Η ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» της ΑΒΡ στην Θρακική (αναλυτικότερα)

Τα σχόλια των τελευταίων ημερών υπήρξαν αφορμή για να ψάξω εκ νέου κάποια θρακολογικά θέματα και από αυτήν την διερεύνηση προκύπτουν διαρκώς νέα ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την φωνολογία της αρχαίας Θρακικής γλώσσας και την υποστρωματική της επίδραση στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, η επιχωρική δημώδης λατινική που μιλιόταν στην ευρύτερη Θράκη). Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα των ημερών ήταν ότι ορισμένες «παθογνωμονικές» φωνολογικές τροπές της ΑΒΡ όπως η ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» και η φωνηεντική ανύψωση των τονισμένων /é/, /ó/ > /í/,/ú/ πριν από έρρινο σύμφωνο (/n/,/m/) απαντούν ήδη στην αρχαία Θρακική.

Έκανα μια πρώτη πρόχειρη ανάρτηση για το θέμα πριν μερικές ημέρες, αλλά έκτοτε προέκυψαν νέα δεδομένα και, μάλλον θα συνεχίσουν να προκύπτουν κι΄άλλα, τώρα που αρχίζω σιγά σιγά να συνειδητοποιώ τι πρέπει να ψάξω. Υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι πίσω από το γράφημα «σ» ορισμένων θρακικών όρων κρύβεται ο προστριβόμενος φθόγγος /ts/ ~ // (και, αντίστοιχα, πίσω από το γράφημα «(τ)ζ» κρύβεται ο αντίστοιχος ηχηρός προστριβόμενος φθόγγος /dz/ ~ //), και αυτά τα γραφήματα απαντούν σε θέσεις όπου η ΑΒΡ θα έκανε ουράνωση τύπου «τσουκνίδας» (λ.χ. λατ. senre,  > ΑΒΡ simtsire, dzicu > αρμαν. simtsire/simtsiri, dzãc(u) και ρουμαν. a simți, a zice).

1. Η γραφική απόδοση των θρακικών προστριβόμενων φθόγγων ως «σ» και «ζ»

Σε μια παλαιότερη ανάρτηση περιέγραψα το θρακικό ανθρωπωνύμιο Σίτ(τ)ας/Τζίτ(τ)ας, το οποίο δείχνει ότι ο αρκτικός προστριβόμενος φθόγγος «κρύβεται» πίσω από την ελληνική γραφική απόδοση με «σ». Ανάλογη γραφική διτυπία βρίσκουμε στο θρακικό όνομα Tsinna ~ Sinna ~ ΣίννηςTsinna (Tsinnae fratri, Καπιδαύα Κάτω Μυσίας/Μικράς Σκυθίας, 2ος μ.Χ. αι.) ~ Sinna (Titus Aurelius Sinna από τη Ρατιαρία Άνω Μυσίας, σε επιγραφή από το Βιμινάκιον Άνω Μυσίας, 196 μ.Χ.) Σίννης (Ἰνγένους Σίννου, Ιστρία Μικράς Σκυθίας, περ. 150 μ.Χ.):

Έχω την ίδια υποψία και για το θρακoρωμαϊκό όνομα Βελισάριος, το οποίο πλέον πιστεύω ότι μάλλον σημαίνει «πολεμικός, πολεμιστής, πολεμοχαρής» (λ.χ. bellum > bellicusbellicosus) και όχι «γουναράς» (pellicea > pelliceārius > pelliciario > pellitšarjo > ιταλ. pelliccaio), όπως είχα προτείνει παλαιότερα:

bellum = «πόλεμος» > επίθετο bellicus «πολεμικός» > VLat. *belliceus > συσχετιστικό παράγωγο επίθετο *belliceārius (-ārius) > *bellikjarju > ΑΒΡ *Belitšarju ~ «Βελισάριος» 

όπως στο παράδειγμα vītrum = «γυαλί» > vītreus = «γυάλινος» > vītreārius = «γυαλοποιός»

Σε παλαιότερη ανάρτηση έδειξα ότι πίσω από την ελληνική γραφική απόδοση «Τόνζος» κρύβεται το θρακικό υδρωνύμιο *Tuna (< ΙΕ *(s)tu-n-d-yos, dy>dž), του οποίου ο προστριβόμενος φθόγγος διατηρείται στο σημερινό βουλγαρικό όνομα του ποταμού Tuna.

Έχοντας ξεκαθαρίσει, λοιπόν, ότι πίσω από τα γραφήματα «σ» και «ζ» μπορεί να κρύβονται οι προστριβόμενοι φθόγγοι /ts/ ~ /tš/ και /dz/ ~ /dž/ (ή εκτός από το «κρύψιμο», ενδεχομένως, μια αληθής διαλεκτική αποπροστριβοποίηση /ts/>/s/, /dz/>/z/ ) ας δούμε μερικά παραδείγματα στα οποία τα γραφήματα «σ» και «ζ» εμφανίζονται εκεί που θα αναμέναμε την εφαρμογή της ΑΒΡ ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας». Όπως ανέφερα σε προηγούμενη ανάρτηση, ο Radoslav Katičić (1976), χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, στο βιβλίο του για τις παλαιοβαλκανικές γλώσσες ανέφερε ορισμένα θρακικά παραδείγματα ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας» (λ.χ. Βενδῖς > Βενζῖς), τα οποία θα περιγράψω παρακάτω, προσθέτοντας και ορισμένα  δικά μου παραδείγματα από αυτά που έχω βρει μέχρι στιγμής. Θα ξεκινήσω με τα παραδείγματα του 6ου μ.Χ. αιώνα (όταν ξέρουμε ότι σίγουρα μιλιόταν η ΑΒΡ στην ευρύτερη Θράκη) και σταδιακά θα φέρω την περιγραφή σε παλαιότερες περιόδους, φτάνοντας μέχρι την ελληνιστική και κλασική εποχή.

