης).

    κλπ

  5. George Sa

    Το όνομα : Dosta Trena η Trener (θηλ) σας θυμίζει κάτι ;

    • Γεια σου Γιώργο.

      Θα πρέπει να μου δώσεις περισσότερες πληροφορίες για να μπορέσω (αν μπορέσω) να βοηθήσω.

      Που μιλιόταν; Πότε μιλιόταν; Πρόκειται για ανθρωπωνύμιο ή τοπωνύμιο;

      • George Sa

        Dosta Trena , η Trener , Μπιτολα +- 1900 , προπρογιαγια αργεντ συζυγου μου.Προπαπους Δημητροφσκι ισως γεν αθηνα 1886 , ελαχιστα εμειναν μνημη οικογεν.Σας κουρασα.

      • Γιώργο δε με κούρασες καθόλου. Πες μου μόνο τι ακριβώς θέλεις από μένα.

  6. George Sa

    Για την ιστορια ,ετυμολογια ον/μου(βλαχικο ;σπανιο ;),σχεσεις αθηνας μοναστηριου (1900),επωνυμο Δημητριου ,αδηςκτλπ υποχ/κα εγινε δημητροφσκι; Μπιτολα – Μπ αιρες (1906περ) ; Μεσω Δυρραχιου ;
    Γριφος , μυστηριωδης προπαπους ,ψαχνουμε σαν ιντιανα τζοουνς .

  7. Μανούσος

    Ζιβυθίδες: θὰ μποροῦσε νὰ σχετίζεται τὸ Ζι- μὲ τὸ ἑλληνικὸ ζα-, καὶ ὁ μανδάκης μὲ τὸν μανδύα καὶ τὸ μανδύλιον;
    Ἡ ῥομφαία ἦταν μονόκοπη ἐλαφρῶς δρεπανοειδὴς καὶ μὲ μακριὰ χειρολαβή, ἐξ οὗ καὶ ἡ σύγχυση μὲ ἀκόντιο. Πιθανῶς ὁ πρόγονος τοῦ γιαταγανιοῦ.
    Ὡς πρὸς τὴν ῥίζα *Hrewp- ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ σύγκριση μὲ τὸ ἀραμαϊκὸ ḥ-r-b ἀπὸ τὴν ὁποία παράγεται καὶ τὸ ρῆμα χρεβ καταστρέφω καὶ τὸ οὐσιαστικὸ χάρμπο σπαθί
    http://www.dukhrana.com/lexicon/Brockelmann/page.php?p=254

  8. antonis

    Kαλημέρα και χρόνια πολλά σε όλους!!! Η ρομφαία ως σπαθί προφανέστατα κόβει..βρήκα λοιπόν, κάτι που πιθανώς να έχει ετυμολογικά κοινή ρίζα με τη ρομφαία https://en.wiktionary.org/wiki/arup

    • Γεια σου Αντώνη και χρόνια πολλά!

      Ο αρμανικός όρος που βρήκες (arup) όχι πιθανώς αλλά σίγουρα σχετίζεται με τη ριζα *Hrewp- «σπάω», γιατί πολύ απλά είναι ο αρμανικός απόγονος των λατινικών όρων rumpo = «σπάω» και rupes = «απότομη πλαγιά» [απότομη σαν «σπασμένη κόψη»]:

      λατ. rupes > αρμ. arup(u)

      Η συζήτηση τώρα μου θύμισε το Κολιαπιανό (στα ΒΔ της Σισκίας) τοπωνύμιο Arupium, του οποίου οι κάτοικοι ήταν γνωστοί ως Arupini.

      Το τοπωνύμιο Arupium μπορεί κάλλιστα να είναι ο δαλματο-παννονικός (ή αρχαίος (Β)Ενετικός) απόγονος της ΙΕ ρίζας *Hrewp- και να σημαίνει «απότομη πλαγιά» όπως και το λατινικό rupes.

      • Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, υπάρχουν στίχοι της Ριγκ Βέδας όπου το μεσοφωνηεντικό ΙΕ λαρυγγικό διατηρείται στη λέξη για τον άνεμο. Δηλαδή οι στίχοι αυτοί πήραν τη μορφή τους την εποχή της Κοινής Ινδο-Ιρανικής γλώσσας (ή λίγο αργότερα) γύρω στην περίοδο 2000-1500 π.Χ.

        Τα παρακάτω φρασήματα είναι σίγουρα κοινή ελληνο-άρια κληρονομιά (απαντάνε στην Ιλιάδα, στη Ριγκ Βέδα και, αυτός για τους ωκείς ίππους και στην Αβέστα):

        *k’lewos n.-dhghi-tom > ελλην. κλέος ἄφθιτον (ο λόγος που ο Αχιλλέας πάει σητν Τροία) = βεδ. sravas aksitam

        *h1ōk’us h1ek’wos = ὠκέες ἵπποι = ΒΕΔ = ΑΒΕΣΤ. (το φράσημα αυτό είναι ΙΕ λεξιπαίγνιο, επειδή οι ΙΕ πρόγονοι του επιθέτου ὠκύς και του ουσιαστικού ἵππος είναι ομόρριζες λέξεις).

        Αν διαβάσεις το βιβλίο του Calvert Watkins θα δεις ότι υπάρχουν ομοιότητες ακόμα και στο ποιητικό μέτρο μεταξύ Ιλιάδας και Ριγ Βέδας.

