Το ορωνύμιο Αἷμος ως «οροσειρά»

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την ενδιαφέρουσα ετυμολόγηση του θρακολόγου Ivan Duridanov για το ορωνύμιο Αἷμος (η σημερινή βουλγαρική οροσειρά Stara Planina = Αρχαίο/Παλαιό Όρος) ως «οροσειρά», την οποία έκρινα ως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για δύο λόγους· ο πρώτος είναι ότι γλωσσολογικά είναι κομψή και σημασιολογικά πολύ πιθανή. Ο δεύτερος λόγος είναι πως το ορωνύμιο Αἷμος -αν δεχτούμε την ετυμολόγηση του Duridanov- δεν μπορεί να είναι θρακικό, επειδή προϋποθέτει την φωνολογική τροπή *s>h σε αρκτική θέση, η οποία είναι χαρακτηριστική της Ελληνικής, της Αρμενικής, του Ιρανικού κλάδου και μάλλον της Φρυγικής, αλλά όχι της Θρακικής. Σε όλες τις άλλες θρακικές ετυμολογήσεις του, ο Duridanov δέχεται ότι η Θρακική διατήρησε το IE *s τόσο σε αρκτική όσο και σε μεσοφωνηεντική θέση.

Αν το ορωνύμιο Αἷμος είναι ελληνικό (και προσωπικά ρέπω προς αυτή την κατεύθυνση και θα το εξηγήσω αναλυτικότερα παρακάτω), τότε πρέπει να αναρωτηθούμε από πόσο παλιά ήξεραν οι Έλληνες την οροσειρά του Αίμου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την κυρίαρχη θεωρία κατά την οποία οι ποντοκασπικές στέπες ήταν η ΙΕ κοιτίδα, οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ελλήνων χρειάστηκε κάποια στιγμή κατά την 3η π.Χ. χιλιετία να διασχίσουν τον Αίμο για να φτάσουν στον ελλαδικό χώρο.

Το ορωνύμιο Αἷμος απαντά στο παρακάτω χωρίο του Ηροδότου:

[Ηρόδοτος, 4.49.1]  οὗτοι μὲν αὐθιγενέες Σκυθικοὶ ποταμοὶ συμπληθύουσι αὐτόν, ἐκ δὲ Ἀγαθύρσων Μάρις ποταμὸς ῥέων συμμίσγεται τῷ Ἴστρῳ, ἐκ δὲ τοῦ Αἵμου τῶν κορυφέων τρεῖς ἄλλοι μεγάλοι ῥέοντες πρὸς βορέην ἄνεμον ἐσβάλλουσι ἐς αὐτόν, Ἄτλας καὶ Αὔρας καὶ Τίβισις. διὰ δὲ Θρηίκης καὶ Θρηίκων τῶν Κροβύζων ῥέοντες Ἄθρυς καὶ Νόης καὶ Ἀρτάνης ἐκδιδοῦσι ἐς τὸν Ἴστρον: ἐκ δὲ Παιόνων καὶ ὄρεος Ῥοδόπης Κίος ποταμὸς μέσον σχίζων τὸν Αἷμον ἐκδιδοῖ ἐς αὐτόν.

1. sierra και οροσειρά: πριόνι, σχοινί, και αλυσίδα

H αγγλική γλώσσα δανείστηκε τον ισπανικό όρο sierra για να δηλώσει μονολεκτικά την οροσειρά. Ο ισπανικός όρος sierra, με τη σειρά του, σημαίνει «πριόνι» και είναι ο απόγονος του λατινικού όρου serra = «πριόνι», ο οποίος στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) εξελίχθηκε ομαλότατα σε *sέrra > sjέarrə > sjarə > ΑΒΡ šarə > αρμανικό sharã και στο αλβανικό λατινικό δάνειο sharrë (ανάλογη εξέλιξη στην ΑΒΡ συνέβη στους όρους septem, sella > ΑΒΡ *šapte, *šawə και, στην Αλβανική, στο λατινικό δάνειο sella > shalë).

Ο λόγος που οι Ισπανοί ονόμασαν την οροσειρά «πριόνι» είναι ότι η σειρά διαδοχικών κορυφών δίνει την εντύπωση της οδοντωτής κόψης τους πριονιού. Για τον ίδιο λόγο, οι φυσικοί μιλάνε για πριονωτή τάση και οι βιολόγοι για τα πριονωτά δόντια (serrated teeth) του καρχαρία και τα πριονωτά φύλλα (serrated leaves) της τσουκνίδας.

Από την άλλη, ο νεοελληνικός όρος «οροσειρά» βασίζεται στην συνέχεια/διαδοχή της κορυφογραμμής, επειδή η οροσειρά είναι μια σειρά βουνών. Ο ελληνικός όρος σειρά, όμως, ετυμολογικά σημαίνει «σχοινί» και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *twer(H)- «έχω, κρατώ» (IE *twer(H)-yeh2 > *tweryā > *tserʲrʲā > seyrā = σειρά, λ.χ. ΙΕ *tweys-ō > ελλην. *tseyhō > *tseyyō > σείω) που έδωσε το σλαβικό επίθετο tvĭrdŭ = «σκληρός» (λ.χ. ἔχω > ανθεκτικός). Ομόρριζος με τον όρο σειρά = «σχοινί» (< μέσο δέσμευσης/κατακράτησης) συνήθως θεωρείται ο μυθικός όρος Σειρῆνες ~ «σαγηνεύτριες, παγιδεύτριες» (σαγήνη = δίχτυ ψαρέματος).

