Θρακολογικά ετυμολογικά μεζεδάκια (Δεκέμβριος 2017)

Στη σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω θρακολογικά ετυμολογικά μεζεδάκια, μερικά από τα οποία τα συζητήσαμε στα σχόλια τον τελευταίο καιρό.

1. Το θρακικό τοπωνύμιο Ταρπόδιζος

Πριν λίγο καιρό, ο φίλος Αντώνης άφησε το εξής σχόλιο σχετικά με το θρακικό τοπωνύμιο Ταρπόδιζος (οι μετέπειτα Σαράντα Εκκλησιές στην Ανατολική Θράκη):

Καλημέρα..
Εχεις ασχοληθεί καθόλου με το δάκικο τοπωνύμιο Tarpodiza? Για να σου πως την αλήθεια στο παλαιολεξικο βρήκα ότι το diza σημαίνει οχυρό ή οχυρωμένος τόπος. Εψαξα πολύ να δω την τοποθεσία της αλλά τζίφος. Βασικά με ενδιαφέρει η ετυμολόγηση του tarpo. Αν ήταν σε ορεινή περιοχή, διόλου απίθανο να ήταν οχυρό κτισμένο (φυσιολογικά) σε κρημνώδες σημείο. Ως μη γνώστης της γλωσσολογίας ανέτρεξα στο google translate για να δω πως είναι ο γκρεμός σε “υποπτες” γλώσσες αλλά και πάλι τζίφος. Το μόνο που μου ταίριαζε είναι το trapu. Trapu λοιπόν, στη Βλάχικη, είναι η κρημνώδης κατηφόρα και μάλιστα αυτή που οδηγεί στην vali (κοιλάδα με νερό). Ίσως, στο μέλλον μπορούσες να εξετάσεις αυτό το τοπωνύμιο πιο επισταμένα από εμένα.

Αντώνη, έπιασες λαβράκι!

Ο Βούλγαρος θρακολόγος Ivan Duridanov (Die Sprache der Thraker, Hieronymus, Verlag, 1985) ετυμολόγησε την Ταρπόδιζο (θρακ. *Tarpa-di(d)za) ως «φρούριο στην στενωπό», δηλαδή «κλεισούρα»:

θρακ. *di(d)za = «οχυρό, φρούριο» εκ του IE *dheyg’h- «κτίζω» > ελληνικά τεῖχος, τοῖχος ~ πρωτοϊρανικό *peri-dheyg’h-*paridaiĵah = «περιφραγμένος κήπος» (> εισήλθε ως δάνειο στην ελληνική ως παράδεισος)

και θρακ. *tarpa = «στενωπός, πέρασμα» εκ του ΙΕ **terp-/torp- «πέρασμα, στενωπός, φαράγγι» που έδωσε το λιθουανικό tarpas = «χάσμα, διάστημα, σχισμή», το πρωτοσλαβικό torpŭ [?] = «μονοπάτι» (λ.χ. ρωσικό tropa = «μονοπάτι» [θα περιμέναμε **toropa], βουλγαρικό και σλαβομακεδονικό trap = «τρύπα, χαντάκι, αυλάκι»), το αλβανικό trap = «πορθμείο, διάβαση, σχισμή» και, κατά τη γνώμη μου (παρά τις επιφυλάξεις του Beekes), τον ελληνικό όρο IE *sm.-tr.p-os > *(h)a-trap-os > ἀτραπός/ἀταρπός = «μονοπάτι» (το *sm.– > (h)a- είναι το λεγόμενο αθροιστικό α- της ελληνικής, λ.χ. το αρχαίο κυπριακό λήμμα *sm.-dru-om > ἄδρυον = «μονόξυλον»).

Παραθέτω τις σελίδες του Duridanov για τα θρακικά τοπωνύμια Ταρπόδιζος, Τάρπωρος (στην Παυταλία/Κιουστεντίλ) και Τέρπυλ(λ)ος (στη Μυγδονία της Μακεδονίας) στις οποίες, με ευχάριστη έκπληξη είδα ότι ετυμολόγησε και το θρακικό ποταμωνύμιο Τόνζος/Tundža έτσι ακριβώς όπως το ετυμολόγησα και εγώ σε παλαιότερη ανάρτηση (*(s)tun-d-yos = «μαιανδρώδης, που κουνιέται πέρα-δώθε», εκ του ΙΕ *(s)tewd-/*(s)tu-n-d- που έδωσε τα αλβανικά tund = «ταλαντεύομαι, πάω πέρα-δώθε», shtyj).