2. Μαρσῖνος ὁ Θρᾷξ

Στα τέλη του 6ου μ.Χ. ο Αλέξανδρος ο Τραλλιανός αναφέρει το αίμα νεκρού μονομάχου ως (κομπογιαννίτικο) φάρμακο για την αντιμετώπιση της επιληψίας και αποδίδει αυτήν την θεραπευτική αγωγή σε κάποιον Μαρσίνο από την Θράκη. Το όνομα Μαρσῖνος μοιάζει ύποπτα με το λατινικό όνομα Martīnus ~ Μαρτῖνος, το οποίο στην ΑΒΡ αναμένουμε να υποστεί την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» (το /t/ βρίσκεται πριν από μακρό τονισμένο /ī/):

λατ. Marnus > ΑΒΡ Martsīnu

3. Το τοπωνύμιο Βράτζιστα του Προκοπίου

Έχω αφιερώσει μια παλαιότερη ανάρτηση για το τοπωνύμιο Βράτζιστα που ο Προκόπιος αναφέρει στη Μεσόγειο Δακία (πρώτο μισό 6ου μ.Χ. αιώνα, κάπου μεταξύ Παυταλίας και  Ρεμεσιανής) στο βιβλίο του «Περί Κτισμάτων»:

Ὑπὸ πόλιν Παυτά· Τάρπωρον. Σουάβαστας. Χερδούσκερα. Βλέβοις. Ζεαπουρίες. Ἐν χώρᾳ Σκασσετάνᾳ· ἌλαρονΜαγιμιάς. Λουκουνάντα. Βάλαυσον. Βούττις.

Ὑπὸ πόλιν δὲ … νέα μέν· Καλβεντία. Φαράνορες. Στρανβάστα. Ἄλδανες. Βαραχτέστες. Σάρματες. Ἄρσενα. Βράρκεδον. Ἐραρία. Βερκάδιον. Σαβινίριβες. Τιμίανα. Κάνδιλαρ. Ἄρσαζα. Βικούλεα. Καστέλλιον. Γρόφφες. Γάρκες. Πίστες. Δούσμανες. Βράτζιστα. Ὁλόδορις. Κασσία. Γράνδετον. Οὐρβρίανα. Νώγετο. Γούρβικον. Λαύτζονες. Δουλίαρες. Μεδίανα. Τιούγκωνα. Καστέλλιον. Ἀνενεώθη δέ· Ἕρκουλα. Μουτζιανικάστελλον. Βούρδωπες. Κάλις. Μιλλάρεκα. Δέδβερα. Χεσδούπαρα.

Ἐν χώρᾳ Ῥεμισιανισίᾳ· Βρίττουρα. Σούβαρας. Λαμπωνίανα. Στρόγγες. Δάλματας. Πριμίανα. Φρερραρία. Τόπερα. Τόμες. Κούας. Τζερτζενούτζας. Στένες. Αἰάδαβα. Δέστρεβα. Πρετζουρίες. Κουμούδεβα. Δευριάς. Λούτζολο. Ῥεπόρδενες. Σπέλογκα. Σκοῦμβρο. Βρίπαρο. Τουλκόβουργο. Λογγίανα. Λουποφαντάνα. Δαρδάπαρα. Βουρδόμινα. Γριγκιάπανα. Γραῖκος. Δρασίμαρκα.

Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο Προκόπιος κατέγραψε τον πρωτοαλβανικό όρο *bradīštā = «ελατώνας» (σημ. αλβ. bredhishtë/breshtë), αλλά σε μια ποικιλία του όρου που προέκυψε από την εφαρμογή της ΑΒΡ  ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας»:

PAlb. *braštā > ΑΒΡ *bradzīšta ~ «Βράτζιστα» (στην αλβανική και λατινική προφορά του τοπωνύμιου η μακρά παραλήγουσα τονίζεται, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για την εφαρμογή της ουράνωσης τύπου τσουκνίδας).

Θυμίζω ξανά ότι ο πρωτοαλβανικός όρος *brada «έλατο» (σημ. αλβ. bredh) απαντά και στο υπόστρωμα της ΑΒΡ (λ.χ. αρμαν. brad(u)/bradzʲ ~ ρουμαν. brad/brazʲ, και ο υβριδικός «ελατώνας» σε λατ. -ētum: ΑΒΡ *bradētu> αρμαν. brãdet(u) ~ ρουμαν. brădet).

Το τοπωνύμιο Βρατζιστα στην Μεσόγειο Δακία (αλβανικός όρος που υπέστη «παθογνωμονική» ΑΒΡ φωνολογική εξέλιξη) επιβεβαιώνει την άποψη του Weigand (1927) που επανέλαβε πρόσφατα ο αλβανιστής γλωσσολόγος Alexander Rusakov (2016) ότι η πολυαίωνη γλωσσική αλληλεπίδραση των γλωσσικών προγόνων των Αλβανών και των Ρουμάνων (οι ομιλητές της ΑΒΡ) συνέβη στο τρίγωνο Σκοπίων-Σόφιας-Ναϊσσού.

Παραθέτω τα λόγια του Alexander Rusakov (το τελικό συμπέρασμα παρατίθεται στον κόκκινο αστερίσκο της τρίτης σελίδας):

Ο Πολωνός γλωσσολόγος Krzysztof Witczak, που ασχολείται με την Αλβανική γλώσσα, έχει γράψει αυτό το ενδιαφέρον άρθρο (Albanian arboreal collectives) για τους αλβανικούς συλλογικούς όρους σε -isht- (το επίθημα είναι συγγενής με το κοινό βαλτοσλαβικό επίθημα –išt-, λ.χ. βουλγ. izvor > Izvorishte = «μέρος με πηγές») που έχουν ως θέμα δενδρωνύμιο. Στο άρθρο αναφέρει και αρβανίτικα τοπωνύμια του ελλαδικού χώρου που έχουν καταγραφεί στην Ελληνική ως «-ιστιά»:

ΙΕ *osk- «οξιά ή μελιά» (η σημασία ποικίλει στις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες, λ.χ. με μετάθεση sk>ks ελλην. ὁξέϝα ~ ὁξύα, αγγλικό ash = «μελιά» κλπ) > PAlb *aska > *aha (ΙΕ sk/ks > αλβ. /h/, όπως στο σκόρ(o)δον ~ hudhër) > αλβ. ah = «οξιά», με συλλογικό παράγωγο ahishtë = «δάσος με οξιές»:

ah = «οξιά» > ahishtë «οξεώνας»

halë = «πεύκο» > halishtë «πευκώνας»

bredh = «έλατο» > bredhishtë > breshtë «ελατώνας»

dardhë = «αχλάδι» > dardhishtë «αχλαδώνας», λ.χ. το αρβανίτικο τοπωνύμιο που εισήλθε στην ελληνική ως (η) Νταρδιστιά Τριφυλίας.

