Οι Θράκες και η γλώσσα τους (Δεκέμβριος 2017) #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς με θέμα τους Θράκες της πρώιμης και ύστερης αρχαιότητας και την γλώσσα τους. Πριν τρία χρόνια έκανα μια προκαταρτική σειρά αναρτήσεων για το θέμα, η οποία όμως χρειάζεται επειγόντως συμπλήρωμα. Στη σημερινή ανάρτηση θα περιοριστώ στην ιστορία των Θρακών από την πρώιμη αρχαιότητα (8ος-1ος π.Χ. αιώνας) μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (1ος-6ος μ.Χ. αιώνας).

Όποιος ενδιαφέρεται για βιβλιογραφία παραθέτω τα δύο παρακάτω βιβλία:

  1. A Companion to Ancient Thrace, επιμ. Julia Valeva, Emil Nankov, και Denver Graninger (John Wiley & Sons, 2015)
  2. The Odrysian Kingdom of Thrace: Orpheus Unmasked, Zosia Archibald (Oxford University Press, 1998)

1. Πρώιμη αρχαιότητα: Θρᾷκες

Η Θρακική γλώσσα ήταν η γλώσσα των αρχαίων Θρακών (Θρᾷξ / οἱ Θρᾷκες, ἡ Θρᾷσσα / αἱ Θρᾷσσαι), ενός λαού με τον οποίο οι Έλληνες ήταν ήδη εξοικειωμένοι πριν από τη συγγραφή της Ιλιάδος (~750 π.Χ.). Ο λαός που οι Έλληνες αποκαλούσαν Θρᾷκες (ιωνιστί Θρῇκες, η διτυπία Θρᾷκες ~ Θρῇκες δείχνει ότι το εθνώνυμο υπήρχε στην Ελληνική γλώσσα πριν από την αττικοϊωνική τροπή ᾱ>η που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 9ου π.Χ. αιώνα) στην Ιλιάδα κατοικούσε ήδη στην βόρεια ακτή του Αιγαίου από την εκβολή του Αξιού (Ιλ. 14.225-8, μεταξύ Ημαθίας και Άθωνος αναφέρονται τα νιφόεντα όρη των ιπποπόλων Θρακών) μέχρι τον Ελλήσποντο (Ιλ. 2.844-5) και συμμετείχε στον δεκαετή πόλεμο ως σύμμαχος των Τρώων. Ήδη στην Ιλιάδα το βόρειο Αιγαίο είναι γνωστό ως ο Θρηίκιος πόντος (Ιλ. 23.230) και οι άνεμοι Βορέας και Ζέφυρος φυσούσαν Θρῄκηθεν («από την Θράκη», Ιλ. 9.5).

Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη παράδοση που διέσωσε ο Καλλίμαχος, ο Βορέας ήταν γιος του Στρυμόνα («Στρυμόνιος») και κατοικούσε σε μια σπηλιά (σπέος) στην υψηλή κορυφή του όρους Αίμος.

[Καλλίμαχος, Ύμνος Εις Δήλον]

[25-7]

τείχεα μὲν καὶ λᾶες ὑπαὶ ῥιπῆς κε πέσοιεν

Στρυμονίου Βορέαο: θεὸς δ᾽ ἀεὶ ἀστυφέλικτος:

Δῆλε φίλη, τοῖός σε βοηθόος ἀμφιβέβηκεν.

[63-5]

ἥμενος ὑψηλῆς κορυφῆς ἔπι Θρήικος Αἵμου

θοῦρος Ἄρης ἐφύλασσε σὺν ἔντεσι, τὼ δέ οἱ ἵππω

ἑπτάμυχον Βορέαο παρὰ σπέος ηὐλίζοντο

Έχει ενδιαφέρον ότι η Ιλιαδική γεωγραφία, ενώ αγνοεί ως terra incognita τα μέρη των δυτικών Βαλκανίων βορείως της Ιθάκης και της Δωδώνης, παρά ταύτα περιλαμβάνει τα μέρη γύρω από την εκβολή του Δούναβη/Ίστρου γιατί, κάποια στιγμή, ο Δίας στρέφει το βλέμμα του από τη μάχη Δαναών και Τρώων και κοιτάζει προς τους ιπποπόλους Θράκες, τους αγχέμαχους Μυσούς, και τους αγαυούς και ιππημολγούς γλακτοφάγους Αβίους, που είναι οι δικαιότεροι των ανθρώπων (Ιλ. 13.4-6, οι «δικαιότατοι» Άβιοι μάλλον ήταν ιππόπολο στεπικό φύλο):

[Ιλ. 13.4-6]

Ζεὺς δ᾽ ἐπεὶ οὖν Τρῶάς τε καὶ Ἕκτορα νηυσὶ πέλασσε,

τοὺς μὲν ἔα παρὰ τῇσι πόνον τ᾽ ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν

νωλεμέως, αὐτὸς δὲ πάλιν τρέπεν ὄσσε φαεινὼ

νόσφιν ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν καθορώμενος αἶαν

Μυσῶν τ᾽ ἀγχεμάχων καὶ ἀγαυῶν ἱππημολγῶν

γλακτοφάγων Ἀβίων τε δικαιοτάτων ἀνθρώπων.

Με άλλα λόγια, στα μέρη που αργότερα αποτέλεσαν τη ρωμαϊκή Κάτω Μυσία (Moesia Inferior) ήδη από την εποχή της Ιλιάδας κατοικούσε ένας λαός που ήταν γνωστός στους Έλληνες ως Μυσοί.

Στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Πάριοι άποικοι έφτασαν στη Θάσο, βρήκαν στο νησί ήδη εγκατεστημένους θρακικούς πληθησμούς. Σύμφωνα με τον Ησύχιο, το παλαιότερο όνομα της Θάσου ήταν Ὀδωνίς, ένα όνομα που θυμίζει το θρακικό εθνώνυμο Ἠδῶνες (μετά την περσική εκστρατεία που κατέλυσε την ισχύ των Παιόνων, οι Ηδώνες επεκτάθηκαν μέχρι και τον Αξιό, αλλά οι Μακεδόνες αργότερα τους εκδίωξαν και τους περιόρισαν στα μέρη ανατολικά του Στρυμόνα).

ὁδῷ ἔπι· παρ’ ὁδῷ. ἐπὶ ὁδῷ (Ζ 15)

Ὀδωνίς· ἡ Θάσος τὸ πάλαι

ὀδών· ὀδούς

Όταν οι Πάριοι άποικοι της Θάσου επιχείρησαν να ιδρύσουν τις πρώτες αποικίες στην θασική περαία, χρειάστηκε να πολεμήσουν τους Θράκες Σαΐους, οι οποίοι αναφέρονται και ως κάτοικοι της Σαμοθράκης. Σε μια από αυτές τις μάχες Σαΐων και Παρίων αποίκων, ο διάσημος Πάριος ποιητής Αρχίλοχος έγινε ρίψασπις και, αργότερα, έγραψε ένα ποίημα στο οποίο λέει «κάποιος Σάιος τώρα χαίρεται την ασπίδα μου αλλά, αφού εγώ σώθηκα, τι με μέλλει η ασπίδα που έχασα;» (Ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται … αὐτὸν δ’ ἔκ μ’ ἐσάωσα· τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;).

Σύμφωνα με το Στράβωνα, οι Σάιοι και οι Σίντιες ( = «ληστές/πειρατές», η Οδύσσεια τους αναφέρει ως ἀγριόφωνους κατοίκους της Λήμνου) ήταν ο ίδιος λαός με τους Σαπαίους που κατοικούσαν στην ενδοχώρα των Αβδήρων.

