Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #2

Μετά την πρώτη κατατοπιστική ανάρτηση στο θέμα, στη σημερινή ανάρτηση θα παρουσιάσω την ιστορία της Παννονίας και των λαών της μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Θα προσπαθήσω να κρατήσω μια χρονολογική σειρά στην παρουσίαση της ιστορίας. Αυτό που θέλω να προσέξετε είναι ότι, ενώ τα καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα που αφορούν την Παννονία ξεκινάνε στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα (όταν αρχίζει ο κελτικός εποικισμός της περιοχής), θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα για να πρωτοσυναντήσουμε σε απόσπασμα του Πολυβίου τους «τωόντι Πανννονίους», και θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 35 π.Χ. για ν΄αρχίσουμε να έχουμε πιο συχνές περιγραφές αυτών των «τωόντι Παννονίων». Στη σημερινή ανάρτηση θα παρουσιάσω τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με την Παννονία μέχρι και την εκστρατεία του Οκταβιανού το 35 π.Χ., αφήνοντας για την επόμενη και τελευταία ανάρτηση τις πιο συχνές και λεπτομερέστερες περιγραφές των «τωόντι Παννονίων» κατά την περίοδο της βασιλείας του Οκταβιανού Αυγούστου.

Για τους Έλληνες της κλασικής περιόδου, οι περιοχές του μέσου και άνω Δούναβη ήταν terra incognita. Όπως γράφει ο András Mócsy «ούτε η Παννονία ούτε η Άνω Μυσία ήταν γνωστοί γεωπολιτικοί όροι πριν την ρωμαϊκή κατάκτηση» (σλδ 4: neither Pannonia nor Moesia superior were known as geographic or political concepts in pre-Roman times). Το μόνο που έχει να μας πει ο Ηρόδοτος για τη μεγάλη πεδιάδα της Παννονίας είναι ότι, ανατολικά του Δούναβη, οι Αγάθυρσοι κατοικούσαν στον άνω Μάρισο (ο Μάρις του Ηροδότου, ο σημερινός ρουμανικός Mureș) και ότι οι υπερδουνάβιοι (πέρην τοῦ ἼστρουΣιγύννες (ένας λαός που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο φορούσε «μηδική» [ιρανική;] στολή, πίστευε ότι καταγόταν από τους «Μήδους», και είχε τριχωτά, μικρόσωμα άλογα που είχαν τρίχες μήκους πέντε δακτύλων) έλεγχαν μια περιοχή που έφτανε σχεδόν μέχρι τους Ενετούς της Αδριατικής (κατήκειν δὲ τούτων τοὺς οὔρους ἀγχοῦ Ἐνετῶν τῶν ἐν τῷ Ἀδρίῃ). Το ενδιαφέρον με τους Σιγύννες είναι ότι, αργότερα, ο Στράβων τους τοποθετεί στις στέπες γύρω από τον Καύκασο και την Κασπία (11.11.8: περὶ τὸν ΚαύκασονΣιγυννοί δὲΚάσπιοι δὲ), κάτι που δείχνει ότι ήταν ένας στεπικός νομαδικός λαός που στα χρόνια του Ηροδότου έλεγχε την παννονική πεδιάδα, όπως αργότερα την έλεγχαν στεπικοί λαοί όπως οι Ούννοι, οι Άβαροι και οι Ούγγροι.

Αγάθυρσοι:

[Ηρόδοτος, 4.49] οὗτοι μὲν αὐθιγενέες Σκυθικοὶ ποταμοὶ συμπληθύουσι αὐτόν, ἐκ δὲ Ἀγαθυρσῶν Μάρις ποταμὸς ῥέων συμμίσγεται τῷ Ἴστρῳ,

Σιγύνναι:

[Ηρόδοτος, 5.9.1-3] τὸ δὲ πρὸς βορέω τῆς χώρης ἔτι ταύτης οὐδεὶς ἔχει φράσαι τὸ ἀτρεκὲς οἵτινες εἰσὶ ἄνθρωποι οἰκέοντες αὐτήν, ἀλλὰ τὰ πέρην ἤδη τοῦ Ἴστρου ἔρημος χώρη φαίνεται ἐοῦσα καὶ ἄπειρος. μούνους δὲ δύναμαι πυθέσθαι οἰκέοντας πέρην τοῦ Ἴστρου ἀνθρώπους τοῖσι οὔνομα εἶναι Σιγύννας, ἐσθῆτι δὲ χρεωμένους Μηδικῇ· τοὺς δὲ ἵππους αὐτῶν εἶναι λασίους ἅπαν τὸ σῶμα ἐπὶ πέντε δακτύλους τὸ βάθος τῶν τριχῶν, μικροὺς δὲ καὶ σιμοὺς καὶ ἀδυνάτους ἄνδρας φέρειν, ζευγνυμένους δὲ ὑπ᾽ ἅρματα εἶναι ὀξυτάτους· ἁρματηλατέειν δὲ πρὸς ταῦτα τοὺς ἐπιχωρίους. κατήκειν δὲ τούτων τοὺς οὔρους ἀγχοῦ Ἐνετῶν τῶν ἐν τῷ Ἀδρίῃ. εἶναι δὲ Μήδων σφέας ἀποίκους λέγουσι. ὅκως δὲ οὗτοι Μήδων ἄποικοι γεγόνασι, ἐγὼ μὲν οὐκ ἔχω ἐπιφράσασθαι, γένοιτο δ᾽ ἂν πᾶν ἐν τῷ μακρῷ χρόνῳ. Σιγύννας δ᾽ ὦν καλέουσι Δίγυες οἱ ἄνω ὑπὲρ Μασσαλίης οἰκέοντες τοὺς καπήλους, Κύπριοι δὲ τὰ δόρατα.