κλπ.

4. Το τοπωνύμιο Βρενδική > Brinzice

Κοντά στη σημερινή Κομοτηνή υπήρχε η αρχαία Βρενδική, ένα θρακικό τοπωνύμιο που στις λατινικές πηγές εμφανίζεται με τις παραλλαγές BrendiceBriziceBrenticeBrindiceBrenzici. Ο Ivan Duridanov έχει ετυμολογήσει το τοπωνύμιο ως «ελαφών, μέρος με ελάφια» εκ του IE *bhrentos = «ελάφι, ζαρκάδι», λ.χ. το θρακικό τοπωνύμιο Βρεντοπάρα = «Ελαφοχώρι» στο τμήμα του όρους Σρέντνα Γκόρα που οι Βούλγαροι σήμερα ονομάζουν Sərnena Sredna Gora = «Ζαρκαδένια Σρέντνα Γκόρα, το τμήμα της Σρέντνα Γκόρα που έχει ζαρκάδια» (PSlv. *sĭrna = «ζαρκάδι»). Παραθἐτω την περιγραφή του Duridanov:

Η εξέλιξη Βρενδική > Brinzice δείχνει ότι το θρακικό τοπωνύμιο μάλλον είχε μακρό /ī/ στην παραλήγουσα (θρακ. *Brenka < ΙΕ *bhrend-ih2-keh2), το οποίο τονίστηκε κανονικά στη λατινική γλώσσα, δημιουργώντας τις συνθήκες εφαρμογής της ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας». Το μακρό /ī/ του τοπωνυμίου Βρενδῑκή είναι όπως στο σλαβικό θηλυκό επίθημα *-ih2-keh2 > *-īkā > -ica και στους λατινικούς όρους urtīca = «τσουκνίδα» και rādīx/rādīcem «ρίζα», στους οποίους η ΑΒΡ εφάρμοσε κανονικά την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας»:

λατ. urca > VLat. *urca > ΑΒΡ *urdzicə > αρμαν. urdzãcã ~ ρουμαν. urzi

λατ. rādīcem ~ rādīcīna > ΑΒΡ *rədzítse ~ *rəditsí (ο διαφορετικός τονισμός των δύο όρων δημιούργησε το διπλό θέμα με και χωρίς ουράνωση «τύπου τσουκνίδας», το οποίο χάλασε την κανονικότητα του παραδείγματος μέσα από αναλογική αλληλεπίδραηση των δύο όρων). Το θέμα που υπέστη την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» συνεχίζει στο αρμανικό zãrãtsinã (με μετάθεση r…dz > dz…r και αποπροστριβοποίηση dz>z: rãdzãts- > dzãrãts- > zãrãts-).

5. Το ανθρωπωνύμιο Ταρουτίνας/Ταρουτῖνος ~ Ταρουσίνας ~ Ταρουθίνας

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα θρακικής ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας» απαντά στην πολυτυπία του θρακικού ανθρωπωνυμίου Ταρουτίνας/Ταρουτῖνος > Ταρουσίνας ~ Ταρουθίνας, το οποίο δείχνει την πολυτυπία t ~ s ~ θ που συναντάμε και στο θεωνυμικό προσηγορικό Zbeltiurdus (σε λατινική επιγραφή από τα Σκόπια), Zbelsurdus/Ζβελσούρδος (η τυπική γραφή στην δυτική θράκη) και Ζβελθιούρδος (η τυπική γραφή στην ανατολική Θράκη). Οι ποικιλίες του ονόματος Ταρουτίνας ακολουθούν λίγο πολύ την ίδια κατανομή, με τον τύπο Ταρουσίνας να είναι τυπικός της μακεδονικής (δυτικής) Θράκης (το όνομα απαντά συχνά στην Καλίνδοια πάντοτε με /σ/ και σε δύο επιγραφές της Θάσου). Ο τύπος Ταρουτίνας απαντά σε επιγραφή των αρχών του 3ου π.Χ. αιώνα (~280 π.Χ.) από τη Μεσήμβρια (Nesebar), ενώ στην γειτονική Οδησσό/Βάρνα σε μια επιγραφή του 6° μ.Χ. αιώνα (557 μ.Χ.) απαντά το ομόρριζο τοπωνύμιο (κώμη) Ταρουτία. Αντίθετα, ο τύπος Ταρουθίνας δυστυχώς απαντά σε Θράκες της ελληνιστικής Αιγύπτου, οι οποίοι προσδιορίζονται απλά ως Θράκες χωρίς να ξεκαθαρίζεται ο ακριβής τόπος καταγωγής τους.

Παραθέτω τον παρακάτω χάρτη με την κατανομή της πολυτυπίας t~s~θ στους όρους («Τ»= πράσινο, «Σ» = μπλε, «Θ» = κόκκινο)

Zbeltiurdus ~ Ζβελσούρδος/Zbelsurdus ~ Ζβελθιούρδος

Tōtovit ~ Tōtobisia ~ Τωτοϊθηνός

Ταρουτίνας ~ Ταρουσίνας ~ Ταρουθίνας (στον τελευταίο τύπο έχω βάλει ερωτηματικό γιατί, όπως είπα, απαντά σε Θράκες της Αιγύπτου)

 

Παραθέτω και μερικές επιγραφές από την Καλίνδοια και την Θάσο με τον τύπο Ταρουσίνας.