[Στράβων, Γεωγραφικά, 10.2.17] τινὲς δὲ Σάμον καλεῖσθαί φασιν ἀπὸ Σαΐων, τῶν οἰκούντων Θρᾳκῶν πρότερον, οἳ καὶ τὴν ἤπειρον ἔσχον τὴν προσεχῆ, εἴτε οἱ αὐτοὶ τοῖς Σαπαίοις ὄντες ἢ τοῖς Σιντοῖς, οὓς Σίντιας καλεῖ ὁ ποιητής, εἴθ᾽ ἕτεροι. μέμνηται δὲ τῶν Σαΐων Ἀρχίλοχος «ἀσπίδα μὲν Σαΐων τὶς ἀνείλετο, τὴν παρὰ θάμνῳ ἔντος ἀμώμητον κάλλιπον οὐκ ἐθέλων.»

[Στράβων, Γεωγραφικά, 12.3.20] καὶ ταῦτα τῶν ὀνομάτων μεταπτώσεις πολλὰς δεχομένων καὶ μάλιστα ἐν τοῖς βαρβάροις: Σίντιες γὰρ ἐκαλοῦντό τινες τῶν Θρᾳκῶν, εἶτα Σιντοί, εἶτα Σάιοι, παρ᾽ οἷς φησιν Ἀρχίλοχος τὴν ἀσπίδα ῥῖψαι «ἀσπίδα μὲν Σαΐων τις ἀνείλετο, τὴν παρὰ θάμνῳ ἔντος ἀμώμητον κάλλιπον οὐκ ἐθέλων.» οἱ δ᾽ αὐτοὶ οὗτοι Σαπαῖοι νῦν ὀνομάζονται: πάντες γὰρ οὗτοι περὶ Ἄβδηρα τὴν οἴκησιν εἶχον καὶ τὰς περὶ Λῆμνον νήσους […]

Ο Ανακρέων έζησε μια περίοδο της ζωής του στα Άβδηρα και σε ένα ποίημα με υπονοούμενο αναφέρει την δμήση (δμῆσις, ἱππόδαμος, δαμάσιππος) μιας ατίθασης «θρακοπούλας φοραδίτσας» (Πῶλε Θρῃκίη).

Οι Θράκες κάποτε ζούσαν και δυτικά του Αξιού. O Στράβων (9.5.16: τῆς Θρᾳκίας Μεθώνης) και ο Πλούταρχος (Quaes. Gr., 293b: ἐπὶ Θρᾴκης ἔπλευσαν … τὴν μὲν πόλιν ὠνόμασαν Μεθώνην) αναφέρουν τη Μεθώνη της Πιερίας ως «Θρᾳκία Μεθώνη», μια παράδοση που πάει πίσω στην εποχή ιδρύσεως της ερετριακής αποικίας, όταν στην παράλια Πιερία κατοικούσαν οι Πίερες Θράκες, τους οποίους οι Μακεδόνες αργότερα εξεδίωξαν ανατολικά τoz Στρυμόνα (Θουκυδίδης, 2.99.3ἀναστήσαντες μάχῃ ἐκ μὲν Πιερίας Πίερας, οἳ ὕστερον ὑπὸ τὸ Πάγγαιον πέραν Στρυμόνος ᾤκησαν Φάγρητα καὶ ἄλλα χωρία).

Σύμφωνα με το Μαρσύα τον Πελλαίο, ο επώνυμος γεννάρχης των Μακεδόνων Μακεδών (αδελφός του Μάγνητα κατά την ψευδοησιοδική γενεαλογία) έφυγε από την (ορεινή) Πιερία και κατέκτησε μια περιοχή της Θράκης, την οποία ονόμασε Μακεδονία, και παντρεύτηκε «μία τῶν ἐγχωρίων», με την οποία έκανε δυο γιους, τον Πίερο και τον Άμαθο (οι επώνυμοι των δύο περιοχών του πρώιμου Μακεδονικού βασιλείου, Πιερία και Ημαθία).

[Schol. Hom. Il. XIV,226] Μακεδών ὁ Διός καὶ Αἰθρίας [sic = Θυίας] κατασχών τὴν χώραν οὖσαν τῆς Θράκης αφ΄ἑαυτοῦ Μακεδονίαν προσηγόρευσενΓῆμας δὲ μία των ἐγχωρίων τεκνοῦται δύο παίδας Πίερον καὶ Ἄμαθον ἀφ΄ὦν δύο πόλεις [sic] Πιερία καὶ Ἀμαθία ἐν Μακεδονίᾳ. Ἡ ἱστορία παρὰ Μαρσύᾳ.

Ο Φώτιος διέσωσε ένα απόσπασμα του μυθογράφου Κόνωνος, σύμφωνα με το οποίο, ο θρυλικός Ορφέας (τον οποίο η ελληνική παράδοση θεωρούσε Θράκα της Πιερίας) καλλιέργησε την τέχνη της μουσικής και ειδικότερα της κιθαρωδίας, όταν βασίλευε την Μακεδονία και την Οδρυσίδα (~Θράκη), επειδή το γένος των Μακεδόνων και των Θρακών ήταν φιλόμουσο. Ο Κώνων συνεχίζει με την περιγραφή του διαμελισμού του σώματος του Ορφέα από τις μαινάδες των Μακεδόνων και των Θρακών στα Λείβηθρα του Ολύμπου, επειδή ο μουσικός δεν φανέρωνε στις μαινάδες τα μυστικά των οργίων.

[Φώτιος, Βιβλιοθήκη, 45] Ἡ μεʹ ὡς Ὀρφεὺς ὁ Οἰάγρου καὶ Καλλιόπης μιᾶς τῶν Μουσῶν, ἐβασίλευε Μακεδόνων καὶ τῆς Ὀδρυσίδος, ἐπετήδευε δὲ μουσικήν, καὶ μάλιστα κιθαρῳδίαν. Καί (φιλόμουσον γὰρ τὸ Θρᾳκῶν καὶ Μακεδόνων γένος) ἤρεσκεν ἐν τούτοις διαφερόντως τῷ πλήθει. Κατέσχε δὲ δόξα ὡς εἰς Ἅιδου κατάβοι ἔρωτι τῆς γυναικὸς Εὐρυδίκης, καὶ ὡς τὸν Πλούτωνα καὶ τὴν Κόρην ᾠδαῖς γοητεύσας, δῶρον λάβοι τὴν γυναῖκα· ἀλλ´ οὐ γὰρ ὄνασθαι τῆς χάριτος ἀναβιωσκομένης, λαθόμενον τῶν περὶ αὐτῆς ἐντολῶν. Οὕτω δὲ θέλγειν καὶ κατακηλεῖν αὐτὸν ᾠδαῖς εἶναι σοφόν, ὡς καὶ θηρία καὶ οἰωνοὺς καὶ δὴ καὶ ξύλα καὶ λίθους συμπερινοστεῖν ὑφ´ ἡδονῆς. Τελευτᾷ δὲ διασπασαμένων αὐτὸν τῶν Θρᾳκίων καὶ Μακεδόνων γυναικῶν, ὅτι οὐ μετεδίδου αὐταῖς τῶν ὀργίων, τάχα μὲν καὶ κατ´ ἄλλας προφάσεις. Φασὶ δ´ οὖν αὐτὸν δυστυχήσαντα περὶ γυναῖκα πᾶν ἐχθῆραι τὸ γένος. Ἐφοίτα μὲν οὖν τακταῖς ἡμέραις ὡπλισμένων πλῆθος Θρᾳκῶν καὶ Μακεδόνων ἐν Λιβήθροις, εἰς οἴκημα ἓν συνερχόμενον μέγα τε καὶ πρὸς τελετὰς εὖ πεποιημένον.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Θράκες ήταν το δεύτερο πιο πολυπληθές έθνος του κόσμου μετά τους Ινδούς και, με την εξαίρεση των Γετών, των Τραυσών, και εκείνων που κατοικούσαν πάνω από τους Κρήστωνες, είχαν ολοι παραπλήσια έθιμα («νόμοι»). Αν μπορούσαν να συναρμοστούν πολιτικά θα ήταν ακαταμάχητοι, αλλά η διαίρεσή τους σε έθνη με διαφορετικά ονόματα τους διατηρούσε ασθενείς.

