Η θρακική πολυτυπία -δενθ-, -ζενθ-, -ζινθ-

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το πολύτυπο θρακικό μόρφημα -δένθ- ~ -δεντ- ~ -διντ-~ -ζένθ- ~ -ζίνθ-. Η πεντατυπία αυτή δημιουργείται από την εναλλαγή θ~τ και από δύο ενδιαφέρουσες διτυπίες: την διτυπία δ/ζ στο αρκτικό σύμφωνο και την διτυπία -έν-/-ίν- στο τονισμένο φωνήεν.

1. Τα ανθρωπωνύμια σε -δένθης/-ζένθης/-ζίνθης

Θα ξεκινήσω με την παρουσίαση του ανθρωπωνυμικού υλικού.

-δένθ-: Αὐλουδένθης, Βεσσοδένθης, Ζεκαιδένθη/Ζαικαιδένθη, Καλδένθης, Καρδένθης, Σκαιδένθη(ς). Το μόρφημα Δενθ- απαντά και ως πρώτο συνθετικό στο ανθρωπωνύμιο Δενθαίβαρις/Δενθήβαρις και στο εθνωνύμιο Δενθηλήται (το οποίο απαντά στις μορφές Δενθηλῆται, Δενθελῆται, Δανθαλῆται, ΔανθηλῆταιDenseletai, Dentheleti κλπ)

-ζένθης-: Δαληζένθης, Δορζένθης, Δορζιζένθης

-ζίνθ-: Δορζίνθης

Η γεωγραφική κατανομή των παραπάνω ονομάτων είναι η εξής:

1. -δένθ-

Αὐλουδένθης: στη σημερινή Cherna Gora ΒΔ του Chirpan).

Βεσσοδένθης: το όνομα απαντά δύο φόρες στο LGPN, αλλά μπόρεσα να βρω μόνο τη μία στην διάσημη λίστα οικιστών της Πίζου (202 μ.Χ., επί της Via Militaris, μεταξύ Αδριανουπόλεως και Φιλιππουπόλεως, γρ. c17: κώμης Σκεπτῶν … Δυτούπορις Βεσσοδένθου).

Ζεκαιδένθη/Ζαικαιδένθη: ΒΑ Μακεδονία, Σιντική, 130/1 μ.Χ., «καὶ Ζαικαιδένθῃ τῇ ἀδελφῇ»: αδελφή του βετεράνου (παλαιστρατιώτης) Γαΐου Βαλερίου Πούδεντος (pudeōPudēns/Πούδης) και κόρη της Μοκασόκου (θρακικό όνομα) και του επίσης βετεράνου Γαΐου Οὐεργινίου Πούδεντος.

Καλδένθης: ΒΑ Μακεδονία, Σιντική, 77-8 μ.Χ., «Καλδένθου τοῦ Ασου» (η επιγραφή έχει και άλλα θρακικά ονόματα όπως Βείθυς, Μόκασος, Κειλαιβείθυς)

Καρδένθης: το όνομα απαντά 10 φορές στο LGPN (Παυταλία/Κιουστεντίλ, 135 μ.Χ. «Καρδένθου», Άρζος/Καλογέροβο 241-4 μ.Χ. «Καρ[δενθ]ου», Cherna Gora ΒΔ του Chirpan, 241-4 μ.Χ., γρ. 42: «Αὐρήλιος Καρδένθης Μουκιανοῦ»,   περιοχή Φιλιππουπόλεως [Hisar(ya)], 222-35 μ.Χ. «Αὐρηλίῳ Καρδένθῃ Βειθυνικο[ῦ]», περιοχή Φιλιππουπόλεως [Gorni Voden] «Καρδένθου Μενεμάχου», περιοχή Φιλιππουπόλεως [Glavinitsa] «καὶ Καρδένθης εύχήν», Οδησσός (Varna) «[Κ]αρδένθης», Τόπειρος (περιοχή Ξάνθης), 46-54 μ.Χ. «Τιβέριος Κλαύδιος Καρδένθης», Ίμβρος «Καρδενθ-», Άνω Μυσία [Ražanj Σερβίας] «Καρδένθης»