Η αρχική μορφή του θρακικού ονόματος ήταν Tarutīna(s) και ο τόνος σίγουρα ήταν στην παραλήγουσα όπως στους ελληνικούς όρους γελασῖνος και ἐρυθρῖνος > ἐρυθρίνιον > λυθρίνι και σε αντίστοιχους λατινικούς όπως Latīnus = Λατῖνος.

Συνεπώς, η εφαρμογή της ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας» εξηγεί ομαλότατα την εξέλιξη:

Taruna(s) > Tarutsīna(s) ~ Ταρουσίνας, όπως στο προρρηθέν Marnus > Martsīnus ~ Μαρσῖνος ὁ Θρᾷξ.

Από τις χρονολογημένες επιγραφές στις οποίες απαντά η μορφή Ταρουσίνας, η παλαιότερη είναι του 49/8 π.Χ. από την Αχαϊκή Φθιώτιδα, όπου εμφανίζονται τα θρακικά ονόματα Ταρουσίνας και Βῖθυς. Αυτό μας δείχνει ότι η ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» ήταν ήδη ενεργή στην Θρακική στο πρώτο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα.

Ο τύπος με /θ/ (Ταρουθίνας) μπορεί να εξηγηθεί ως:

  1. ελαφρώς δασεία θρακική προφορά (breathy voice) των άηχων κλειστών /p,t,k/, τα οποία στα αφτιά των ελληνοφώνων συνέπεσαν με τα δασέα /pʰ,tʰ,kʰ/=«φ,θ,χ». Αυτή είναι η παραδοσιακή εξήγηση της σποραδικής γραφικής απόδοσης των θρακικών /p,t,k/ ως «φ,θ,χ» στην Ελληνική, βλ. λ.χ. αυτό το άρθρο (2016) της Βουλγάρας θρακολόγου Svetlana Yanakieva ειδικά γι΄αυτό το θέμα.
  2. οι ελληνόφωνοι παράκουγαν ως δασύ //= «θ» το θρακικό ουρανωμένο // (palatalized ti>i). Αυτή η εξήγηση έχει το πρόβλημα ότι τα «φ,θ,χ» απαντούν και σε θέσεις όπου δεν υπάρχει ουράνωση, λ.χ. –παρα ~ –phara, Iamphorynna, Timachus κλπ.
  3. Η περίπτωση (1) με την προσθήκη ότι, μετά την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας», ορισμένες θρακικές διάλεκτοι προχώρησαν περαιτέρω σε διαφορική αποπροστριβοποίηση /ts/> /s/ ~ /θ/, όπως συνέβη στην ισπανική διτυπία ceceo/θeθeo ~ seseo (από την προφορά της ισπανικής λέξης ceceo, λ.χ. ρωμαν. Bartšelona > πρότυπο ισπανικό Barθelona, αλλά διαλεκτικό Barselona), δημιουργώντας ένα αληθές τριβόμενο /θ/ δίπλα στο «δασούτσικο» κλειστό /t/ που οι ελληνόφωνοι ενίοτε άκουγαν ως //. Αυτή η περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, αξίζει να διερευνηθεί, επειδή η σύγκριση της Αλβανικής με το υποστρωματικό λεξιλόγιο της ΑΒΡ δείχνει ότι όντως υπήρξε στα βόρεια Βαλκάνια η διτυπία *k’>ts>s/θ (λ.χ. PAlb. *tsarka > αλβ. thark ~ ρουμαν. țarc = /tsark/ και PAlb. *kurpitsa «παγίδα» > αλβ. kur(p)th ~ ρουμαν. cursă).

6. Τα ανθρωπωνύμια Γετούλας και Γεσείλας

Η θρακική διέθετε το ανθρωπωνυμικό [υποκοριστικό;] επίθημα -īla(s) με μακρό /ī/ (λ.χ. Δίνις > Δινείλας, Σεύθης > Σευθείλας), το οποίο στις ελληνιστικές ελληνικές επιγραφές αποδίδεται ως -είλας με το «ει» να αποδίδει το μακρό /ῑ/ (λ.χ. «Βεῖθυς» = Βῖθυς).

Τα θρακικά ανθωπωνύμια σε -είλας που βρίσκουμε στο LGPN είναι τα παρακάτω:

Από αυτά ξεχώρισα το όνομα Γεσείλας (απαντά σε επιγραφή που βρέθηκε στο σημερινό Ognyanovo της Φιλιππουπόλεως, η αρχαία Burd-apa = «πέρασμα ποταμού», IE *bhr.dh- «πέρασμα ποταμού», λ.χ. PSlav *bhordho- > brodŭ, και ΙΕ *h2ep- «νερό, ποταμός», λ.χ. λατ. amnis), επειδή υπάρχουν αρκετά θρακικά ονόματα με θέμα Γετ- (λ.χ. Γέτας/ΓέτοςΓετούλας, Γετόμουσος κλπ) και το εθνωνύμιο Γέται.

Όταν χρησιμοποιείται το υποκοριστικό -ούλας (< ΙΕ *-ulos, λ.χ. ελληνικό -υλος και λατινικό -ulus) το /τ/ του θέματος Γετ- παραμένει αναλλοίωτο:

Get-ul-a(s) > Γετούλας

Όταν, όμως, στο θέμα Γετ- προσαρτάται το επίθημα  -īla(s), τότε δημιουργούνται οι συνθήκες εφαρμογής της ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας» και, έχει ενδιαφέρον ότι απαντά επιγραφικά το όνομα Γεσείλας με «σ»:

Getīla(s) > Getsīla(s) ~ Γεσείλας

7. Ο Δίβυθος, οι Ζιβυθίδες, και το θρακικό πρώτο συνθετικό σε Ζ(ε)ι-

Ο Ησύχιος κατέγραψε το λήμμα:

ζιβύνια· λογχίδια μικρά

Ζιβυθίδες· αἱ Θρᾷσσαι ἢ Θρᾷκες γνήσιοι

ζίγγος· ὁ τῶν μελισσῶν ἦχος. ἢ τῶν ὁμοίων

«Ζιβυθίδες» = οι «γνήσιοι» Θράκες και Θράσσες (Θρᾷσσα).