1. Η μετανάστευση των Κελτών στην Παννονία

Όταν το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την εκστρατεία του κατά των Τριβαλλών και των Γετών, σύμφωνα με τον Στράβωνα (που άντλησε την πληροφορία του από τον σύγχρονο του Αλεξάνδρου Πτολεμαίο: φησὶ δὲ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου), δέχτηκε πρέσβεις «φιλίας καὶ ξενίας χάριν» από τους «Κελτοὺς τοὺς περὶ τὸν Ἀδρίαν» (Κελτοί που κατοικούσαν κοντά στην Αδριατική) οι οποίοι, όταν ο Αλέξανδρος τους ρώτησε τι ήταν αυτό που φοβούνται περισσότερο, απάντησαν πως δεν φοβούνται κανέναν άνθρωπο και ότι ο μόνος φόβος τους ήταν να μην τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι (ἀποκρίνασθαι ὅτι οὐδὲν πλὴν ἄρα μὴ ὁ οὐρανὸς αὐτοῖς ἐπιπέσοι).

[Στράβων, 7.3.8] Ἀλέξανδρος γὰρ ὁ Φιλίππου κατὰ τὴν ἐπὶ Θρᾶικας τοὺς ὑπὲρ τοῦ Αἵμου στρατείαν ἐμβαλὼν εἰς Τριβαλλούς, ὁρῶν μέχρι τοῦ Ἴστρου καθήκοντας καὶ τῆς ἐν αὐτῶι νήσου Πεύκης, τὰ πέραν δὲ Γέτας ἔχοντας, ἀφῖχθαι λέγεται μέχρι δεῦρο, καὶ εἰς μὲν τὴν νῆσον ἀποβῆναι μὴ δύνασθαι σπάνει πλοίων· ἐκεῖσε γὰρ καταφυγόντα τὸν τῶν Τριβαλλῶν βασιλέα Σύρμον ἀντισχεῖν πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν· εἰς δὲ τοὺς Γέτας διαβάντα ἑλεῖν αὐτῶν πόλιν καὶ ἀναστρέψαι διὰ ταχέων εἰς τὴν οἰκείαν, λαβόντα δῶρα [παρὰ] τῶν ἐθνῶν καὶ παρὰ τοῦ Σύρμου. Φησὶ δὲ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου κατὰ ταύτην τὴν στρατείαν συμμῖξαι τῶι Ἀλεξάνδρωι Κελτοὺς τοὺς περὶ τὸν Ἀδρίαν φιλίας καὶ ξενίας χάριν, δεξάμενον δὲ αὐτοὺς φιλοφρόνως τὸν βασιλέα ἐρέσθαι παρὰ πότον, τί μάλιστα εἴη, ὃ φοβοῖντο, νομίζοντα αὐτὸν ἐρεῖν· αὐτοὺς δ᾽ ἀποκρίνασθαι, ὅτι οὐδὲνα, πλὴν εἰ ἄρα μὴ ὁ οὐρανὸς αὐτοῖς ἐπιπέσοι, φιλίαν γε μὴν ἀνδρὸς τοιούτου περὶ παντὸς τίθεσθαι.

Αυτό το χωρίο είναι ο λόγος που, στον Αστερίξ, ο μόνιμος φόβος του αρχηγού του χωριού Μαζεστίξ (Vitalstatistix) είναι να μην του πέσει ο ουρανός στο κεφάλι.

Το παραπάνω χωρίο του Στράβωνα είναι επίσης και η πρώτη αναφορά στην αρχαιοελληνική γραμματεία του Κελτικού εποικισμού της Παννονίας. Το πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα χαρακτηρίζεται από την έναρξη της υψηλής μεταναστευτικής δραστηριότητας των κελτικών φύλων. Η πιο γνωστή συνέπεια αυτού του φαινομένου ήταν η κάθοδος των Σηνώνων νοτίως του Ρουβίκωνος (εγκαταστάθηκαν στο Ager Gallicus κοντά στην Αγκώνα, όπου ίδρυσαν την πόλη Sena Gallica > Senigallia) και η άλωση της Ρώμης από τους Σήνωνες υπό την ηγεσία του Βρέννου, κάποια στιγμή γύρω στο 390 π.Χ.

Τα δύο βασικά κελτικά μεγαφύλα που εγκαταστάθηκαν στο Νωρικό και την βόρεια Παννονία ήταν οι Ταυρίσκοι και οι Βόιοι, οι οποίοι άφησαν το όνομά τους και στην Βοημία βορειότερα (τα γερμανικά φύλα έμαθαν την περιοχή ως «τα οικεία ήθη των Βοΐων» > Boihaemum, PGmc *haimaz = «οίκος», ο όρος απαντά για πρώτη φορά στην Γερμανία, 28.2 του Τακίτου: Boii, Gallica utraque gensBoihaemi nomen, και ο Στράβων γράφει ότι οι Βόιοι κατέβηκαν στην βόρεια Παννονία από τον Ερκύνιο δρυμό (Hercunia silva), Γεωγραφικά, 7.2: φησὶ δὲ καὶ Βοίους τὸν Ἑρκύνιον δρυμὸν οἰκεῖν πρότερον, οι Παννόνιοι Kελτοί Ερκυνιάτες/Hercuniates [μάλλον υποφύλο των Βοΐων] διατήρησαν το όνομα της πρότερης κατοικίας τους). Ωστόσο, πριν μετακινηθούν ανατολικά των Άλπεων, οι Βόιοι (ή, ενδεχομένως, κάποιο μέρος των Βοΐων) πρωτοεμφανίζονται στην Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία (Gallia Cisalpina, η σημερινή βόρεια Ιταλία βορείως του Ρουβίκωνος) ως ιδρυτές της Βονωνίας (η σημερινή ιταλική Bologna, όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, το τοπωνύμιο Βονωνία είναι κελτικό, το προκελτικό ετρουσκικό όνομα της πόλης ήταν Φελσίνα).

Στα χρόνια του Ηροδότου, οι Τριβαλλοί ήταν το ηγεμονικό φύλο της Άνω Μυσίας, ελέγχοντας μια περιοχή που ήταν ευρύτερη από τα οικεία τους ήθη. Τα οικεία ήθη των Τριβαλλών ήταν η περιοχή γύρω από την εκβολή του ποταμού Οίσκου στον Δούναβη, αλλά στα χρόνια του Ηροδότου (4.49), ο δυτικός Μοράβας (Ἄγγρος) πήγαζε «ἐξ Ἰλλυριῶν» και διέρρεε το «πεδίον τὸ Τριβαλλικόν» πριν εκβάλλει στο Μεγάλο Μοράβα (Βρόγγος). Γύρω στο 400 π.Χ., οι Ιλλυριοί Αυταριάτες (το όνομά τους, σύμφωνα με τον Tomaschek , σημαίνει «αυτοί που ήρθαν από τον ποταμό Τάρα (στο Μαυροβούνιο)», ΙΕ *h2ew- «από» > au- + Tara) κατέλυσαν την ηγεμονία των Τριβαλλών στην Άνω Μυσία και εγκαθίδρυσαν την δική τους ηγεμονία στην περιοχή. Παραθέτω τη σελίδα 127 από το βιβλίο της Φανούλας Παπάζογλου με την ετυμολογική πρόταση του Tomaschek.