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή των όρων *twer(Η)-σειρά και *tweys-σείω από το ετυμολογικό λεξικό της Ελληνικής του Robert Beekes, για να σας μείνει και η ελληνική τροπή *tw>ts>s.

Όπως ο νεοελληνικός όρος οροσειρά βασίζεται στον όρο σειρά = «σχοινί > γραμμή», έτσι πολλές γλώσσες περιγράφουν περιφραστικά την οροσειρά ως «αλυσίδα βουνών», λ.χ. αγγλικό mountain chain, γαλλικό chaîne de montagnes , ιταλικό catena montuosa (όλοι αυτοί οι προσδιορισμοί περιέχουν τον λατινικό όρο catēna = «αλυσίδα», ο οποίος στην αρμανική/βλαχική απέκτησε τη σημασία cãtinã «ράχη»), αλβανικό vargmali (αλβ. varg = «αλυσίδα, σειρά»), σερβοκροατικό planinski lanac (lanac = «αλυσίδα»).

2. Ο ἱμάς και η ΙΕ ρίζα *seh2i- «δένω»

Ο ελληνικός όρος ἱμάς (τὸν ἱμάντα) ανάγεται στον μηδενικό βαθμό της ΙΕ ρίζας *seh2i- «δένω» και, σύμφωνα με τον Beekes, η εναλλαγή /ῑ/ ~ /ι/ που δείχνει ο ελληνικός στα ομηρικά έπη κατάγεται από μια ΙΕ διτυπία που προέκυψε από την λαρυγγική μετάθεση IE *sh2i- ~ *sih2=*sī > ελλην. hi- ~ hī- (το ίδιο φαινόμενο της λαρυγγικής μετάθεσης ευθύνεται επίσης για το μακρό /ῡ/ του όρου πῦρ: IE *peh2wr. > ph2ur > puh2r > pūr).

Ειδικότερα, σύμφωνα πάντοτε με τον Beekes, η Ελληνική κληρονόμησε την ΙΕ ρίζα ως *seh2i-men- (λ.χ. ἱμονιά = «το σχοινί στο οποίο δένεται ο κουβάς του πηγαδιού») και ότι η πρωταρχική μορφή του όρου ἱμάς ήταν *ἱμών, ο οποίος δευτερογενώς απέκτησε το επίθημα *-ant-, μάλλον από αναλογική επίδραση του μηδενόβαθμου τύπου *sh2i-mn.-dhl-eh2 > hima(s)thl-ā > ἱμάσθλη = «μαστίγιο».

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή του όρου ἱμάς από τον Beekes.

Σύμφωνα με τον Beekes, λοιπόν, ο βασικός πρωτοελληνικός όρος ήταν *sh2i-men- «σχοινί» > *ἵμων ή *ἶμα (ουδέτερο), με άμεσο παράγωγο τον όρο ἱμονιά = «σχοινί του πηγαδιού», ενώ το μηδενόβαθμο ρήμα *sh1i-mn.-sk’- > ἱμάσκω = «μαστιγώνω» δημιούργησε το θέμα του νέου όρου ἱμασ-θλή = «μαστίγιο». Το θέμα των όρων ἱμάς (ἱμάντ-) και ἱμαν-ήθρη = ἱμονιά, για κάποιο λόγο απέκτησε αναλογικά το επιπρόσθετο επίθημα *-n(t)-.

ΙΕ συγγενείς του πρωτοελληνικό όρου ἵμων ~ ἵμα/ἷμα (με ή χωρίς λαρυγγική μετάθεση) είναι ο Παλαιοσκανδιναβικός όρος simi = «σχοινί», ο Παλαιοσαξονικός όρος simo = «σχοινί» και ο Ιρλανδικός όρος sim = «αλυσίδα».

Η ρηματική σημασία «δένω» της IE ρίζας *seh2i- επιβίωσε στα σανσκριτικά ρήματα syati ~ sināti και, μεταξύ άλλων, στο λιθουανικό ρήμα siēti.

Στη σανσκριτική, η ίδια ρίζα έδωσε τον όρο sīman- «κρανίο, σύνορο/τοίχωμα» (δένω > συγκρατώ > περιέχω, συνέβη λαρυγγική μετάθεση) και *seh2i-tu- > *saitu- > Skt sétu- «γέφυρα (δένω > συνδέω), φράγμα (δένω > συγκρατώ), δεσμά».

Στο σλαβικό κλάδο, η ίδια ρίζα *seh2i- «δένω» έδωσε τον όρο «δίχτυ, παγίδα» *seh2i-tis > *saitis > OCS sětĭ.

Επομένως, έχουμε την ΙΕ ρίζα *seh2i-men- η οποία έδωσε στις θυγατρικές γλώσσες όρους με τη σημασία «σχοινί» και «αλυσίδα», και η οποία στον πλήρη ε-βαθμό αναμένεται να δώσει *haimen- στην πρωτοελληνική (το /a/ λόγω λαρυγγικού χρωματισμού *eh2>ah2>a).

3. Η ετυμολογική πρόταση του Duridanov για το ορωνύμιο Αἷμος

Παραθέτω λοιπόν την ετυμολογική πρόταση του Duridanov για το ορωνύμιο Αἷμος ως «οροσειρά» εκ της ΙΕ ρίζας *seh2i-men- «σχοινί» (> σειρά, αλυσίδα). Ο αρχικός τύπος πρέπει να ήταν το αθέματο ερρινόληκτο Αἷμων, το οποίο πρέπει να θεματοποιήθηκε δευτερογενώς σε Αἷμος.