Για πολύ καιρό, η συνήθης ερμηνεία του όρου «γνήσιοι» ήταν «ευγενείς, αριστοκράτες» και, έτσι, η παραδοσιακή ετυμολογία του λήμματος Ζιβυθίδες ήταν «λαμπροί» > «αριστοκράτες», από την ΙΕ ρίζα *g'(h)eyb(h)- «λάμπω» που έδωσε τον λιθουανικό όρο žiburys = «φως, λάμψη» και τη θρακική θεωνυμική προσηγορία του Διός Ζ(ι)βελθιούρδος = «κεραυνοβόλος». Η σημασιολογική εξέλιξη «λαμπρός» > «ευγενής, αριστοκράτης» ήταν όπως στον ελληνικό όρο δῖος και στο λατινικό επίθετο illustris.

Ωστόσο, ήδη ο Dimitər Detschew είχε συγκρίνει τον όρο Ζιβυθίδες με το θρακικό ανθρωπωνύμιο Δίβυθος που απαντά σε αθηναϊκή επιγραφή του 300 π.Χ. και, επιπρόσθετα, μια πιο πρόσφατη μελέτη (Kotova, 2006) έδειξε ότι ο Ησύχιος χρησιμοποιεί στο λεξικό του τον όρο «γνήσιος» με τη σημασία «γηγενής» και , συνεπώς, το λήμμα Ζιβυθίδες = «αἱ Θρᾷσσαι ἢ Θρᾷκες γνήσιοι» πρέπει να διαβαστεί ως ενδωνύμιο των «γηγενών» της Θράκης. Υπάρχει μια σειρά θρακικών ανθρωπωνυμίων που έχουν ως πρώτο συνθετικό το θέμα Zī-Ζι-» ~ «Ζει-», λ.χ. Ζειβουρις, Ζειγεθος, Ζειδέβης, Ζειτραλις κλπ) και, σε ένα πρόσφατο άρθρο της, η Βουλγάρα Θρακολόγος Svetlana Yanakieva (είναι το ίδιο άρθρο της του 2016 που έδωσα παραπάνω) επανέφερε στο προσκήνιο την σύγκριση Ζιβυθίδες ~ Δίβυθος και tην μορφηματική τους ανάλυση σε Ζῑ-βυθίδες ~ Δί-βυθος, όπως στα ονόματα τύπου Ζεί-τραλις.

Παραθέτω την σελίδα της Yanakieva:

Επιπρόσθετα, στην ετυμολογική εξίσωση πρέπει να προσθέσουμε και το όνομα Δίβῑθυς που απαντά δύο φορές στη λίστα των οικιστών της Πίζου (202 μ.Χ.) και σίγουρα σχετίζεται με κάποιο τρόπο με το Δίβυθος.

Παραθέτω και τα θρακικά ανθρωπωνύμια σε Ζει- και Ζι- και το ζεύγος ονομάτων Δίσυρος ~ Ζίσυρας:

Επομένως έχουμε ένα μακρό τονισμένο /ῑ/ που εμφανίζεται στους τύπους Δίβυθος/Δίβῑθυς ~ Ζιβυθίδες και Δίσυρος ~ Ζίσυρας.

Νομίζω γίνεται πλεόν ξεκάθαρο ότι έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας» dī>dzī κατά το λατ. > ΑΒΡ dzicu (αρμαν. dzãc  ~ ρουμαν. a zice).

Αφού, λοιπόν, ξεκαθαρίζαμε με την βοήθεια της ΑΒΡ ότι το μόρφημα Ζῑ- ανάγεται σε παλαιότερο Δῑ-, το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του είναι ότι εναλλάσσεται με το μόρφημα Ζια- (λ.χ. Ζίμαρχος/«Ζήμαρχος» ~ Ζιαμάρκη, Ζεισάλβης ~ Ζιασάλβη κλπ).

Για να μην πολυλογούμε, νομίζω πως έχω παραθέσει ακρετά στοιχεία για να σας εξηγήσω την ετυμολογική μου πρόταση για τα θρακικά μορφήματα *Δια->Ζια- και Δῑ- > Ζῑ-. Τα μορφήματα αυτά είναι τα θρακικά αντίστοιχα την ελληνικών διο-γενής και διί-φιλος (< διϝεί-φιλος = «αγαπητός στον Δία», με το πρώτο μόρφημα στην παλαιότερη (μυκηναϊκή) ελληνική και ΙΕ δοτική πτώση του θεωνυμίου, όπως στον ομηρικό όρο διῑπετής = «που έπεσε από τον ουρανό/Δία»).

H αρκαδοκυπριακή διάλεκτος είναι γνωστή για τη στενή της συγγένεια με τη μυκηναϊκή ελληνική διάλεκτο που καταγράφηκε στη Γραμμική Β΄ και την ιδιαιτερότητά της στη χρήση της δοτικής αντί της γενικής για τη λειτουργία της παλαιότερης αφαιρετικής πρώτης (ablative, «από τον Δία»). Η Άννα Παναγιώτου γράφει γι΄αυτή την αρκαδοκυπριακή ιδιαιτερότητα:

[Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας: από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, 1η έκδοση 2001, πλέον κυκλοφορεί η αναθεωρημένη 2η έκδοση, σλδ 310]

[3.1.3] Σύνταξη

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, βασικό χαρακτηριστικό της αρκαδοκυπριακής (αλλά και της παμφυλιακής) είναι η σύνταξη προθέσεων (π.χ. ὑπό, ἐκ, ὑπέρ) με δοτική αντί της γενικής για την έκφραση της αφετηρίας, της απομάκρυνσης (λειτουργία αφαιρετικής πτώσης): κυπρ. δοϝέναι ἐξ τῷ ϝοίκῳ τῷ βασιλῆος … / να δώσουν από τον οίκο του βασιλέως (ICS 217).