Σκαιδένθη: ΒΑ Μακεδονία, Σιντική [Rupite Βουλγαρίας], «Σκαιδένθῃ»

Το όνομα Δενθαίβαρις απαντά στη Σιντική (124/5 μ.Χ.) και ο μονοφθογγοποιημένος τύπος Δενθήβαρις απαντά στην Παυταλία/Κιουστεντίλ. Οι Δενθηλήτες ζούσαν ανατολικά της Παυταλίας.

2. -ζενθ-

Δαληζένθης: Ανατολική Μακεδονία, Καλίνδοια, 68-98 μ.Χ., γρ. 79: «Παράμονος Δαληζενθέου»

Δορζιζένθης: στην περιοχή του Sliven της Βουλγαρίας, υπάρχει διπλή ανάγνωση του ονόματος Δορζιζενθης/Δορζιζενις (έχω βάλει ερωτηματικό στον παρακάτω χάρτη)

Δορζένθης: Πίζος (η λίστα οικιστών του 202 μ.Χ., γρ. Β.66: «κώμης Κρασαλοπάρων … Μουκάπορις Δορζένθου»), Stara Zagora (γρ. 21: Δορζένθης Ἰάσονος), Batkun (βορείως της Patalenitsa: Δορζένθης), Φιλιππούπολις (Δορζένθις Δίνεος),

3. -ζινθ-

Δορζίνθης: Μακεδονία (Μυγδονία, 1ος μ.Χ. αιώνας, «Ἀλέξανδρος Δορζίνθου»), Σερδική/Σόφια (Δορζίνθης Δίνεος), Stara Zagora (Ἐπτησύκῳ Δορζίνθου μητρί), Βιζύη (τρεις φορές στην ίδια επιγραφή: Πάπας Δορζίνθη, Δορζίνθης Αἰνεσιδάμου, Ἀφροδεσὰ Δορζίνθη), Τόπειρος (46-54 μ.Χ., γρ. 29: Λονγεῖνος Δορζίνθου, γρ. 37: Δορζίνθης Βώσεως), Μαρώνεια (2ος π.Χ. αιώνας, κ]αὶ Δορζίνθης), Τραϊανούπολις (3ος μ.Χ. αι., Ἀπελλᾶς Δορζίνθου), Φιλιππούπολις (82 μ.Χ., [Δορ]ζίνθης) και, τέλος, σε μια επιγραφή από την Πισιδία της Μικράς Ασίας απαντά το όνομα «Δορζίνθης Σκάρεως» (το όνομα Σκάρις είναι επίσης θρακικό).

H εξίσωση Δορζένθης = Δορζίνθης διασφαλίζει την ταύτιση –ζενθ– = –ζινθ-.

Η γεωγραφική κατανομή των παραπάνω ονομάτων έχει ως εξής:

2. Τα ανθρωπωνύμια σε -δεντ- ~ -διντ-

Το θέμα -δενθ- απαντά και ως -δεντ- στα ανθρωπωνύμια Δεντυσυκος/Δεντουσυκος, Dentusucus, Cardentis (= Καρδένθης) και D[en]tustaina. Η εξίσωση Cardentis = Καρδένθης διασφαλίζει την ταύτιση –δεντ– = –δενθ-.

Το LGPN έχει καταγράψει τα εξής ονόματα σε –δεντ– (Δέντις, Δεντοζίλης, Δέντος, Δεντούζελμις, Δεντούπις, Δεντουρμής, Δεντοῦς, Δεντούσκαιλα, Δεντούσταινα, Δεντουσυκος και Δέντων) και –διντ– (Δίντας, Διστήση, Διντιζίλα, Διντίπορις). Τα ονόματα Δεντοζίλης και Διντιζίλα πρέπει να αποτελούνται από τα ίδια μορφήματα. Η διαφορά τους έγκειται στην interpretatio Graeca *Δεντο– (λ.χ. η υπερδιόρθωση Ἑρμαγόρας > Hermocora σε λατινική επιγραφή της Ναϊσσού) και στην εναλλαγή ι/ε που βρίσκουμε και στα ζενθ/ζινθ.