[Ηρόδοτος, 5.3] Θρηίκων δὲ ἔθνος μέγιστον ἐστὶ μετά γε Ἰνδοὺς πάντων ἀνθρώπων: εἰ δὲ ὑπ᾽ ἑνὸς ἄρχοιτο ἢ φρονέοι κατὰ τὠυτό, ἄμαχόν τ᾽ ἂν εἴη καὶ πολλῷ κράτιστον πάντων ἐθνέων κατὰ γνώμην τὴν ἐμήν. ἀλλὰ γὰρ τοῦτο ἄπορόν σφι καὶ ἀμήχανον μή κοτε ἐγγένηται, εἰσὶ δὴ κατὰ τοῦτο ἀσθενέες. [2] οὐνόματα δ᾽ ἔχουσι πολλὰ κατὰ χώρας ἕκαστοι, νόμοισι δὲ οὗτοι παραπλησίοισι πάντες χρέωνται κατὰ πάντα, πλὴν Γετέων καὶ Τραυσῶν καὶ τῶν κατύπερθε Κρηστωναίων οἰκεόντων.

Ο Παυσανίας έκανε αργότερα μια παρόμοια δήλωση, γράφοντας ότι οι Θράκες ήταν το δεύτερο πιο πολυπληθές έθνος της Ευρώπης μετά τους Κελτούς, γι΄αυτό και, πριν από τους Ρωμαίους, καμιά ηγεμονική δύναμη δεν είχε καταφέρει να τους κάνει όλους υποτελείς της:

[Παυσανίας, Περιήγησις, 1.9.5] τελευτήσαντος δὲ Ἀλεξάνδρου Θρᾳκῶν ἐβασίλευεν ὁ Λυσίμαχος τῶν προσοίκων Μακεδόσιν, ὅσων ἦρχεν Ἀλέξανδρος καὶ ἔτι πρότερον Φίλιππος: εἶεν δ᾽ ἂν οὗτοι τοῦ Θρᾳκίου μοῖρα οὐ μεγάλη. Θρᾳκῶν δὲ τῶν πάντων οὐδένες πλείους εἰσὶ τῶν ἀνθρώπων ὅτι μὴ Κελτοὶ πρὸς ἄλλο ἔθνος ἓν ἀντεξετάζοντι, καὶ διὰ τοῦτο οὐδείς πω πρότερος Θρᾷκας Ῥωμαίων κατεστρέψατο ἀθρόους […]

Οι Θράκες είχαν επίσης εγκατασταθεί στην ΒΔ Μικρά Ασία (Τρωάδα, Μυσία και, κυρίως, Βιθυνία). Οι Βιθυνοί, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πριν εγκατασταθούν στη Μικρά Ασία κατοικούσαν στα μέρη του Στρυμόνα και ήταν γνωστοί ως Στρυμόνιοι. Στο ίδιο χωρίο, ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Θράκες φορούσαν ποικίλες ζειρές (φαρδιά πανωφόρια με σχέδια) και αλωπεκέες στο κεφάλι (ἀλωπεκέη/ἀλωπεκῆ = πίλος από τομάρι αλεπούς)

[Ηρόδοτος, 7.75] Θρήικες δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι ἀλωπεκέας ἔχοντες ἐστρατεύοντο, περὶ δὲ τὸ σῶμα κιθῶνας, ἐπὶ δὲ ζειρὰς περιβεβλημένοι ποικίλας, περὶ δὲ τοὺς πόδας τε καὶ τὰς κνήμας πέδιλα νεβρῶν, πρὸς δὲ ἀκόντιά τε καὶ πέλτας καὶ ἐγχειρίδια μικρά. [2] οὗτοι δὲ διαβάντες μὲν ἐς τὴν Ἀσίην ἐκλήθησαν Βιθυνοί, τὸ δὲ πρότερον ἐκαλέοντο, ὡς αὐτοὶ λέγουσι, Στρυμόνιοι, οἰκέοντες ἐπὶ Στρυμόνι: ἐξαναστῆναι δὲ φασὶ ἐξ ἠθέων ὑπὸ Τευκρῶν τε καὶ Μυσῶν. Θρηίκων δὲ τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ ἦρχε Βασσάκης ὁ Ἀρταβάνου.

Ο Ξενοφών χαρακτήρισε την Βιθυνία ως Βιθυνίδα Θράκη (εἰς τῆν Βιθυνίδα Θρᾴκην) και Θράκη της Ασίας (ἐν τῇ Θρᾴκῃ τῇ ἐν τῇ Ἀσίᾳ), ενώ ο Στράβων παρατήρησε την ομοιότητα τοπωνυμίων μεταξύ της Θράκης και της Τρωάδος. Έχω παραθέσει τις πηγές για την θρακική καταγωγή των Βιθυνών και των ασιατικών Μυσών σε αυτήν εδώ την ανάρτηση. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, οι Βιθυνοί Θράκες κακομεταχειρίζονταν (δεινὰ ὑβρίζειν) τους Έλληνες ναυτικούς που κατέληγαν στην ακτή τους.

[Ξενοφών, Ελληνικά, 1.3.2] ἐκεῖθεν δ’ ἐπὶ Καλχηδόνα καὶ Βυζάντιον ὁρμήσαντες ἐστρατοπεδεύσαντο πρὸς Καλχηδόνι. οἱ δὲ Καλχηδόνιοι προσιόντας αἰσθόμενοι τοὺς Ἀθηναίους, τὴν λείαν ἅπασαν κατέθεντο εἰς τοὺς Βιθυνοὺς Θρᾷκας, ἀστυγείτονας ὄντας.

[Ξενοφών, Ελληνικά, 3.2.2] ὡς δὲ ταῦτα ἐγένετο, ἐλθὼν ὁ Δερκυλίδας εἰς τὴν Βιθυνίδα Θρᾴκην ἐκεῖ διεχείμαζεν,

[Ξενοφών, Κύρου Ανάβασις, 6.4.1-2] ταύτην μὲν οὖν τὴν ἡμέραν αὐτοῦ ηὐλίζοντο ἐπὶ τοῦ αἰγιαλοῦ πρὸς τῷ λιμένι. τὸ δὲ χωρίον τοῦτο ὃ καλεῖται Κάλπης λιμὴν ἔστι μὲν ἐν τῇ Θρᾴκῃ τῇ ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἀρξαμένη δὲ ἡ Θρᾴκη αὕτη ἐστὶν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Πόντου μέχρι Ἡρακλείας ἐπὶ δεξιὰ εἰς τὸν Πόντον εἰσπλέοντι. καὶ τριήρει μέν ἐστιν εἰς Ἡράκλειαν ἐκ Βυζαντίου κώπαις ἡμέρας μακρᾶς πλοῦς· ἐν δὲ τῷ μέσῳ ἄλλη μὲν πόλις οὐδεμία οὔτε φιλία οὔτε Ἑλληνίς, ἀλλὰ Θρᾷκες Βιθυνοί· καὶ οὓς ἂν λάβωσι τῶν Ἑλλήνων ἐκπίπτοντας ἢ ἄλλως πως δεινὰ ὑβρίζειν λέγονται τοὺς Ἕλληνας.

Ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Θράκες θεωρούσαν την γεωργία ως ατιμότατη ασχολία και προτιμούσαν την αργία, ενώ θεωρούσαν κάλλιστη ασχολία τον πόλεμο και το πλιάτσικο. Δεν τους ενδιέφερε η διαφύλαξη της παρθενιάς των άγαμων κοπέλων αλλά, μετά το γάμο, είχαν το νου τους ώστε η γυναίκα να μην κερατώνει τον σύζυγό της. Όπως θα εξηγήσω παρακάτω αναλυτικότερα, στο ίδιο χωρίο ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι στην θρακική κοινωνία η δερματοστιξία (τατουάζ) θεωρούνταν σημάδι ευγένειας, ενώ το άστικτο δέρμα θεωρούνταν αγεννές.

[Ηρόδοτος, 5.6] τῶν δὲ δὴ ἄλλων Θρηίκων ἐστὶ ὅδε νόμος: πωλεῦσι τὰ τέκνα ἐπ᾽ ἐξαγωγῇ, τὰς δὲ παρθένους οὐ φυλάσσουσι, ἀλλ᾽ ἐῶσι τοῖσι αὐταὶ βούλονται ἀνδράσι μίσγεσθαι: τὰς δὲ γυναῖκας ἰσχυρῶς φυλάσσουσι καὶ ὠνέονται τὰς γυναῖκας παρὰ τῶν γονέων χρημάτων μεγάλων. [2] καὶ τὸ μὲν ἐστίχθαι εὐγενὲς κέκριται, τὸ δὲ ἄστικτον ἀγεννές. ἀργὸν εἶναι κάλλιστον, γῆς δὲ ἐργάτην ἀτιμότατον: τὸ ζῆν ἀπὸ πολέμου καὶ ληιστύος κάλλιστον.

Κατά την κλασική περίοδο, οι «άγριοι» Θράκες ήταν από τους βασικότερους «άλλους» και η αντιπαράθεσή τους με τους Έλληνες επηρέασε και επηρεάστηκε από το ανεγειρόμενο εθνοτικό τοιχίο που διέκρινε τους Έλληνες από τους βάρβαρους «άλλους». Ο Θουκυδίδης (ο πατέρας του Όλορος είχε το ίδιο θρακικό όνομα με τον Δόλογκo Θράκα βασιλιά Όλορο που ήταν πεθερός του Μιλτιάδη), στο χωρίο όπου σχολιάζει την πλήρη κατασφαγή (γυναικόπαιδα, ζώα και ό,τι άλλο έμψυχο συναντούσαν) του πληθυσμού της βοιωτικής Μυκαλησσού από Θράκες μισθοφόρους των Αθηναίων το 413 π.Χ., περιγράφει το Θρακικό γένος «ως το φονικότερο των βαρβαρικών γενών».

[Θουκυδίδης, 7.29.4ἐσπεσόντες δὲ οἱ Θρᾷκες ἐς τὴν Μυκαλησσὸν τάς τε οἰκίας καὶ τὰ ἱερὰ ἐπόρθουν καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐφόνευον φειδόμενοι οὔτε πρεσβυτέρας οὔτε νεωτέρας ἡλικίας, ἀλλὰ πάντας ἑξῆς, ὅτῳ ἐντύχοιεν, καὶ παῖδας καὶ γυναῖκας κτείνοντες, καὶ προσέτι καὶ ὑποζύγια καὶ ὅσα ἄλλα ἔμψυχα ἴδοιεν: τὸ γὰρ γένος τὸ τῶν Θρᾳκῶν ὁμοῖα τοῖς μάλιστα τοῦ βαρβαρικοῦ, ἐν ᾧ ἂν θαρσήσῃ, φονικώτατόν ἐστιν.

Στην κλασική Αθήνα, η «άγρια» και «αλόγιστη» Θράκη θεωρούνταν η πατρίδα του ξέφρενου γλεντιού και ο τόπος όπου ζούσαν οι σάτυροι. Αργότερα, ο Ιωάννης Μαλάλας , ακολουθώντας αυτήν την κλασική αθηναϊκή παράδοση, βάζει τον Διόνυσο να πηγαίνει στη Θήβα για να τιμωρήσει τον Πενθέα, φέρνοντας μαζί του ένα στρατό σκιρτών «ἐκ τῆς Βεσσικῆς χώρας» (σκίρτοι = σάτυροι, σκίρτος = «χορευταράς» εκ του σκιρτάω = χοροπηδώ, Βεσσική χώρα = Θράκη, βλ. παρακάτω για την εξίσωση Βέσσοι = Θράκες) που ήταν «σοφίᾳ μυστικῇ πεπαιδευμένοι».

Όπως ανέφερα παραπάνω, ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των Θρακών ήταν ότι ήταν «κατάστικτοι» (γεμάτοι με τατουάζ = δερματοστιξίες). Και ο Ηρόδοτος και ο Δίων ο Χρυσόστομος μας πληροφορούν ότι στην θρακική κοινωνία ο αριθμός των δερματοστιξιών ενός ατόμου ήταν ανάλογος της κοινωνικής του θέσης. Ο Δίων γράφει ότι τα τατουάζ ήταν προνόμιο των ελευθέρων γυναικών και ότι σε μια φυλή η βασίλισσα είχε τα περισσότερα τατουάζ. Ο συγγραφέας των Δισσών Λόγων (2.9) μας πληροφορεί ότι οι Θράκες θεωρούσαν την δερματοστιξία ως καλλωπισμό.

[Ηρόδοτος, 5.6] καὶ τὸ μὲν ἐστίχθαι εὐγενὲς κέκριται, τὸ δὲ ἄστικτον ἀγεννές

Η συνήθεια των Θρακών «τὸ μὲν ἐστίχθαι εὐγενὲς κέκριται, τὸ δὲ ἄστικτον ἀγεννές» μας βοηθάει να ετυμολογήσουμε το θρακικό θηλυκό όνομα Paezusa, το θρακικό επίθετο του Διός Παισoυληνός (σε επιγραφή που βρέθηκε στην περιοχή της Καβάλας) και το θρακικό εθνωνύμιο Βισάλται.

Η ΙΕ ρηματική ρίζα *peyk’- = «ζωγραφίζω» έδωσε τον ελληνικό ο-βαθμο όρο *poyk’-ilos > ποικίλος = «πολύχρωμος, παρδαλός», το λατινικό ρήμα *pi-n-k-oh2 > pingō (προέκυψε με ρινική ένθεση στο μηδενικό βαθμό *pik’-), ο σλαβικό ρήμα pĭsati = «γράφω» και ένα σωρό ΙΕ όρους με τη σημασία «στικτός, παρδαλός», λ.χ. *pik’-ros > *piś-ras > PSlv *pĭstrŭ (η πηγή του σλαβικού δανείου πέστροφα στη νεοελληνική, λ.χ. BCS pastrva), *poik’os > PGmc *faihaz κλπ.