Στο ζενίθ της ηγεμονίας τους, οι Αυταριάτες, σύμφωνα με τον Θεόπομπο (F40), έλεγχαν 300.000 «προσπελάτες» (~ είλωτες). Η ηγεμονία τους, όμως, ήταν εφήμερη, επειδή καταλύθηκε από την άφιξη των Κελτών στη νοτιοανατολική Παννονία (οι πρόγονοι των Σκορδίσκων του 3ου π.Χ. αιώνα και των Γαλατών που τελικά εγκαταστάθηκαν στη Γαλατία της Μικράς Ασίας).

[Στράβων, 7.5.11] Αὐταριᾶται μὲν οὖν τὸ μέγιστον καὶ ἄριστον τῶν Ἰλλυριῶν ἔθνος ὑπῆρξεν, ὃ πρότερον μὲν πρὸς Ἀρδιαίους συνεχῶς ἐπολέμει περὶ ἁλῶν, ἐν μεθορίοις πηγνυμένων ἐξ ὕδατος ῥέοντος ὑπὸ ἄγκει τινὶ τοῦ ἔαρος· ἀρυσαμένοις γὰρ καὶ ἀποθεῖσιν ἡμέρας πέντε ἐξεπήγνυντο οἱ ἅλες. Συνέκειτο δὲ παρὰ μέρος χρῆσθαι τῶι ἁλοπηγίῳ, παραβαίνοντες δὲ τὰ συγκείμενα ἐπολέμουν· καταστρεψάμενοι δέ ποτε οἱ Αὐταριᾶται Τριβαλλοὺς ἀπὸ Ἀγριάνων μέχρι τοῦ Ἴστρου καθήκοντας ἡμερῶν πεντεκαίδεκα ὁδὸν ἐπῆρξαν καὶ τῶν ἄλλων Θραικῶν τε καὶ Ἰλλυριῶν· κατελύθησαν δ᾽ ὑπὸ Σκορδίσκων πρότερον, ὕστερον δ᾽ ὑπὸ Ῥωμαίων, [οἳ] καὶ τοὺς Σκορδίσκους αὐτοὺς κατεπολέμησαν πολὺν χρόνον ἰσχύσαντας.

Ο Πολύαινος (7.42) γράφει ότι οι Κελτοί έληξαν το μακροχρόνιο πόλεμό τους με τους Αυταριάτες με το παρακάτω στρατήγημα. Δηλητηρίασαν τα τρόφιμα και το κρασί τους και εγκατέλειψαν το στρατόπεδό τους, υποκρινόμενοι υποχώρηση. Οι ανυποψίαστοι Αυταριάτες κατέλαβαν το εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο και κατανάλωσαν τα δηλητηριασμένα τρόφιμα και κρασί και, όταν τους αδρανοποίησε ακρατής διάρροια, οι Κελτοί τους επιτέθηκαν και τους κατατρόπωσαν (οἱ μὲν Κελτοὶ τὰς τροφὰς καὶ τὸν οἶνον πόαις δηλητηρίοις καταφαρμακεύουσιοἱ δὲ Αὐταριᾶται πιστεύσαντεςκαὶ παραυτίκα ὑπὸ διαρροίας ἀκρατοῦς λυθέντες [ἔκειντο]. Κελτοὶ δὲ ἐπελθόντες κειμένους φονεύουσιν). Ο Jim Carrey επανέλαβε το στρατήγημα αυτό στην ταινία Dumb and Dumber  με το “Turbo Lax” (μπορείτε να δείτε τη σκηνή εδώ).

Ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές διέσωσε ένα χωρίο του Θεόπομπου (F40 = Αθην. 10.60), σύμφωνα με το οποίο οι Αυταριάτες (τους οποίους αναφέρει λανθασμένα ως «Αρ(δ)ιαίους») στο ζενίθ της ηγεμονίας τους ήλεγχαν 300.000 «προσπελάτες» (~ είλωτες) και ότι εξαιτίας της φιληδονίας τους, ηττήθηκαν από τους Κελτούς με το στρατήγημα της δηλητηριάσεως.

[Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές, 10.60] Ἀρδιαῖοι [sic = ΑΥΤΑΡΙΑΤΑΙ] δὲ, φησί, κέκτηνται προσπελατῶν ὥσπερ εἱλώτων τριάκοντα μυριάδας. καθ΄ἑκάστην δὲ ἡμέραν μεθύουσιν καὶ ποιοῦνται συνουσίας καὶ διάκεινται πρὸς ἐδωδὴν καὶ πόσιν ἀκρατέστερον. διὸ καὶ Κελτοὶ πολεμοῦντες αὐτοῖς καὶ εἰδότες αὐτῶν τὴν ἀκρασίαν παρήγγειλαν ἅπασι τοῖς στρατιώταις δείπνον ὡς λαμπρότατον παρασκευάσαντας κατὰ σκηνὴν ἐμβαλεῖν εἰς τὰ σιτία πόαν τινὰ φαρμακώδη δυναμένην διακόπτειν τὰς κοιλίας καὶ διακαθαίρειν. γενομένου δὲ τούτου οἵ μὲν αὐτῶν καταληφθέντες ὑπὸ τῶν Κελτῶν ἀπώλοντο, οἵ δὲ καὶ εἰς τοὺς ποταμοὺς αὑτοὺς ἔρριψαν, ἀκράτορες τῶν γαστέρων γενόμενοι.