Η γραπτή απόδοση του ονόματος Ἑρμαγόρας/Hermagora ως “Hermocora” δείχνει ότι πίσω από την ελληνική γραφή Βεσσοπαρα και Βεσσοδεθνης στην πραγματικότητα κρύβονται οι Θρακικοί τύποι *Bessapara και *Bessadent-.

Παραθέτω τη λίστα του LGPN με τα ονόματα Δεντ- ~ Διντ-.

3. Ετυμολόγηση και ερμηνεία της πολυτυπίας

Ο θρακολόγος Ivan Duridanov ερμήνευσε το θέμα δεντ- ως ΙΕ συγγενή του λατινικού όρου gēns/gentem ~ «γένος, έθνος». Αν δεχτούμε την ετυμολογία του Duridanov, τότε το όνομα Βεσσοδένθης (θρακ. *Bessa-dent-) σημαίνει κάτι σαν «Βεσσογένης» (= «βεσσογενής, αυτός που κατάγεται από τους Βέσσους») και, επιπρόσθετα, πρέπει να αποδώσουμε σε εκείνες τις θρακικές διαλέκτους που έδωσαν τους τύπους –δενθ-, –δεντ-, – διντ- την χαρακτηριστική αλβανική τροπή IE *g'(h) > dz > d (η οποία συνέβη και στην Αρχαία Περσική), γιατί ο λατινικός όρος gēns/gentem ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *g’enh1-tis που περιέχει το ουρανωμένο υπερωικό *g’ (λ.χ. ελληνικό γένος, PGmc *kinθiz > αγγλικό kind, αλλά σανσκριτικό jánas = /anas/, και πρωτοσλαβικό *g’enh1-tis > zętĭ).

Με άλλα λόγια, η διτυπία *g’> δ/ζ είναι παρόμοια με την διτυπία *g'(h)d/dz (>z) που χαρακτηρίζει την Aλβανική και το υπόστρωμα της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ). Αλλά πριν προχωρήσω εκεί, παραθέτω την ετυμολογική πρόταση του Duridanov για τη συσχέτιση του θρακικού μορφήματος –δεντ– με τον λατινικό όρο gēns/gentem.

Οι τύποι με «ζ» (Δορζένθης ~ Δορζίνθης) έχουν μείνει στο ενδιάμεσο στάδιο της τροπής *g'(h)>dz >d, όπως λ.χ. τα θρακικά ονόματα σε -ζενις, που είναι τα θρακικά αντίστοιχα των ελληνικών ονομάτων σε -γένης (IE *g’enh1- > Θρακ. *dzen-):

Στο ελληνικό όνομα Διϝο-γένης και στο λατινοπρεπές γαλατικό όνομα Devo-genus  (ΙΕ *deywos > PCelt *dēwos = «θεός»), αντιστοιχεί το θρακικό όνομα Διάζενις ~ Διάσενις (< Θρακ. *Diwa-dzen-).

Στο ελληνικό όνομα Ἀστυγένης αντιστοιχεί το θρακικό όνομα Βριάζενις (βρία ~ ἄστυ).