Η ΙΕ εναλλαγή *diwo- ~ *diwey- του θεωνυμίου *Dyēws (λ.χ. Ζεύς κλπ) στην μεν ελληνική γλώσσα εξελίχθηκε στην εναλλαγή διϝo- ~ διϝει- > διο- ~ διῑ-, στην δε θρακική εξελίχθηκε στο ζεύγος:

ΙΕ *diwo- > θρακ. *diwa- > *dya- > *dzya-  = «Ζια-» (Ζιαμάρκη, Ζιασάλβη), όπως στο Σαβάδιος ~ Σαβάζιος (< ΙΕ *swobhod-yos = Ἐλευθέριος, επίθετο του Διονύσου και του Διός, λ.χ. σλαβικό svoboda = «ελευθερία», η ετυμολογία αυτή του Σαβαδίου ~ Σαβαζίου είναι γνωστή και κοινώς αποδεκτή και πρώτος την πρότεινε ο Giuliano Bonfante γύρω στο 1940: G. Bonfante, Sabadios – svoboda le libérateur)

και

IE *diwey- > θρακ. *diwī- > *diī- > *dī- [= «Δι-»] > dzī- (ουράνωση «τύπου τζουκνίδας») = «Ζ(ε)ι-»

Οι θρακικοί όροι Δίβυθος, Ζῑβυθίδες και Δίβῑθυς όλοι σημαίνουν «διογενής, διογενείς, που κατάγεται/κατάγονται από τον Δία» με την δοτική *diwey- > Δῑ- ~ Ζῑ- να τελεί τη λειτουργία της παλιάς αφαιρετικής πτώσης (ablative), όπως στην αρκαδοκυπριακή ελληνική και στο ομηρικό σύνθετο διϝει-πετής > διῑπετής = «που έπεσε από τον Δία/ουρανό».

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή του Robert Beekes των ελληνικών όρων διϝείφιλος ~ διίφιλος = «αγαπητός στον Δία» και διϝειπετής ~ διῑπετής = «που έπεσε από τον ουρανό»:

Έχουμε και λέμε:

ΙΕ *bhewH-/*bhuH- «φύομαι» > *diwey-bhuH-tos «διογενής, που κατάγεται από τον Δία» > Δίβυθος > *Ζίβυθος (ουράνωση «τύπου τσουκνίδας») = Ζῑβυθίδες = «Διογενείς (Θράκες)»

ΙΕ *bheyH-/*bhiH- «φύομαι» (η ΙΕ ρίζα που, σύμφωνα με τον Joachim Matzinger, έδωσε τον αλβανικό όρο bir = «γιος» και η οποία εξηγεί άριστα την περίεργη ελληνική σειρά φῖτυ ~ φίτυμα ~ φῑτύω) > *diwey-bhiH-tu- > Δίβῑθυς = «διογενής»

Ξαναπαραθέτω τα λόγια του Matzinger για την ανάγκη παραδοχής μιας παράλληλης ΙΕ ρίζας *bheyH-/*bhiH- «φύομαι» δίπλα στην γνωστή *bhewH-/bhuH-:

Το παλαιότερο θρακικό όνομα σε Ζε(ι)- που δείχνει την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» της ΑΒΡ είναι το όνομα Σῑτάλκης (το μακρό /ῑ/ διασφαλίζεται από την μεταγενέστερη γραφή Σειτάλκης). Έχουμε πάει πίσω στην κλασική περίοδο (τέλη 5ου π.Χ. αιώνα). Η μόνη διαφορά είναι ότι πριν το 300 π.Χ. οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το γράμμα «ζ» για το σύμπλεγμα /sd/ και έτσι χρησιμοποιούσαν το γράμμα «σ» για να αποδώσουν το θρακικό /dz/ που προέκυψε από την εφαρμογή της ουράνωσης τύπου τσουκνίδας στο όνομα *talka(s) > *Dzītalka(s). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, οι Έλληνες της κλασικής περιόδου απέδωσαν το θρακικό όνομα *g’hewter- > Dzeutēs «ιερέας, αυτός που κάνει τις σπονδές» (όπως οι αντίστοιχοι ινδοϊρανικοί όροι) ως «Σεύθης» αλλά, αιώνες αργότερα, ο Ησύχιος κατέγραψε με «ζ» το ομόρριζο θρακικό λήμμα *g’hew-tr- > dzeutr- ως ζετραία = «χύτρα» (εδώ πρέπει να πω ότι η απλοποίηση eu>e *ζευτραία > ζετραία είναι γνωστό φαινόμενο της Αλβανικής, λ.χ. *skeud- > hedh, *treud- > tredh), επειδή μετά το 300 π.Χ. η Ελληνική αρχίζει να αποδίδει γραπτά τα σύμφωνα /z/ και /dz/ με το γράμμα «ζ», βλ. την φωνολογική ιστορία του γράμματος «ζ»).

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή του ονόματος Σεύθης (θρακ. *dzeut- < IE *g’hewter-) ως «ιερέας» από τον Edgar Polomé:

8. Τα ανθρωπωνύμια Δίνις ~ Ζείνης και Δείζας ~ Ζείζας

Η Θρακική δείχνει μια σειρά ανθρωπωνυμίων σε Διν- ~ Ζ(ε)ιν- (λ.χ. Δίνις, Δινείλας, Δινιζήτης, Δινίκενθος, Ζείνης, Ζινόπορις, Ζινήγορος) στα οποία η εναλλαγή δ/ζ του μορφήματος Διν- ~ Ζ(ε)ιν- συμβαίνει στις συνθήκες εφαρμογής της ουράνωσης «τύπου τσουκνίδας» (το μακρό φωνήεν διασφαλίζεται από τη γραφή Ζείνης).

Τα ονόματα σε Διν- ~ Ζ(ε)ιν- είναι τα παρακάτω:

Για μια ετυμολογική πρόταση διαβάστε την ανάρτηση για τον Ζινοβαστηνό Δία.