Παραθέτω επίσης την ετυμολογική περιγραφή του Robert Beekes για τον ελληνικό όρο ἀτραπός/ἀταρπός και την περιγραφή του Vladimir Orel για τον αλβανικό όρο trap και τον πρωτοσλαβικό όρο *torpŭ/tropa.

2. Τα θρακικά τοπωνύμια Μύρκινος και Μαρκέλλα

Στην προηγούμενη ανάρτηση (ενότητα #6) συζήτησα τα παννονικά τοπωνύμια Mursa, Mursella, Marsonia ως «βάλτο» και το παρεμφερές τοπωνύμιο stagnus Morsianus ~ lacus Mursianus που αναφέρει ο Ιορδάνης ως τόπο κατοικίας των Σλάβων μεταξύ του Δνείστερου και των πηγών του Βιστούλα. Περιέγραψα με την ευκαιρία όλη τη σειρά ΙΕ αναδομημένων ριζών *mer-K- και * mer-K’- (K = υπερωικό /k/ και /g(h)/), Κ’ ουρανωμένο υπερωικό /k’/ και /g'(h)/) και τους απογόνους τους. Ο τύπος *mer-k- έδωσε το λατινοπρεπές γαλατικό λήμμα mercasius = «βάλτος» και τον πρωτοσλαβικό όρο *morky = «βάλτος» (λ.χ. ουκρανικό morokvá). Σε αυτή τη ρίζα μπορούμε να προσθέσουμε και τα θρακικά τοπωνύμια Μύρκινος (στο δέλτα του Στρυμόνα, Θρακ. *Murkīna(s) < *mr.k-ih3nh2-os, η τροπή *r.>ur είναι γνωστή στη θρακική, λ.χ. *bhr.dh- > burd- στο Βουρδάπα ~ *bhrodh- > σλαβ. brodŭ) και Μαρκέλλα/Marcella (Θρακ. *mark- < IE *mork-), το οποίο έχει το λατινικό υποκοριστικό επίθημα -ella, όπως η Mursella στην Παννονία (δηλαδή έχουμε να κάνουμε με υβριδικά τοπωνύμια που έχουν γηγενές παλαιοβαλκανικό θέμα και λατινικό υποκοριστικό). Η ετυμολογία του θρακικού τοπωνυμίου Μαρκέλλα ως «βάλτος» φαίνεται και από το σημερινό βουλγαρικό όνομα του ποταμού της Močurica (λ.χ. σερβ. močvara = «βάλτος»).

Στα θρακικά τοπωνύμια Μαρκέλλα/Μύρκινος βλέπουμε την ίδια εναλλαγή ablaut IE *mork-/mr.k- > Θρακ. mark-/murk- (IE *o>a, *r.>ur) που συναντούμε και στα παννονικά Marsonia/Mursa/Mursella (IE *morK’-/mr.K’- > πανν. marS-/murS-).

Παραθέτω πάλι τη λίστα όρων *mer-K- ~ *mer-K’- που παρέθεσα στην προηγούμενη ανάρτηση και, στη συνέχεια, τη σελίδα όπου ο Duridanov συνδέει ετυμολογικά τη Μαρκέλλα με τον πρωτοσλαβικό όρο *morky = «βάλτος» (ουκραν. morokvá).

3. Πάνυσος, Πανισ(σ)ός, Πάνιον, και Πάναξ

Στην προηγούμενη ανάρτηση (ενότητα #1) εξήγησα την πολύ πιθανή ετυμολόγηση του τοπωνυμίου Παννονία εκ του *ponyo- = «βάλτος» (λ.χ. PGmc *fanją > OE fenn > αγγλ. fen), ξεχνώντας ότι σε παλαιότερη ανάρτηση έχω ήδη ετυμολογήσει από την ίδια ΙΕ ρίζα και το θρακικό ποταμωνύμιο Πάνυσος (IE *pon-us-os > Θρακ. *Pan-uša). Ο Duridanov προσθέτει και τα θρακικά τοπωνύμια Πάνιον στον Βόσπορο (γενέθλιος τόπος του ιστορικού Πρίσκου του Πανίτη) και τον ποταμό του Παγγαίου Πάνακα (Πάνᾱξ, θυμίζει το ιρλανδικό PCelt *fen-āk-os > OIr enach = «βάλτος», αν και ο Καντακουζηνός που αναφέρει το υδρωνύμιο αυτό δεν είναι αρχαία πηγή) και, τέλος, ανάγει στην ίδια ΙΕ ρίζα και το υποστρωματικό (προφανώς θρακικό) μη σλαβικό βουλγαρικό υδρωνύμιο Panega (λ.χ. Zlatna Panega ~ Χρυσός Βάλτος), για το οποίο γράφει ότι οι Σλάβοι πρόγονοι των Βουλγάρων το δανείστηκαν από τον γηγενή πληθυσμό μετά τον 9° αιώνα, επειδή δεν υπέστη την τυπική ύστερη πρωτοσλαβική τροπή *a>o.