Paezusa = θρακ. *Paits-ušā (< ΙΕ *poyk’-us-eh2) = υποκοριστικό σε *-ušā (λ.χ. το επίσης θρακικό θηλυκό ανθρωπωνύμιο από τη γειτονική Μικρά Σκυθία Mamusa, το αλβανικό θηλυκό επίθημα -ushë [drenushë = ελαφίνα] και το ΑΒΡ υποστρωματικό υποκοριστικό επίθημα -ušə [αρμαν. cãtushi ~ ρουμαν.  cătușă =  «γατί, γατούλα»]) του θρακικού όρου *paitsa (< *poyk’-os) που μπορεί να θεωρηθεί ακριβής συγγενής του PGmc *faihaz = «διάστικτος, παρδαλός».

Βισάλται = θρακ. *pi(t)sāltai = «στίκται» (< IE *pik’āl-tai, λ.χ. BSC pisaljka = «όργανο γραφής/γραφτήρι, μολύβι»), με επιχωρική ηχηροποίηση p>b, όπως συμβαίνει συχνά στη Μακεδονία (λ.χ. πόρτις «μοσχάρι» > θεσσαλικό ανθρωπωνύμιο Πορτῖνος, αλλά μακεδονικό Βορδῖνος, Κῡδίᾱς ~ Γῡδίᾱς κλπ). Από την ίδια ΙΕ ρίζα προέρχεται και το λατινογενές εξωνύμιο Πικτοί/Pictī= «στικτοί» (λατ. pictus) του κελτικού φύλου που ζούσε στη Σκωτία και έβαφε με μπλε χρώμα το δέρμα του.

Παισουληνός Ζεύς = ο Δίας που λατρεύεται στην Παισούλα (= Μαξιμιανούπολις Ροδόπης). Όπως έκανα εγώ στο προρρηθέν ανθρωπωνύμιο Paezusa (< θρακ. *paits-ušā), έτσι και o Duridanov ετυμολόγησε το τοπωνύμιο Παισούλα εκ του IE *poyk’-os > θρακ. pai(t)sos = «παρδαλός, χρωματιστός» + IE υποκοριστικό -ulā και το συνέκρινε με βαλτικά ομόρριζα τοπωνύμια (λ.χ. λιθ. paišai = «αιθάλη, μαυρίλα» > τοπωνύμιο Paišeliai).

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου π.Χ. αιώνα, οι Οδρύσες (Ὀδρύσαι, το κέντρο τους ήταν η περιοχή γύρω από την Αδριανούπολη/Ουσκουδάμα) εξελίσσονται στο ισχυρότερο θρακικό φύλο και εκτείνουν τον έλεγχό τους μέχρι τον Στρυμόνα. Ο Οδρύσης βασιλιάς Σιτάλκης το 429 π.Χ. πραγματοποίησε εισβολή δυτικά του Αξιού στη Μακεδονία, με σκοπό να καθυποτάξει το μακεδονικό βασίλειο, αλλά σκοτώθηκε το 424 προσπαθώντας να καθυποτάξει τους Τριβαλλούς.

Οι Τριβαλλοί εκείνη την εποχή ήταν το ηγεμονικό φύλο στην περιοχή που αργότερα εξελίχθηκε στην Άνω Μυσία. Το γεωγραφικό κέντρο των Τριβαλλών ήταν το μεθόριον Άνω και Κάτω Μυσίας (Κέβρος, Οίσκος κλπ) αλλά, στα χρόνια του Ηροδότου, η Τριβαλλική ηγεμονία έφτανε δυτικά μέχρι τους σημερινούς ποταμούς Δυτικό Μοράβα και Ίμπαρ (ο Ἄγγρος του Ηροδότου [4.49] που πηγάζει «ἐξ Ἰλλυριῶν» και διέρχεται από το «Τριβαλλικό πεδίο» πριν εκβάλλει στον Βρόγκο = Μεγάλο Μοράβα). Κάποια στιγμή γύρω στο 400 π.Χ., η ισχύς των Τριβαλλών στην Άνω Μυσία καταλύθηκε από τους Ιλλυριούς Αυταριάτες (ο Tomaschek ετυμολόγησε το εθνώνυμο Αὐταριᾶται ως *h2ew- «από» + Tara = «αυτοί που κατέβηκαν από τον ποταμό Τάρα»), των οποίων η εξουσία επίσης καταλύθηκε στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα από την επέκταση των Κελτών στην Παννονία και Άνω Μυσία.

Ο Στράβων μας ξακαθαρίζει σε δύο σημεία ότι οι Τριβαλλοί ήταν Θρακικό έθνος και ο Ιωάννης Λυδός τον 6° μ.Χ. αιώνα πίστευε ότι οι Τριβαλλοί που αντιμετώπισε ο Μέγας Αλέξανδρος το 335 π.Χ. (η μάχη περιγράφεται στην Αλεξάνδρου Ανάβαση του Αρριανού) ήταν οι πρόγονοι των μεταγενέστερων Βέσσων της Άνω Μυσίας.

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.13] ἃ μάλιστα διὰ τῶν Δακῶν φέρεται, τὰ δὲ κάτω μέχρι τοῦ Πόντου τὰ παρὰ τοὺς Γέτας καλοῦσιν Ἴστρον: ὁμόγλωττοι δ᾽ εἰσὶν οἱ Δακοὶ τοῖς Γέταις. παρὰ μὲν οὖν τοῖς Ἕλλησιν οἱ Γέται γνωρίζονται μᾶλλον διὰ τὸ συνεχεῖς τὰς μεταναστάσεις ἐφ᾽ ἑκάτερα τοῦ Ἴστρου ποιεῖσθαι καὶ τοῖς Μοισοῖς ἀναμεμῖχθαι: καὶ τὸ τῶν Τριβαλλῶν δ᾽ ἔθνος, Θρᾳκικὸν ὄν, τὸ αὐτὸ πέπονθε τοῦτο.

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.5.6] Γαλατῶν μὲν Βοῖοι καὶ Σκορδίσται, Ἰλλυριῶν δὲ Αὐταριᾶται καὶ Ἀρδιαῖοι καὶ Δαρδάνιοι, Θρᾳκῶν δὲ Τριβαλλοί, ὑπ᾽ ἀλλήλων μὲν ἐξ ἀρχῆς, ὕστερον δ᾽ ὑπὸ Μακεδόνων καὶ Ῥωμαίων ἐκπολεμούμενοι.

[Ιωάννης Λυδός, De mag., 1.45] καὶ Κλαυδιανὸς δὲ οὗτος, ὁ Παφλαγών, ὁ ποιητής, ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Στιλικῶνος Ἐγκωμίων, τείρωνας δὲ τοὺς ταπεινούς. ὁποίους εἶναι συμβαίνει καθ’ ἡμᾶς τοὺς λεγομένους Τριβαλλούς· οὕτως δὲ τοὺς Βέσσους Ἀρριανὸς ἐν τοῖς Περὶ Ἀλεξάνδρου προσηγόρευσεν.

2. Ύστερη Αρχαιότητα: η εθνογένεση των Βεσσών

Οι θρακόφωνοι πληθυσμοί συνεχίζουν να αναφέρονται στις πηγές μέχρι και το τέλος της αρχαιότητας με τη διαφορά ότι, από τον 1° μ.Χ. αιώνα και έπειτα, ο όρος «Βέσσοι/Bessī» (παλαιότερος τύπος Βησσοί) έγινε ο βασικός όρος που προσδιορίζε τους εθνοτικούς Θράκες που παρέμεναν αναφομοίωτοι, επειδή ο παραδοσιακός όρος Θρᾷκες κατέληξε να έχει γεωδιοικητική σημασία. Μετά το 46 μ.Χ. «Θρᾷξ τὸ γένος» ήταν όποιος κατάγονταν από τη ρωμαϊκή επαρχία Θράκης και, από τον 3° μ.Χ. αι. και έπειτα, ένα σημαντικό ποσοστό των γηγενών της ευρύτερης Θράκης (Θράκη και Μυσίες) ήταν πια ελληνόφωνοι ή λατινόφωνοι Θρακο-Ρωμαίοι. Συνεπώς, υπήρχε ανάγκη υιοθέτησης ενός νέου όρου ειδικά για τους αναφομοίωτους πληθυσμούς της ευρύτερης Θράκης που συνέχιζαν να φέρουν τους εθνοτικούς δείκτες της θρακικής ταυτότητας (γλώσσα, έθιμα κλπ). Αυτοί οι αναφομοίωτοι πληθυσμοί κατά κανόνα κατοικούσαν στα όρη του Αίμου και της Ροδόπης, δηλαδή στα μέρη που ο Στράβων τοποθέτησε τους Βέσσους.

