Ο Ζινοβαστηνός Ζεύς και το θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς

Στη σημερινή ανάρτηση θα ξεκινήσω με την ετυμολογική περιγραφή του επιθέτου Ζινοβαστηνός (Ζεύς) = «(ο Δίας) που λατρέυεται στην *Ζινοβάστα» και με την ευκαιρία θα σχολιάσω το συχνότατο θρακικό ανθρπωνύμιο Βῖθυς.

1. Ο Ζινοβαστηνός Ζεύς

Σε μια ελληνική αναθηματική επιγραφή της Θράκης από την περιοχή της Σερδικής (Σόφια) κάποιος Δημοσθένης Βείθυος έκανε την παρακάτω αφιέρωση στον Ζινοβαστηνό Δία (Διὶ Ζινοβαστηνῷ).

Θα ξεκινήσω την ανάρτηση με ένα μικρό σχόλιο για το θρακικό ανθωπωνύμιο «Βεῖθυς» = Βῖθυς.

2. Το θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς

Το θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς (με γενική (τοῦ) Βίθυος, συχνά αποδίδεται γραπτά ως «Βεῖθυς», με τυπική ελληνιστική απόδοση του μακρού /ῑ/ ως «ει», ενώ στις λατινικές επιγραφές απαντά ως Bīt(h)us/Bīt(h)ī ~ lupus/lupī) απαντά στο LGPN 262 φορές (χωρίς να υπολογίζω τα σύνθετα ονόματα στα οποία αποτελεί το πρώτο ή δεύτερο συνθετικό, λ.χ. Βῑθύτραλις και Σῡραβῑθυς = «δυνατός Βῖθυς») και είναι με μεγάλη διαφορά το συχνότερο θρακικό ανθρωπωνύμιο. Για να καταλάβετε την υψηλή συχνότητα απάντησης του ανθρωπωνυμίου Βῖθυς (262 απαντήσεις) το συγκρίνω με τις 98 απαντήσεις του ονόματος Κότυς και τις 87 απαντήσεις του ονόματος Τήρης, αμφότερα διάσημα και επίσης συχνά θρακικά ανθρωπωνύμια. Πίσω από την υψηλότατη συχνότητα του ανθρωπωνυμίου Βῖθυς σίγουρα κρύβεται κάποιο αρκετά ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο, το οποίο δυστυχώς μας διαφεύγει, επειδή το ανθρωπωνύμιο αυτό παραμένει ανετυμολόγητο.

Παραθέτω τους αριθμούς απάντησης των ονομάτων Βῖθυς, Κότυς, και Τήρης στο LGPN και στη συνέχεια μερικές ελληνικές και λατινικές επιγραφές με το όνομα Βῖθυς ~ Bit(h)us (Βῖθυς Βίθυος, Bitio Biti = Βῑθίων Βίθυος)

Στα σχόλια της πρόσφατης ανάρτησής μου με τα θρακολογικά μεζεδάκια (όπου ετυμολόγησα δοκιμαστικά το θρακικό προηγορικό της Διάνας Totobisia ως «Παντογόνος»), ο φίλος Ναπολέων παρέθεσε μια ενδιαφέρουσα εργασία του Αντώνη Σακελλαρίου για την λατρεία του θρακικού Ήρωα/Ιππέα, στην οποία ο συγγραφέας (σλδ 56-7) συνέδεσε δοκιμαστικά τις θεωνυμικές προσηγορίες Totobisia, Totovitiō, και Τωτοϊθηνός (*tōto– [άραγε λατ. tōtus = «πᾶς», όπως προσωπικά υποπτεύομαι;] + bit(h)- ~ bis-, με αναμενόμενη εξέλιξη b>v>∅ σε μεσοφωνηεντική θέση, λ.χ. διάβολος > διάολος και λατ. caballus > ιταλ. cavallo ~ αρμανικό calu ~ ρουμανικό cal ~ αλβανικό kalë) με το ανθρωπωνύμιο Βῖθυς και τον ελληνικό όρο φῖτυ ~ φίτυμα = «βλάστημα, τέκνον» (λ.χ. φῑτύω = «σπέρνω, φυτεύω, γεννάω» και φῖτυς = «πατέρας, γενέτωρ»).