4. Το θρακικό ανθρωπωνύμιο Δρένις

Η λίστα των οικητόρων της Πίζου (202 μ.Χ., αναφέρει πάνω από το 300 ανθρωπωνύμια με πάνω από 270 Θρακικά) αναφέρει το ανθρωπωνύμιο Δρένις (γρ. 32: Μουκάπορις Δρένεος), το οποίο ο Duridanov συγκρίνει με τον πρωτοαλβανικό όρο *dranis > dreni (λόγω i-μετάλλαξης, λ.χ. calicem > qelq) «ελάφι» (σημερινό dre, με θηλυκό drenushë = «ελαφίνα»). Έτσι το θρακικό ανθρωπωνύμιο Δρένις αντιστοιχεί στα ελληνικά Ἐλαφεύς, Ἐλαφία κλπ.

Μιας και το έφερε η συζήτηση, όποιος ενδιαφέρεται για το θέμα της καταγωγής των Αλβανών, ο αλβανιστής γλωσσολόγος Alexander Rusakov του πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης έγραψε ένα πολύ ωραίο κεφάλαιο για την Αλβανική γλώσσα στην νέα (2η) έκδοση του του εγχειριδίου ΙΕ γλωσσολογίας The Indo-European Languages (επιμ. Mate Kapović, Routledge, 2017). Όσοι παρακολουθείτε το ιστολόγιο εδώ και καιρό δεν θα ξαφνιαστείτε, γιατί λέει τα ίδια πράγματα με αυτά που έχω γράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις χρόνια πριν: νεφελώδες ζήτημα, αλλά τα λίγα διαθέσιμα γλωσσολογικά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της ύστερης άφιξης στη σημερινή Αλβανία [η Σκόδρα δεν έγινε *Hadhër, το Δυρράχιο δεν εισήλθε ως Durrëq, αλλά ως Durrës, δείχνοντας την υστερολατινική ουράνωση Durrachium > Durratso, έλλειψη θαλασσοναυτικής ορολογίας της πρωτοαλβανικής γλώσσας, ελάχιστα (33) αρχαιοελληνικά δάνεια σε σχέση με τα 636 λατινικά], και πολυαίωνη συμβίωση και εντατική γλωσσική επαφή με τους γλωσσικούς προγόνους των Ρουμάνων στην βαλκανική ενδοχώρα (πιθανή περιοχή αυτής της αλληλεπίδρασης η Δαρδανία και το τρίγωνο Σόφιας-Ναϊσσού-Σκοπίων) κλπ. Έχω βάλει κόκκινο αστερίσκο στις φράσεις που φέρουν το βασικό συμπέρασμα.

Παραθέτω τις σελίδες του Rusakov για όποιον ενδιαφέρεται.

5. Η Diana Totobisia και ο Θεός Τωτουσούρας

Όπως οι περισσότεροι γνωρίζετε, η λατινική ομόλογος της θεάς Αρτέμιδος ήταν η Diāna, της οποίας η λατρεία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στη ρωμαϊκή Θράκη, επειδή αντικατέστησε την ανεπτυγμένη γηγενή λατρεία της Βενδίδος. Το λατινικό θεωνύμιο Diāna επιβίωσε τον εκχριστιανισμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποκτώντας τη νέα σημασία «νεράιδα», την οποία διατηρεί στις ποικιλίες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ) και στην Αλβανική:

λατ. Diāna > ΑΒΡ *dzanə = «νεράιδα» > αρμανικό/βλαχικό dzãnã, ρουμανικό zână, και αλβανικό zarë ~ zanë (ο ρωτακισμένος τύπος είναι φυσικά ο τοσκικός και ο αρωτάκιστος ο γκεγκικός)

Γράφει ο Orel:

Συμφωνα με τη νεοελληνική παράδοση, λέμε «νεραϊδοπαρμένο» αυτόν που έχασε τα λογικά του, επειδή οι παλιοί πίστευαν ότι όταν κάποιος συναντούσε μια εκστατική νεράϊδα, αυτή μπορούσε να του πάρει τα λογικά (και τη φωνή).