Ο András Mócsy γράφει τα εξής για την μεταβίβαση της ηγεμονικής σκυτάλης στην Άνω Μυσία από τους Τριβαλλούς (μέσα 5ου π.Χ. αιώνα), στους Αυταριάτες (~400 π.Χ.), και στους Σκορδίσκους (αρχές 4ου π.Χ. αιώνα μέχρι τα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα) οι οποίοι, με τη σειρά τους, τον 1° π.Χ. αιώνα υπέκυψαν (ως υποτελείς σύμμαχοι) πρώτα στους Δάκες του Βυρεβίστα (~70-50 π.Χ.) και τελικά στους Ρωμαίους (το 15 π.Χ. ο Τιβέριος εκστράτευσε εναντίον τους, χρησιμοποιώντας ως βάση τη Σισκία που ο Οκταβιανός κατέκτησε το 35 π.Χ.):

[σλδ 2] According to Herodotus the valley of the Morava (which he calls the Brongos) below Niš belonged to the Triballi, a tribe centred north of the Balkan mountains on the Danube around Oescus (Bulgarian: Gigen), and these people later often proved troublesome to the Macedonians. The western neighbours of the Triballi were the Illyrians, for the Angros, a tributary of the Brongos which cannot be identified with certainty (Ibar? Zapadna Moava? Toplica? ), rises in Illyrian country and flows into the Brongos in the area of the Triballi. So much for Herodotus. Later sources report the advance of the Illyrian Autariatae into the territory of the Triballi about the end of the fifth century B.C. and not much later there are reports of Celtic conquests in the Carpathian region and on the lower Danube. After the Autariatae had driven the Triballi out of the Morava valley they themselves were subdued at the beginning of the fourth century by the Celts, who were emerging as a new influence in the Carpathian region and in the Balkans.

[σλδ 5-7] According to Celtic legend, 300,000 people migrated to Italy and Illyria: Livy’s account mentions Bellovesus and Sigovesus, nephews of the Celtic king Ambigatus, who sent them against Italy and against the inhabitants of the Hercunia silva respectively [#26]. The Celtic legend in Pompeius Trogus describes wars against the native inhabitants which lasted for years and led to the gradual subjugation of the Pannonians [#27] … Another arm of Celtic migration to the east probably started from northern Italy, for, while fighting on the Danube, Alexander the Great received an embassy from the ‘Adriatic Celts’ [#29]. This incident coincided with the violent collapse of the Autariatae who, according to some sources, were forced to yield to the Celtic advance, and after a long and turbulent wandering here and there were finally wiped out [#30]. Towards the end of the fourth century the Celts, who had already established themselves in Pannonia, renewed their raids on the Balkan peninsula; these soon brought them into conflict with the king of Macedonia on the northern border of Thrace [#31] These raids were the prelude to the great Celtic invasion of the Balkans in 279 B.C., which in many respects, resembled the migration of more than a century earlier.

[#26] Livy, v.34, [#27] Justin, xxiv.4, [#29] Strabo, vii.3.8, [#31] Theophrastus in Seneca, quaest. nat. iii.11.2

[σλδ 24-5] One of the most striking characteristics of all the political structures was the dominant position of one tribe within each of them usually extending over a wide area. At the beginning of the period for which there are literary sources the Triballi exercised supreme authority over a very considerable region of the central Balkans. … Their centre at that time was at Oescus (Gigen). They were driven out of their western and southern possessions by the Illyrian tribe of the Autariatae, who superseded  the Triballi in the fourth century until they were themselves driven out by the Celtic onslaught; after succumbing to this they disappeared almost entirely from the historical scene. The Celts had established a similar, though more permanent, political structure in the western part of the Carpathians. In the course of the third century they were able to extend the area under their control with astonishing speed. At the same time the Dardanians established supremacy in the south, although it did not extend over so wide an area as that of the Triballi and Autariatae. In the second century B.C. it was known that there were Celtic tribes (Boii, Taurisci, Scordisci) exercising independent control within the area dominated by Celts. The Dacians then made their appearance under king Burebista and established brief control over a variety of non-Dacian tribes.

These political structures were each centred upon a tribe which had come to the fore as conqueror and organizer and upon various local tribes, not necessarily related to it linguistically; the local population was either subdued and exploited in the harshest manner possible, or was forced into an alliance. At the height of their power, according to Theopompus, the Autariatae had 300,000 subjects ‘in the condition of helots’ [#121]; About the middle of the first century, on the other hand, the Scordisci were forced to take part in Burebista’s wars as the allies of the Dacians [#122].

[#121] Atheneus, x, p. 443 A-C (= 10.60 παραπάνω), [#122] Strabo, vii.5.2

Στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα οι κελτικές μεταναστεύσεις έγιναν αισθητές και στον περιαιγαιακό χώρο. To 280 π.Χ. ο στρατός των Παννονίων Κελτών διαιρέθηκε σε δύο εκστρατευτικά σώματα, ένα με αρχηγούς τον Βρέννο και τον Ακιχώριο που εισέβαλε σε Παιονία, Μακεδονία και Ελλάδα (όπου το 279 π.Χ. ηττήθηκε από τους Αιτωλούς προσπαθώντας να λεηλατήσει το μαντείο των Δελφών), και το άλλο με αρχηγούς τον Κερέθριο και τον Βέλγιο/Βόλγιο που επέδραμε στη Θράκη. Μια μερίδα του δεύτερου σώματος, υπό την ηγεσία του Κομοντορίου, ίδρυσε το εφήμερο κελτικό βασίλειο της Τυλίδος. Ο διάδοχός του Κομοντορίου Καύαρος είχε ένα κελτικό όνομα που σημαίνει «τρανός, ήρωας», εκ του ΙΕ *k’ewH-/*k’uH- (λ.χ. ελληνικά κῦρος/κύριος, σανσκ. śūra-/śavīra «δυνατός», λ.χ. Ουαλικό cawr = «γίγαντας, ήρωας»), το οποίο έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση (ενότητα #3 *Kawaros).

Κάποια από τα παραπάνω φύλα, υπό την ηγεσία των Λοννορίου και Λουτουρίου, το 278 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Μικράς Ασίας που έμεινε γνωστή ως Γαλατία. Ο Στραβων παραδίδει και το εναλλακτικό όνομα «Γαλλογραικία» (Στράβων, 12.5.1: ἔλαβον τὴν νῦν Γαλατίαν καὶ Γαλλογραικίαν λεγομένην. ἀρχηγὸς … τῆς περαιώσεως … Λεοννόριος).