Μόλις διάβασα την εργασία θυμήθηκα μια υπόθεση που είχα κάνει μερικά χρόνια πριν προσπαθώντας να ετυμολογήσω το ανθρωπωνύμιο Βῖθυς με τρόπο που να εξηγεί την συχνότατη απάντησή του στη Θράκη. Τότε είχα κάνει την υπόθεση ότι το ανθρωπωνύμιο Βῖθυς μπορεί να είναι το ενδωνύμιο που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι οι Θράκες για να αυτοπροσδιοριστούν ως «γηγενείς, “έμφυτοι“», σε αντιπαράθεση με τους επήλυδες Έλληνες αποίκους της ακτής. Με άλλα λόγια, είχα υποθέσει οτι οι Θράκες απεκτησαν εθνοτική αυτοσυνειδησία μέσα από την εθνοτική αντιπαραβολή τους στους Έλληνες αποίκους της θρακικής ακτής. Για την εθνοτική αντιπαράθεση γηγενών και αποίκων, σας παραπέμπω στο εξαιρετικό βιβλίο του Irad Malkin «Οι Νόστοι του Οδυσσέως: αποικισμός και εθνοτικότητα» (The Returns of Odysseus: Colonization and Ethnicity, University of California Press, 1998).

Είχα μια υποψία ότι οι Θράκες μπορεί να αυτοπροσδιορίζονταν με έναν όρο *Bīt(h)ūn– επειδή ο τύπος απαντά στο εθνικό Βῑθῡνοί και το όνομα της περιοχής τους Βῑθῡνία, και ο Ξενοφών χαρακτήρισε την Βῑθῡνία ως «την Θράκη της Μικράς Ασίας» (Ανάβασις, 6.4.1-2: ἐν τῇ Θρᾴκῃ τῇ ἐν τῇ Ἀσίᾳ) και έγραψε ότι οι Βιθυνοί κακομεταχειρίζονταν τους Έλληνες ναυτικούς που τύχαινε να βρεθούν στην ακτή τους.

[Ξενοφών, Ελληνικά, 1.3.2] ἐκεῖθεν δ’ ἐπὶ Καλχηδόνα καὶ Βυζάντιον ὁρμήσαντες ἐστρατοπεδεύσαντο πρὸς Καλχηδόνι. οἱ δὲ Καλχηδόνιοι προσιόντας αἰσθόμενοι τοὺς Ἀθηναίους, τὴν λείαν ἅπασαν κατέθεντο εἰς τοὺς Βιθυνοὺς Θρᾷκας, ἀστυγείτονας ὄντας.

[Ξενοφών, Ελληνικά, 3.2.2] ὡς δὲ ταῦτα ἐγένετο, ἐλθὼν ὁ Δερκυλίδας εἰς τὴν Βιθυνίδα Θρᾴκην ἐκεῖ διεχείμαζεν,

[Ξενοφών, Κύρου Ανάβασις, 6.4.1-2] ταύτην μὲν οὖν τὴν ἡμέραν αὐτοῦ ηὐλίζοντο ἐπὶ τοῦ αἰγιαλοῦ πρὸς τῷ λιμένι. τὸ δὲ χωρίον τοῦτο ὃ καλεῖται Κάλπης λιμὴν ἔστι μὲν ἐν τῇ Θρᾴκῃ τῇ ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἀρξαμένη δὲ ἡ Θρᾴκη αὕτη ἐστὶν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Πόντου μέχρι Ἡρακλείας ἐπὶ δεξιὰ εἰς τὸν Πόντον εἰσπλέοντι. καὶ τριήρει μέν ἐστιν εἰς Ἡράκλειαν ἐκ Βυζαντίου κώπαις ἡμέρας μακρᾶς πλοῦς· ἐν δὲ τῷ μέσῳ ἄλλη μὲν πόλις οὐδεμία οὔτε φιλία οὔτε Ἑλληνίς, ἀλλὰ Θρᾷκες Βιθυνοί· καὶ οὓς ἂν λάβωσι τῶν Ἑλλήνων ἐκπίπτοντας ἢ ἄλλως πως δεινὰ ὑβρίζειν λέγονται τοὺς Ἕλληνας.

Η συντομότερη ετυμολογική οδός προς τη σημασία *bītūn– ~ «γηγενής, “έμφυτος” του τόπου» ήταν η αναγωγή στην ΙΕ ρίζα *bhuH- = φύω και η υπόθεση ιωτακισμού *bhū- > *by- > *bī-, όπως συνέβη στους αλβανικούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *bhuH- (λ.χ. *bhuH-nja > PAlb *bynja > bij = «φύομαι, βλασταίνω, αναπτύσσομαι», bisht = ἔκφυσις > «ουρά», bimë = «φυτόν, φῦμα» κλπ).