Το ρουμανικό αντίστοιχο του νεοελληνικού όρου νεραϊδοπαρμένος είναι ο όρος zănatic (< ΑΒΡ dzanaticu < λατ. diānāticus), ο οποίος έχει σχηματιστεί όπως ο πιο γνωστός λατινογενής αγγλικός όρος lunatic = «τρελός»:

λατ. lūna = «σελήνη» > lūnāticus = «σεληνιασμένος» > «τρελός»

Σε μια λατινική επιγραφή, λοιπόν, από την Κάτω Μυσία, η θεά Διάνα τιμάται ως Diana Totobisia και, για να καταλάβουμε το προσηγορικό Totobisia, χρειαζόμαστε μια άλλη ελληνική επιγραφή από την Κάτω Μυσία πάντα, όπου κάποιος αφιερώνει στον Θεό Τωτουσούρα (Θεῷ Τωτουσούρᾳ).

Είμαι πεπεισμένος ότι το πρώτο συνθετικό αυτών των προσηγορικών είναι το λατινικό επίθετο tōtus = «πᾶς» (λ.χ. αρμανικό tot(u)/tut(u), ρουμανικό tot κλπ), ενώ τα δεύτερα συνθετικά είναι γηγενείς θρακικοί όροι.

Στην περίπτωση του προσηγορικού Τωτου-σούρας, το δεύτερο συνθετικό πρέπει σχεδόν σίγουρα να είναι το θρακικό επίθετο IE *k’uH-ros > Θρακ. *(t)sūra(s) = «δυνατός, ισχυρός» (λ.χ. οι ελληνικοί συγγενείς κῦρος, κύριος και οι σανσκριτικοί συγγενείς *kewH-/*k’uH- > σανσκ. śavīra-/śūra- «ισχυρός, δυνατός») που απαντά σε ανθρωπωνύμια όπως ΣοῦριςΣούρας, Σουράτραλις κλπ.

Συνεπώς, το υβριδικό προσηγορικό Τωτου-σούρας [Tōto-sūra(s)] σημαίνει «παντοδύναμος, πανίσχυρος» (λατ. omnipotēns και τα σημερινά λατινοπρεπή αγγλικά totipotent και totipotency).

Παραθέτω, τα θρακικά ονόματα σε Σουρ- και την ετυμολόγησή τους από τον Edgar Polomé:

Η ετυμολόγηση του δευτέρου συνθετικού του προσηγορικού της Διάνας Toto-bisia είναι πιο δύσκολη υπόθεση, και θα αρκεστώ στην κατάθεση μιας ελκυστικής κατά τη γνώμη μου υπόθεσης.

Προτείνω να διαβαστεί ως Tōto-bīsya = Παντο-γόνος (επίθετο των Μοιρών) ή, καλύτερα, παντοφυής (το επίθετο παμφυής χαρακτήριζε τον θεό Πάνα) με δεύτερο συνθετικό παρόμοιο με τον αλβανικό απόγονο της ΙΕ ρίζας *bhewH-/*bhuH- «φύω» > PAlb *bū- > *by- > *bī- > αλβ. bi- (ο ιωτακισμός /y/>/i/ είναι χαρακτηριστικός της αλβανικής πριν από /s/, λ.χ. IE *muHs > *mūs > ελλην. μῦς ~ αλβ. *mys > *mis > mi).

Η αλβανική ρηματική ρίζα bi- (λ.χ. bij) ~ φύω («γίνομαι, φύομαι, αναπτύσσομαι») έχει δώσει τον αλβανικό όρο για την «ουρά» bisht ~ ἔκφυσις και το «φυτό, έκφυμα» bimë ~ φυτόν, φῦμα

Για την επίδειξη της κουροτροφικής λειτουργίας της «παντογόνου» Διάνας/Άρτέμιδος/Βενδίδος, νομίζω πως οι παρακάτω στίχοι από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου αρκούν. Σύμφωνα με τον Αισχύλο, η Άρτεμις τέρπεται να παίζει με τα κουτάβια των μαλερών λεόντων και με τα «φιλόμαστα» [θηλάζοντα = σε φάση ανάπτυξης] κουτάβια «πάντων τ΄ἀγρονόμων θηρῶν» (τα αναπτυσσόμενα κουτάβια πάντων των άγριων θηρίων του δάσους).

[Αισχύλος, Αγαμέμνων, 132-145]

Μοῖρα λαπάξει πρὸς τὸ βίαιον·    130
οἶον μή τις ἄγα θεόθεν κνεφάσῃ προτυπὲν στόμιον μέγα Τροίας
στρατωθέν. οἴκτῳ γὰρ ἐπίφθονος Ἄρτεμις ἀγνὰ
πτανοῖσιν κυσὶ πατρὸς
αὐτότοκον πρὸ λόχου μογερὰν πτάκα θυομένοισι·
στυγεῖ δὲ δεῖπνον αἰετῶν.’
αἵλινον αἵλινον εἰπέ, τὸ δ’ εὖ νικάτω.

