Η πόλις, η civitas, και ο πατήρ πατρίδος

Η Anna Lazzarini στο εξαιρετικό κεφάλαιοpolis e civitas (πόλις και civitas) του βιβλίου της Polis in fabula: Metamorfosi della città contemporanea (Sellerio, 2012) επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ήταν οι Ρωμαίοι και όχι οι Έλληνες ο αρχαίος λαός που δημιούργησε μια orbis (σφαίρα, οικουμένη) από μια urbs (πόλη) και, η πρώτη και βασικότερη αιτία που προσδιορίζει είναι μια παρατήρηση που έκανε το 1974 ο διάσημος γλωσσολόγος Émile Benveniste.

Ο Benveniste (Doux modèles linguistiques della cité, στο βιβλίο Problèmes della linguistique générale 2) παρατήρησε ότι, ενώ στην ελληνική γλώσσα ο πρωτεύων όρος είναι η πόλις (ετυμολογικά «κάστρο, οχυρό» εκ του IE *pelH- «οχυρό») και ο παράγωγος όρος είναι ο πολίτης (ετυμολογικά ο «καστρινός, κάτοικος του οχυρού»), στη λατινική ισχύει το αντίθετο: ο πρωτεύων όρος είναι ο cīvis = «πολίτης» (ετυμολογικά ο «εδραίος κάτοικος, αυτός που επέλεξε να συγκατοικήσει με άλλους σε εδραίο βίο», από την ΙΕ ρίζα *k’ey- «κείμαι») και ο παράγωγος όρος είναι η cīvitas = «πολιτεία, σώμα πολιτών, δήμος».

Μεταφράζω τα βασικά της παραπάνω περίληψης της άποψης του Beneveniste:

Όπως έδειξε ο Benveniste, ο όρος πόλις δεν μπορεί να μεταφραστεί ως civitas χωρίς σημαντική αλλοίωση της σημασίας του. Στην ελληνική νοοτροπία, η πόλις είναι μια προϋπάρχουσα έννοια που καθορίζει την (παράγωγη) έννοια του πολίτη. […] Στη λατινική νοοτροπία, ο όρος civis προϋπάρχει της (παράγωγης) έννοιας civitas … στο λατινικό μοντέλο, ο όρος civitas κατανοείται ως αμοιβαιότητα (mutuality), μια συλλογή αμοιβαίων υποχρεώσεων (a collection of reciprocal obligations).

Με άλλα λόγια, ενώ οι Έλληνες ξεκίνησαν την πολιτική τους ιστορία εστιάζοντας την προσοχή τους στο φυσικό σημείο (το οχυρό, λ.χ. πτολίπορθος = πορθητής οχυρών, όπως ο ινδοάριος θεός του πολέμου Indra ήταν pūrbhid = «καστροσπάστης»), οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν την δική τους πολιτική ιστορία εστιάζοντας την προσοχή τους στην έννοια της αμοιβαιότητας υποχρεώσεων που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που έχουν επιλέξει να συγκατοικήσουν στον ίδιο τόπο, δηλαδή εστίασαν την προσοχή τους στην έννοια του (συμ)πολίτη (η παλαιότερη σημασία του όρου cīvis είναι «συμπολίτης», λ.χ. η λατινική προσφώνηση cives meus ~ «καλέ μου συμπολίτη ~ καλέ μου άνθρωπε» [ορισμός ΙΙ], η corona civica διδόταν ως βραβείο σε όποιον Ρωμαίο έσωζε στη μάχη συμπολίτη του από βέβαιο θάνατο) και o ρωμαϊκός (συμ)πολίτης ήταν όχι ο «ομόφυλος/ομόγνιος» (σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο της Ρώμης, η πόλη ιδρύθηκε από σύγκλυδες, εγκληματίες και εξόριστους άλλων περιοχών, οι οποίοι συμφώνησαν να συμβιώσουν βάσει κοινού ρωμαϊκού νόμου), αλλά αυτός που αποδεχόταν το κοινωνικό σύμφωνο (Lazzarini: non il legame di stirpe, ma il patto” = «όχι τον [αληθινό ή επινοημένο] δεσμό συγγένειας, αλλά το κοινωνικό σύμφωνο») που όριζε την rēspūblica: iūris consēnsus et utilitātis commūniō = κοινή αντίληψη περί δικαίου και συνεργασία στην κοινωφελία.

Παραθέτω μερικές σελίδες από τα κεφάλαια 1.1 & 1.2 της Lazzarini:

Οι αρχαίοι Έλληνες είναι στα βιβλία εθνολογίας το τυπικό παράδειγμα λαού που, παρά τον ανεπτυγμένο πολιτισμό τους και παρά το γεγονός ότι έφτασαν σε σημείο εθνοτικής αυτοσυνειδησίας, παρά ταύτα δεν κατάφεραν να συναρμοστούν σε έθνος (nation), επειδή δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για την κοινωφελία μιας ευρύτερης ελληνικής συλλογικότητας και την λειτουργική απορρόφηση της πόλεως σε μια ευρύτερη, ενιαία πολιτική κοινότητα. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Anthony D. Smith:

«Παρά τα στερεότυπα όλης αυτής της πανελληνικής προπαγάνδας (έχει προηγουμένως αναφέρει τον περίφημο ορισμό του «Ελληνικού» του Ηροδότου [8.144.2]), η πρωταρχική αφοσίωση του Έλληνα ήταν προς την πόλη-κράτος του. […]  Παρά το μεγάλο βαθμό γλωσσικής, πολιτισμικής και θρησκευτικής ενότητας, όλες οι προσπάθειες πολιτικής ενοποίησης των Ελλήνων απέτυχαν επειδή προσέκρουσαν στα βράχια ενός αποκλειστικά τοπικού πατριωτισμού εστιασμένου στην πόλη-κράτος».

Η ρωμαϊκή πολιτική ιστορία είναι ακριβώς το αντίθετο. Οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν μια civitas Romana, βασισμένη σε ένα ρωμαϊκό νόμο, την οποία κατανοούσαν ως civitas augescens/amplianda = «αύξουσα/διευρυνόμενη πολιτεία» (οι όροι αυτοί επιβίωσαν μέχρι και τον Ιουστινιάνειο κώδικα) μέσα από την ενσωμάτωση «ξένων, εχθρών και κατεκτημένων» (peregrinos, hostes, victos).

Οι «συμπατριώτες» ενός Ρωμαίου ήταν οι συμπολίτες του, και αυτοί ήταν όσοι αποδέχονταν το κοινωνικό σύμφωνο της respublica. Οι Ρωμαίοι μπόρεσαν να κοιτάξουν πέρα από τον γενέλθιο τόπο τους, επειδή «ο εκτενής αλλά οριοθετημένος» γεωγραφικός χώρος με τον οποίο συνέδεαν την ταυτότητά τους ήταν το πεδίο εφαρμογής του ρωμαϊκού νόμου.

Κατά την περίοδο της δυναστείας των Φλαβίων ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των στρατευμάτων στις όχθες του Δούναβη και του Ίστρου. Από αυτό το σημείο και έπειτα,  οι κοινωνίες της Μυσίας, Παννονίας και της παραρρήνιας Γαλατίας «στρατιωτικοποιήθηκαν τριχοειδώς» (capillary militarization, η φράση είναι του Chris Wickham) και εξελίχθηκαν στον φυσικό στρατώνα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα, οι κοινωνίες αυτές αναμφίβολα εκρωμαΐστηκαν σε σημαντικό βαθμό. Από αυτό το σημείο και έπειτα, η μακρά πλειοψηφία των Ρωμαίων στρατιωτών δεν είχε ως γενέθλια πατρίδα τη Ρώμη, το Λάτιο ή την Ιταλία, αλλά ορκιζόταν να υπηρετήσει την respublica Romana, έννοια που περιελάμβανε όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη.

Κατά την κρίση του 3ου αιώνα, τα επαρχιακά αυτά στρατεύματα άρχισαν να προκηρύσσουν αυτοκράτορες τους επίσης επαρχιώτες διοικητές τους (ο Γαλλιηνός ήταν ουσιαστικά ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας από την Ιταλία, γιατί οι βασιλείες του Τακίτου και του Φλωριανού ήταν βραχύβιες), οι οποίοι έπρεπε να ταξιδεύουν συνεχώς στις ρωμαϊκές επαρχίες για την αντιμετώπιση των «πανταχόθεν ἐπιόντων βαρβάρων». Σ΄αυτή την περίοδο γεννήθηκε η ιδέα της «κινητής Ρώμης» (Roma mobilis) ή, όπως το θέτει πολύ ωραία ο Ηρωδιανός, «η Ρώμη πλέον είναι εκεί που βρίσκεται ο αυτοκράτορας» (1.14: ἐκεῖ τε ἡ Ῥώμη, ὅπου ποτ’ ἂν ὁ βασιλεὺς ᾖ). Όπως εξηγεί στο παρακάτω βίντεο ο Αντώνης Καλδέλλης [00:38-01:10], πολύ πριν εδραιωθεί στην Κωνσταντινούπολη, ο όρος «Νέα Ρώμη» χρησιμοποιήθηκε για όλες τις τετραρχικές πρωτεύουσες του 3ου αιώνα (Αυγούστα των Τρεβήρων, Μεδιόλανα, Σίρμιον, Σερδική, Θεσσαλονίκη, Νικομήδεια, Αντιόχεια).