Ο Duridanov αναδομεί το θρακικό ορωνύμιο *Saimen- και γράφει ότι δευτερογενώς οι Έλληνες έτρεψαν το αρκτικό *s>h. Το πρόβλημα μ΄αυτή την θεωρία είναι ότι η ελληνική τροπή *s>h είναι αρχαιότατη, και μάλλον είχε επιτελεστεί πριν εισέλθουν οι πρωτο-Έλληνες στον Ελλαδικό χώρο και πριν εισέλθουν οι πρόγονοι των Θρακών στα Βαλκάνια. Το μόνο γνωστό παράδειγμα αυτής της διαδικασίες είναι η interpretatio graeca θρακ. Σαλμυδησσός > Ἁλμυδησσός (IE *seh2lm- «αλμυρός», *wod/ud- «νερό»), αλλα΄αυτή συνέβη επειδή το θρακικό θέμα σαλμ- είχε oφθαλμοφανέστατο ελληνικό συγγενή ἁλμ- (ἅλμη, ἁλμυρός). Αν εφαρμόσουμε την ίδια αρχή στην περίπτωση του υποθετικού θρακικού ορωνυμίου *Saimen-, τότε πρέπει πάλι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική γλώσσα διέθετε τον οφθαλμοφανέστατο ελληνικό συγγενή *haimen-, όπως στο ζεύγος Σαλμυδησσός ~ ἅλμη/ἁλμυρός. Οι γλωσσικοί πρόγονοι των Θρακών πρέπει να εισήλθαν στα Βαλκάνια μετά τους προγόνους των Ελλήνων, γιατί η Θρακική ήταν γλώσσα τύπου satem και σατεμοποιήθηκαν εκείνες οι ύστερες ΠΙΕ ποικιλίες που μιλιούνταν ακόμα στις ποντοκασπικές στέπες  μετά το 3000 π.Χ. Το κοινό χαρακτηριστικό των γλωσσών τύπου centum είναι ότι έχουν απόκεντρη/περιφερειακή θέση ως προς το στεπικό επίκεντρο της σατεμοποίησης.

Επιπρόσθετα, οι Έλληνες διατήρησαν τον όρο *αἵμων = «οροσειρά» στη μυθολογική Αἱμονία Πέτρα (ιωνιστί Αἱμονίη πέτρη), την οποία συνιστούσαν τα όρη Όλυμπος και Κίσσαβος ενωμένα, και την οποία υποτίθεται ότι έσπασε (προφανώς με σεισμό) ο κοσμοσείστης Ποσειδών, δημιουργώντας την κοιλάδα των Τεμπών και, γι΄αυτό το λόγο, λατρευόταν στη Θεσσαλία ως «Πετραῖος» (ορισμός ΙΙ). Γι΄αυτό το λόγο, η Θεσσαλία είχε και το μυθικό όνομα Αἱμονία.

Ο όρος *αἵμων «οροσειρά» (< *seh2i-men-) δεν  είναι παρά ο ε-βαθμος αρσενικός τύπος του ελληνικού μηδενόβαθμου θηλυκού όρου *sh2i-mon-ἱμονιά = «σχοινί (σειρά) του πηγαδιού». Δεν νομίζω πως υπάρχει καλύτερη υποψήφια θυγατρική ΙΕ γλώσσα από την Ελληνική για την «πατρότητα» του ΙΕ ορωνυμίου *Αἵμων > Αἷμος.

Advertisements

16 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

16 responses to “Το ορωνύμιο Αἷμος ως «οροσειρά»

  1. “από πόσο παλιά ήξεραν οι Έλληνες την οροσειρά του Αίμου” Από πόσο παλιά γνώριζαν οι Έλληνες τον Καύκασο; Γιατί ο Προμηθεύς δεσμώτης βρίσκεται εκεί. Ή από πότε γνώριζαν τις Ηράκλειες Στήλες ή την Αίτνα. Έχει γραφτεί πως η δημιουργία του ελληνικού μύθου είναι προϊόν του παλαιότερου μισού της 2ης χιλιετίας πΧ. Η όψη κάθε όρους καθοδηγούσε τους ταξιδιώτες για αυτό και είναι από τα αρχαιότερα σημεία αναφοράς. Το άρθρο σας το βρίσκω ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ.

    • Γεια σου Δημήτρη.

      Έγραψες «έχει γραφτεί πως η δημιουργία του ελληνικού μύθου είναι προϊόν του παλαιότερου μισού της 2ης χιλιετίας π.Χ.» και αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα συζήτησης.

      Η ελληνική μυθολογία είναι πολύστρωμη. Κάποια στρώματα είναι πιο πρόσφατα και κάποια άλλα χάνονται στο βάθος του χρόνου (είτε λόγω ΙΕ κληρονομημένης καταγωγής είτε λόγω δανεισμού από το ανατολικό/μεσογειοακό υπόστρωμα). Ορισμένα στοιχεία της «ελληνικής» μυθολογίας έχουν τέτοιους στενούς παραλληλισμούς με την αρχαία ινδική μυθολογία, που είναι λογικότατη η υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με κοινά κληρονομημένα Ελληνο-Άρια μυθήματα, τα οποία είχαν σχηματιστεί γύρω στο 3000 π.Χ.

      Σου συνιστώ να δεις την παρακάτω ενδιαφέρουσα διάλεξη του Ken Dowden για την καταγωγή των παλαιότερων στρωμάτων της ελληνικής μυθολογίας.