Παραθέτω τη λίστα του LGPN με τα θρακικά ονόματα σε -ζενις:

Οι Duridanov και Polomé γράφουν για το θρακικό όνομα Διάζενις/Διάσενις (< IE *diwo-g’en-):

Για τα αντίστοιχα γαλατικά ονόματα Dēwogenā ~ Dēwognātā, ο D. Ellis Evans γράφει:

3.1. Η αλβανική εξέλιξη *g'(h)>dz>d

Τα ΙΕ ουρανωμένα υπερωικά *k’ και *g'(h) εξελίχθηκαν στα πρώιμα πρωτοαλβανικά προστριβόμενα */ts/ και */dz/ αντίστοιχα, τα οποία αργότερα αποπροστριβοποιήθηκαν σε /θ/ και /d/. Αργότερα, σε ορισμένες θέσεις, συνέβη η ύστερη αλβανική τριβοποίηση d>dh (/δ/). Οι υποστρωματικοί όροι της ΑΒΡ που έχουν αλβανικά παράλληλα διατήρησαν τους προστριβόμενους φθόγγους /ts/ και /dz/ (ο δεύτερος διατηρήθηκε στην αρμανική, αλλά αποπροστριβοποιήθηκε σε /z/ στην Ρουμανική μετά το 1500).

IE *g’ombhos > ελληνικό γόμφος, OCS zǫbŭ, αλλά PAlb *dzamba > *damba > αλβ. dhëmb

ΙΕ *g’heymen- > ελληνικό χειμών, OCS zima, αλλά PAlb *dzeimena > dīmena > αλβ. dimër (τοσκ.) ~ dimën (γκεγκ.)

ΙΕ *bherHg’– «λάμπω» (λ.χ. αγγλικό bright) > PAlb *bardza > *barda > αλβ. bardhë = λευκός, αλλά ΑΒΡ *bardza > αρμανικό bardzu = «λευκό ζώο» και ρουμανικό barză = «πελεκάνος» (< λευκό πουλί)

ΙΕ *g’(e)lak(t)- «γάλα» > ελληνικό γάλα, PAlb. *dzala > *dala > αλβ. dhallë = «βουτυρόγαλα», αλλά αρμανικό dzãr(u) = «τυρόγαλο » και ρουμανικό zară = «βουτυρόγαλα»

IE *meh2g’h– «μικρός (κόκκος)» > EPAlb *mādzā > LPAlb *moda > αλβ. modhë, modhull = «λαθούρι»  αλλά αρμανικό madzãre = «μπιζέλια, αρακάς» και ρουμανικό mazăre = «μπιζέλια,αρακάς»

Ο Vladimir Orel γράφει για την αλβανική τροπή *g'(h)>dz>d(>dh):

Επομένως, αν δεχτούμε την ετυμολογική υπόθεση του Duridanov, η διτυπία δ/ζ στο μόρφημα -δενθ- ~ -ζενθ- είναι η ίδια διτυπία d/dz που συνδέει την Αλβανική με το υπόστρωμα της ΑΒΡ.

3.2. Η διτυπία Δορζένθης ~ Δορζίνθης

Αυτό το φαινόμενο είναι η γνωστή ΑΒΡ φωνηεντική ανύψωση σε τονισμένη θέση πριν από έρρινο n,m, την οποία έχω περιγράψει αναλυτικά σε παλαιότερη ανάρτηση:

λατ. dēns/déntem > ΑΒΡ *dínte > αρμανικό dinte/dinti ~ ρουμανικό dinte

λατ. arēna > ΑΒΡ *arínə > αρμανικό arinã ~ ρουμανικό arină

Στην αναλυτική ανάρτηση που έκανα για την φωνηεντική ανύψωση της ΑΒΡ ξεκίνησα με την απάντηση του φαινομένου σε λατινικές επιγραφές του 2ου μ.Χ. αιώνα από τη Μικρά Σκυθία (λ.χ. Ulmētēnsium > Ulmetinsium). Το μόνο που έχω να προσθέσω εδώ είναι ότι, από τις επιγραφές που εξέτασα,  η παλαιότερη που δείχνει την εξέλιξη Δορζένθης > Δορζίνθης χρονολογείται στον 2° π.Χ. αιώνα (Μαρώνεια), δηλαδή πάμε άλλους 3 αιώνες παλαιότερα και βρίσκουμε το ίδιο φωνολογικό φαινόμενο στην θρακική:

3.3. H πολυτυπία τ ~ θ ~ σ

Γιατί έχουμε τις διτυπίες Δενθηλῆται ~ Denseletae και Καρδένθης ~ Cardentis; Ανάλογη πολυτυπία εμφανίζεται στο θεωνύμιο Ζεύς Ζβελθιούρδος ~ Zbelsurdus, το οποίο οι θρακολόγοι έχουν ετυμολογήσει ως «κεραυνοβόλος» (*zibel– «λάμψη» και IE *(s)tr.d- «βάλλω, εκτοξεύω» > *turd- > türd- , λ.χ. γερμ. stürzen).

Η διτυπία αυτή φαίνεται να είναι ανάλογη της ισπανικής διαλεκτικής διτυπίας ceceo (θeθeo) ~ seseo (λ.χ. ρωμαν. Bartšelona > πρότυπο ισπανικό Barθelona, αλλά διαλεκτικό Barselona).

Στην περίπτωση του Ζβελθιούρδου, η τροπή u>ü = /ju/ ουράνωσε το προκείμενο /t/ (tu > tju), και η διαδικασία ίσως να έφτασε ως την προστριβοποίηση (tju > tsʲu). Η διτυπία θ~σ μπορεί να οφείλεται σε διαφορετική διαλεκτική αποπροστριβοποίηση ts > θ ~ s, ακριβώς όπως στην ισπανική διτυπία ceceo ~ seseo.

Ξανά, η σύγκριση της Αλβανικής με το υποστρωματικό λεξιλόγιο της ΑΒΡ βοηθάει, γιατί στο αλβανικό *k’>ts>th αντιστοιχεί το ρουμανικό ts ή ts>s.

IE *k’erH- «υφαίνω, πλέκω» > *k’orHkos > PAlb *tsarka = «πλέγμα» (πρόχειρο μαντρί από την «πλοκή» κλαδιών για την συγκράτηση των νεογνών αιγοπροβάτων) > αλβ. thark (εκ του thur = «πλέκω, περιφράσσω») ~ ρουμανικό țarc (/tsark/).

IE *kr.p-ik’os > PAlb *kurpitsa «παγίδα» > αλβ. kur(p)th (ts>th, ίδιο υποκοριστικό επίθημα όπως και στο rreth) ~ ρουμανικό cursă (ts>s)

Αν δεχτούμε την ετυμολογική πρόταση του Duridanov, ο πρωτοθρακικός όρος που κρύβεται πίσω από τα δενθ-, ζενθ-, dens-, δεντ-, ζινθ-, διντ- πρέπει να ήταν:

ΙΕ *g’enh1-t-yo- > EPThrac *dzentya > LPThrac *dzentsʲa ~ «γένος, gens» (με μεταγενέστερη διαλεκτική τροπή ts > θ/s τύπου “ceceo/seseo”).

Advertisements

8 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

8 responses to “Η θρακική πολυτυπία -δενθ-, -ζενθ-, -ζινθ-

  1. Καλημέρα, μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για την μετατροπή ζ – θ – σ
    http://www.allempires.com/forum/forum_posts.asp?TID=25909

    • Καλημέρα Ναπολέων!

      Αυτές οι διαδικτυακές/φορουμικές συζητήσεις θέλουν προσοχή, γιατί η αξιοπιστία αυτών που γράφουν είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενη.

      Θα κάνω κάποια στιγμή μια ανάρτηση για το θέμα της απόδοσης με «θ,χ,φ» στην ελληνική γραφή θρακικών όρων που φαίνεται να περιέχουν φθόγγους που ανάγονται σε ΙΕ t,k,p. Όποιος θέλει ν΄αρχίσει το ψαξιμο από μόνος του, η βουλγάρα θρακολόγος Σβετλάνα Γιανάκιεβα εξετάζει το θέμα σε ορισμένα από τα άρθρα της που ανέβασε στο academia.edu.