Στα χρόνια του Αυγούστου, οι ελληνικές πόλεις αναγνώριζαν το Ρωμαίο αυτοκράτορα ως «πατέρα της πατρίδος ΤΟΥ ΚΑΙ όλης της οικουμένης», αναγνωρίζοντας με αυτή την φράση ότι οι Έλληνες και οι λοιποί κατεκτημένοι λαοί της οικουμένης δεν είχαν την ίδια πατρίδα (Ρώμη, Λάτιο, κεντρική Ιταλία) με το Ρωμαίο αυτοκράτορα. Ήδη από την εποχή του Τιβερίου, οι ελληνικές επιγραφές αρχίζουν πλέον να γράφουν μόνο «πατήρ πατρίδος» (pater patriaενώ, τέσσερις αιώνες αργότερα, όταν ο Ιουλιανός μετακινήθηκε από τη Γαλατία στο Σίρμιον με σκοπό να κινηθεί κατά του ξαδέλφου του Κωνσταντίου Β΄, οι κάτοικοι της Σερδικής (Σόφια) του αφιέρωσαν μια επιγραφή στην οποία τον προσδιορίζουν ως «πατέρα της πατρίδος» (pater patriae) και «αποκαταστάτη της πολιτείας». Ούτε ο Θρακο-Ρωμαίος Ιουλιανός ούτε οι Θρακο-Ρωμαίοι κάτοικοι της Σερδικής κατάγονταν από τη Ρώμη, το Λάτιο ή την Ιταλία και η «πατρίδα» που είχαν κατά νου ήταν πια όλη η ρωμαϊκή οικουμένη η οποία, κατά την ίδια περίοδο, αρχίζει να προσδιορίζεται «σε αμφότερες τις γλώσσες μας» ως Ρωμανία = χώρα των Ρωμαίων. Ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας που χρησιμοποίησε τον τίτλο pater patriae σε επιστολή του προς τη σύγκλητο της Ρώμης ήταν ο Αναστάσιος Α΄ το 516, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Δυρράχιο και βασίλευε από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πια εδώ και έναν αιώνα εξελιχθεί στην αποκλειστική «Νέα Ρώμη».

Οι πρώτες ελληνικές επιγραφικές αφιερώσεις στον Αύγουστο, οι οποίες διακρίνουν μεταξύ της κατεκτημένης οικουμένης και της πατρίδος του Ρωμαίου αυτοκράτορα (πατήρ πατρίδος καὶ τοῦ σύμπαντος τῶν ἀνθρώπων γένους):

Δίγλωσσες επιγραφές της περιόδου 80-205 μ.Χ. που πλέον χαρακτηρίζουν το Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον «σκέτο» χαρακτηρισμό «pater patriaeπατὴρ πατρίδος», χωρίς την προσθήκη «καῖ τοῦ σύμπαντος τῶν ἀνθρώπων γένους» και η λατινική επιγραφή από την Σερδική του 361 μ.X. που χαρακτηρίζει τον Ιουλιανό ως pater patriae” και αποκαταστάτη της respublica:

Η επιστολή του Αναστασίου Α΄ προς τη Σύγκλητο της Ρώμης το 516 μ.Χ. ως η τελευταία απάντηση του τίτλου pater patriae του Ρωμαίου αυτοκράτορα:

Οι επαρχιακοί πληθυσμοί των περιοχών που συνέχιζαν να βρίσκονται εντός των ορίων της Ρωμανίας γύρω στο 500 μ.Χ., για 500 περίπου χρόνια (μισή χιλιετία!) έβλεπαν συνεχώς επιγραφές σε «αμφότερες τις γλώσσες μας», στις οποίες ο Ρωμαίος αυτοκράτορας χαρακτηριζόταν ως «pater patriae = πατὴρ πατρίδος» και ακολουθούσε ένα μακαρόνι με χαρακτηρισμούς του τύπου Germanicus maximus, Alemannicus maximus, Francicus maximus, Gothicus maximus κλπ” (μέγιστος νικητής των Γερμανών, των Αλαμανών, των Φράγκων, των Γότθων κλπ), οι οποίοι ουσιαστικά έδειχναν στους επαρχιώτες Ρωμαίους πολίτες ποιοι γειτονικοί λαοί δεν ήταν Ρωμαίοι, αλλά ήταν εχθροί των Ρωμαίων.

Για να στοχαστούμε λίγο αυτές τις επιγραφές για τον «πατέρα της πατρίδος» αυτοκράτορα και τη λίστα όλων αυτών των μη Ρωμαίων «εχθρών μας», οι οποίες βρίσκονταν στους δημόσιους χώρους όλων των ρωμαϊκών επαρχιών για μισή χιλιετία.

Σύμφωνα με το εξαιρετικό βιβλίο του Michael Billig «Τετριμμένος Εθνικισμός» (Banal Nationalism, Sage 1995), τα σύγχρονα έθνη αναπαράγουν την εθνική ταυτότητά τους μέσα από την επανάληψη ρουτίνας «τετριμμένου εθνικισμού», όπως η εθνική σημαία έξω από μια δημόσια υπηρεσία ή οι εθνικές γιορτές κατά τις οποίες, 1-2 φορές το χρόνο, κάθε χρόνοόλοι οι μαθητές κάνουν παρέλαση και συμμετέχουν σε δεξιώσεις στο σχολείο.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πόσο διαφορετική από τον «τετριμμένο εθνικισμό» του Billig ήταν η επανάληψη ρουτίνας στις ρωμαϊκές επαρχίες για μισή χιλιετία (ή, αν προτιμάτε, για 300 χρόνια από το 212 μ.Χ. που όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι απέκτησαν τη ρωμαϊκή υπηκοότητα) του χαρακτηρισμού «pater patriae = πατήρ πατρίδος» για το Ρωμαίο αυτοκράτορα και της λίστας των μη Ρωμαίων εχθρών «μας» που ο εκάστοτε αυτοκράτορας (υποτίθεται ότι) είχε νικήσει;

Advertisements

30 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

30 responses to “Η πόλις, η civitas, και ο πατήρ πατρίδος

  1. Εξαιρετική η ανάρτησή σου αγαπητέ Σμερδαλέε (θα σε αναδημοσιεύσω άνευ αδείας).
    Θα ήθελα να μου πεις αν θέλεις και είσαι εύκαιρος την γνώμη σου για το εξής:
    Ποια θεωρείς ότι είναι η σχέση αυτής της ιδιαίτερης ρωμαϊκής υποστασιοποίησης του πολιτικού στοιχείου ως κυρίαρχου, ή ως κυριαρχικού με την έννοια ότι προτάσσει το πλέγμα πολίτης-κράτος-εδαφική επικράτεια, με την πατριαρχική παράδοση των Ρωμαίων.
    Ή αλλιώς διατυπωμένο: η “σκληρή” πατριαρχία των Ρωμαίων ως ειδική μορφή πατριαρχίας πως συνυφαίνεται με τον ειδικό κρατισμό τους, που είναι και ο πρώτος κατά μίαν έννοια;
    Χαιρετώ!

    • Γεια σου Γιάννη λεβεντιά!

      Το γιατί οι Ρωμαίοι έδειξαν αυτήν την έφεση ιστορικά προς την κοινωφελία ως γνώμονα του βίου και την κατανόηση του «εμείς» ως δυνάμει διευρυνόμενης πολιτικονομικής μονάδας, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα που χωράει πολλή συζήτηση.

      Δεν έχω ακόμα βρει κάποια σίγουρη ούτε καν πιθανή εξήγηση γι΄αυτή τη ρωμαϊκή ιδιαιτερότητα. Πεἰτε και εσείς τις ιδέες σας μήπως και βγάλουμε κάποια άκρη.

      Η πατριαρχική παράδοση των Ρωμαίων που ανέφερες μάλλον έχει κάποιο ρόλο στην όλη ιστορία, γιατί ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, με το να παρουσιάζεται ως pater patriae στην ουσία προβαλλόταν ως ο πάτερ φαμίλιας μιας ρωμαϊκής οικογένειας. Με άλλα λόγια, είχε πατρική auctoritas την οποία μπορούσε να ασκήσει «καμουφλαρισμένη» με «πατρική στοργή» προς τους υπηκόους του και να λάβει ως αντάλλαγμα τον σεβασμό τους ως «πατέρας» τους. Ο λατινικός όρος patria δεν σήμαινε μόνο «πατρίδα», αλλά και «οίκος» (με την έννοια του αγγλικού household), δηλαδή μια πυραμιδική οικογένεια με αρχηγό τον πάτερ φαμίλιας.

      Τώρα γιατί αυτή η «οικογένεια» έδειξε ιστορικά μια τόσο μεγάλη έφεση στην «υιοθέτηση» «ξένων, εχθρών, και κατεκτημένων» (κατορθώνοντας να εξασφαλίσει την αφοσίωσή τους) αυτό παραμένει ίσως το πιο ενδιαφέρον μυστήριο της ρωμαϊκής ιστορίας.

  2. Έχω αναπτύξει κάποιες υποθέσεις εργασίας, τις οποίες θα σου τις παραθέσω υπό την μορφή απορητικών θέσεων, τις επόμενες ημέρες, μιας και ξύνουμε μια ιστορική “πληγή” μεγίστης σημασίας όχι μόνον για την εθνολογία και ιστορία αλλά και για την πολιτική επιστήμη που είναι και η ταπεινή τυπική πανεπιστημιακή (πανεπιζημιακή) ειδίκευσή μου..
    Κράτα για αρχή μόνον το στοιχείο ότι εμπλέκεται και η ψυχανάλυση-ψυχιατρική στην υπόθεση..