Σ΄αυτό το σημείο, εγκατέλειψα την διερεύνηση του ονόματος Βῖθυς και για χρόνια δεν ξανασχολήθηκα μέχρι που, μερικές ημέρες πριν, ο Ναπολέων παρέθεσε στα σχόλια την ενδιαφέρουσα εργασία του Αντώνη Σακελλαρίου.

Έχω μερικές ημέρες, λοιπόν, που ξανάπιασα την υπόθεση του ονόματος Βῖθυς «γηγενής» ως το πιθανό ενδωνύμιο των Θρακών (λ.χ. Βῑθῡνοί, Βῑθῡνία) και διαπίστωσα ότι υπάρχει και ένας συντομότερος δρόμος προς τη σημασία «φύω» > «γηγενής/έμφυτος», η οποία εξηγεί και τους περίεργους ελληνικούς όρους σε φτυ-.

Στο άρθρο του Messapico e Illirico (2015, σλδ 64), ο αλβανιστής γλωσσολόγος Joachim Matzinger έκανε την παραδοχή μιας παράλληλης ΙΕ ρίζας *bheyH- «φύομαι» (με μηδενικό βαθμό *bhiH- ~ *bhī-), διαφορετικής από τη γνωστή ρίζα *bhewH-/*bhuH- που έδωσε τα ελληνικά φύω, φυτόν, φῦμα κλπ, στην οποία ανήγαγε τον αλβανικό όρο bir = «γιος» (< PAlb *bīra < IE *bhiH-ros, με θηλυκό *bīrilā > *birla > bilë > bijë = «κόρη»). Ο Matzinger θεώρησε και το μεσσαπικό όρο BILIA = «κόρη» ως ΙΕ συγγενή (μέχρι τώρα ο όρος αυτός θεωρούνταν λανθασμένα συγγενής των λατινικών όρων filius/filia, οι οποίοι όμως ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *dheh1(i)-l- «θηλάζω», λ.χ. τα ελληνικά θηλή,θῆλυς, που δεν μπορεί να δώσει το μεσσαπικό BIL-). Η πρόταση αυτή του Matzinger είναι ενδιαφέρουσα γιατί εξηγεί και τους προρρηθέντες περίεργους ελληνικούς όρους με /ῑ/ φῖτυς = «γενέτωρ», φῖτυ/φίτυμα = «βλαστός, τέκνον» και φῑτύω = «σπέρνω, φυτεύω, γεννάω», που έχουν το περίεργο /ῑ/ εκεί που θα περιμέναμε /ῡ/ ή /υ/ (η διτυπία /ῡ/ ~ /υ/ φύσις ~ φμα οφείλεται στο ότι το /ῡ/ βραχύνθηκε πριν από το /ω/ στο ρήμα φύω, όπως γίνεται συνήθως στην ελληνική, λ.χ. ώς > αττικό ως > ῷος).

Παραθέτω τα λόγια του Matzinger:

Με βάση, λοιπόν, την ΙΕ ρίζα *bheyH- «βλασταίνω, γεννάω» που προτείνει ο Matzinger, το συχνότατο θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς μπορεί να ερμηνευτεί ως πιθανό θρακικό ενδωνύμιο (λ.χ. Βῑθῡνοί, Βῑθῡνία) με τη σημασία «γηγενής» ή και «ομόφυλος, ομόγνιος» (λ.χ. φίτυμα = «σπόρος, τέκνον», με σημασιολογική σύνδεση όπως στο IE *sporos > ελλην. σπόρος ~ αλβ. farë = «σπόρος, φάρα»). Κατά συνέπεια, η θεωνυμική προσηγορία Totobisia της Διάνας/Βενδίδος, εκτός από «Παντογόνος» όπως την ετυμολόγησα δοκιμαστικά στα μεζεδάκια, μπορεί να ετυμολογηθεί και ως«Πανθρακική (θεά), θεά που λατρεύεται από όλους τους Θράκες» (το ίδιο ισχύει και για τα άλλα προσηγορικά Totovitio και Τωτοϊθηνός).

Με αυτήν την υπόθεση, κλείνω τη συζήτηση για την ετυμολογία του ανθρωπωνυμίου Βῖθυς και επιστρέφω στο επίθετο του Διός Ζινοβαστηνός.

3. Η ετυμολόγηση του επιθέτου Ζινοβαστηνός

Τα θρακικά επίθετα σε -ηνός είναι κατά κανόνα εθνικά, δηλαδή συσχετίζουν κάποιον με κάποιο τοπωνύμιο (λ.χ. Σαλδοκελληνός = η θεότητα που λατρεύεται στη *Σαλδακέλλα = «Χρυσοπηγή» ~ Zlatna Panega). Συνεπώς, ο Ζινοβαστηνός Ζεύς είναι ο Δίας που λατρεύεται στην *Ζινοβάστα.