      Βάλτο στο [16:25-17:25] όπου περιγράφει τον αρχαίο ινδικό μύθο του Swayamvara (διαγωνισμός μνηστήρων για την επιλογή συζύγου) της Draupadi: γίνεται διαγωνισμός τοξοβολίας των μνηστήρων της Draupadi για να επιλέξει σύζυγο η τελευταία. Μπαίνει ως ρακένδυτος ζητιάνος ο Arjuna και είναι ο μόνος που μπορεί να λυγίσει το τόξο και να βάλει τη χορδή και να περάσει το βέλος μέσα από μια σειρά κρίκων.

      Τι σου θυμίζει ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

  2. Ριβαλντίνιο

    Υπήρχε και λαός Αίμονες :

    Ο καθηγητής Μιχ. Σακελλαρίου τους θεωρεί Προέλληνες Ινδοευρωπαίους και αναφέρει τα εξής (Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 358) : «…Το όνομα των Αιμόνων μπορεί να ετυμολογηθεί είτε από το ελληνικό επίθετο αἳμων που σημαίνει «αιματηρός, αιματώδης» είτε από μια άλλη ομόηχη ελληνική λέξη με σημασία «ζηλωτής, επιτήδειος» είτε από το ουσιαστικό αἷμος που σημαίνει «θάμνος, περιοχή με θάμνους» και που είναι επίσης το όνομα του όρους Αίμου

    http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%91%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82

  3. Κουκόηλ'ς

    Kαλησπέρα, το “Σειρήνα” με το “Ζειρήνα” και το “Ειρήνη” έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους;

    • Γεια σου Κοκόλια!

      Η Ειρήνη δεν έχει καμία σχέση. Ο όρος «Ζειρηνίς» είναι μακεδονικός προσδιορισμός της Αφροδίτης (Ησύχιος: Ζειρηνίς = Ἀφροδίτη ἐν Μακεδονίᾳ) και μάλλον συνδέεται με τον όρο Σειρήν (ζειρηνίς = σειρήν = «σαγηνεύτρια»)

      Το δύσκολο είναι η ερμηνεία του μακεδονικού «ζ». Μπορεί να είναι γραφική απόδοση της μακεδονικής διατήρησης της πρώιμης ελληνικής προστριβόμενης προφοράς του ΙΕ *tw>ts>s (σειρήν, σειρά, σείω) ή μπορεί να είναι μεταγενέστερη ηχηροποίηση του ιστορικού ελληνικού /s/ (/s/> /z/) κατά τη μακεδονική συνήθεια ηχηροποίησης (λ.χ. πόρτις = «μοσχάρι» > θεσσαλικό όνομα Πορτῖνος, αλλά μακεδονικό Βορτῖνος, μακεδονική διτυπία Κῡδίᾱς ~ Γῡδίᾱς κλπ).

      Ρέπω προς την δεύτερη περίπτωση, γιατί το μακεδονικό λήμμα ἄλιζα = «λεύκη» (IE *aliso-, λ.χ. το γερμανογενές ισπανικό aliso) δείχνει επίσης ηχηροποίηση /s/>/z/.

  4. Μανούσος

    شيرين‎ Shirin Ἴσως ὅμως νὰ σχετίζεται μὲ τὴν θρυλικὴ σύζυγο τοῦ Χοσρόη B

  5. Μανούσος

    Ἐπὶ πλέον ἡ μνηστηροφονία εἶναι κατὰ πολὺ ἀρχαιότερη τοῦ ἰνδικοῦ ἔπους ἀπὸ ὅ,τι εἶδα στὰ γρἠγορα.

  6. Μανούσος

    Βλέποντας το βίντεο, δεν πείθομαι ΚΑΘΟΛΟΥ για την κοινή ινδευρωπαϊκή καταγωγή των αφηγήσεων.
    Ακόμη και αν δεχθούμε ότι ο Όμηρος έζησε την εποχή σύνταξης της Μαηαβαράτα, αντιλαμβάνεσαι ότι επειδή τα αρχαιότερα χειρόγραφα της Μαχαβαράτα είναι πολύ μεταγενέστερα, ενώ ο Όμηρος δούλεψε ήδη προϋπάρχον υλικό το χρονολογικό χάσμα ανοίγει σαν την Χάρυβδη.
    Η ελληνική μυθολογία μπορεί να είχε ήδη μεταφερθεί με τους Βραγχίδες (στο Ιράν μετά την άλωση της Μιλήτου) και να προστέθηκε στο ινδικό έπος μετά τον 5ο αι. π.Χ. οπότε και ταιριάζει με την σύνταξη της Μαχαβαράτα που θεωρείται το 400 πΧ (αν πιστέψω την Βικιπέδια-sic) κλπ. Πλην όμως μη έχοντας χειρόγραφη παράδοση παλαιότερη το πράγμα θα πρέπει να αποδοθεί στα Ελληνοϊνδικά και ελληνοβακτριανά βασίλεια.

    • Μανούσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεγάλο μέρος των ομοιοτήτων της Ελληνικής και αρχαίας Ινδικής μυθολογίας και ποιητικής παράδοσης είναι προϊόν κοινής κληρονομιάς. Αυτό γίνεται αμέσως σαφές όταν εξετάσεις τις παλαιότερες παραδόσεις (Ιλιάδα και Ριγκ Βέδα). Δεν σου το λέω για να υποστηρίξω ότι η παραπάνω ομοιότητα Οδυσσέα – Αρτζούνα είναι σώνει και καλά κοινή κληρονομιά (αν και πιστεύω ότι παραπέμπουν σε ένα κοινό μύθημα ενός ρακένδυτου γαμπρού που ξεχώρισε σε διαγωνισμό μηνηστήρων λόγω της τοξευτικής τουι κανότητας, ένα θέμα που περνάει την ιδέα ότι η «ευγένεια» ενός άνδρα δεν ήταν τα πλούτη του κια η κοινωνική του θέση, αλλά η ικανότητά του), απλώς υπενθυμίζω ότι αρκεί μόνο η σύγκριση Ιλιάδας και Ριγκ Βέδας για τη νεπισήμανση κοινών χαρακτηριστικών που παραπέμπουν σε κοινή κληρονομιά. Δεν σημαίνει ότι η κοινή αυτή κληρονομιά πάει πίσω στην ύστερη ΠΙΕ, επειδή οι γλωσσικοί πρόγονοι των ομιλητών των ελληνο-αρίων γλωσσών είχαν έναν αποκλειστικό ελληνο-άριο κοινό πρόδρομο, αφού αυτός αποσχίστηκε από τον ύστερο ΠΙΕ κορμό. Με άλλα λόγια, υπήρχε μια αποκλειστικά Ελληνο-Άρια κληρονομιά, στοιχεία της οποίας δεν εμφανίζοντια στους άλλους ΙΕ κλάδους. Μόνον όταν οι ομοιότητες αυτές εμφανίζονται και σε μη ελληνο-άριες παραδόσεις μπορούμε να μιλάνε για ΠΙΕ κοινή κληρονομιά. Όσο μιλάμε για ομοιότητες μόνο μεταξύ των Ελληνο-Αρίων γλωσσικών ομάδων, τότε έχει νόημα να μιλάμε μόνο για κοινή Ελληνο-Άρια κληρονομιά.

      Όποιος ενδιαφέρεται γι’αυτή την κοινή μυθολογική και ποιητική κληρονομιά μπορεί να διαβάσει τα βιβλία του M.L West και του Calvert Watkins.

      Μυθήματα όπως οι εύιπποι και κάλλιστοι Σωτήρες Διόσκουροι = svasva Divo Putrah = Nasatiyas είναι σίγουρα κοινή Ελληνο-Άρια κληρονομιά:

      *h1su-h1ek’wos > εὔ-ιπποι = su-asva
      * {Διός υιοί} > Διόσκουροι = Divo Putrah
      Nasatiyas = Σωτήρες

      κλπ.

      Στην Ιλιάδα υπάρχει μια παρομοίωση του Αγαμέμνονα που παρουσιάζεται να μεταπρέπει (ξεχωρίζει) στο στράτευμα των Αχαιών όπως ο ταύρος ξεχωρίζει από τις αγελάδες του κοπαδιού.

      Η ίδια παρομοίωση απαντά στη Ριγκ Βέδα.

      [Ιλιάδα, 2.480-3]

      Ἠΰτε βοῦς ἀγέληφι μέγ᾽ ἔξοχος ἔπλετο πάντων
      ταῦρος· ὃ γάρ τε βόεσσι μεταπρέπει ἀγρομένῃσι·
      τοῖον ἄρ᾽ Ἀτρεΐδην θῆκε Ζεὺς ἤματι κείνῳ
      ἐκπρεπέ᾽ ἐν πολλοῖσι καὶ ἔξοχον ἡρώεσσιν.

      Πώς ταύρος από τ᾿ άλλα ζωντανά μες στο κοπάδι ο πρώτος,
      κι απ᾿ τις γελάδες, γύρα ως βοσκούνε, περίσσια ξεχωρίζει

      όμοια του Ατρέα το γιο εμεγάλυνε τη μέρα εκείνη ο Δίας,
      τρανό μες στους πολλούς, περίλαμπρο στους αντρειωμένους μέσα.

      (μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

      Παρεμπιπτόντως, ο βεδικός όρος vr.sabha = «ταύρος» που απαντά στην παραπάνω παρομοίωση, κατά τη γνώμη μου είναι ΙΕ συγγενής του ανετυμολόγητου μακεδονικού ονόματος Ἀρραβαῖος.

      ΙΕ *(v)r.s-en- > ἄρσην/ἄρρην, με παράγωγο *(v)r.sn.-bhos = «ταύρος, αρσενικό ζώο» > ινδοάριο vr.sabha και μακεδονικό *ἄρραβος.