  3. Ιωάννης Τζανάκος

    Αγαπητέ Σμερδαλέε…μάλλον, αγαπημένε μας Σμερδαλέε, μετά από κάποιο καιρό, λόγω και της ανάλωσης στα επίκαιρα “μεσανατολικά” καθυστέρησα λίγο, αλλά μάζεψα παρατηρήσεις και στοιχεία και σου υποβάλλω κάποιες έννοιες που θέλω να ερμηνεύσεις και να “τακτοποιήσεις.
    Προσοχή προσοχή! ακολουθεί (σε 4 σημεία) ΣΕΝΤΟΝΙ:

    Οι αυταρχικοί (πατριαρχικοί?) θεσμοί της Ρώμης

    Σημείο 1
    Από την ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, η κυβέρνηση του κράτους ανατέθηκε σε δύο προξένους, με την γενική ιδέα πως δύο θεσμικά ενδεδυμένοι πολίτες μπορούν να παρέχουν καλύτερη προστασία από την τυραννική άσκηση της ανώτατης εξουσίας. Η συνέπεια όλων αυτών θα μπορούσε -με τον κοινό νού- να οδηγήσει ήδη απ’την αρχή στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να προκύψει περίπτωση στην οποία θα ήταν σημαντικό για την “ασφάλεια του κράτους” η κυβέρνηση να πρέπει να ανατεθεί στα χέρια ένός μόνο προσώπου, το οποίο θα πρέπει να διαθέτει την απόλυτη εξουσία για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Το 501 π.Χ., εννιά χρόνια μετά την εκδίωξη των βασιλέων ,καθιερώθηκε η δικτατορία (dictatura).
    Με τον αρχικό νόμο όσον αφορά τον διορισμό ενός δικτάτορα (lex de dictatore creando), κανείς δεν ήταν επιλέξιμος για το λειτούργημα αυτό, εκτός αν είχε τελέσει προηγουμένως πρόξενος. Υπάρχουν, ωστόσο, λίγες περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος αυτός δεν τηρήθηκε. Όταν κρίνεται απαραίτητο, ο δικτάτορας διορίζεται από έναν από τους προξένους, πιθανότατα χωρίς μάρτυρες, ανάμεσα στα μεσάνυκτα και το πρωί.
    Ο κανόνας ήταν ότι η εξουσία του δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί έξω από την Ιταλία. Αρχικά ο δικτάτορας ήταν αποκλειστικά πατρίκιος. Ο πρώτος πληβείος δικτάτορας ορίστηκε το 356 π.Χ. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η δικτατορία θα έπρεπε να περιορίζεται σε έξι μήνες και δεν εμφανίζεται όντως να λειτουργεί στο προ-αυτοκρατορικό καθεστώς για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, εκτός από τα δικτατορικό καθεστώς του Ιούλιου Καίσαρα, το οποίο όμως είναι και η “είσοδος” στην Αυτοκρατορία.
    Από τη στιγμή που ο Δικτάτορας διορίζονταν, γίνονταν και ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής της Δημοκρατίας.
    Η υπεροχή της εξουσίας του δικτάτορα σε σχέση με εκείνη των προξένων αποτελούνταν κυρίως απο: α)την μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τη Γερουσία, β) την πιο εκτεταμένη εξουσία της τιμωρίας χωρίς δίκη και γ) την πλήρη ασυλία από το να λογοδοτήσει για τις πράξεις του. Σε αντίθεση με τους Προξένους, οι οποίοι υποχρεούνταν να συνεργάζονται με τη Γερουσία, ο Δικτάτορας θα μπορούσε να ενεργήσει μόνος του κατέχων μόνον την δική του εξουσία. Δεν υπήρχε καμία έφεση από την ποινή του δικτάτορα.
    Είχε την εξουσία να αποφασίσει με Διάταγμα και να αλλάξει οποιονδήποτε ρωμαϊκό νόμο, όπως ο ίδιος έκρινε σκόπιμο, αν και αυτές οι αλλαγές διαρκούσαν για όσο διάστημα ο Δικτάτορας παρέμενε στην εξουσία. Θα μπορούσε να εισαγάγει νέα νομοθεσία στη Ρωμαϊκή πολιτειακή δομή που δεν απαιτούσε επικύρωση από οποιαδήποτε συνέλευση. Ο δικτάτορας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανώτατος δικαστής, χωρίς κανένα ένδικο μέσο για τις αποφάσεις του.

    Σημείο 2.
    Ο δικαστής κατείχε Imperium και δεν ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις του, εφ ‘όσον ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται σε θεσμική θέση που κατείχε Imperium. Ωστόσο, ένας δικαστής θα μπορούσε να δικαστεί για παράνομες πράξεις του αν “έχανε” το Imperium . Αυτό δεν συνέβαινε με τον δικτάτορα. Ο Δικτάτορας ήταν άθικτος κατά τη διάρκεια της θητείας του, αλλά δεν ήταν επίσης δυνατόν να κληθεί να λογοδοτήσει για οποιαδήποτε από τις επίσημες πράξεις του, μετά την λήξη της θητείας του. Οι ενέργειες του δικτάτορα αντιμετωπίζονταν ως μη συμβαινόμενες. Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά όρια στην εξουσία του δικτάτορα. Το πιο σημαντικό ήταν ότι η περίοδος της θητείας του ήταν μόλις έξι μηνών. Δεν είχε εξουσία στο δημόσιο ταμείο, αλλά μπορούσε να κάνει μόνο χρήση των χρημάτων που χορηγήθηκαν σ ‘αυτόν από τη Σύγκλητο.
    Κατά τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, ο δικτάτορας («αυτός που υπαγορεύει»), ήταν μια εξαιρεσιακή δικαστική εξουσία (magistratus extraordinarius) με την απόλυτη εξουσία να ασκεί τα καθήκοντά πέρα από την αρχή της συνήθους δικαστικής εξουσίας (magistratus ordinarius). Ο “θεσμός” του δικτάτορα ήταν μια νομική καινοτομία που αρχικά ονομάστηκε Magister Populi (δικαστής του Λαού), δηλαδή Δάσκαλος-δικαστής του Πολίτη.

    Σημείο 3
    Imperium είναι μια λατινική λέξη που, με την ευρεία έννοια, μεταφράζεται γενικά ως « δύναμη». Στην αρχαία Ρώμη όμως , διαφορετικά είδη δυνάμεων ή εξουσιών διακρίθηκαν με διαφορετικούς όρους. Η λέξη Imperium, αναφέρθηκε στην Κυριαρχία του κράτους πάνω από το άτομο. Δεν πρέπει να συγχέεται με auctoritas ή potestas, και γενικά με κατώτερα είδη της εξουσίας στη Ρωμαϊκή . Κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη δύναμη που ασκείται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί. Ο όρος θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί με μια γεωγραφική έννοια, τον ορισμό των εδαφικών ορίων του Imperium.
    Στην αρχαία Ρώμη, Imperium θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένας όρος που δείχνει ένα χαρακτηριστικό των ανθρώπων, τον πλούτο ή το μέτρο της επίσημης εξουσίας που είχαν. Αυτός ο χαρακτηρισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα μάλλον χαλαρό πλαίσιο (για παράδειγμα, στους ποιητές που χρησιμοποιείται, όχι κατ ‘ανάγκην γραπτώς, για κρατικούς αξιωματούχους). Ωστόσο, στη ρωμαϊκή κοινωνία ήταν επίσης μια πιο επίσημη έννοια της νόμιμης εξουσίας. Ένας άνδρας με Imperium (« imperator »), είχε κατ ‘αρχήν απόλυτη εξουσία για να εφαρμόσει το νόμο στο πεδίο εφαρμογής του, στο πεδίο του δικαστικού σώματος , αλλά θα μπορούσε να προβάλει βέτο έχοντας Imperium maius (έχοντας υψηλότερο βαθμό Imperium).
    Το Imperium μπορεί να διακριθεί από το Regnum , την βασιλική εξουσία., διότι έχει κατεξοχήν στρατιωτική έννοια, η δύναμη θεωρείται σε σχέση (γενικά στο στρατό) με την εντολή. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό ρήμα, imperare (με εντολή). Ο τίτλος Imperator εφαρμόστηκε ως πλήρης σημασίας στον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν ο διοικητής των ενόπλων δυνάμεων.
    Το Πριγκιπάτο (27 π.Χ. – 284 μ.Χ.) αποτελεί την πρώτη περίοδο της Ρωμαικής αυτοκρατορίας,που εκτείνεται από την αρχή της βασιλείας του Καίσαρα Αύγουστου. Το Πριγκιπάτο χαρακτηρίζεται από μια συντονισμένη προσπάθεια εκ μέρους των αυτοκρατόρων να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της επίσημης συνέχισης της Δημοκρατίας . Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη princeps , που σημαίνει αρχηγός ή ο πρώτος, και το πολιτικό σύστημα που κυριαρχείται από ένα τέτοιο πολιτικό ηγέτη, έστω και αν είναι τυπικά αρχηγός του κράτους, είναι ήδη μονοκρατορικό χωρίς όμως βασιλική “νομιμοποίηση”. Αυτό αντανακλάται στον ισχυρισμό των αυτοκρατόρων ότι ήταν απλώς “πρώτοι μεταξύ ίσων” ανάμεσα στους πολίτες της Ρώμης. Ο τίτλος, στο σύνολό τους, princeps Senatus / princeps civitatis (πρώτος μεταξύ των γερουσιαστών, δηλαδή, μεταξύ των πολιτών.) χρησιμοποιήθηκε απο τον Οκταβιανό Αύγουστο σε μια de facto νομιμοποίηση του δικτατορικού καθεστώτος του εντός του φαινομενικά δημοκρατικού πλαισίου.Ο τίτλος προέρχεται από την ίδια τη θέση του Senatus princeps. Παραδοσιακά το παλαιότερο μέλος της Γερουσίας είχε το δικαίωμα να ακουστεί για πρώτη φορά σε οποιαδήποτε συζήτηση.

    Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική πραγματικότητα της διακυβέρνησης από τον αυτοκράτορα, δεν ήταν απλώς επιμελώς καλυμμένη από τις μορφές και τις συμβάσεις που κληρονομήθηκαν από την πολιτική περίοδο της Δημοκρατίας κάτω από το σύνθημα Senatus Populusque Romanus. Η θεωρία για το «πρώτο πολίτη» είχε κερδίσει την εξαιρετική θέση της μέσα στην ιστορική ιδέα ότι ο Κυρίαρχος ο ίδιος είχε κερδίσει τη θέση του auctoritas, μέσα στο πολιτικό σώμα των κυριάρχων. Η Ρώμη δεν ανέπτυξε απλώς ένα «πατερναλιστικό» ιδεολόγημα, την παρουσίαση των Princeps, όπως αυτοί ενσαρκώνουν την επιείκεια και την δικαιοσύνη, και με τη σειρά του την τοποθέτηση τους σε ένα μοναρχικό πλαίσιο, στο πλαίσιο της κοινωνίας, ως εκφραστές ενός ηθικό καθήκοντος, αλλά την αρχή του Ολοκληρωτισμού, ως αρχής κοινής κυριαρχίας.Υπάρχει σχέση με την αρχή του Πραίτωρα. Ο Πραίτωρ όμως είναι συνυφασμένος ως αρχή με τους πραιτωριανούς, αν και αυτοί εμφανίσθηκαν αργότερα ως ειδικό σώμα. Ο Πραιτωριανισμός υπήρχε στα σπλάχνα της ρωμαικής στρατοκρατίας.
    Ο όρος Πραιτωριανός προέρχεται από την διαταγή γενικά. Ήταν μια ελίτ των Ιταλών (Ρωμαίων πολιτών και Λατίνων). Οι αυτοκράτορες επίσης απασχολούσαν συχνά μια μικρή ξεχωριστή μονάδα, του σωματοφύλακες, διακριτή και ως αντίβαρο στην Πραιτωριανή Φρουρά. Ήταν μια συνήθεια πολλών στρατηγών να επιλέγουν από τις τάξεις του στρατού μια ιδιωτική δύναμη στρατιωτών, ώστε να ενεργούν ως φύλακες της σκηνής ή του προσώπου. Με τον καιρό, αυτή η ομάδα έγινε γνωστή ως η cohors Praetoria, και διάφορες “αξιόλογες” προσωπικότητες διέθεταν πραιτωριανούς, συμπεριλαμβανομένου του Ιούλιου Καίσαρα , του Μάρκου Αντώνιου και του Οκταβιανού. Όταν ο Αύγουστος έγινε ο πρώτος κυβερνήτης “μεταξύ ίσων” της αυτοκρατορίας το 27 π.Χ., αποφάσισε πως μια τέτοια δύναμη κρούσης ήταν χρήσιμη όχι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά στην πολιτική επίσης. Έτσι, από τις τάξεις των λεγεώνων σε όλη την επαρχία δημιουργήθηκε η Πραιτωριανή Φρουρά.
    Η ομάδα που σχηματίστηκε αρχικά διέφερε πολύ από τη μεταγενέστερη Φρουρά, η οποία έφτασε να να είναι μια ζωτική δύναμη στην πολιτική εξουσία της Ρώμης. Ενώ ο Augustus είχε κατανοήσει την ανάγκη να έχει ένα προστατευτικό σώμα μέσα στη δίνη της ρωμαικής συνομωσίας , ήταν προσεκτικός. Έτσι αυτός σχημάτισε μόνο εννέα τάγματα αρχικά των 500 αντρών, στη συνέχεια αυξήθηκε σε 1.000 άντρες η κάθε μία. Ενώ περιπολίες υπήρχαν διακριτικά στο παλάτι και τα μεγάλα κτίρια, άλλοι σταθμεύαν σε πόλεις γύρω από τη Ρώμη. Δεν ήταν δυνατόν να υπάρξουν ακόμα απειλές από αυτές τις μεμονωμένες ομάδες.
    Μέσα από τις μηχανορραφίες του φιλόδοξου νομάρχη, του Sejanus , η φρουρά είχε έλθει από τους ιταλικούς στρατώνες στη Ρώμη την ίδια. . Στο εξής το σύνολο της φρουράς ήταν στη διάθεση των αυτοκρατόρων, αλλά οι κυβερνώντες ήταν πλέον εξίσου στο έλεος της Praetorians. Η πραγματικότητα αυτή παρατηρήθηκε, όταν ο Τιβέριος αναγκάστηκε να καλέσει την δική του Praetoria cohors εναντίον των ανταρτών του Sejanus. Αν και η Πραιτωριανή Φρουρά αποδείχτηκε πιστή στον Τιβέριο, η πολιτική δύναμή της είχε γίνει σαφής.

    Σημείο 4
    Πραίτωρ
    Οι κλασικοί συγγραφείς δεν περιγράφουν τα γεγονότα που οδήγησαν στη γένεση του τίτλου πραίτωρ.Ο τίτλος και το δικαστικό σώμα υπήρχαν στην εποχή του Τίτου Λίβιου. Στα γραπτά του αριστοκράτη πολιτικού και δικηγόρου Κικέρωνα διερευνήθηκαν οι χρήσεις του όρου πραίτωρ.
    Το πρόθεμα “prae-“, είναι μια καλή ένδειξη ότι ο τίτλος ήταν πριν, κατά κάποιο τρόπο, δεδομένος στην κοινωνία. . Ένας Δικτάτωρ ονομαζόταν πραίτωρ maximus. Η χρησιμοποίηση των ενδείξεων (praetorius, praetoricius, praetorianus) σε ένα μεγάλο αριθμό καταστάσεων μαρτυρούν μια γενική έννοια.
    Η Praetoria potestas στην Ρεπουμπλικανικό Ρώμη ήταν αρχικά δύναμη που κατείχε ο Πρόξενος. Πολύ πιθανόν, ο ίδιος ο βασιλιάς ήταν ο πρώτος πραίτωρ.Ο Κικέρων στο De legibus, όπου προτείνει ιδανικούς νόμους βασισμένους στο Ρωμαϊκή συνταγματική θεωρία, μας λέει:
    “Ας είναι δύο με την εξουσία του βασιλιά, και αφήστε τους να ονομάζονται πραίτωρες, δικαστές και πρόξενοι …. Αφήστε τους να έχουν το υπέρτατο δικαίωμα τους, τη διοίκηση της στρατιωτικής δύναμης…”
    Ο Κικέρων θεωρεί ότι η λέξη περιέχει τα εξής συνθετικά στοιχεία, όπως το ρήμα praeire (praeeo: «για να πάει πριν, να προηγείται, να οδηγήσει το δρόμο”). Σε τι ακριβώς τρόπο πολιτικής υπόστασης αναφέρεται πριν η λέξη, δεν μπορούμε να ξέρουμε, αλλά αν ερμηνεύσουμε τον “πραίτωρα” ως τον προ-πορευόμενο ηγέτη ίσως να έχουμε μια σωστή εξήγηση της ιστορικότητας της έννοιας.
    ΟΛίβιος εξηγεί ότι κατά το έτος 366 π.Χ. η praetura δημιουργήθηκε για την ανακούφιση των προξένων απο τα δικαστικά καθήκοντά τους.
    Οι πραίτωρες εμφανίζονται συχνά στην ρωμαϊκή ιστορία, πρώτα ως στρατηγοί και δικαστές, στη συνέχεια ως επαρχιακοί κυβερνήτες. Στα τέλη της Δημοκρατίας,ένας πρώην πραίτωρ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως Propraetor(“στη θέση του πραίτωρ») και ενεργεί ως κυβερνήτης μιας Ρωμαικής επαρχίας.Η Praetura δημιουργήθηκε γύρω στο 366-367π.χ για να αναλάβει μέρος των καθηκόντων των προξένων.
    Ένα πραίτωρ ήταν ένας δικαστής με Imperium εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων του, με την επιφύλαξη μόνο για το βέτο των προξένων .
    Η πρακτική σημασία της potestas και του Imperium, των προξένων και των πραιτώρων, υπό το “καθεστώς” της Δημοκρατίας δεν πρέπει να μεγαλοποιηθεί, αν και αποτελούν (ως δυνάμει μορφές)το πνευματικο-πολιτικό υπόστρωμα της μελλοντικής τους εξέλιξης ως εν-ενεργεία μορφών του ιμπεριαλιστικού καισαρισμού.
    Ο Λίβιος περιγράφει τις αναθέσεις με κάποιες λεπτομέρειες.. Η γερουσία καθορίζε τις ανώτερες θέσεις πριν από τις εκλογές. Αμέσως μετά τις εκλογές, τους νέους υπαλλήλους, και νέες αναθέσεις, οι οποίες ήταν κυρίως επαρχιακές διοικήσεις .
    Οποιοσδήποτε πρόξενος ή οποιοσδήποτε πραίτωρ μπορούσε ανά πάσα στιγμή να “τραβηχτεί” μακριά από τα καθήκοντά του για να διευθύνει μια ομάδα εργασίας, και υπήρξαν πολλές κοινές πολιτικο-στρατιωτικές ομάδες εργασίας του κράτους, κυρίως στρατιωτικές.Ο Λίβιος αναφέρει ότι, μεταξύ άλλων καθηκόντων που είχαν τα στελέχη, ήταν να οδηγήσουν τα στρατεύματα εναντίον μιάς στρατιωτικής απειλής, ξένης ή εγχώριας, να διερευνήσουν πιθανή συνομωτική ανατροπή, να αυξήσουν τα στρατεύματα, να διανέμουν χρήματα με “ειδικό” τρόπο, να διορίζουν επιτρόπους . Οι εξουσίες που θα μπορούσαν να ανατεθούν σ’ αυτούς δεν θα έπρεπε να αφορούν ελάχιστα, «μικρά πράγματα». Ήταν εξ ορισμού πράττοντες των μεγίστων. Έτσι λ.χ σε μια στρατιωτική αποστολή, ο πραίτωρ ήταν πάντα ο κυρίαρχος της απόλυτης διαταγής.