Ωστόσο, όπως πολύ σωστά τονίζει ο Denver Graninger στις δύο σελίδες που παραθέτω αμέσως παρακάτω, η Βεσσική ταυτότητα δεν ήταν στατική, αλλά υφίστατο συνεχή αναδιαπραγμάτευση καθ΄όλη την διάρκεια του 1ου π.Χ. αιώνα.

Ο βασικός καταλύτης για την αναδιαπραγμάτευση της Βεσσικής ταυτότητας ήταν η ρωμαϊκή επέμβαση στη Θράκη. Οι βασιλικοί οίκοι των Οδρυσών, των Αστών και των Σαπαίων ενώθηκαν σε ένα ενιαίο βασίλειο που έγινε προτεκτοράτο και πελάτης της Ρώμης. Το βασίλειο αυτό έλεγχε την ΝΑ παράλια Θράκη και τα πεδινά μέρη μεταξύ Αδριανουπόλεως και Φιλιππουπόλεως, αλλά δεν έλεγχε το ορεινό δυτικό πέταλο που σχημάτιζαν ο Αίμος, ο Σκόμβρος (το σημερινό όρος Vitoša), o Δούναξ (το σημερινό όρος Ρίλα) και η Ροδόπη.

Οι Ρωμαίοι επενέβησαν με σκοπό να φέρουν υπό τον έλεγχο του προτεκτοράτου τους το «άγριο» αυτό δυτικό πέταλο και η επέμβασή τους αυτή οδήγησε τα διάσπαρτα θρακικά ορεινά φύλα σε αντιδραστικό συνασπισμό υπό την αιγίδα του μαντείου του «Διονύσου»/Σαβαζίου που έλεγχαν οι τωόντι Βησσοί του Ηροδότου, οι οποίοι δεν ήταν έθνος αλλά αποτελούσαν την ιερατική κάστα του έθνους των Σατρών, το οποίο, κατά τον Ηρόδοτο, ζούσε αιωνίως ελεύθερο χωρίς να έχει υποκύψει σε κανένα κατακτητή.

Θυμίζω ότι, σύμφωνα με την πειστικότατη και παλιά ετυμολόγηση του Giuliano Bonfante την οποία αποδέχονται όλα τα εγχειρίδια θρακολογίας που έχω διαβάσει, το θεωνύμιο Σαβάζιος σημαίνει Ἑλευθέριος (< IE *swobhodyos, λ.χ. σλαβ. svoboda = «ελευθερία»), δηλαδή ήταν ο θρακικός θεός της ελευθερίας και οι Βησσοί ήταν οι προφήτες του. Αυτό τους έδινε μια σημαντική θρησκευτική εξουσία, με την οποία ήταν σε θέση να κινητοποιήσουν τα «άγρια» ορεινά θρακικά φύλα κατά των Ρωμαίων και του προτεκτοράτου τους.

[Ηρόδοτος, 7.110-11] ταύτας μὲν δὴ τὰς πόλιας τὰς παραθαλασσίας τε καὶ Ἑλληνίδας ἐξ εὐωνύμου χειρὸς ἀπέργων παρεξήιε: ἔθνεα δὲ Θρηίκων δι᾽ ὧν τῆς χώρης ὁδὸν ἐποιέετο τοσάδε, Παῖτοι Κίκονες Βίστονες Σαπαῖοι Δερσαῖοι Ἠδωνοὶ Σάτραι. τούτων οἱ μὲν παρὰ θάλασσαν κατοικημένοι ἐν τῇσι νηυσὶ εἵποντο: οἱ δὲ αὐτῶν τὴν μεσόγαιαν οἰκέοντες καταλεχθέντες τε ὑπ᾽ ἐμεῦ, πλὴν Σατρέων, οἱ ἄλλοι πάντες πεζῇ ἀναγκαζόμενοι εἵποντο. Σάτραι δὲ οὐδενός κω ἀνθρώπων ὑπήκοοι ἐγένοντο, ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν, ἀλλὰ διατελεῦσι τὸ μέχρι ἐμεῦ αἰεὶ ἐόντες ἐλεύθεροι μοῦνοι Θρηίκων: οἰκέουσί τε γὰρ ὄρεα ὑψηλά, ἴδῃσί τε παντοίῃσι καὶ χιόνι συνηρεφέα, καὶ εἰσὶ τὰ πολέμια ἄκροι. [2] οὗτοι οἱ Διονύσου τὸ μαντήιον εἰσὶ ἐκτημένοι: τὸ δὲ μαντήιον τοῦτο ἔστι μὲν ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλοτάτων, Βησσοὶ δὲ τῶν Σατρέων εἰσὶ οἱ προφητεύοντες τοῦ ἱροῦ, πρόμαντις δὲ ἡ χρέωσα κατά περ ἐν Δελφοῖσι, καὶ οὐδὲν ποικιλώτερον.

Προσέξτε ότι στα χρόνια της εισβολής του Ξέρξη οι Βησσοί δεν ήταν έθνος, αλλά ιερατική κάστα του έθνους των Σατρών (Βησσοὶ δὲ τῶν Σατρέων εἰσὶ οἱ προφητεύοντες τοῦ ἱροῦ), και οι Σάτρες που είχαν ως ιερατική κάστα τους Βησσούς ήταν «τὰ πολέμια ἄκροι» και «οὐδενός κω ἀνθρώπων ὑπήκοοι ἐγένοντο … αἰεὶ ἐόντες ἐλεύθεροι μοῦνοι Θρηίκων».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Σάτρες που είχαν ως ιερατική κάστα τους προφήτες του Σαβαζίου = Ἐλευθερίου ήταν «αἰεὶ ἐόντες ἐλεύθεροι μοῦνοι Θρηίκων». Ο Ηρόδοτος γράφει για «Διόνυσο» γιατί «Σαβάζιον τὸν Διόνυσον οἱ Θρᾷκες καλοῦσιν» (Scholiae in Aristophanem, Vespae, 9).

Η ιερατική κάστα των Βησσών που έλεγχε το μαντείο του «Διονύσου» =  Σαβαζίου = Ἐλευθερίου διατηρούσε την αυτονομία/ελευθερία της μέσα από τον θρησκευτικό έλέγχο μιας κάστας πολεμιστών (Σάτραι = « εἰσὶ τὰ πολέμια ἄκροι»). Το όνομα των Σατρών μοιάζει με το όνομα Kṣatriyas της ινδοάριας κάστας πολεμιστών (που είχαν ως θρησκευτική κάστα τους Βραχμάνους), το οποίο ανάγεται στον ινδοάριο όρο kṣatrá = «ισχύς, δύναμη». Ο συγγενής ιρανικός όρος (αβεστικό xšaθra ~ αρχαίοπερσικό xšaçam) είναι το πρώτο συνθετικό του όρου που ξέρουμε ως σατράπης (μηδικό xšaθrapāvā = αρχαίο περσικό xšaçapāvā = «προστάτης του βασιλείου»).