Η εναλλαγή Δ(ε)ιζ- ~ Ζ(ε)ιζ- ((d)z- ~ Dzī(d)z-) απαντά στα παρακάτω ονόματα:

Δίζας/Δίζης, Διζάλας, Διζούλας, Διζάζελμης, Διζάκενθος κτλ.

Δειζέζενις, Δειζεζες

Ζείζα, Ζείζεις, Ζειζοδύνων

9. Βενδῖς ~ Βενζῖς

Η Βενδίς ήταν η θρακική ομόλογος της Αρτέμιδος και της Διάνας και η τροπἠ Βενδῖς > Βενζῖς μαρτυρείται στα παρακάτω παραδείγματα (Βενζεις, Δεβαβενζις, Βενζης):

10. Συμπέρασμα

Μόλις βρήκα τον Radoslav Katičić να περιγράφει στην Θρακική (χωρίς να το ξέρει) την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» (Βενδῖς > Βενζῖς) της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ), άρχισα να ψάχνω για περισσότερα παραδείγματα και, τα παραδείγματα που συνέλεξα μέχρι στιγμής, ξεκινάνε από τον 6° μ.Χ. αιώνα (Μαρσῖνος ὁ Θρᾷξ, Βράτζιστα) και πηγαίνουν πίσω μέχρι την ελληνιστική (Ταρουτίνας > Ταρουσίνας, Δίβυθος > Ζῑβυθίδες) και κλασική περίοδο [«Σῑτάλκης» = Dzītalka(s) < -talka(s)]. Η ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» παρέμεινε ενεργή φωνολογική διαδικασία στη θρακική γλώσσα για σχεδόν μια χιλιετία (450 π.Χ. – 550 μ.Χ.) και κληροδοτήθηκε ως υποστρωματικό φαινόμενο στην δημώδη επιχωρική λατινική της ευρύτερης Θράκης που μιλούσαν οι εκλατινισμένοι απόγονοι των Θρακών κατά την ύστερη αρχαιότητα, και την οποία ονομάζουμε Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ).

Advertisements

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

6 responses to “Η ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» της ΑΒΡ στην Θρακική (αναλυτικότερα)

  1. antonis

    Καλημέρα και καλή εβδομάδα. Νομίζω ότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον σύμφωνα με τα παραπάνω, η επιγραφή από το δαχτυλίδι του Εζέροβο. Γνωρίζω ότι υπάρχει μέγιστο πρόβλημα με το διαχωρισμό των λέξεων, αλλά, οι παραπάνω αλλαγές που επισημαίνεις ίσως ξεκαθαρίζουν λιγάκι κάποια πράγματα. Ίσως με όσα αναφέρεις αποκρυπτογραφείται κάποιο όνομα στο δαχτυλίδι.

    • Αντώνη καλημέρα και καλή βδομάδα σε σένα και σε όλους.

      Όπως είπες η θρακική επιγραφή του Εζέροβο παραμένει αμετάφραστη και δεν υπάρχει συμφωνία ούτε στη φορά ανάγνωσής της ούτε στον διαχωρισμό των λέξεων. Αλλά για να σε κουφάνω, στην ανάγνωση που έκανε ο Duridanov διέκρινε τον όρο ΗΣΚΟ = «είμαι» τον οποίο συνέκρινε με το αρμανικό escu = «είμαι», το οποίο, αντίθετα με το σίγουρα λατινικό fiu > hiu, δεν έχει ξεκάθαρη ετυμολογία.

      Σου παραθέτω την σελίδα του Duridanov, αλλά με την προειδοποίηση ότι δεν υπάρχει τίποτε το βέβαιο ή πιθανό στον τρόπο με τον οποίο ο Duridanov διάβασε την επιγραφή.

      https://imgur.com/a/pdN3I

  2. antonis

    Πιστεύω ότι διαβάζεται από αριστερά προς δεξιά γιατί υπάρχει η λέξη ΑΣΝ η οποία επαναλαμβάνεται στην επιγραφή του Κιόλμεν, στην οποία (επιγραφή του Κιόλμεν)- κατά την άποψή μου ακολουθούν αριθμοί οι οποίοι έχουν σχέση με το νεκρό. Βέβαια, πιστεύω πως για το δαχτυλίδι του Εζέροβο πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν κάποια βασικά πράγματα στο μυαλό μας. ότι δηλαδή, 1/. γράφηκε από προφανώς κάποιον Θράκα ο οποίος δεν γνώριζε την ακριβή χρήση της ελληνικής αλφαβήτου 2/. Δεν μπορούσε να αποδώσει την Θρακική προφορά των λέξεων με την ελληνική αλφάβητο γεγονός που ίσως μας λέει ότι διαβάζουμε ίδιες λέξεις σε διάφορες γραπτές μαρτυρίες με διαφορετικά γράμματα γραμμένες 3/. Μάλλον γράφηκε βιαστικά και δεν υπήρχε χρόνος για μεγαλύτερη επιμέλεια και διορθώσεIς από την πλευρά του χρυσοχόου. Αν τώρα, λογικά στο συγκεκριμένο δαχτυλίδι έχουμε την ταυτότητα του νεκρού προφανώς και με τη καταγωγή του μετά το ΗΣΚΟ (αν πραγματικά σημαίνει “είμαι” ) έχουμε το ΑΡΑΖΕΑΔΟΜΕΑΝΤΙΛΕΖΥΠΤΑ που θα μπορούσε να δηλώνει το σόϊ -ρίζες του νεκρού/ης. Αν λοιπόν, το δαχτυλίδι χρονολογείται περίπου στον 5 αι.πχ. θα μπορούσαμε να τσεκάρουμε πως θα γραφόταν μετά από λίγους αιώνες σύμφωνα με όσα αναφέρεις. (έχουμε ίσως το ΝΤΙ κι έχουμε και το ΖΥΠΤΑ να ακολουθεί).