‘τόσον περ εὔφρων ἁ καλά,    140 [μεσῳδ.
δρόσοις ἀέπτοις μαλερῶν λεόντων
          πάντων τ’ ἀγρονόμων φιλομάστοις
          θηρῶν ὀβρικάλοισι τερπνά,
τούτων αἰτεῖ ξύμβολα κρᾶναι,

6. Το θρακικό ανθρωπωνύμιο Ζυκουλαίσης

Θα κλείσω τη σημερινή ανάρτηση με τα θρακολογικά μεζεδάκια με μια ετυμολογική πρόταση για το ανετυμολόγητο θρακικό ανθρωπωνύμιο Ζυκουλαίσης. Το όνομα απαντά στην δυτική Θράκη (περιοχή Φιλιππουπόλεως και Τόπειρος) στις μορφές Ζυκουλαίσης (όπου μία φορά το «Λ» του ονόματος διαβάστηκε λάθος ως «Δ») και Ζυκουλήσης (με μονοφθογγισμό /ai/>/ē/).

Θα προτείνω την ετυμολογία *(d)zuku-laiša = «ξανθόθριξπυρρόθριξχρυσόμαλλος» εκ του ΙΕ *g’hu(h2)kw-u-loys-os.

Ξεκινώ με το δεύτερο συνθετικό γιατί είναι αυτό που θα σας είναι περισσότερο γνωστό. Πρόκειται για τον ΙΕ όρο που έδωσε τον αλβανικό όρο IE *loys-os > PAlb *laiša > αλβ.  lesh = «τρίχωμα» που περιέχεται και στον όρο IE *ko(m)-loys-os > PAlb *kalaiša > αλβ.  kalesh = «δασύμαλλος», ο οποίος εισήλθε στα ελληνικά ως «καλέσια (προβατίνα)».

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή του Orel για τους αλβανικούς όρους lesh και kalesh:

Το πρώτο συνθετικό θα σας είναι άγνωστο, εκτός αν έσπασε ο διάολος το ποδάρι και γνωρίζετε το σπανιότατο ελληνικό όρο (ὁ/ἡ) φώψ = (τὸ) φῶς , το λατινικό όρο fax = «δαυλός», και τον λιθουανικό όρο žvãkė = «καντήλι».

Οι όροι αυτοί ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *g’hwe(h2)kw- «φέγγω, φωτίζω», που έχει μηδενικό βαθμό *g’hu(h2)kw-. Το λαρυγγικό h2 αναδομείται μόνο και μόνο για να εξηγηθεί το λατινικό /a/. Αν δεχτούμε το λατινικό /a/ ως ανεξήγητη ανωμαλία, τότε μπορούμε και να δουλέψουμε με τη ρίζα *g’hwekw-/*g’hwokw-/*g’hukw- χωρίς λαρυγγικό.

Ο ελληνικός απόγονος φώψ ανάγεται ή στον εκτεταμένο ō-βαθμό *g’hwōkw-s > φώψ (λ.χ. σκοπός ~ σκώψ) ή, αν δουλέψουμε με λαρυγγικό, ανάγεται στον κανονικό ο-βαθμό *g’hwoh2kw-s > φώψ (λ.χ. *koh2p-eh2 > κώπη).

Ο λατινικός και ο λιθουανικός όρος (faxžvãkė) προέρχονται απότον μηδενόβαθμο τύπο *g’hwh2kw-, με φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2>a.

To θρακικό συνθετικό Ζυκου-  πιστεύω ότι προέρχεται από τον εναλλακτικό μηδενικό βαθμό *g’huHkw- > *dzūk-u- > *dzyku- > Ζυκου- και απαντά και στα θηλυκά θρακικά ονόματα Ζυκήπιστος (interpretatio graeca του Ζυκηβίστᾱ [μάλλον Ζυκαιβίστᾱ], όπως στα δακοθρακικά ονόματα Βυρεβίστας και Διτύβιστος), Ζυκαιβλωστι, και Ζούκη, ενώ ο εναλλακτικός μηδενικός βαθμός *g’hwh2kw- > *dzwak- (ή ο πλήρης ε-βαθμός *g’hweh2kw- > dzwāk-, αν το /α/ είναι μακρό), σύμφωνα με τον Duridanov απαντά στο πρώτο συνθετικό του θρακικού τοπωνυμίου Ζυακοζρέρα κοντά στην Παυταλία/Κιουστεντίλ.