Όταν κατακάθισε η σκόνη αυτών των κελτικών επιδρομών, οι Κελτοί Σκορδίσκοι είχαν εγκατασταθεί γύρω από το Σιγγιδούνoν/Βελιγράδι και το Σίρμιον ως η κύρια ηγεμονική δύναμη στη νότια Παννονία και την Άνω Μυσία, κάνοντας «προσπελάτες» τους τα τριγύρω Παννονικά, Ιλλυρικά και Θρακικά φύλα. Τότε άρχισε μια βαθμιαία διαδικασία παννονιοποίησης των Σκορδίσκων, έτσι ώστε κατά την ρωμαϊκή περίοδο, τα ονόματα τους είναι κατά κανόνα παννονικά και όχι κελτικά. Με άλλα λόγια, στους Σκορδίσκους συνέβη ότι συνέβη αργότερα στους στεπαίους Βούλγαρους που μεταβίβασαν το εθνώνυμό τους στους σλάβους υποτελείς τους.

Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά νότιας και βόρειας Παννονίας, την οποία επισημαίνει πολλάκις ο Mócsy. Ενώ στην νότια Παννονία το κελτικό υπέρστρωμα των Σκορδίσκων ήταν πληθυσμιακή μειοψηφία που αφομοιώθηκε εθνογλωσσικά από το γηγενές παννονικό στοιχείο, στην βόρεια Παννονία το Κελτικό υπέρστρωμα ήταν ισχυρότερο και η κελτοποίηση που αυτό προκάλεσε άλλαξε ριζικά την εθνογλωσσική κατάσταση της βόρειας Παννονίας. Η διαδικασία της κελτοποίησης (celticization) της βόρειας Παννονίας συνεχίστηκε μέχρι το 60/59 π.Χ., όταν ο Δάκας Βυρεβίστας την διέκοψε απότομα με την καταστροφή των κελτικών πολιτικών κέντρων εξουσίας (Βόιοι και Ταυρίσκοι υπό την ηγεσία του Κριτασίρου).

Ένα δεύτερο κύμα κελτικού εποικισμού της ΒΔ Παννονίας έγινε κατά την περίοδο της «Ελβετικής μετανάστευσης» (πρώτο μισό 1ου π.Χ. αιώνα) που περιγράφει ο Ιούλιος Καίσαρ (BG, i.5.3) και, σύμφωνα με τον Mócsy (βλ. παρακάτω), αυτό το κύμα έφερε τους Λατoβίκους στον Άνω Σάβο.

Γράφει ο Mócsy:

[σλδ 10-11] In the second half of the third century the Scordisci conquered the Save valley, of special importance as the only route to Italy, and as a result gradually became the most important power in the northern Balkans. […] The disturbance in the balance of power in the central and northern Balkans in the early decades of the second century was the prelude to almost a century of hegemony by the Scordisci. They became not only the successors to the Dardanians on the northern border of Macedonia, which was already under Roman control, but time and again fought against their western and south-eastern neighbours and, it would seem, subjugated Dardanians, Moesians, Pannonians, as well as several other tribes.

[…] The gradual Celticization of Pannonia probably took place in the third century (Fig. 3); clear effects of this are to be found in native names in Roman times. This Celticization was so thorough in the northern half and on the western edge of Pannonia that the pre-Celtic language completely disappeared. It was less effective south of the river Drave -as in the case of the Scordisci themselves whose names in Roman times are Illyrian (Pannonian). […] The Celtic group, which after its retreat from the Balkans in 278 B.C. was able to establish itself under the name Scordisci on the mouth of the Save, formed only a thin Celtic upper class, which was gradually absorbed by the subjugated but nevertheless numerically stronger native population.

[σλδ 14] In Posidonius’ description of the migration of the Cimbri there occurs the first mention of the control of north Pannonia by the Boii. As already indicated, this area was under Celtic occupation from the beginning of the fourth century, and not only the wealth of La Tène material but also the obviously Celtic names of the native inhabitants of western and north-western Pannonia in imperial times point to an intensive Celticization.

[σλδ 17] For instance, it has only recently been accepted as probable that the migration southwards of some Celtic tribes, described by Caesar in his Commentaries as a Helvetian migration, involved the Carpathian region. The Latobici in the upper Save valley probably arrived then, whilst the name of the Hercuniates in east Pannonia perhaps suggests that they also originated in the north.

[σλδ 18] The approximate date of the Dacians’ victory can be established by means of the following considerations. It resulted in their temporary supremacy in the central Balkans. […] Therefore, the Dacian victory over the Scordisci occurred roughly between 56 and 50 B.C.

According to Strabo, Burebista carried out his conquests within a matter of a few years (vii.3.1). It is not necessary here to go into details regarding his successes in the south-east. His operations had, however, a lasting effect on the history of the Carpathian region, inasmuch as they put an end once and for all to Celticization in many areas.

[σλδ 25-7] At the beginning of the fourth century, Celtic bands had conquered the north-western part of the Carpathian region and set about its Celticization with determination. During the empire non-Celtic name-elements in north-west Pannonia are almost completely lacking. Celtic bands also established control through the Scordisci, though later sources refer to the latter as a mixed tribe composed of Celtic, Illyrian and Thracian elements, while the names found in imperial times in that part of south-east Pannonia occupied by the Scordisci clearly belong to the so-called central Dalmatian-Pannonian group and reveal no Celtic influence worth mentioning.

[…] The inhabitants of the areas over which the Scordisci established control were later known as Scordisci, although their language was not Celticized -on the contrary, they absorbed the Celtic ruling class. The only pre-Celtic section of the population in Pannonia whose name is known is the Pannonians, but it is not known how far their original territory extended northwards. Like the Moesians they did not apear on the scene until after the break-up of the hegemonies established by individual tribes. At that time, in the first half of the first century, they lived in the northern part of what was later Dalmatia, in the Save valley down-stream from Siscia and on the lower reaches of the Drave. It is very possible that they were the original inhabitants of that part of Pannonia lying between the Drave and the Danube, but there their language underwent complete Celticization.