  3. antonis

    Καλησπέρα. Πές μου σε παρακαλώ την άποψη σου. αλβ. jetë βλαχ. eta, βουλγ. живот λετ. dzīve..η ζωή….και κοιτούσα το δαχτυλίδι του εζέροβο και προσπαθούσα να δω πως θα μπορούσαν να χωριστούν οι λέξεις και βρήκα μία που θα μπορούσε να είναι η ΖΥΠΤΑ…. ΖΥΠΤΑ/ΜΙΗΕΡΑ/ΖΗΛΤΑ (λετ.zelts) Ισως το eta και to jete να προέρχονται από το vita αλλα το zhivot το βουλγάρικο, το dzive? Μηπως η νεκρή μας λέει στο τέλος πως η ζωή της υπήρξε “χρυσή” “λαμπρή” ? υπενθυμίζω ότι δεν έχω γλωσσολογικές γνώσεις 🙂

    • Αντώνη καλημέρα.

      Γενικώς όταν ψάχνεις γλωσσολογικά, ρίχνε μια πρώτη ματιά στο βικιλεξικό, γιατί πιστεύω ότι στα περισσότερα ερωτήματα που θέτεις είσαι σε θέση να βρεις μόνος την απάντηση, κοιτώντας στο βικιλεξικό. Έτσι κάνω και εγώ, όταν κάνω τις αρχικές ετυμολογικές υποθέσεις. Κοιτάω πρώτα το βικιλεξικό για να αποκλείσω τα χοντρά που δεν στέκουν και, στη συνέχεια, κοιτάω τα ειδικότερα ΙΕ ετυμολογικά λεξικά για να ζυγίσω βαθύτερα, αυτά που πέρασαν το τεστ του βικιλεξικού.

      Το αλβανικό jetë δεν έχει ξεκλαθαρη ετυμολόγηση. Όποια κι αν είναι η ετυμολογία του, ανάγεται πίσω στον τύπο *etā, ο οποίος κανονικά υπέστη διφθογγοποίηση e>je του τονισμένου αρκτικού συμφώνου.

      Το βλαχικό/αρμανικό etã προέρχεται από απλοποιημένη μορφή του λατινικού aetas/aetatem, όπως το ιταλικό età = «εποχή, περίοδος, ηλικία»

      Τώρα για το σλαβικό život = «ζωή», αυτό είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού βίοτος = «ζωή» και ανάγεται στο ΙΕ *gwih3-wo-tos.

      Από αυτά που ξέρουμε για την θρακική, ο θρακικός απόγονος του ΙΕ *gwih3wos = «ζωντανός» έπρεπε να είναι *g(w)īwa(s) ή *kīwa(s) (κατά το gwelna > kella = πηγή) και, σε κάποια μεταγενέστερη φάση, εκείνες οι ποικιλίες που σχετίζονται με την αλβανική πρέπει να προστριβοποιήσουν τα χειλοϋπερωικά πριν από /i,y,e/, λ.χ. IE *penkwe > LPAlb *pentše > alb. pesë) η δακική ποικιλία Ziridava του άνω μυσικού Giridava (*gwr.H-i- «δάσος, βουνό»)

      Επομένως, σε εκείνες τις δακο-θρακικές ποικιλίες που προστριβοποίησαν τα χειλοϋπερωικά, ο ΙE όρος *gwih3wos = «ζωντανός» θα έπρεπε να δώσει *džīwa(s) ή tšīwa(s) (αν είχε συμβεί απηχηροποίηση όπως στο gwelna > kella).

      Τώρα για το νόημα της φράσης της επιγραφής, όλα είναι πιθανά. Μπορεί το ΖΗΛΤΑ να είναι «φωτεινή, λαμπρή» εκ του g’helh3- που στις γλώσσες σάτεμ έδωσε όρους σε (d)zel- (γλωσσολογικά είναι πιθανό), αλλά αυτό είναι μόνο μία από τις πάμπολλες υποθέσεις και, μάλιστα, υποθέτοντας ότι έχουμε χωρίσει τα γράμματα σωστά, ώστε να αντιστοιχεί στο πραγματικό θρακικό λέξημα.

      Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι απλά ένα «μπορεί», αλλά υπάρχουν και τόσα άλλα εναλλακτικά «μπορεί».

      • Αντώνη, συμπλήρωμα.

        Στην επόμενη ανάρτηση που θα κάνω για την θρακική γλώσσα, θα παρουσιάσω την θεωρία των Detschew, Georgiev, και Duridanov για θρακική συμφωνική μετατόπιση, την οποία όμως δεν αποδέχεται η πλειοψηφία των υπόλοιπων μελετητών της θρακικής γλώσσας (λ.χ. Polome, Brixhe & Παναγιώτου, Yanakieva κλπ), επειδή οι ενδείξεις κατά αυτής της θεωρίας είναι περισσότερες από τις λίγες ενδείξεις υπέρ.

        Σύμφωνα με τους τρεις βούλγαρους θρακολόγους, στην θρακική συνέβη συμφωνική μετατόπιση ανάλογη με αυτήν της Αρμενικής:

        *bh,dh,gh > b,d,g
        *b,d,g > p,t,k
        *p,t,k > ph,th,kh

        λ.χ. d>t στο *Ud-os > Utus/Vit , t>th στο *e:trus > Άθρυς και *gw>g>k στο gwelna > kella = «πηγή».

        Βασισμένος σε αυτή την υπόθεση, ο Duridanov θεώρησε το θρακικό εθνωνύμιο Κίκ-ονες ως συγγενή του αγγλικού quick, που προέρχεται από το ΙΕ *gwih3wos.

        Αλλά, όπως είπα, είναι περισσότερες οι ενδείξεις κατά αυτής της συμφωνικής μετατόπισης (λ.χ. d>d στa *ud- > Οδρύσσαι, Οδησσός, Σαλμυδησσός, Salmorude,Ζυμυδρηνός κλπ), γι΄αυτό και όλοι οι άλλοι μελετητές δεν πιστεύουν ότι συνέβη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s