Επομένως, οι Βησσοί, ως προφήτες του Ἐλευθερίου = Σαβαζίου, ήταν σε θέση να ενώσουν και να κινητοποιήσουν τα «άγρια» θρακικά φύλα του δυτικού ορεινού πετάλου σε «ιερό πόλεμο» υπέρ της ελευθερίας και κατά των Ρωμαίων και του προτεκτοράτου τους. Οι Θράκες που συμμετείχαν σ΄αυτόν τον «ιερό πόλεμο» αποκτούσαν μια νέα «ιερή» ταυτότητα και γίνονταν «Βησσοί/Βέσσοι». Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε την αναδιαπραγμάτευση και γεωγραφική εξάπλωση της Βεσσικής ταυτότητας κατά τον 1° π.Χ. αιώνα. Το να είσαι «Βέσσος» συνδέθηκε με την έννοια της ελευθερίας στο μυαλό των «αγρίων» Θρακών που κατοικούσαν στο δυτικό ορεινό πέταλο της Θράκης.

Ο Τάκιτος, αργότερα, διακρίνει το «άγριο» δυτικό ορεινό πέταλο της Θράκης από το «πολιτισμένο» ανατολικό, πεδινό και παράλιο τμήμα της (προτεκτοράτο) που ήταν κοντά στις παράλιες ελληνικές αποικίες, όταν γράφει ότι ο Αύγουστος, μετά τον θάνατο του Ρυμητάλκη Α΄ το 12 μ.Χ., ανέθεσε το «άγονο/ορεινό, άγριο και περιβαλλόμενο από εχθρούς» (quod incultum ferox adnexum hostibus) τμήμα της Θράκης στον Ρησκούπορι Β’ και το «πεδινό και πεπολιτισμένο τμήμα που συνόρευε με τις ελληνικές παράλιες αποικίες» (arva et urbes et vicina Graecis) στον Κότυ Γ΄. Ο Ρησκούπορις, μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο Αυγούστου, στρατολόγησε τις «ορδές ληστών/ατάκτων» (latronum globos) του «άγριου» τμήματος που παρέλαβε, και μ΄αυτές εισέβαλε στο άλλο πολιτισμένο μισό, κατακτώντας το.

[Τάκιτος, ann. 2.64 igitur Rhescuporim quoque, Thraeciae regem, astu adgreditur. omnem eam nationem Rhoemetalces tenuerat; quo defuncto Augustus partem Thraecum Rhescuporidi fratri eius, partem filio Cotyi permisit. in ea divisione arva et urbes et vicina Graecis Cotyi, quod incultum ferox adnexum hostibus, Rhescuporidi cessit: ipsorumque regum ingenia, illi mite et amoenum, huic atrox avidum et societatis impatiens erat. sed primo subdola concordia egere: mox Rhescuporis egredi finis, vertere in se Cotyi data et resistenti vim facere, cunctanter sub Augusto, quem auctorem utriusque regni, si sperneretur, vindicem metuebat. enimvero audita mutatione principis immittere latronum globos, excindere castella, causas bello.

Οι «ορδές ληστών» που κατοικούσαν στο «άγριο» ορεινό πέταλο της δυτικής Θράκης ήταν τα συνασπισμένα θρακικά φύλα που σταδιακά αποκτούσαν Βεσσική ταυότητα, μέσα από την αντιπαράθεση στους Ρωμαίους και τους βασιλείς-πελάτες τους.

Οι Ρωμαίοι, όταν κατάλαβαν ότι αυτές οι «ορδές ληστών» ελέγχονταν από το μαντείο του Σαβαζίου/Διονύσου που κατείχαν οι τωόντι Βησσοί προφήτες, το 29/8 π.Χ. επενέβησαν και απέσπασαν το μαντείο από τους Βησσούς προφήτες, δίνοντάς το στους βασιλείς-πελάτες τους. Ο Μάρκος Λικίνιος Κράσσος (ο εγγονός του διασημότερου ομώνυμου παππού του):

[Δίων, 51.25.4-5] καί σφων Μαίδους μὲν καὶ Σερδοὺς μάχαις τε κατακρατῶν, καὶ τὰς χεῖρας τῶν ἁλισκομένων ἀποτέμνων, οὐκ ἀπόνως μέν, ἐχειρώσατο δ᾽ οὖν: τὰ δ᾽ ἄλλα πλὴν τῆς τῶν Ὀδρυσῶν γῆς κατέδραμε. τούτων γάρ, ὅτι τῷ τε Διονύσῳ πρόσκεινται καὶ τότε ἄνευ τῶν ὅπλων ἀπήντησάν οἱ, ἐφείσατο: καὶ αὐτοῖς καὶ τὴν χώραν ἐν ᾗ καὶ τὸν θεὸν ἀγάλλουσιν ἐχαρίσατο, Βησσοὺς τοὺς κατέχοντας αὐτὴν ἀφελόμενος.

Οι Βησσοί προφήτες που έχασαν το μαντείο αντέδρασαν με μαζική κινητοποίηση των ορεινών Θρακών, η οποία κορυφώθηκε στη μαζική εξέγερση του Βησσού προφήτη Βολογαίση (15-12 π.Χ.) ο οποίος, λόγω της ιερατικής του ιδιότητας, κατάφερε να πάρει με το μέρος του αμαχητί το στρατό του πελατειακού καθεστώτος, να κατακτήσει την πρωτεύουσα του προτεκτοράτου Ουσκουδάμα (Αδριανούπολη) και να αναγκάσει τον βασιλιά-πελάτη των Ρωμαίων Ρησκούπορι Α΄ να καταφύγει στις ελληνικές αποικίες της θρακικής Χερσονήσου. Χρειάστηκε να επέμβουν οι Ρωμαίοι για να αποκαταστήσουν το Ρησκούπορι στην εξουσία.

[Δίων, 54.34.5] οὗτοι μὲν δὴ ταῦτ᾽ ἔπρασσον: ἐν δὲ δὴ τοῖς αὐτοῖς τούτοις χρόνοις Οὐολογαίσης Θρᾷξ Βησσός, ἱερεὺς τοῦ παρ᾽ αὐτοῖς Διονύσου, προσεποιήσατό τινας πολλὰ θειάσας, καὶ μετ᾽ αὐτῶν ἀποστὰς τόν τε Ῥασκύποριν τὸν τοῦ Κότυος υἱὸν νικήσας ἀπέκτεινε, καὶ τὸν θεῖον αὐτοῦ τὸν Ῥυμητάλκην μετὰ ταῦτα ἀμαχεὶ γυμνώσας τῶν δυνάμεων τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ δόξῃ φυγεῖν ἐποίησε, καὶ αὐτὸν ἐπιδιώκων ἔς τε τὴν Χερρόνησον ἐνέβαλε

Vologaises a Bessian Thracian and a priest of the Dionysos worshipped by that people, gained a following by practicing many divinations, and with these adherents he revolted. He conquered and killed Rhaskyporis the son of Kotys, and afterwards thanks to his reputation for supernatural power, he stripped Rhymetalkes, the victim’s uncle, of his forces without a fight and compelled him to take flight. In pursuit of him he invaded the Chersonesos, where he wrought great havoc.