    Σημείο 5
    Ενώ σε πολλούς πολιτισμούς θεωρείται “ανδροπρεπής” βάση της αρετής η κυριαρχία και η επιτυχία στην οικογενειακή ζωή, η οικογενειακή αρετή θεωρήθηκε στον ρωμαϊκό κόσμο μέρος της ιδιωτικής σφαίρας. Σε αυτό το διάστημα δεν υπήρχε χώρος για Virtus στην ιδιωτική σφαίρα. Οι περισσότερες χρήσεις της Virtus για να περιγράψει οποιοδήποτε μέρος της ιδιωτικής ζωής είναι ασαφείς . Στο ρωμαϊκό κόσμο ο πατριάρχης της οικογένειας ονομαζόταν Familias Pater, ο τίτλος αυτός σήμαινε ότι ήταν σε θέση να επιτελεί όλες τις νομικές και δεσμευτικές αποφάσεις για την οικογένεια, είχε στην κατοχή του, επίσης, όλα τα χρήματα, τη γη, και άλλα περιουσιακά στοιχεία, την γυναίκα του, τις κόρες του, τους γιους. Ήταν όλα κάτω απο την δική του Potestas . Η μόνη φορά που ένας γιος θεωρούνταν ανεξάρτητος από τον έλεγχο του πατέρα του στα μάτια των άλλων Ρωμαίων ήταν όταν ανέλαβε δημόσια την ταυτότητά του ως πολίτης. Θα μπορούσε να κερδίσει αξία και αυτονομία από την Virtus του, απο την ικανότητά του υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις, και ως εκ τούτου θα μπορούσε να επιδείξει λεβεντιά μόνον έξω από το οικογενειακό περιβάλλον. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που η Virtus δεν χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη ρωμαϊκή αρετή της ιδιωτικής ζωής. Η Virtus ήταν ένα κρίσιμο εξω-οικογενειακό συστατικό για μια πολιτική καριέρα. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια σειρά από ιδιότητες που συγκροτούσαν ένα πρότυπο, το οποίο ο ρωμαϊκός λαός είχε ως το εξιδανικευμένο πρότυπο για τους ηγέτες τους.Στην καθημερινή ζωή ένα τυπικό ρωμαϊκό πρότυπο για την διαπαιδαγώγηση, κυρίως ενός νεαρού αγοριού, ήταν η ενστάλαξη στη ψυχή του της ιδέας της Virtus. Δεδομένου ότι η στρατιωτική θητεία ήταν ένα μέρος της ζωής των ανδρών, η στρατιωτική εκπαίδευση ξεκινούσε αρκετά νωρίς. Νεαρά αγόρια μάθαιναν πώς να χειριστούν τα όπλα και στρατιωτικές τακτικές ξεκινώντας από το σπίτι με τον πατέρα τους και ηλικιωμένους άνδρες, συγγενείς και αργότερα στο σχολείο. Επίσης, ως ένα νεαρό αγόρι κάποιος “άκουγε” πολλές ιστορίες για το παρελθόν, τους ήρωες, μάχες και πολέμους. . Δημοσίως ήταν εύκολο να δει το παιδί τα οφέλη της. Δημόσιοι θριάμβοι πραγματοποιήθηκαν για νικηφόρους στρατηγούς και γενναίους μαχητές. Ήταν το καθήκον κάθε γενιάς των ανδρών η διατήρηση της Dignitas που η οικογένειά τους είχε ήδη κερδίσει. Αυτή η πίεση στα άτομα να ανταποκριθούν στα πρότυπα των προγόνων τους, ήταν μεγάλη. Για την επίτευξη του Virtus έπρεπε κανείς να επιτύχει Gloria .
    Αν και τα νεαρά αγόρια ενθαρρύνονταν να κερδίσουν την Virtus υπήρχαν και όρια. Η Virtus συχνά συνδέονταν με επιθετικά και ανώριμα χαρακτηριστικά.
    Αυτό θα μπορούσε να οριοθετησει τον αρχικό-κυριολεκτικό ορισμό της ως λεβεντιάς που εμφανίζεται σε επιθετικότητα και στην ωμή ορμή για την απόκτηση χρημάτων, γής, και δύναμης. Ελέγχεται απο μιά, πιο ιδεαλιστική, πολιτική έννοια , την έννοια του “Pietas”, την οποία κατέχει ένας άνθρωπος που βρίσκεται ηθικά σε υψηλή θέση. Υπάρχει και η αντίθεση ανάμεσα σε Virtus και ambitio. Η Virtus θεωρείται ως ένα θετικό χαρακτηριστικό, αν και η ambitio μόνη της δεν είναι κατ ‘ανάγκη αρνητικό χαρακτηριστικό, αλλά συχνά συνδέεται με αρνητικές μεθόδους, όπως η δωροδοκία. Μέρος της Virtus, στη σφαίρα της πολιτικής, ήταν να αντιμετωπίσει κανείς δίκαια κάθε πτυχή της ζωής κάποιου, ειδικά στην πολιτική και τις κρατικές υποθέσεις.
    Η Virtus, παρ’ολαυτά για τη Ρωμαϊκή ζωή , δεν έχει την ίδια χροιά, όπως η χριστιανική «αρετή». Αλλά όπως η ελληνική Ανδρεία, έχει την πρωταρχική σημασία του όρου «ενεργεί σαν ένας άνθρωπος» (vir) (δες στην Αναγέννηση: καλλιτεχνική αξία), και για τους Ρωμαίους, αυτό σήμαινε πρώτα απ ‘όλα “ενεργεί σαν ένας γενναίος άνδρας σε στρατιωτικά θέματα”. Η Virtus έπρεπε να αναζητηθεί στο πλαίσιο των «εκκρεμών πράξεων» (egregia facinora), και οι γενναίες πράξεις ήταν τα επιτεύγματα που έφερναν Gloria («φήμη»). Η Gloria συνδέθηκε με δύο ιδέες: Fama («τι σκέφτονται οι άνθρωποι από σας») και Dignitas («κανείς στέκεται στην κοινότητα»). Ο αγώνας για τη αρετή στη Ρώμη ήταν πάνω απ ‘όλα ένας αγώνας για δημόσια αξιώματα (honos), δεδομένου ότι ήταν αγώνας μέσα από ανταγωνισμούς σε στρατιωτικές και σε διοικητικές θέσεις. ‘Ενας άνθρωπος θα μπορούσε να δείξει την καλύτερη λεβεντιά του, μέσω της στρατιωτικής επίτευξης, η οποία τη σειρά της θα καλλιεργήσει τη φήμη και θα φέρει ψήφους. Ήταν το καθήκον κάθε αριστοκράτη και επίδοξου αριστοκράτη να διατηρηθεί η Dignitas που η οικογένειά του είχε ήδη πετύχει και να επεκταθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, χάρη στην αύξηση των πολιτικών επιτυχιών και των στρατιωτικων νικών. Το σύστημα αυτό οδήγησε σε μια ισχυρή εσωτερικευμένη ώθηση στη ρωμαϊκή κοινωνία να συμμετέχει το άτομο σε μια συνεχή στρατιωτική επέκταση και κατάκτηση ανά πάσα στιγμή.
    (Ενώ σε πολλούς πολιτισμούς η αρετή της λεβεντιάς θεωρείται επίσης ως -εν μέρει- σεξουαλική, στον ρωμαϊκό κόσμο η Virtus δεν έχει σεξουαλική χροιά.)

  4. Ιωάννης Τζανάκος

    Χαχαχα…στην πραγματικότητα έκανα μια περίληψη μιας παλιάς δικής μου (διερευνητικής), την οποία δε θέλω να διαφημίσω-λινκάρω γιατί είναι και λειψή και γεμάτη λαθάκια, αλλά αν θες πιάσε όποτε μπορείς μόνον τις βασικές έννοιες, ή κράτα τες για διερεύνηση, διότι κατά την δική μου υπόθεση εργασίας συγκροτούνται ως βασικοί πυρήνες της κυριαρχικής θεμελίωσης της Ρώμης που διατηρούνται κυρίως ως μέθοδοι του δυτικού ιμπεριαλισμού και σήμερα…

    • ως βασικοί πυρήνες της κυριαρχικής θεμελίωσης της Ρώμης που διατηρούνται κυρίως ως μέθοδοι του δυτικού ιμπεριαλισμού και σήμερα…

      Καλά γι’αυτό το θέμα μπορούμε να κάνουμε μεγάλη συζήτηση.