      *ἄρραβος > Ἀρραβαῖος, όπως π(τ)όλεμος > Πτολεμαῖος

      • Μανούσος

        Θα επιμείνω και το αποδώσω στην Ελληνιστική εποχή άντε και λίγο νωρίτερα, ειδικά επειδή όπως λες είναι ελληνοάρεια η συσχέτιση, δηλ. μόνο σε εκείνους τους ινδευρωπαίους που κατακτήθηκαν από τους Έλληνες. Όπως ακριβώς πέρασε ο Μένανδρος στα Βουδδιστικά έπη και αργότερα ο Βούδδας στον Βαρλαάμ και Ιωάσαφ.
        Ειδικά η περίπτωση των Διοσκούρων που εμφανίζεται και στα νομίσματα του Ευκρατίδη κατακτητή μέρους του Ελληνοϊνδικού Βασιλείου.
        Δεν αμφιβάλλω ότι θα υπήρχαν κοινές συνισταμένες αλλά αποκλείω να ήταν τα στοιχεία αυτά τόσο κοινά, ώστε να ανάγονται σε κοινή προέλευση.
        Εν ολίγοις, το να υπάρχει ένας σκελετός κοινών παραμυθιακών μοτίβων είναι λογικό και αναπόδραστο καθώς μοτίβα του τύπου φτωχό παλληκάρι κερδίζει πλούσια κόρη, απόβλητος αδικημένος που επιστρέφει θριαμβευτής κλπ είναι τόσο στοιχειώδη΄που δεν χρειάζεδται να υποτεθεί δανεισμός. Όταν όμως μπαίνουμε στις λεπτομέρειες που θα διανθίσουν το παραμυθιακό μοτίβο τότε το πράγμα αλλάζει. Και με δεδομένη την ελληνική παρουσία ως πολιτισμική επικυριαρχία ήδη από την εποχή του Αλεξάνδρου, ενώ τα σωζόμενα χειρόγραφα των ινδικών επών είναι κατά πολύ μεταγενέστερα, νομίζω ότι δεν μπορεί καθόλου να στηριχθεί η κοινή προέλευση των περιγραφικών μοτίβων.
        Και για να θέσω και το άλλο ερώτημα: Και σε ποιά γραφή γράφτηκαν τα ινδικά έπη; Αφού η ινδικές γραφές προέρχονται από την χαροσθί (Kharosthi) και εκείνη από την αραμαϊκή… άρα όλες αυτές οι χιλιάδες στίχοι θα πρέπει να θεωρηθούν αποτέλεσμα της Ελληνιστικής εποχής, άντε το πολύ των Αχαιμενιδών!
        Συνεπώς χωρίς γραφή δεν μπορεί να υπάρξει έπος 100.000 στίχων. Επειδή λοιπόν η γραφή εμφανίζεται αρκετά αργά στην Ινδία, η καταγραφή επέφερε και την εισαγωγή πολλών λεπτομερειών, όπως σε όλες τις επικές παραδόσεις.
        Νομίζω ότι το κρίσιμο σημείο είναι ακριβώς η εμφάνιση της γραφής στην Ινδία, η οποία στην καλύτερη περίπτωση δεν ξεπερνά τον 6ο αι. π. Χ.
        Αν το εξετάσει κανείς ΜΟΝΟ γλωσσικά θα μπορούσε να παρασυρθεί και να πεί ότι και τα Αργοναυτικά του Απολλοδώρου είναι ομηρικής εποχής σε όλες τις λεπτομέρειες.

      • Μανούσο, οι ινδοάριοι Διόσκουροι (Asvin/Nasatiyas) έχουν τα χαρακτηριστικά που έχουν ήδη στην Ριγκ Βέδα, η οποία πήρε την τελική μορφή της γύρω στο 1200 π.Χ., 900 χρόνια πριν την γέννηση του Αλεξάνδρου.

        Είναι αστείο (για να το θέσω ήπια) να συζητάμε την περίπτωση ελληνιστικής επίδρασης.

  7. Μανούσος

    Γενικά τολμώ να πω ότι προσεγγίζει το θέμα της μυθολογίας και της ερμηνείας της κλπκλπκλπ σε επίπεδο 19ου αι.
    Μεγάλη κουβέντα λέω και σηκώνει πολλή συζήτηση, οπότε δεν πάω παραπέρα, πλην να δηλώσω ότι απολύτως διαφωνώ με τις διασυνδέσεις των μυθολογικών αφηγήσεων ως παράλληλα ενός κοινού προγονικού ΙΕ πολιτισμού (προς Θεού, όχι ότι δεν υπάρχουν τέτοια! Αλλά όχι αυτά!). Θεωρώ απλουστευτική την γλωσσολογική προσέγγιση της αρχαιολογίας, με την έννοια ότι αν έχουμε όλοι πχ την έννοια πόλη άρα είχαμε πόλεις στο 3000 πΧ. (ως μέθοδο αποδεικτική εννοώ), καθώς και στην Ελλάδα δεν έχουμε τσουνάμια αλλά ξέρουμε τι περίπου είναι.
    Εν πάση περιπτώσει το θέμα είναι γιγάντιο, οπότε πάω πάσο.