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή του τοπωνυμίου Ζυακοζρέρα του Duridanov και την ετυμολογική περιγραφή του λιθουανικού λήμματος žvãkė = «καντήλι» του Rick Derksen.

Παραθέτω, τέλος, και τα αρχαιοελληνικά ανθρωπωνύμια Πυρόμαλλος, Χρυσόμαλλος για να συγκριθούν σημασιολογικά με το θρακικό Ζυκουλαίσης.

Αυτά είναι τα θρακολογικά μεζεδάκια γι΄αυτή την εβδομάδα.

Advertisements

21 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

21 responses to “Θρακολογικά ετυμολογικά μεζεδάκια (Δεκέμβριος 2017)

  1. antonios

    Καλησπέρα, Σμπληρωματικά αναφέρω το mutseara (βαρκό μέρος που αναβλύζει νερό από το έδαφος) και mutseali = γίνομαι μούσκεμα. Ο “βάλτος” – “λιμνη” στην αρχ. θράκικη είναι και belt (βλαχ. balta) από το το τοπονύμιο Debelt – Δεβελτός (Διλίμνιο)(περιοχή Μπουργκάς της Βουλγαρίας)

    • Γεια σου Αντώνη.

      Ωραίο αυτό που έγραψες για το *dwi-bholHtom > Δίβαλτον ~ Δέβελτον. Το αναφέρει ως Dibaltum ο Αμμιανός Μαρκελλίνος.

      [Αμμιανός, 31.8.9] Barbari tamen, velut diffractis caveis bestiae, per Thraciarum 1 amplitudines fusius incitati, oppidum petivere nomine Dibaltum, ubi tribunum scutariorum Barzimeren inventum cum suis Cornutisque 2 et aliis peditum numeris castra ponentem assiliunt, eruditum pulvere militari rectorem.

      Και υπήρχε και ο τύπος *bholH-wo- > Θρακ. *Balva (ή μηδενόβαθμο *bhl.H-wo > *Bulva) > «Βόλβη», όπως η λετονική λίμνη Balvu ezers.

  2. Μια διευκρινιση trapu στα Βλάχικα δεν ειναι η αποτομη κατηφορα οπως αναφερεται καπου στο κειμενο αλλά ο ρυακας/ χειμαρος / αυλακκας γενικα καθε νεροσυρμή μικροτερη ενος ποταμου.

  3. antonis

    Ναι, απ’ οτι φαίνεται ο Φάνης έχει δίκαιο. Η πηγή μου είχε μία αμφιβολία για την ακριβή σημασία της λέξης αλλά ήταν σίγουρη για την σχέση του trapu με το νερό. (άμα χάνεται μία γλώσσα, συμβαίνουν κι αυτά). Νωρίτερα που ζήτησα επιβεβαίωση, διαπίστωσα ότι όντως πρόκειται για είδος ποταμού (που υπάρχει όπως λεει κι ένα τραγούδι και στις κοιλάδες).Πάντως μια ματιά που έριξα στην περιοχή από το google satelite έχει πολλά νερά και μάλιστα κοιλάδες με νερά!!

    • Όντως, η περιοχή της Ταρποδίζου (Σαράντα Εκκλησιές) έχει πολλά ρυάκια τριγύρω, αλλά έχει στα βόρεια και μια στενωπό/κλεισούρα που οι Τούρκοι την αποκαλούσαν Demir Kapı = «Σιδηρά Πύλη» (demir, kapı, όπως έλεγαν και το φαράγγι του Αξιού).

      Εγώ θα πόνταρα τα λεφτά μου σ΄αυτήν την στενωπό ως την πηγή του πρώτου θρακικού συνθετικού *tarpa στην Ταρπόδιζο.

      https://imgur.com/a/xau8l

  4. Μία ερμηνία

    The religious syncretism between Diana totobisia and the Thracian Heroni
    totoithian[o] is quite clear. The two deities are linked under the same religious epithet and belong to the same cult sphere. The difference or better the variety of Toto-ithi- / Toto-viti- / Toto-bisi- are easy to account for by the usual alternation θι / ηι / ζ in Greek and th / ti / s in Latin tradition of the Thracian name. In any case all of them have the same root. In addition, the same phenomenon is attested on other Thracian epithets like Εβειζηνπξδνο, Εβεξζνπξδνο, Εβειζνπξδνο, Zbelth(i) urdos, Zbeltiurdos /
    Zbelsurdos, Svelsurdos, Zberturdus for example.