  5. Ιωάννης Τζανάκος

    Α γειά σου..
    Δυστυχώς δεν είμαι ειδήμονας επί των (ελληνο)ρωμαϊκών, αν και κάτι σκαμπάζουμε, αλλά οσμίζομαι ψωμί. Για να αποφύγουμε να χαθούμε μόνον στις αναλογίες αλλά να πούμε κάτι που ίσως απελευθερώσει την κουβέντα δίνω κάποια μεζεδάκια-υποθέσεις εργασίας (όπως μου έλεγε ένας καθηγητής μου στο Πάντειον πανεπιζήμιον μπορώ να ξεκινήσω 100 διδακτορικά αλλά δεν θα τελειώσω κανένα), τα οποία θα ήμουν πολύ ευτυχής αν κάποιος τα έκανε κανονικές μερίδες φαγητού:

    1. Υπάρχει ανάλωση γύρω από την “σύγκρουση πολιτισμών” (παρεφθαρμένη βεμπεριανίζουσα σπεγκλεριανίζουσα θεώρηση του Χάντιγκτον), αλλά ίσως το ζουμί να είναι στην πολιτειακή-πολιτική θεμελίωση.
    Εκλαϊκευτικά: δεν είναι ο “πολιτισμός” που δομεί-θεμελιώνει την πολιτειακή μορφή αλλά η πολιτειακή μορφή (δημιουργία) που δομεί-θεμελιώνει τον “πολιτισμό”. Υπό αυτή την έννοια η δυτική πολιτειολογία τής κυριαρχίας αλλά και της επέκτασής της (ο ιμπεριαλισμός, η αποικιοποίηση, τα εξαρτημένα περιφερειακά κράτη) έχει σίγουρα μια “ρωμαϊκή” συνέχεια, μια ρωμαϊκή περισσότερο παρά ελληνική θεμελίωση. Έννοιες που θεωρούνται “φυσικές” ή χρησιμοποιούνται ως συστατικά στοιχεία της πολιτικής πράξης (τοπικής και διεθνούς) είναι στην πραγματικότητα ιστορικές δημιουργίες με πατέρα (Ρώμη ή άλλους όταν μιλάμε για άλλους “κύκλους”) παιδιά (δύση, μεσαιωνική και νεωτερική) εγγόνια κ.λπ.

    2. Όπως είπαμε πιο πάνω από τα τελευταία σχόλια, υπάρχει “εμπλοκή” της πατριαρχικής “ανθρωπολογικής” δομής, αλλά όπως είδα ξανασκαλίζοντας τις σημειώσεις μου όντως έχεις δίκιο ότι αυτή ως ρωμαϊκή εκφεύγει της στενής οικογενειακής φυλετικής..Η πατριαρχία στην Ρώμη μετουσιώνεται σε πολιτειο-πατριαρχία κρατισμό. Σούπερ ενδιαφέρον θέμα νομίζω και επίκαιρο ως προς τα ανταγωνιστικά προς το δυτικορωμαϊκό σχήμα μοντέλα πολιτικής μετουσίωσης της πατριαρχικής “δομής”.

    • Γιάννη καλημέρα.

      Σχετικά με τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό και κατά πόσο του μοιάζουν οι νεωτερικοί ιμπεριαλισμοί, ο Robin Waterfield στο βιβλίο του για την ιστορία της ρωμαϊκής κατάκτησης της Ελλάδος, ορίζει ως “remote control” (μακρόθεν έλεγχος) τον τρόπο με τον οποίο οι Ρωμαίοι άρχισαν να ελέγχουν τις [φαινομενικά] ανεξάρτητες Ελληνικές πόλεις.

      Επέλεγαν μια γηγενή αδύναμη πολιτική παράταξη, της έλεγαν ότι θα σε βοηθήσουμε να πάρεις την εξουσία της πόλης, αν συμφωνήσεις να ακολουθήσεις φιλορωμαϊκή πολιτική (αλλιώς θα σε ρίξουμε) και ,μ’αυτό τον τρόπο ασκούσαν ιμπεριαλισμό χωρίς να την φυσική παρουσιά ρωμαϊκών στρατευμάτων στην περιοχή.

      Αργότερα, ο Τάκιτος αναφέρει τον ίδιο τρόπο ελέγχου στα γερμανικά φύλα που κατοικούσαν γύρω από το Ρήνο και τον Άνω Δούναβη. Ο Τάκιτος γράφει ότι τα φύλα αυτά είχαν τους βασιλιάδες που είχαν, επειδή αυτό ήταν το θέλημα της Ρώμης.

      Επομένως, αυτό που βλέπαμε στον ψυχρό πόλεμο καλή ώρα, με την Αμερική και τη Ρωσία να προσπαθούν να στήσουν κυβερνήσεις σε πιο αδύναμα κράτη, ώστε να δημιουργήσουν μια σφαίρα επιρροής, ήταν καθιερωμένο κόλπο της ρωμαϊκής εξωτερικής πολιτικής.

      Φυσικά, το φαινόμενο εμφανίζεται και στην κλασική Ελλάδα, όταν Αθήνα και Σπάρτη επίσης «έστηναν» κυβερνήσεις, για να οριοθετήσουν τις σφαίρες επιρροής τους, και αργότερα όταν ο Φίλιππος «έστηνε» φιλομακεδονικές κυβερνήσεις στις πόλεις-κράτη της κυρίως Ελλάδος.

  6. Θα έλεγες την Ρωμη αυτό που λένε οι Αμερικάνοι proposition nation; Η Ρώμη είνια ιδέα και όχι έθνος ή φυλή.

    • Η Ρώμη είναι ιδέα και όχι έθνος ή φυλή.

      Γεια σου Αρχέλαε. Σωστά το έθεσες. Η Ρώμη όντως έγινε ιδέα, οι Ρωμαίοι δεν ήταν ποτέ «φυλή», αλλά βάζω ερωτηματικό στο «όχι έθνος», επειδή, κατά τη γνώμη μου, οι Ρωμαίοι ήταν το κατεξοχήν (πολιτικό) έθνος (nation) της ιστορίας.

      Οι Ρωμαίοι και οι Εβραίοι έχουν ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία της έννοιας του έθνους (η αναλυτική κατηγορία nation), επειδή είναι οι πρώτοι λαοί που συνέδεσαν την ταυτότητά τους με την προσκόλληση σε έναν κοινό νόμο (πολιτικός νόμος για τους Ρωμαίους, θρησκευτικός/ιουδαϊκός νόμος για τους Εβραίους/Ιουδαίους). Με άλλα λόγια, είναι οι πρώτοι λαοί που «κωδικοποίησαν» σε νόμο την πρότυπη συμπεριφορά του μέλους των κοινοτήτων τους, μετατρέποντας την υπακοή σ’αυτόν τον νόμο σε κριτήριο ένταξης στην κοινότητα, και «τιμωρώντας» την ανυπακοή με αποκλεισμό από την κοινότητα.

      Τον τρίτο αιώνα, όπως λέει και ο Καλδέλλης εδώ ([13:35]:it was in the 3rd century that Rome kind of became an idea), η Ρώμη έγινε ιδέα που «εξάχθηκε» στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας, στις «Νέες Ρώμες» (τετραρχικές πρωτεύουσες) και στις ακριτικές «τριχοειδώς στρατιωτικοποιημένες» (φράση του Wickham) περιοχές που αποτελούσαν το ρωμαϊκό στρατώνα.

      Ο Ζώσιμος γράφει ότι όταν ο Αλάριχος πολιόρκησε τη Ρώμη, έβαλε τα γέλια όταν οι (εδώ και αιώνες απτόλεμοι) Ρωμαίοι (= κάτοικοι της Ρώμης) τον απείλησαν ότι ήταν έτοιμοι να βγουν και να πολεμήσουν. Σε εκείνο το σημείο, ο Ζώσιμος βρίσκει την ευκαιρία να κάνει αντιχριστιανική προπαγάνδα και γράφει ότι η virtus = ανδρεία (οὐιρτούτεμ = virtutem = ανδρική αρετή) είχε εγκαταλείψει τη Ρώμη, όταν οι Χριστιανοί κετέστρεψαν το άγαλμα της θεάς Virtus.

      Στην πραγματικότητα, όμως, η ρωμαϊκή virtus είχε εγκαταλείψει τη Ρώμη (και την Ιταλία) πολύ νωρίτερα, στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα, όταν η δυναστεία των Φλαβίων (Βεσπασιανός και διάδοχοι) ολοκλήρωσε τη συγκέντρωση των ρωμαϊκών λεγεώνων στις ακριτικές επαρχίες (παραδουνάβιες και παραρρήνιες επαρχίες). Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο θεσμός και οι παραδόσεις του ρωμαϊκού στρατού συνέχιζαν σ’αυτές τις ακριτικές επαρχίες και, όταν προέκυψε η κρίση του 3ου αιώνα, οι «καραβανάδες» αυτοκράτορες (barracks emperors) που έβγαλαν την αυτοκρατορία από την κρίση ήταν ακριβώς από αυτά τα ακριτικά μέρη.