  2. Αλεξ

    Εμενα η καταληξη ζενθης και νθης μου θυμιζει την πελασγικη καταληξη -νθος ( Κορινθος)

    • Αλεξ

      Επισης οι καταληξεις σε -ης των θρακικων ονοματων ειναι της θρακικης γλωσσας ή ετσι ειναι ο ελληνικος μετασχηματισμος;

      • Οι καταλήξεις των Θρακικών ονομάτων σίγουρα είναι προσαρμογή στην Ελληνική.

        Έχω βρει πολλά παράδειγματα στα οποία το ίδιο θρακικό όνομα εμφανίζεται με διαφορετική κλίση σε ελληνική και λατινική ή εμφανίζετια με πολλαπλές κλίσεις στην Ελληνική.

        Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης είναι το όνομα Δούλης/Dolens. Η ελληνική γενική είναι Δούλεος (σαν να ήταν σιγμόληκτο του τύπου συνήθης > του συνήθεος = συνήθους), ενώ η λατινική το κλίνει ως αθέματο σε -nt- (λ.χ. γενική Dolent-is). Εδώ μάλλον η Λατινική διατήρησε καλύτερα το γνήσιο θρακικό επίθημα.

        Παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης είναι το όνομα Τήρης, του οποίου την γενική έχω βρει ως Τήρεος, Τήρητος (όπως ο Μάγνης/του μάγνητος) και Τήρεντος (όπως το Dolens/Dolentis). Εδώ δεν μπορώ να σου πω ποιος τύπος αποδίδει καλύτερα το πραγματικό θρακικό επίθημα.

    • Το θέμα του -νθ- των θρακικών και προελληνικών τοπωνυμίων είναι νεφελώδες.

      Το θρακικό -νθ- (λ.χ. *bhl.n-ent- > *bullint- = «βόλινθος» = «ευρωπαϊκός βίσονας») σίγουρα ανάγεται σε ΙΕ -nt-, το οποίο οι Έλληνες για κάποιο λόγο άκουγαν ως -νθ-. Όταν θα συνεχίσω την σειρά αναρ΄τησεων για τη θρακική γλώσσα θα το σχολιάσω περαιτέρω.

      Το προελληνικό -νθ- (Κόρινθος) σχετίζεται σίγουρα με τα ανατολιακό επίθημα -nd- (Καρύανδα, Ποδανδός) της Μικράς Ασίας, αλλά δεν έχει ακόμα εξηγηθεί ικανοποιητικά γιατί οι Έλληνες όταν το πρωτοάκουσαν στην Ελλάδα το απέδωσαν ως -νθ-, ενώ όταν το ξανάκουσαν αρκετούς αιώνες αργότερα στη Μικρά Ασία το απέδωσαν ως -νδ-.

      • Αλέξανδρος

        Σμερδαλεε για μενα απο τις πιο συγκλονιστικες στιγμες της αρχαιας γραμματειας , ειναι η μαρτυρια του Ηροδοτου με λεπτομερειες περι των Πελασγων. Που αναφερει καποιες συγχρονες με αυτον πελασγικες εγκαταστασεις που εχουν επιβιωσει ως νησιδες στον ευρυτερο ελλαδικο χωρο , βασει των οποιων τους χαρακτηριζει βαρβαροφωνους. Ο ιδιος ο ιστορικος μας δινει ορισμενα σημεια , γιατι δεν παμε εκει να ανασκαψουμε , αναρωτιεμαι

      • Οι Έλληνες πίστευαν ότι υπήρχε ένας λαός ο οποίος κατοικούσε στον Ελλαδικό χώρο (και στις τριγύρω περιοχές) πριν από αυτούς και, ο οποίος ήταν βαρβαρόφωνος, δλδ μιλούσε μια μη ελληνική γλώσσα.

        Από εκεί και μετά, πέρα από τον παραπάνω σκελετό παράδοσης, το μόνο που υπάρχει στην αρχαιοελληνική παράδοση είναι σύγχυση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.