  8. Μανούσος

    Μα Σμερδαλαίε το θέμα δεν είναι αν υπάρχουν κοινά μοτίβα γενικής φύσεως (πχ «μαγικοί δίδυμοι» ούτως ή άλλως οι δίδυμοι από την φύση τους τραβούν την προσοχή), αλλά όπως προανέφερα, τα ειδικά τους χαρακτηριστικά. Επειδή όμως τα ινδικά έπη καταγράφτηκαν πολύ αργότερα, έστω και αν διασώζουν αρχαιότερη μορφή γλώσσας κλπ. όσο και αν κράτησαν λεπτομέρειες είναι αδύνατον να είναι αυθεντικοί 100.000 στίχοι ως προφορική παράδοση, παρ’ ότι ξέρεις και από άλλη συζήτηση ότι είμαι υπέρμαχος της μακράς επιβίωσης των προφορικών παραδόσεων.
    Η επιλογή των Διοσκούρων και του τίτλου ΣΩΤΗΡ του Ευθυδήμου φαίνεται να συνδέεται τόσο με τους Διόσκουρους (πέραν του άλλου πολιτικοθρησκευτικού υποβάθρου κατά την Ελληνιστική εποχή) όσο και με τους Nasatya (υποσημείωση 1, https://books.google.gr/books?id=N-o3AAAAIAAJ&pg=PA188&lpg=PA188&dq=Nasatiyas,+dioscuri&source=bl&ots=_o7clZXeZ6&sig=6c8W9d7TzNIlGtLhVVQLvqeyvq8&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjP5qnpkKzYAhUB-6QKHXySDTkQ6AEIKjAA#v=onepage&q&f=false)
    Προφανώς η επιλογή των Διοσκούρων έγινε λόγω προϋπάρχοντος κοινού υποβάθρου, όμως αμφιβάλλω πολύ για το αν οι λεπτομέρειες με τις οποίες επενδύθηκε η όποια ιδεολογική προπαγάνδα θα μπορούσαν να είναι σε επαρκή βαθμό ταυτόσημες.
    Επειδή όμως αυτό είναι ένα θέμα που ίσως δεν το μάθουμε ποτέ, γι’ αυτό αναφέρθηκα στα παραμυθιακά μοτίβα, τα οποία μπορεί να είναι πανανθρώπινα, αλλά η λεπτομέρειες είναι που κάνουν την διαφορά και δίνουν την πορεία των αλληλεπιδράσεων.
    Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι, Να! και στα ομηρικά έπη σώζονται λεπτομέρειες του μυκηναϊκού κόσμου (πχ δέπας αμφικύπελλον), όμως σε επίπεδο μυθολογικό-θρησκευτικό η μετάλλαξη υπήρξε βαθειά και διασώθηκαν παραμορφωμένες οι μηκυναϊκές παραδόσεις σε διάστημα μόλις 300-400 ετών, σε μία χώρα με γλωσσική συνέχεια και δίχως αλλοδαπή επικυριαρχία και με συνεχόμενη χρήση γραφής (έστω και αν πέρασε από την Γραμμική Β στο φοινικικό Αλφάβητο), όπως δείχνει η επιβίωση του Κυπριακού συλλαβαρίου.
    Άρα λοιπόν οι βασικοί μυθολογικοί-αφηγηματικοί πυρήνες των ινδικών επών, μπορεί να ανάγονται στην βαθύτερη αρχαιότητα (όπως και όλων λίγο-πολύ), αλλά οι ειδικές τους λεπτομέρειες όταν ταυτίζονται τόσο πολύ με άλλες παραδόσεις μακρυνές, δεν μπορεί παρά να αποτελούν επιδράσεις σε συγκεκριμένο χωροχρόνο.
    Ανέφερα το παράδειγμα του Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, διότι 2-3 μύθοι – παραβολές που αναφέρονται εκεί, επανέρχονται όχι μόνο στο Καλίλα και Ντίμνα του Ιμπν αλ Μουκάφα, αλλά μέσω μίας αρκετά περίπλοκης και αξεκαθάριστης ακόμη χειρόγραφης παράδοσης φθάνουν μέχρι τους ινδικούς μύθους prin ton 2o αι. πΧ. και μάλιστα ένας από τους μύθους της κλασσικής αραβικής εκδοχής των ιστοριών απηχεί την αφήγηση του Ηροδότου για την άλωση της Βαβυλώνος από τον Δαρείο. Πλην όμως οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν την διαφορά από την εποχή των Ινδοάρειων μέχρι την εφαρμογή της ιστορίας στον Ιμπν αλ Μουκάφα σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο με πουλιά το γενικό μοτίβο παραμένει το ίδιο (η ψεύτικη αποστασία του συμβούλου του ενός βασιλιά με την αυτοθυσία του να υποστεί βασανιστήρια ώστε να δείχνει πειστικός στους αντιπάλους, να γίνει δεκτός, να μάθει τα μυστικά τους και να τους παραδώσει στους δικούς του), αλλά οι λεπτομέρειες μέσα σε ένα διάστημα 2000 ετών έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά. Το μοτίβο είναι ανγνωρίσιμο ως κοινός τόπος αλλά η επίδραση στον Μουκάφα δεν είναι πλέον κάποια περσική αφήγηση παλαιότερη, αλλά η ινδική παραμυθιακή εκδοχή για την μάχη ανάμεσα στις κουκουβάγιες και τους κόρακες.
    Αυτά σε μία περίοδο όπου οι λαοί διαθέτουν γραφή και γραπτή παράδοση, τώρα τί να πω για περιόδους όπου δεν υπάρχει γραπτή παράδοση; Πώς να αποδεχτώ ότι σώθηκαν αναλυτικές λεπτομέρειες και στιχουργία τόσων δεκάδων χιλιάδων στίχων σε μία απαρχαιωμένη γλώσσα;

    • Μανούσος

      Σμερδαλέε…εννοούσα

    • Πώς να αποδεχτώ ότι σώθηκαν αναλυτικές λεπτομέρειες και στιχουργία τόσων δεκάδων χιλιάδων στίχων σε μία απαρχαιωμένη γλώσσα;
      —-

      Μανούσο, καλημέρα!

      Εδώ τώρα η συζήτηση πάει στο γενικότερο θέμα της προφορικής επικής παράδοσης, ένα θέμα που έχει μελετηθεί από τον Milman Parry.

      Αυτό που διατηρείται δεν είναι κάποιο ιστορικό ή μυθικό γεγονός ή πρόσωπο, αλλά κάποιες προκάτ μετρικές μονάδες τις οποίες ο Ραψωδός (που συρράφει προκάτ στίχους) συνδέει για να δημιουργήσει το έπος. Οι Ραψωδοί έβλεπαν το μετρικό κενό που έπρεπε να καλύψουν και επέλεγαν τον κατάλληλο προκάτ στίχο που είχαν στο οπλοστάσιο της επικής τους παράδοσης.