        *Diwos dhugh2tēr > Διός θυγάτηρ (Ιλιάδα και Ριγ Βέδα).

        Στην Ιλιάδα χρησιμοποιείται κυρίως για την Αθηνά (ελληνική καινοτομία) και, επιπρόσθετα, για την Αφροδίτη και την Ωραία Ελένη. Αυτή η δεύτερη χρήση είναι παλαιότερη, επειδή στη Ριγ Βέδα χρησιμοποιείται για την Usas = Ηώ/Αυγή και, στο βιβλίο του West θα βρεις λεπτομερώς γιατί η Ελένη και η Αφροδίτη (μείγμα της ΙΕ Αυγής και μιας μη ΙΕ θηλυκής θεότητας της ανατολικής Μεσογείου) είναι τροποποιημένες εκδοχές της Ηούς/Αυγής.

        Όπως εξηγεί ο Watkins, όσο πλησιέστερες φυλογενετικά είναι δυο ΙΕ γλώσσες, τόσο μεγαλύτερη είναι και η κοινή μυθοποιητική τους παράδοση.

        Ο λόγος που η αρχαιότερη ινδική μυθολογία και ποιητική παράδοση έχουν τέτοια ομοιότητα με την αρχαιότερη Ελληνική, είναι ο ίδιος λόγος που εξηγεί λ.χ. γιατί ο παρατατικός του ἄγω ἦγον έχει ουσιαστικά ολόιδια κλίση σε Ελληνική και Βεδική Σανσκριτική (στενή φυλογενετική συγγένεια). Οι δύο γλωσσικές ομάδες αποσχίστηκαν πιο πρόσφατα σε σχέση με τις άλλες ΙΕ γλώσσες. Αν λ.χ. ο Ιταλο-Κελτικός κλάδος αποσχίστηκε από τον ύστερο ΠΙΕ κορμό γύρω στο 3300 και ο Γερμανικός γύρω στο 3000, Οι γλώσσες του ελληνο-αρίου κλάδου (Ελληνική,Ινδο-Ιρανικές γλώσσες, Αρμενική, και Φρυγική) ανάγονται σε έναν κοινό πρόγονο που μάλλον μιλιόταν μέχρι και την πρώιμη 3η π.Χ.χιλιετία (ας πούμε για χάρη της συζήτησης μέχρι το 2750 π.Χ., όταν πάνω κάτω χωρίστηκαν).

        Αυτοί οι επιπλέον 2-3 αιώνες ενότητας (σε σχέση με τις άλλες θυγατρικές γλωσσες που προέκυψαν από την ύστερη ΠΙΕ), εξηγούν και την στενή γλωσσική ομοιότητα και την στενή μυθοποιητική ομοιότητα μεταξύ της Ελληνικής και των αρχαίων Ινδο-Ιρανικών γλωσσών που άφησαν ποιητική παράδοση (Βεδική Σανσκριτική, Αβέστα κλπ).

        Δες λ.χ. τον παρατατικό του ἄγω σε ελληνική και σανσκριτική:

        Όχι μόνο η παρελθοντική αύξηση (αποκλειστικό χαρακτηρικό των ελληνο-αρίων γλωσσών), αλλά όλη η μορφολογία είναι αξιοθαύμαστα παρόμοια.

        *h2eg’- > ἄγω

        *e-h2eg’-om (λ.χ. φέρω/-φερον) > *aHag’om > *āg’om > ελληνικό (αττικοϊωνικό) ἦγον = σανσκριτικό ājam

        Το ίδιο με τους διπλασιασμένους αορίστους του τύπου *wekw- > *e-we-wkw-om > ἔειπον = σανσκ. avocam.

        Τέτοια «τριχοειδής» μορφολογική ομοιότητα μεταξύ της Ελληνικής και των Ινδο-Ιρανικών γλωσσών δνε μπορεί παρά να είναι προϊόν «πιο πρόσφατης» απίσχισης, σε σχέση με την απόσχιση των άλλων ΙΕ κλάδων, και αυτή η «πιο πρόσφατη» απόσχιση (δλδ η πιο μακροχρόνια ενότητα), είχε συνέπειες και στη μυθοποιητική παράδοση.

  9. Αλάστωρ

    Καλησπέρα Σμερδ., Καλή Χρονιά!
    Το βουνό Πιρίν στη Βουλγαρία, πώς ετυμολογείται;
    Ευχαριστώ εκ των προτέρων

    • Γεια σου Αλάστορ και καλή χρονιά και σε εσένα!

      Δεν υπάρχει κάποια γλωσσολογικά καθιερωμένη ετυμολόγηση.

      Στη βικιπαίδεια παραδίδονται δύο απόψεις:

      1) από το σλαβικό θεωνύμιο Perun (ο σλαβικός θεός του κεραυνού): δεν με πείθει καθόλου αυτή η άποψη
      2) Ο Vladimir Georgiev το ετυμολόγησε από την ΙΕ ρίζα *peru- «πέτρα» (δλδ «Βραχώδες όρος», λ.χ. σανσκ. *perwn.t- > parvata = «(βραχώδες) όρος, κατσάβραχο»), ρίζα από την οποία ο Ivan Duridanov ετυμολόγησε το θρακικό τοπωνύμιο Πέρινθος:

      *perw-ént- > Perw-ínt- > Πέρινθος

      Δυστυχώς, αυτό είναι απλή υπόθεση (αλλά τουλάχιστον έχει γίνει από έγκυρο γλωσσολόγο).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s