Η επιτυχής κελτοποίηση της βόρειας Παννονίας και ο κελτικός πολιτικός έλεγχος των «τωόντι Παννονίων» στην νότια Παννονία ήταν φαινόμενα αναμφίβολα συνδεδεμένα με την πολιτικο-κοινωνική και πολιτισμική ανωτερότητα των Κελτών. Οι Κελτοί εισέβαλαν στην Παννονία διαθέτοντας ανεπτυγμένη μεταλλουργία (ο πρωτογερμανικός όρος  *īsarną = «σίδηρος» είναι κελτικό δάνειο, PCelt *īsarnom) και επαρκή πολιτικο-κοινωνική πολυπλοκότητα που τους επέτρεψε να σχηματίσουν μεγαφύλα και πολιτικά κέντρα (και τα δύο προϋποθέτουν κοινωνική ιεραρχία) στις περιοχές που κατέκτησαν. Αντίθετα, οι «τωόντι Παννόνιοι», όπως θα εξηγήσω αναλυτικά στην επόμενη ανάρτηση, ακόμα και στο δεύτερο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα περιγράφονται από τις πηγές ως ένας εξαιρετικά πρωτόγονος λαός, ο οποίος διέθετε έναν ευτελέστατο υλικό πολιτισμό και ζούσε σε μικρά χωριά κατά φάρες σε μια κατάσταση «αναρχίας», ανίκανος να συναρμοστεί πολιτικά γύρω από κάποιο πολιτικό κέντρο.

Οι Κελτοί, συν τοις άλλοις, ευθύνονται και για την εισαγωγή του εγχωρίου νομίσματος (so-called barbarian coinage) στην Παννονία. Γράφει ο Mócsy:

[σλδ 27-8] In contrast to the Celts and Dacians the Pannonians were unable, even temporarily, to establish any kind of political unity. Their state of anarchy, underlined by Appian, showed itself even in their resistance to Augustus, when each tribe fought as a separate force under its own leaders against the Romans. Hence they were not capable of submitting even temporarily to a central power on the lines of that established by Critasirus the Boian, or Burebista the Dacian. Their primitive social institutions possibly explain why nothing was heard of them until a late date in the Danube and Balkan areas. The better-organized and technically superior Celts subdued them without difficulty; it was not until the Celtic Scordisci had been defeated that they appeared as an independent tribe in the Save valley.

The degree to which the Celts were superior to the native population can be understood by considering the circulation of the so-called barbarian coinage (Fig. 7). Money as an economic adjunct was not used in the central Balkans or in the western half of the Carpathians area until after the consolidation of Boian and Scordiscan power. […] The introduction of money originated with the Celtic tribes and even later was generally restricted to those areas under Celtic control. […] The standard authority on Celtic coins in the Carpathian area dates the earliest mintings to the end of the second century; more recent Slovakian specialists favour a century earlier.

2. Η ίδρυση της Ακουιληίας

Το 181 π.Χ. οι Ρωμαίοι ίδρυσαν στην εκβολή του ποταμού Νατισώνος (ο σημερινός Natisone) την αποικία Ακουιληία (Aquileia), η οποία γρήγορα εξελίχθηκε στο σημαντικότερο εμπορικό λιμάνι του μυχού της Αδριατικής. Η βασική αιτία της ίδρυσης της Ακουιληίας ήταν η επιθυμία της Ρώμης να ελέγξει την διακίνηση του διάσημου για την ανθεκτικότητά του σιδήρου του Νωρικού.

[Mócsy, σλδ 31] Rome’s first and most important approach to these areas was the founding of Aquileia, at the mouth of the Natiso, in 181 B.C., after fluctuating battles with the Celtic tribes of the north-eastern Alps. The stablishment of this harbour was of vital importance in the subsequent history of the Danube provinces. There then followed a variety of attempts to advance northwards, culminating ultimately in the successful exploitation of Norican iron on Rome’s behalf. During the second century Aquileia had become an extremely important Mediterranean entrepôt; here, iron from Noricum was loaded on the ships; and from there the trade of north-east Italy and that of the north-eastern Alps was organized.

Πέρα, όμως, από το εμπορικό δίκτυο με το Νωρικό, η Ακουιληία γρήγορα συνδέθηκε εμπορικά και με την πιο πρωτόγονη Παννονία. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (5.1.8) τα περί τον Ίστρο «Ιλλυρικά» έθνη πουλούσαν στην Ακουιληία δούλους (ἀνδράποδα), βοσκήματα και δέρματα, και αγόραζαν κρασί, λάδι και θαλάσσια προϊόντα.

[Στράβων, 5.1.8] Ἀκυληία δ΄, ἥπερ μάλιστα τῷ μυχῷ πλησιάζει, κτίσμα μὲν ἐστι Ῥωμαίων ἐπιτειχισθὲν τοὶς ὑπερκειμένοις βαρβάροις, ἀναπλεῖται δὲ ὁλκάσι κατὰ τὸν Νατίσωνα ποταμὸν ἐπὶ πλείστους ἐξήκοντα σταδίους. ἀνεῖται δ΄ἐμπόριον τοῖς τε Ἑνετοῖς καὶ τοῖς περὶ τὸν Ἴστρον τῶν Ἰλλυριῶν ἔθνεσι: κομίζουσι δ΄οὗτοι μὲν τὰ ἐκ θαλάσσης, καὶ οἶνον ἐπὶ ξυλίνων πίθων ἁρμαμάξαις ἀναθέντες καὶ ἔλαιον, ἐκεῖνοι δ΄ἀνδράποδα καὶ βοσκήματα καὶ δέρματα. ἔξω δ΄ἐστὶ τῶν Ἑνετικῶν ὅρων ἡ Ἀκυληία.

Το 171 π.Χ., δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή της Ακουιληίας, ο Γάιος Κάσσιος Λογγίνος εξεστράτευσε κατά των Ιστρίων, των Ιαπόδων και των Καρνών και λεηλάτησε τις περιοχές τους, χωρίς αυτοί να του έχουν δώσει casus belli (Λίβιος, Ab urbe condita, 43.5.1-3). Οι λεηλατημένοι έστειλαν αμέσως πρέσβεις στη Ρώμη για να διαμαρτυρηθούν και η Σύγκλητος, κάνοντας την ανήξερη, είπε στους πρέσβεις ότι ο Λογγίνος έκανε του κεφαλιού του και ότι οι διαταγές του (δήθεν) ήταν να επιτεθεί στη Μακεδονία από τα ΒΔ Βαλκάνια. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Mócsy πιστεύει ότι η επίθεση του Λογγίνου ήταν προμελετημένη ρωμαϊκή επίδειξη ισχύος, ώστε να μην τολμήσουν τα έθνη αυτά να επιτεθούν στην Ακουιληία ή να παρενοχλήσουν τα εμπορικά της συμφέροντα.