  7. Διονύσιος Πένταρης

    “[…] Δεν έχω ακόμα βρει κάποια σίγουρη ούτε καν πιθανή εξήγηση γι΄αυτή τη ρωμαϊκή ιδιαιτερότητα. Πεἰτε και εσείς τις ιδέες σας μήπως και βγάλουμε κάποια άκρη.”

    Χαιρετώ την εκλεκτή παρέα!

    Το υπο συζήτηση θέμα, καταλήγει με την βοήθεια των πηγών, στον πυρήνα όλων των ανθρωπολογικών διαφορών που χαρακτηρίζουν τις εκάστοτε συλλογικές ταυτότητες (Δυτικοί, Ρωμαίοι, Έλληνες, Σλάβοι, Γερμανοί, κλπ). Η πρόσφατη γνωριμία μου με το έργο του René Girard, και την εισαγωγή του στα καθ’ ημάς απο τον Θεόδωρο Ζιάκα σε συνδιασμό με τις κατά καιρούς αναρτήσεις του εξαιρετικού παρόντος blog, με οδήγησε σε ένα πρώτο συμπεράσματα τα οποίο θα παραθέσω συνοπτικά.

    “(Ανθρωπολογικός) παράγων, εξατομίκευση”

    Στο κατ’ εξοχήν πεδίο της Ιστορίας, εάν αποδεχτούμε την εκ προοιμίου απόρριψη κάθε ιδεολογικής ερμηνείας/κατασκευής των Νέων Χρόνων, τότε οι πηγές, μας φανερώνουν μια πραγματικότητα:

    τον διαφορετικό βαθμό εξατομίκευσης των εν λόγω συλλογικών υποκειμένων. Η Ρωμαίοι φαίνεται ότι ήταν λιγότερο εξατομικευμένοι απο τους Έλληνες – χωρίς να έχουν κατ’ ανάγκην “κατώτερο” Πολιτισμό. Μπορούσαν και περιόριζαν στο ελάχιστο ή τιθάσευαν τον εγωισμό τους, έχοντας ένα “Πρότυπο” απο το παρελθόν το οποίο αποδέχονταν (η Αυθεντία των Ιδρυτών). Οι Έλληνες, μπορούσαν να αμφισβητήσουν σχεδόν τα πάντα κατά καιρούς, ακόμα και την ίδια τους την Πόλη-Θέσμιση. Συνεπώς, η πολύ ισχυρή εξατομίκευση τους, δεν τους επέτρεψε να αναπτύξουν εκείνη την Οικουμενική σκέψη/δράση, που ανέπτυξαν οι Ρωμαίοι. Οι Έλληνες με την λαμπρή παιδεία τους (“φάρμακο” για την λήθη), προσπάθησαν ατέλειωτες φορές (μετά τα Μηδικά, καθώς και την Αλεξανδρινή/Ελληνιστική εποχή), αλλά απέτυχαν παταγωδώς. Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν (ιστορικά) μόνο μια φορά, απο όσο γνωρίζουμε, και φυσικά πέτυχαν.

    Εν είδει επιλόγου, ο πολύ αναπτυγμένος Αγγλοσαξονικός Πολιτισμός αδυνατεί για δεύτερη φορά, κατά την γνώμη μου, να θεμελιώσει μια “Οικουμένη”, ακριβώς όπως οι Έλληνες. Το ασκημένο εκείνο βλέμμα του ερευνητή μπορεί να εντοπίσει αρκετά κοινά μεταξύ Ελλήνων και Αγγλοσαξόνων (“Θουκυδίδεια παγιδα”- μη Υψηλή στρατηγική με άλλα λόγια).

    Τροφή για έρευνα αγαπητοί φίλοι!

    • Γεια σου Διονύση και καλωσήρθες στη συζήτηση!

      «Μπορούσαν και περιόριζαν στο ελάχιστο ή τιθάσευαν τον εγωισμό τους»

      Αυτή η παρατήρηση είναι ενδιαφέρουσα. Αυτή η τιθάσευση του ατομικού συμφέροντος που ανέφερες σχετίζεται με τον φόβο της αυστηρής τιμωρίας από την κοινότητα. Όπως γράφει και ο Πολύβιος, αυτό που διατηρούσε αδιάπτωτες τις νυχτερινές φρουρές των Ρωμαίων ήταν ο φόβος του fustuarium (θανάτωση διά ροπαλισμού από όλο το υπόλοιπο στρατόπεδο, σε όποιον παραμελούσε το καθήκον του ως φρουρός των υπολοίπων).

      Ο Πολύβιος ξεκινάει την ιστορία του διηγούμενος τον αποκεφαλισμό 300 λιποτακτών Ρωμαίων στρατιωτών στο forum της Ρώμης. Ο Andrew Erskine σχολιάζει το συγκεκριμένο χωρίο λέγοντας πως η περιγραφή του Πολυβίου σοκάριζε τον Έλληνα αναγνώστη επειδή:

      α) οι Έλληνες δεν θανάτωναν στην αγορά = forum της πόλης.
      β) οι Έλληνες προτιμούσαν αναίμακτες θανατικές ποινές, όπως ο απαγχονισμός ή το κώνειο.

      Αντίθετα, οι Ρωμαίοι προτιμούσαν μια αιματηρότατη θανατική ποινή στο κέντρο της πόλης, ακριβώς για να περάσουν σε όσο δυνατόν περισσότερα άτομα το φρικαλέο οπτικό FX του αιματοβαμμένου forum, εικόνα φρικτή που περνούσε αμέσως δια του τρόμου το μήνυμα «αυτά παθαίνει όποιος παραβιάσει το νόμο ή αψηφήσει τις υποχρεώσεις του προς την κοινότητα». Συνεπώς, η αιματηρότατη αυτή εκτέλεση είχε τη λειτουργία να προωθεί στη ρωμαϊκή κοινότητα την πειθαρχία στο ρωμαϊκό νόμο και την τήρηση των υποχρεώσεων του ατόμου προς την κοινότητα.

      Ο Erskine ρχίζει να μιλάει για τον αποκεφαλισμό των 300 λιποτακτών στο [26:22] και στο [27:44] αρχίζει να περιγράφει τι έκανε εξωτική αυτήν την τιμωρία στα μάτια των Ελλήνων.

  8. Διονύσιος Πένταρης

    Ενδιαφέρουσα η ανάλυση του καθηγητή Α. Erskine.

    Θεωρώ ότι η παραδειγματική τιμωρία ίσως είναι μια post-parameter στο ανθρωπολογικό ερώτημα, “γιατί είμαστε διαφορετικά εξατομικευμένοι” – το οποίο προσπαθώ να προσδιορίσω σε βάθος, εδώ και αρκετό καιρό, με την βοήθεια φυσικά της συστηματικής έρευνας σου.

    Φαίνεται λοιπόν, ότι η Ρώμη επέτυχε εκεί που απέτυχαν οι Έλληνες, ΚΑΙ εξαιτίας της κοινωνικής-ψυχολογικής λειτουργικότητας του αποδιοπομπαίου τράγου.

    Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να επικεντρωθεί μια μελλοντική έρευνα στο φαινόμενο του αποδιοπομπαίου τράγου, ανά ιστορική περίοδο και φυσικά ανά πολιτισμό.

    Υ. Γ. Ορισμένες συλλογικότητες αποδέχονται την παραδειγματική τιμωρία (π.χ. κάποιες Αραβικές φυλές ή οι Σλάβοι-Λέχ), ενώ κάποιες άλλες αντιστέκονται σθεναρά (π.χ. οι περίφημοι Αρβανίτες ή οι Σλάβοι-Ρούς). Ενδιαφέρον το ζεύγος αυτό: Θυσία και θυσιαστήριο.

  9. Ιωάννης Τζανάκος

    Μια ερώτηση μετά από σκέψη πάνω σε αυτή τη συζήτηση:
    Στην Ρώμη υπάρχει: 1) Πατριαρχία 2) Κρατισμός 3) υπερίσχυση της κοινότητας επί του ατόμου 4) χωροκυριαρχική συνέχεια και συλλογική επιθυμία-θέσμιση για να επιτευχθεί.
    Ποιό είναι όμως αγαπητέ Σμερδαλέε το σημείο συνοχής όλων αυτών;;
    Θα μπορούσαμε να ψάχναμε μια συνδυαστική διαλεκτική των παραπάνω ή να δίναμε περισσότερο βάρος σε έναν συντελεστή. Ποιά είναι η (πρώτη) άποψή σου; και των άλλων συνομιλητών;

    • Γεια σου Γιάννη λεβεντιά!

      Ρωτάς πολύ δύσκολα πράγματα.

      • Ως μια πρώτη γνώμη, θα παρέπεμπα στο σύμβολο του «δεματιού» (fascis, από εδώ εμπνεύστηκε ο Μουσολίνι και έπλασε τον όρο φασίστας) που κουβαλούσαν οι lictores (= «δετήρες», κάτι σαν σωματοφύλακες/δορυφόροι αυτού που είχε imperium και auctoritas).

        Η ιδεολογία του «δεματιού» (fascis) είναι η «ισχύς εν τη ενώσει» (ένα λεπτό ξυλαράκι σπαέι εύκολα, αλλά το δεμάτι με ξυλαράκια σπάει πολύ δύσκολα):

        Τhe symbolism of the fasces suggested strength through unity (see Unity makes strength); a single rod is easily broken, while the bundle is very difficult to break.