Η κατάσταση που περιγράφει ο Στράβων (έγραψε στα χρόνια του Αυγούστου), με τους ληστρικότατους και λυπρόβιους Βέσσους να κατοικούν όλο τον Αίμο και τα δυτικά όρη της Θράκης μέχρι τους Δαρδάνους και τους Παίονες, ήταν μια πρόσφατη κατάσταση. Το εκτενές και ληστρικότατο έθνος των Βεσσών του Στράβωνος ήταν ένα πρόσφατο προϊόν εθνογενετικής συναρμογής, το οποίο προέκυψε από την αντιπαράθεση των τωόντι Βησσών προφητών με τους Ρωμαίους και τους βασιλείς-πελάτες τους. Οι Βέσσοι (εκτενές ληστρικό έθνος) του Στράβωνος και οι Βησσοί (προφήτες) του Ηροδότου είναι δύο εντελώς διαφορετικές συλλογικές οντότητες. Η μόνη σχέση τους είναι ότι οι δεύτεροι (προφήτες) κατασκεύασαν τους πρώτους (εκτενές ορεσίβιο έθνος), στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τον έλεγχο του μαντείου τους και την αυτονομία τους από τους βασιλείς-πελάτες της Ρώμης.

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.5.12] εἶθ᾽ οἱ περὶ τὸ Αἷμον καὶ οἱ ὑπὲρ αὐτοῦ οἰκοῦντες μέχρι τοῦ Πόντου Κόραλλοι καὶ Βέσσοι καὶ Μαίδων τινὲς καὶ Δανθηλητῶν. πάντα μὲν οὖν ταῦτα λῃστρικώτατα ἔθνη, Βέσσοι δέ, οἵπερ τὸ πλέον τοῦ ὄρους νέμονται τοῦ Αἵμου, καὶ ὑπὸ τῶν λῃστῶν λῃσταὶ προσαγορεύονται, καλυβῖταί τινες καὶ λυπρόβιοι, συνάπτοντες τῇ τε Ῥοδόπῃ καὶ τοῖς Παίοσι καὶ τῶν Ἰλλυριῶν τοῖς τε Αὐταριάταις καὶ τοῖς Δαρδανίοις.

Από αυτό το σημείο της ιστορίας μέχρι το τέλος της αρχαιότητας, όσοι Θράκες συνέχιζαν να μιλάνε Θρακικά, χαρακτηρίζονται Βέσσοι που μιλάνε Βεσσικά, επειδή τα εθνοτικά χαρακτηριστικά της θρακικής ταυτότητας ταυτίζονταν ολοένα και περισσότερο με το «άγριο»/ορεινό  (βεσσικό) τμήμα της Θράκης και βαθμιαία χάνονταν στο «πολιτισμένο»/εξελληνισμένο παράλιο/πεδινό τμήμα της.

Από αυτό το σημείο και έπειτα, λοιπόν, αρχίζει μια νέα περίοδος για τη Θράκη. Το 46 μ.Χ. η Θράκη γίνεται κανονική ρωμαϊκή επαρχία και στην περιοχή υπάρχουν πλέον τρεις εθνογλωσσικές ομάδες: οι ελληνόφωνοι/Έλληνες στην παράλια Θράκη, οι Ρωμαίοι άποικοι και οι διαρκώς αυξανόμενοι εκλατινισμένοι ιθαγενείς (λατινόφωνοι Θρακο-Ρωμαίοι) γύρω από τα στρατόπεδα και τα αστικά κέντρα του βορείου τμήματος και, τέλος, η αργά αλλά σταθερά συρρικνούμενη πλειοψηφία των αναφομοίωτων Βεσσών της ενδοχώρας, μια εθνοτική ομάδα που κατάφερε να επιβιώσει μέχρι το τέλος της αρχαιότητας (τουλάχιστον). Από εδώ και πέρα, αρχίζει η ενοποίηση των τριών αυτών εθνογλωσσικών ομάδων μέσα από την διαδικασία του εκρωμαϊσμού.

Στην επόμενη ανάρτηση θα ασχοληθώ με τη θρακική γλώσσα.

Advertisements

2 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Οι Θράκες και η γλώσσα τους (Δεκέμβριος 2017) #1

  1. Ριβαλντίνιο

    Στην μυθολογία αναφέρονται και οι Φλεγύες , οι οποίοι μπορεί να ήταν θρακικής καταγωγής και κατέβηκαν ως την Στερεά Ελλάδα. Ακόμη ο Εύμολπος κατέβηκε με Θράκες στην Αττική.

    Εκτός από τους μοβόρους Θράκες που αναφέρει ο Θούκυ, είχαμε και άλλες δύο εισβολές Θρακών στην Ελλάδα προς το τέλος της αρχαιότητας. Κατά τους Μιθριδατικούς Πολέμους οι Μαίδοι λεηλάτησαν τους Δελφούς και οι Κοστοβώκοι ( 2ος αι. μ.Χ. ) απείλησαν την Ελευσίνα. ( Για τους τελευταίους λένε πως μπορεί να μην ήταν Θράκες ).

    Ο Ηρόδοτος λέει πως αν οι Θράκες ήταν ενωμένοι κάτω από έναν αρχηγό ή είχαν ομοφροσύνη, θα ήταν ακαταμάχητο κι απ᾽ όλα τα έθνη, κατά τη γνώμη μου, ασύγκριτα ισχυρότερο. Όμως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε τρόπος να γίνει ποτέ· κι αυτό είναι που τους κάνει αδύναμους. Αντίθετα ο Θούκυ , ακόμη κι όταν οι Οδρύσες έφτιαξαν το πανίσχυρο κράτος τους, τους δίνει την δεύτερη θέση :
    Ως εκ τούτου, η βασιλεία των Οδρυσών απέβη ισχυροτάτη, και υπό έποψιν χρηματικών προσόδων και γενικής ευημερίας υπερέβαινεν όλα τα μεταξύ του Ιονίου κόλπου και του Ευξείνου Πόντου βασίλεια, μολονότι υπό έποψιν δυνάμεως και πλήθους στρατού ήτο πολύ υποδεεστέρα από το βασίλειον των Σκυθών. Διότι εάν υποτεθή ότι οι τελευταίοι αυτοί συμφωνούν όλοι μεταξύ των, όχι μόνον τα έθνη της Ευρώπης δεν ημπορούν να εξισωθούν με την δύναμίν των, αλλ’ ούτε εις την Ασίαν ακόμη υπάρχει κανέν έθνος που να ημπορή μόνον του ν’ αντιταχθή προς αυτούς. Άλλωστε, ούτε ως προς την κατά τα λοιπά ορθοφροσύνην και την αντίληψιν των χρησίμων εις την ζωήν ημπορούν να συγκριθούν με άλλους.

    Με τους Ήδωνες και το όνομα της Θάσου μοιάζει και ένα λήμμα του Στέφανου Βυζάντιου ( για τους Ηδωνούς έχει ξεχωριστό λήμμα ). Ώδονες : έθνος Θράκης τοις Μαίδοις όμορον. Διονύσιος εν Βασσαρικών ιδ΄ “Μαίδων τ’άγρια φύλα και Ώδονες ελκεσίπεπλοι”.

    • Με τους Ήδωνες και το όνομα της Θάσου μοιάζει και ένα λήμμα του Στέφανου Βυζάντιου ( για τους Ηδωνούς έχει ξεχωριστό λήμμα ). Ώδονες : έθνος Θράκης τοις Μαίδοις όμορον. Διονύσιος εν Βασσαρικών ιδ΄ “Μαίδων τ’άγρια φύλα και Ώδονες ελκεσίπεπλοι”.

      Γεια σου Ριβαλδίνιο λεβεντιά!

      Ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες. Κάποια στιγμή θα το ενσωματώσω στο κείμενο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s