[Mócsy, σλδ 32] The campaign conducted by the consul C. Cassius Longinus in 171he advanced over the Julian Alps into the country of the Istri, Iapodes and Carni, but returned after plundering their lands. These tribes, allies of Rome, complained before the Senate in 170. It is possible that Cassius Longinus only intended to intimidate Aquileia’s neighbours.

Το 156 π.Χ. και το 119 π.Χ. η Ρώμη ενεπλάκη σε δύο Δαλματικούς πολέμους, επειδή οι Λιβυρνοί και Δαλματοί πειρατές παρενοχλούσαν το εμπόριο της Ακουιληίας. Και στους δύο αυτούς πολέμους, οι Ρωμαίοι επιχείρησαν να εκπορθήσουν τη Σισκία/Σεγεστική (στην προηγούμενη ανάρτηση εξήγησα τη στρατηγική της σημασία ως οχυρό και ορμητήριο), αλλά απέτυχαν. Ωστόσο, η πρώτη συστηματική ρωμαϊκή εκστρατεία στην κοιλάδα του Σάβου πραγματοποιήθηκε το 35-4 π.Χ. από τον Οκταβιανό, ο οποίος επιτέθηκε στους Ιάποδες, κατέλαβε τη Σισκία και επιτέθηκε στους Παννόνιους (χωρίς να του έχουν δώσει casus belli) αναγκάζοντάς τους να αναγνωρίσουν την υποτέλειά τους στους Ρωμαίους.

[Mócsy, σλδ 32] An advance on a larger scale beyond the Alps into the Save valley took place only when the Liburnian and Dalmatian pirates threatened the interests of Aquileia, that is to say its shipping on the Adriatic. In 156 and again in 119 B.C., on both occasions in the context of Dalmatian wars, the Romans laid siege to Siscia. However, military operations having the express purpose of occupying the upper Save valley were first carried out by Octavian.

Οι Ιάποδες κατοικούσαν στην ενδοχώρα της Λιβυρνικής ακτής, στους ανατολικούς πρόποδες του σημερινού όρους Βέλεμπιτ. Οι δύο σημαντικότερες πόλεις τους ήταν το Μέτουλον/Metulum και το Αρούπιον/Arupium. Σύμφωνα με το Στράβωνα, οι Ιάποδες ήταν «ἐπίμικτον» κελτοϊλλυρικό έθνος που έφερε κελτική πανοπλία, αλλά ήταν δερματόστικτο όπως οι υπόλοιποι Ιλλυριοί και οι Θράκες. Ο Στράβων προσθέτει ότι κάποτε κατοικούσαν μέχρι και πέρα από την Όκρα (οι Subocrīnī = «Υπώρειοι» κατοικούσαν στην υπωρεία της, IE *h2ok’-ris «απότομο βουνό, κορυφή» > λατ. οcris, ελλην. ὄκρις) , αλλά συρρικνώθηκαν όταν ηττήθηκαν κατά κράτος από τον Οκταβιανό (ἐκπεπόνηνται τελέως ὑπὸ τοῦ Σεβαστοῦ Καίσαρος καταπολεμηθέντες).

[Στράβων, 4.6.10] καὶ οἱ Ἰάποδες δὲ ἤδη τοῦτο ἐπίμικτον Ἰλλυριοῖς καὶ Κελτοῖς ἔθνος περὶ τούτους οἰκοῦσι τοὺς τόπους, καὶ ἡ Ὄκρα πλησίον τούτων ἐστίν. οἱ μὲν οὖν Ἰάποδες πρότερον εὐανδροῦντες καὶ τοῦ ὄρους ἐφ΄ἑκάτερον τὴν οἴκησιν ἔχοντες καὶ τοῖς λῃστηρίοις ἐπικρατοῦντες, ἐκπεπόνηνται τελέως ὑπὸ τοῦ Σεβαστοῦ Καίσαρος καταπολεμηθέντες. πόλεις δ΄αὐτῶν Μέτουλον Ἀρουπῖνοι Μονήτιον Ουἐνδων.

[Στράβων, 7.5.2] ὑποπέπτωκε γὰρ ταῖς Ἄλπεσιν, αἳ διατείνουσι μέχρι τῶν Ἰαπόδων, Κελτικοῦ τε ἅμα καὶ Ἰλλυρικοῦ ἔθνους […] ἡ δ΄Ὄκρα ταπεινότατον μέρος τῶν Ἄλπεων ἐστι τῶν διατεινουσῶν ἀπὸ τῆς Ῥαιτικῆς μέχρι Ἰαπόδων: ἐντεῦθεν δ΄ἐξαίρεται τὰ ὄρη πάλιν εἰς τοῖς Ἰαπόσι καὶ καλεῖται Ἄλβια.

[Στράβων, 7.5.4] ἑξῆς δ΄ἐστὶν ὁ Ἰαποδικὸς παραπλους χιλίων σταδίων: ἵδρυνται γὰρ οἱ Ἰάποδες ἐπὶ τῷ Ἀλβίῳ ὄρει τελευταίῳ τῶν Ἄλπεων ὄντι ὑψηλῷ σφόδρα, τῇ μὲν ἐπὶ τοὺς Παννονίους καὶ τὸν Ἴστρον καθήκοντες τῇ δ΄ ἐπὶ τὸν Ἀδρίαν, ἀρειμάνιοι μὲν ἐκπεπονημένοι δὲ ὑπὸ τοῦ Σεβαστοῦ τελέως: πόλεις δ΄αὐτῶν Μέτουλον Ἀρουπῖνοι Μονήτιον Οὐένδων: λυπρὰ δὲτὰ χωρία, καὶ ζειᾷ καὶ κέγχρῳ τὰ πολλὰ τρεφομένων: ὁ δὲ ὁπλισμός Κελτικὸς κατάστικτοι δ΄ὁμοίως τοῖς ἄλλοις Ἰλλυριοῖς καὶ Θρᾳξί. μετὰ δὲ τὸν τῶν Ἰαπόδων ὁ Λιβυρνικὸς παράπλους ἐστὶ, μείζων τοῦ προτέρου σταδίοις πεντακοσίοις, ἐν δὲ τῷ παράπλῳ ποταμὸς φορτίοις ἀνάπλουν ἔχων μέχρι Δαλματέων, καὶ Σκάρδων Λιβυρνὴ πόλις.