      Θα κάνω ένα παράδειγμα από την Ιλιάδα.

      Η Ιλιάδα ως γνωστόν πήρε την οριστική της μορφή γύρω στο 750 π.Χ. Ωστόσο, περιέχει στίχους που είχαν ήδη γίνει μετρικές μονάδες 600 χρόνια πριν. Δεν σημαίνει ότι η Ιλιάδα υπήρχε 600 χρόνια πριν το 750 π.Χ., απλά ορισμένοι από τους στίχους που είχε στο οπλοστάσιό του ένας ραψωδός και οι οποίοι κάποια στιγμή ενσωματώθηκαν στο έπος που έγινε Ιλιάδα, έγιναν μετρικές μονάδες κατά τον 15ο π.Χ. αιώνα.

      Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ό στίχος που περιγράφει τον θάνατο του Έκτορα όπου η ανδρότητα εγκαταλείπει το σώμα του νεκρού.

      Σ’αυτόν τον στίχο, το μέτρο διατηρείται μόνον αν η λέξη (σε αιτιατική) ἀνδρότητα διαβαστεί ως anr.tāta, με το συλλαβικό ένηχο ακόμα άθικτο. Σύμφωνα με τον Calvert Watkins ο στίχος αυτός έγινε ποιητική μετρική μονάδα κάποια στιγμή γύρω στο 1400 (όταν το συλλαβικό ένηχο ήτνα ακόμα ατόφιο και μπορούσε να δώσει την διαλεκτική ποικιλία r.>ro/ra (λ.χ. ο παλαιός αττικός τύπος ἀνδραφόνος = ἀνδροφόνος που διασώζεται στους νόμους του Σόλωνος, ο αρκαδoκυπριακός τύπος στόρπα/στρόπα = αστραπή, ο αιολικός τύπος στρότος = στρατός κλπ).

      Ο παραπάνω ιλιαδικός στίχος έγινε μετρική μονάδα πριν προκύψει αυτή η διαλεκτική διτυπία στην Ελληνική γλώσσα (κάποια στιγμή μετά το 1400 π.Χ.).

      Επομένως, για 650 χρόνια επικής προφορικής παράδοσης, οι ραψωδοί διέσωζαν αυτόν τον στίχο ως μετρική μονάδα, με τη μόνη διαφορά ότι η λέξη anr.tāta έγινε ἀνδρότητα, όπως το μυκηναϊκό όνομα a-no-qo-ta = /anorkwhontās/ έγινε Ἀνδροφόντης, και αυτή ηεξέλιξη κάποια στιγμή παραβίασε το μέτρο του στιχου. Παρά το παραβιασμένο μέτρο, ο στίχος διατηρήθηκε ως μονάδα επειδή περιέγραφε τη σημαντική (και συχνή) επική σκηνή του θανάτου ενός ικανού πολεμιστή (όπως ο Έκτωρ).

      Αν η προφορική επική παράδοση μπορεί να διασώσει στίχους για 700 χρόνια, τότε γιατί να μην μπορεί να διασώσει στίχους και για 1500 χρόνια; Φυσικά, όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που εξετάζουμε τόσο μικρότερος είναι ο αριθμός διασωθέντων στίχων.

      Η απόσχιση του προγόνου της Ελληνικής και του προγόνου της Κοινής Ινδο-Ιρανικής έγινε γύρω στο 2700 π.Χ. Η διάσπαση της Κοινής Ινδο-Ιρανικής σε Ινδικό και Ιρανικό κλάδο έγινε γύρω στο 2000 π.Χ. Αυτά τα επιπλέον 700 χρόνια Ινδο-Ιρανικής ενότητας είναι ο λόγος που Ριγκ Βέδα και η Αβέστα έχουν εκατοντάδες τέτοια κοινά φρασήματα που είναι συλλαβή προς συλλαβή ΙΕ συγγενείς (cognates), σε αντίθεση με τα δεκάδες κοινά φρασήματα της Ελληνικής και της Ινδικής επικής παράδοσης.


      Η ίδια ιστορία που ισχύει με τη λέξη ανδρότης στην Ιλιάδα, όπως σου εξήγησα στο προηγούμενο σχόλιο, ισχύει με τη βεδική λέξη για τον «άνεμο» στους αρχαιότερους στίχους της Ριγκ Βέδα.

      https://imgur.com/8VN0Ddk

      Οι στίχοι αυτοί έγιναν μετρική μονάδα όταν ακόμα το ΙΕ λαρυγγικό υπήρχε σε μεσοφωνηεντική θέση και ακύρωνε την χασμωδία των δύο διαδοχικών βραχέων συλλαβών, που στην μεταγενέστερη Βεδική συναιρέθηκαν σε ένα μακρό φωνήεν.

      Με άλλα λόγια, αυτοί οι στίχοι δημιουργήθηκαν κάποια στιγμή μετά το 2000 π.Χ. και πριν το 1500 π.Χ., αλλά η Ρίγκ Βέδα στην οποία ενσωματώθηκαν απέκτησε την οριστική της μορφή γύρω στο 1200 και καταγράφηκε για πρώτη φορά αιώνες αργότερα.

      Με άλλα λόγια, μια χιλιετία μεσολάβησε από την δημιουργία του στίχου ως μετρική μονάδα και την καταγραφή του στην καταγραφή της Ριγκ Βέδα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s