    Totobisios according to many scholars is a compound word .The first part derives from the latin doto or the Greek verb “δίδωκη” which means “to give” and the second from the word “-βηζπο / -βεηζπο (-βηηνο, -bita, -vitho, -vitu), Gr. θῖηπ, a word for plant shoot. By this meaning Diana is a goddess of nature, production, accouchement and vegetation. Furthermore, Gerasimova believes that the element “–ithia” in the word
    could mean love-giving god/goddess.

    • epithets like Εβειζηνπξδνο, Εβεξζνπξδνο, Εβειζνπξδνο, Zbelth(i) urdos, Zbeltiurdos /
      Zbelsurdos, Svelsurdos, Zberturdus for example.
      —-
      Γεια σου Ναπολέων, πρέπει στο copy paste που έκανες να αλλοιώθηκαν οι όροι. Τι ακριβώς γράφει η πηγή σου (και ποια είναι) για τα Εβειζηνπξδνο, Εβεξζνπξδνο, Εβειζνπξδνο;

      Το θεωνύμιο Ζβελθιούρδος/Ζβελσιούρδος δεν μπορώ να φανταστώ πως σχετίζεται με τα Totobisia, Τωτουσούρας και Τωτοϊθηνός. Ο Ζβελθιούρδος/Ζβελσιούρδος έχει ετυμολογηθεί ως «κεραυνοβόλος»:

      ζ(ι)βελ- «κεραυνός, αστραπή» από συγγενή όρο με το λιθουανικό žiburys = «φως, λάμψη» και IE *(s)terd- «βάλλω,εκτοξεύω» tr.d- > *turd- > türd- = tjurd-/tsurd- > θιουρδ/σιουρδ, από την ΙΕ ρίζα που έδωσε το γερμανικό stürzen.

  5. Το Ζβέλθιουρδος φέρεται ως παραδειγμα παράφρασης, όχι ως σχετικό με το Totobisia etc.

    • Ναι, το κατάλαβα όταν ξαναδιάβασα το σχόλιό σου. Απ΄ότι κατάλαβα το παραθέτει για να δηλώσει την γραφική εναλλαγή σ ~ θ.

      Ευχαριστώ για την πηγή! Θα την διαβάσω στην πρώτη ευκαιρία και θα σχολιάσω τα ενδιαφέροντα σημεία της.

      Αυτή η εναλλαγή σ ~ θ που αναφέρει η πηγή σου είναι ενδιαφέρουσα και χωράει μεγάλη συζήτηση, γιατί μπορεί να είναι ενδεικτική διτυπίας στην αποπροστριβοποίηση (deaffrication) ts > s/θ, ανάλογη με αυτή της ισπανικής διτυπίας seseo ~ ceceo/θeθeo (Μπαρθελόνα ~ Μπαρσελόνα).

      Μια τέτοια διτυπία χαρακτηρίζει τη σχέση του ρουμανικού υποστρώματος με την αλβανική (όπου η τροπή *k’>ts>θ είναι κανονική), όχι όμως στο ty>ts, αλλά στην εξέλιξη του ΙΕ ουρανωμένου υπερωικού *k’.

      Το ΙΕ *kr.p-ik’os έγινε πρωτοαλβανικό *kurpitsa = «παγίδα», το οποίο συνέχισε ως αλβανικό kur(p)th και ρουμανικό cursă.

      • Ναπολέων, έπιασες και εσύ λαβράκι με την πηγή που βρήκες! Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!

        Ο συγγραφέας (σλδ 56-7) ταυτίζει τα θεωνυμικά προσηγορικά Totobisia = Totovitiō [Τωτοβιτίων»] = Τωτοϊθηνός (η εξέλιξη b>v>∅ είναι αναμενόμενη σε μεσοφωνηεντική θέση, βλ. λ.χ. τους βαλκανικούς απογόνους των όρων caballus και cubitum).

        Επίσης, στη σελίδα 57 ταυτίζει το συνθετικό bis/vit(i)-/ιθ με το πιο συχνό θρακικό ανθρωπωνύμιο Βεῖθυς [i.e. Βῖθυς] ~ λατ. Bitus.

        Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταύτιση γιατί, πριν μερικά χρόνια, επιχείρησα να εξηγήσω την αυξημένη συχνότητα αυτού του ανθρωπωνυμίου στην Θράκη, μέσα από την υπόθεση ότι μπορεί να ήταν το γηγενές θρακικό ενδωνύμιο που αντιστοιχούσε στο ελληνικό εξωνύμιο «Θρᾷκες» και επιβίωσε στους τύπους Βιθυνοί = «Θράκες» και Βιθυνία = «χώρα των Θρακών (στην Ασία)».