Το τοπωνύμιο Ζινοβάστα μπορεί να ετυμολογηθεί ως «Διο-ναόςναός του Διός» (λ.χ. Δίον, αφού κάποια ομόλογη του ελληνικού Διός θεότητα λατρευόταν στην περιοχή) αν υποθέσουμε ότι το πρώτο συνθετικό Ζινο- αντιστοιχεί στα ελληνικά Διό- ~  Ζηνο- και το δεύτερο συνθετικό *βάστα ετυμολογηθεί ως θρακικό *wastu- «νᾱός, ἕδος» εκ του *wh2stu- «κατοικία, οικισμός» (λ.χ. ελληνικό ἄστυ, σανσκριτικό vastu- «έδρα, οίκος», πρωτοκελτικό *wastu- «οίκημα», λ.χ. ουαλικό gwas).

Η σημασιολογική εξέλιξη «οίκημα» > «ναός» είναι όπως στα ναίω = «κατοικώ» > ναός και ἕζομαι/ἵζω (*sed-) > ἕδος (με τη σημασία «ναός», ορισμός II).

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή του Robert Beekes για τον ελληνικό όρο ἄστυ και την ετυμολογική περιγραφή του Ranko Matasović για τον πρωτοκελτικό συγγενή *wastu- (> ουαλικό gwas):

Για την ετυμολόγηση του πρώτου συνθετικού Ζινο- ως «Διο-, Ζηνο-» υπάρχουν δύο περιπτώσεις:

1. Η πρώτη είναι η παραγωγή από τον τύπο *dyē-no- που έδωσε το εναλλακτικό ελληνικό θέμα Ζήν, Ζηνο- = «Ζεύς, Διο-»:

ΙΕ *dyē-no- > θρακ. dzē-na- > dzīna- (με φωνηεντική ανύψωση παρόμοια με αυτήν της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής, η οποία φαίνεται ότι έχει υπσοτρωματική θρακική καταβολή, λ.χ. Δορζένθης > Δορζίνθης).

2. Η δεύτερη περίπτωση είναι η παραγωγή του θρακικού θεωνυμίου από τον ΙΕ όρο *dey-nos = «φως, ημέρα» (λ.χ. το μηδενόβαθμο OCS dĭnĭ = «ημέρα», το πλήρες/ε-βαθμο πρωτογερμανικό *tīnaz, το επίσης πλήρες λιθουανικό και λετονικό diena κλπ) που έδωσε τον πρωτοαλβανικό όρο *deina > *dīna «φως, ημέρα», από τον οποίο προέκυψε το ρήμα *ka-dīnja = «ξημερώνει» > gdhin, και να εφαρμόσουμε την ουράνωση «τύπου τσουκνίδας» της ΑΒΡ (*dīna > *dzīna) που ξέρουμε ότι συνέβαινε στην αρχαία Θρακική (λ.χ. Βενδῖς > Βενζῖς).

Κλείνω την ανάρτηση με την παρουσίαση των ανθρωπωνυμίων Ζηνήκενθος (με ελληνικό Ζην– έναντι του θρακικού Ζιν-) και Ζινίπορις που αμφότερα σημαίνουν «Διογένης, διογενής» (IE *ken- «ξεκινώ (τη ζωή), γεννιέμαι» > θρακ. κενθος = «γιος, απόγονος», και θρακ. πορις [-pur?] ~ λατ. puer = «παιδί, αγόρι»). Έβαλα και τα ελληνικά ονόματα σε Ζην-, λ.χ. Ζηνόδοτος = Διόδοτος και Ζηνοβία.

Advertisements

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

3 responses to “Ο Ζινοβαστηνός Ζεύς και το θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς

  1. Μωχός ο Μάντης

    «Ο Ζεύς που κατοικεί στην έδρα του Διός» είναι ένα άριστο παράδειγμα πλεονασμού…

    • Ο πλεονασμός αυτός γίνεται κατανοητός μόνο σε όποιον κατανοούσε το θρακικό τοπωνύμιο *Ζινο-βαστα ως «Διός έδρα» (σα να λέμε ο Ζεύς που λατρευόταν στο Δίον).

  2. Μωχός ο Μάντης

    Άρα στον ελληνόφωνο και ταυτόχρονα θρακόφωνο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.