  10. Ιωάννης Τζανάκος

    Ας κάνουμε υποθέσεις εργασίας. Λόγου χάριν μια ανάρτηση για τον ρωμαϊκό μιλιταρισμό και στρατό και ως αρχικό πρότυπο και ως νεορωμαϊκή/μεταρωμαΪκή παράδοση θα συνεισέφερε σε μια πρώτη ανίχνευση.
    (Έχεις δίκιο που επικεντρώνεις στην Ρώμη, αυτό διαπιστώνω όσο περνάει ο καιρός)

    • Διάβασε ένα πρώτο σχόλιο που έκανα πριν από λίγο, αφού σκέφτηκα λίγο.

      Το σύμβολο του «δεματιού»/fascis (ισχύς εν τη ενώσει) δείχνει μια παράδοση «συνεταιρικής» επίλυσης των δυσκολιών (ενωμένοι νικάμε).

  11. Ιωάννης Τζανάκος

    Νομίζω πως το παράδειγμά σου και η αναλογία που φέρνει αναγκαστικά στο μυαλό μεταξύ ρωμαϊκής ενοποιητικής ιδεολογίας και φασισμού έχει τεράστιο ενδιαφέρον παρά τον κίνδυνο ιστορικών αναχρονισμών σε όποιον πάρει την αναλογία τοις μετρητοίς.
    Αυτή την “πρωτο-φασιστική” ρωμαϊκή ενότητα (αναχρονισμό κάνω, αλλά για λόγους πρόκλησης ερευνητικού ενδιαφέροντος) μπορεί κανείς να την εξηγήσει ξεκινώντας από τον μιλιταρισμό (αιτία) και να πάει προς την κοινωνική μορφή (αιτιατόν) ή το αντίστροφο ψάχνοντας το κοινωνικό ή κοινωνικοανθρωπολογικό υπόβαθρο του μιλιταρισμού. Εννοείται πως η διάκριση αιτίου αιτιατού είναι ούτως ή άλλως σχετική.

    • Κοίτα, ο Μουσολίνι απλώς οικειοποιήθηκε τον λατινικό όρο, στο γενικότερο πλαίσιο οικειοποίησης της Ρωμαϊκής «παράδοσης» της Ιταλίας που προωθούσε (στις ομιλίες του έλεγε «η αυτοκρατορία ξύπνησε». Δεν νομίζω να υπήρχε κάποια ιδεολογική σχέση μεταξύ της αρχαίας Ρωμαϊκής ιδέας του «δεματιού/fascis» και του Μουσολινικού περιεχομένου που απέκτησε ο νεοεφευρεθείς όρος φασίστας/fascista.

      • Ιωάννης Τζανάκος

        Είναι αλήθεια αυτό που λες, υπάρχει προφανής μουσολινική “εκμετάλλευση” των ρωμαϊκών συμβόλων κ.λπ εθνικιστικού ιδεοληπτικού περιεχομένου. Περισσότερο στέκομαι στην πρακτική συνέχεια εντός ενός γενικού μιλιταριστικού προτύπου οργάνωσης της κοινότητας..

    • Ιωάννης Τζανάκος

      Αν μελετήσει κάποιος τον ρόλο της στρατιωτικής-μιλιταριστικής παράδοσης κάθε πολιτισμού ή πολιτειακής πρωτο-μορφής θα δει νομίζω πως το επίκεντρο της ανάπτυξης της ολότητας των κοινωνικών σχέσεων μερικές φορές, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με επιτυχημένες πειθαρχικές-αυταρχικές ενοποιήσεις της κοινότητας είναι το εκάστοτε στρατιωτικό πρότυπο. Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά νομίζω πως ίσως η Ρώμη είναι καλό παράδειγμα αυτής τής “σειράς”..

      • Έχεις δίκαιο όταν λες για το «στρατιωτικό πρότυπο» της κοινωνίας.

        Λ.χ. όταν ο Mocsy συζητάει τον εκρωμαϊσμό της Παννονίας (έφτασε να έχει 4 λεγεώνες!) και της Άνω Μυσίας, γράφει ότι η «συνήθεια» υπακοής στον ρωμαϊκό νόμο σ’αυτές τις στρατιωτικοποιημένες περιοχές αποκτιόταν κατά τη στρατιωτική θητεία.

        [σλδ 262] There is much to suggest that knowledge of the law and a certain interest in the standards of Roman law were derived from the military.

        Ακόμα και η εκμάθηση και χρήση της λατινικής γλώσσας προερχόταν από τη στρατιωτική θητεία. Όταν εξηγεί γιατί οι Σκούποι (Σκόπια) έγιναν λατινόφωνη πόλη (αν και τόσο κοντά στην ελληνόφωνη Μακεδονία) ο Mocsy λέει πως επειδή η πόλη (επαν)ιδρύθηκε ως Colonia Flavia από ετερογενείς βετεράνους της Legio VII Claudia (αφού αυτή εγκαταστάθηκε στο Βιμινάκιον), οι οποίοι ως βετεράνοι λεγεωνάριοι είχαν μάθει να αλληλοεπικοινωνούν μεταξύ τους στα λατινικά. Αυτοί οι βετεράνοι δημιούργησαν το πρώτο “charter group” των Σκούπων το οποίο δημιούργησε την παράδοση λατινοφωνίας που διατήρησαν οι επόμενες γενιές.

        Επομένως, με το να χαρίζουν τη ρωμαϊκή πολιτεία/υπηκοότητα σε βετεράνους των auxilia ύστερα από 25 στρατιωτικής θητείας, και να χρησιμοποιούν βετεράνους λεγεωνάτιους (ήδη πολίτες πριν στρατολογηθούν) ως “charter groups” στις αποικίες τους, οι Ρωμαίοι είχαν βρει τρόπο να «περνάνε» στις αποικίες τους κάποιες συνήθειες του στρατιωτικού βίου.

        [σλδ 117] This custom was also later continued by the urban aristocracy. This class was descended from the veterans; […] round Scupi were the descendants of the veterans who had been settled at the end of the first century.
        […] The veterans were an extremely mixed group. They probably included more citizens of the provinces than Italians. Apart from one from Placentia, only Dalmatians (Salona), Macedonians (Beroia, Stobi), southern Gauls (Lucus Vocontiorum) and Syrians (Berytos) are attested. […] the heterogeneous nature of the population was such that it was possible for Latin to become the mother tongue of certain of the towns. Syrians, Gauls, Macedonians and Italians could only communicate with each other in Latin, which they had all learnt during their long service with the legions. This was the reason why the new colonia Flavia on the southern border of Upper Moesia, and very close to Greek Macedonia, could become a Roman town.

  12. Αγαπητέ Σμερδαλέε δες λίγο αυτό το βίντεο ενός σημαντικού ιρανολόγου, για σύγκριση (ομοιότητα-διαφορά)μεταξύ “ρωμαϊκότητας” και “ιρανικότητας” και αν θες πες τη γνώμη σου:

  13. Στον ρωμαιοκαθολικισμό διαχώριζαν τον λαό σε τρεις κάστες, oratores, bellatores, laboratores. Αυτό υπήρχε στο Βυζάντιο; πως έβλεπαν τον πολίτη Ρωμαίο σε σχέση με την εξουσία; Περίεργο να καταφέρει να περάσει στην νεοτερικότητα πρώτα η δύση όταν έχουν θεοκρατία, φεουδαρχισμό και κάστες.

    • Δεν αναφέρονται στον ρωμαιοκαθολικισμό αυτά, αλλά στην μεσαιωνική δυτική Ευρώπη γενικότερα. Και δεν είναι ξεκάθαρη η ύπαρξη αυτών των καστών, απλά είναι όροι που συνέλεξε ο Georges Dumézil ως «απόδειξη» της «τριλειτουργικής υπόθεσης» της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής κοινωνίας και των απογόνων της.

      Παρέθεσε παρόμοιους όρους από διάφορες ΙΕ γλώσσες (λ.χ. από τον Πλάτωνα πήρε την τριάδα: ιεροποιοί, φύλακες, γεωργοί, από την Σανσκριτική πήρε τους Βραχμάνους, Ξατρίας και τους Βαΐσια κοκ).

      Και στο Βυζάντιο αν ψάξεις τις πηγές θα βρείς κάπου να λένε ότι το έθνος και η πολιτεία αποτελούνται από ιερείς, στρατιώτες και γεωργούς. Φυσικά δεν είναι μόνο αυτά τα «μέρη» που αναφέρονται, ούτε σημαίνει ότι πρόκειται για «κάστες», γιατί στο Βυζάντιο (μέχρι το 1000) υπήρχε υψηλή κοινωνική κινητικότητα (κυρίως εξαιτίας του στρατού), έτσι ώστε ένας αγράμματος αγρότης μπορούσε να γίνει στρατηγός και εν τέλει ως και αυτοκράτορας. Όταν άρχισε η παρακμή τον 11ο αιώνα, χάθηκε ο εθνικός ρωμαϊκός στρατός και, μαζί μ΄αυτόν, και η κοινωνική κινητικότητα.

      από την άλλη, δεν έχει νόημα να πεις ότι η Δύση εισήλθε «πρώτη» στην νεοτερικότητα, επειδή το Βυζάντιο ουσιαστικά είχε ήδη πέσει στους Τούρκους πριν εισέλθει η δύση στην νεοτερικότητα.

      Και αυτό που επέτρεψε την δύση να εισέλθει στη νεωτερικότητα ήταν η τάξη των «νεόπλουτων» αστών εμπόρων, οι οποίοι δεν ανήκαν στην παραδοσιακή γαιοκτημονική και εχέτιτλη αριστοκρατία.

      https://imgur.com/a/fYYhVje

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.