        Είχα κάνει, λοιπόν, την υπόθεση ότι οι Θράκες απέκτησαν εθνοτική αυτοσυνειδησία ως «γηγενείς/ημεδαποί» της Θράκης μέσα από την εθνοτική αντιπαράθεση με τους Έλληνες αποίκους (= αλλοδαποί) της θρακικής ακτής, και χρησιμοποίησα την ίδια ΙΕ ρίζα *bhuH- «φύω,φύομαι» για τον όρο Βεῖθυς/Bitus ως «γηγενής της Θράκης, έμφυτος» που χθες χρησιμοποίησα και στην ετυμολόγηση του δεύτερου συνθετικού -bisia του προσηγορικού Totobisia ~ «Παντογόνος, Παμφυής»:

        IE *bhuH-t-ih3onh2 «γηγενής, έμφυτος» > θρακ. *būtyōn > *bytsūn > *bītsūn (> *bīθūn ??? ), το οποίο αποδόθηκε σε ελληνική και λατινική ως Βεῖθυς [i.e. Βῖθυς]/Bitus, Βιθυνοί κλπ.

      • Κοίταξε τώρα τι πόρτες ανοίγουν αν δεχτούμε ότι οι Θράκες αυτοπροσδιορίζονταν με το εθνικό «Βῖθυς/Βιθυνοί».

        Τα θεωνυμικά προσηγορικά Totobisia = Totovitio = Τωτοϊθηνός μπορούν να ερμηνευτούν και ως «Πανθρακικές» θεότητες, θεότητες που λατρεύονται από όλους τους Θράκες [οι γηγενείς/«έμφυτοι» της Θράκης].

      • Αυτό αντελήφθην όταν διάβασα την ανάλυση.της πηγής, Παντογόνος, Παμφυής. Και αυτό που λές “Πανθρακικές” είναι σε context.

      • Γεια σου Ναπολέων! Μακάρι να ξέραμε με ποιο ενδωνύμιο αυτοπροσδιορίζονταν οι Θράκες.

  6. Ριβαλντίνιο

    Γιατί έκοβαν το Βιθυνοί και το έκαναν Θυνοί ;

    ( Θρήικες οί Θυνοί τε και Βιθυνοί )

    • Γεια σου Ριβαλδίνιο!

      Και από που υποθέτεις ότι οι όροι Θυνοί και Βιθυνοί συνδέονται ετυμολογικά (ή αν συνδέονται τα δύο φύλα ιστορικά);

      • Ριβαλντίνιο

        Α, ok. Δεν έχουν καμιά σχέση. Απλώς έμοιαζαν τα ονόματα και νόμιζα ότι οι Θυνοί ήταν κλάδος των Βιθυνών ή το αντίστροφο.

      • Πρόσεξε, δεν σου λέω ότι σώνει και καλά δεν έχουν σχέση. Αυτό που ρωτάω είναι αν έχουμε κάποια απόδειξη ότι τα φύλα των Θυνών και Βιθυνών ή τα εθνώνυμά τους κάπως συνδέονται (πέρα φυσικά από το ότι αμφότερα τα φύλα ήταν προφανώς θρακικά).

        Μπορεί να συνδέονται (δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε, αφού δεν ξέρουμε την ετυμολογία τους), αλλά αν δεν έχουμε κάποια απόδειξη της σχέσης τους, είναι επικίνδυνο να θεωρήσουμε δεδομένο ότι συνδέονται.

  7. antonis

    Λες bitsun. Εχουμε και τους Βεσσούς. Λες να εχει και αυτό καμία σχέση?

    • Αντώνη, για τους Βησσούς (η αρχαιότερη μορφή του μεταγενέστερου τύπου Βέσσοι) έχω μια ετυμολογική υπόθεση ως «προφήτες» (οι Βησσοί του Ηροδότου δεν ήταν έθνος, αλλά ήταν οι προφήτες του μαντείου του Διονύσου/Σαβαζίου, δηλαδή η ιερατική κάστα του έθνους των Σατρών), αλλά η ετυμολογογική μου υπόθεση παραείναι τολμηρή γλωσσολογικά (χρειάζεται η παραδοχή μιας ρηξικέλευθης φωνολογικής τροπής, για την οποία όμως υπάρχουν κάποια δεδομένα που δείχνουν ότι μπορούσε να συμβεί) και θα την αφήσω για το μέλλον, αφού τελειώσω το ψάξιμο για την πιθανότητα/δυνατότητα αυτής της τροπής.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s