Η «Ἄλβια» ή «Ἄλβιον ὄρος» που αναφέρει ο Στράβων ως νοτιοανατολική απόληξη των Άλπεων κοντά στην Όκρα, είναι το «Ἀλβανὸν ὄρος» του Πτολεμαίου (IE *h2elbhos = «λευκός», λ.χ. λατ. albus).

Η εμπορική οδός που συνέδεε την Ακουιληία με την κοιλάδα του Σάβου περνούσε από τον ποταμό Ναύπορτο (Nauportus, ο σημερινός Ljubljanica), ο οποίος εκβάλλει στον άνω Σάβο. Οι έμποροι της Ακουιληίας σε πρώτη φάση ίδρυσαν τον εμπορικό σταθμό Ναύπορτον (Nauportum) και, αργότερα, λίγο ανατολικότερα οι Ρωμαίοι ίδρυσαν την πόλη Ήμωνα (η σημερινή Λιουμπλιάνα). Αργότερα, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν τη Σαυαρία μεταξύ Ήμωνος και Καρνούντος, στην οποία επίσης εγκαταστάθηκαν εκπρόσωποι των εμπορικών οικογενειών της Ακουιληίας (κατά κανόνα απελεύθεροι δούλοι αυτών των οικογενειών). Ο Mócsy αποκαλεί «δρόμο του κεχριμπαριού/ηλέκτρου» (the amber road) την εμπορική οδό Καρνούντος-Ακουιληίας (ήταν σε λειτουργία ήδη κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Αυγούστου), επειδή ήταν η βασική εμπορική οδός από την οποία το ήλεκτρο των ακτών της Βαλτικής έφτανε στη Μεσόγειο.

[Mócsy, σλδ 28-9] Both Polybius and Posidonius knew that there was vigorous trade along the Save. The entrepôt was Aquileia where, according to Strabo, the barbarians from the Danube area exchanged their goods, slaves, cattle and skins against wine, oil and products of the sea. These commodities cannot, of course, be attested archaeologically. There is, however, evidence that Italian families in the latter part of the republican period owned slaves with Illyrian names and also that Italian merchants in the same period established a trans-Alpine branch in Nauportus not far from Ljubljana. Roman money did not, however, reach Pannonia and Moesia Superior until after the conquest of the Save valley by Octavian.

[Mócsy, σλδ 33] That these Alpine tribes were successfully pacified is attested by two late Republican inscriptions from Nauportus (Vrhnika, south of Ljubljana), which indicate that there was a settlement of representatives of Aquileian trading houses on the other side of the Alps. In any case it was only under Augustus that Roman denarii first began to circulate in what was later Pannonia, though they did so before 11 B.C., which is regarded as the official date of the annexation of Pannonia. In 35 B.C. the Pannonians in the Save valley made submission to the Romans. This prompted Octavian in his speech to the army before the battle of Actium to point out that Roman soldiers had advanced as far as the Danube.

[Mócsy, σλδ 71] Along the amber road, from Aquileia to Carnuntum, trade was already developing in the Julio-Claudian period; it was thus possible for the native population living along this road to buy imported Roman goods. […] Along the amber road, at Emona, Poetovia and Carnuntum, inscriptions referring to Italian, mainly Aquileian, civilians date back as early as the first half of the first century. Among them is a striking number of freedmen who, as representatives of north Italian trading houses, managed branches which had been established in Pannonia. An important part in developing this network of trade was played by the fortresses at Carnuntum, Poetovio and possibly Siscia, where traders and craftsmen who catered for the needs of the army had settled. This group group of small- and large-scale entrepreneurs, at times only tolerated and at others welcomed, led to settlements around the fortresses as early as the first half of the first century; in the oldest cemeteries at Poetovio and Carnuntum tombstones set up to both legionaries and civilian traders -mostly freedmen- were found. […] There is copious epigraphic evidence of branches of foreign (north Italian) trading houses in Emona, Poetovio and Carnuntum.

3. Το «δακικό ζήτημα»

Η μάχη των Φαρσάλων (48 π.Χ.) ανέδειξε τον Ιούλιο Καίσαρα νικητή στον εμφύλιο πόλεμο με τον Πομπηίο και τους αντιφρονούντες συγκλητικούς που τον έβλεπαν ως τύραννο. Ο Καίσαρας έπρεπε να επουλώσει τις πληγές του εμφυλίου και ο καλύτερος τρόπος γι΄αυτό ήταν μια νικηφόρος εκστρατεία εναντίον κάποιου εχθρού της Ρώμης. Μια τέτοια εκστρατεία θα ένωνε τα ρωμαϊκά στρατεύματα που συγκρούστηκαν στα Φάρσαλα και θα επέφερε λάφυρα, με την χορήγηση των οποίων στον δήμο της Ρώμης ο Καίσαρας θα διατηρούσε υψηλή την δημοτικότητά του. Υπήρχαν δύο υποψήφιοι μεγάλοι εχθροί: ο ένας ήταν οι Πάρθοι, αλλά αυτοί παραήταν επικίνδυνοι (το 53 π.Χ. στη μάχη των Καρρών κατατρόπωσαν το ρωμαϊκό στράτευμα που εισέβαλε στα μέρη τους) και ο άλλος ήταν οι Δάκες του Βυρεβίστα, οι οποίοι μετά το 70 π.Χ. είχαν αναδειχθεί στην κυρίαρχη ηγεμονική δύναμη του Καρπαθιακού χώρου. Ο Καίσαρας αποφάσισε να επιτεθεί στους Δάκες, αλλά δολοφονήθηκε λίγους μήνες αφού ανακοίνωσε την εκστρατεία. Ο Βυρεβίστας δολοφονήθηκε έναν περίπου χρόνο μετά τον Καίσαρα και το ισχυρό δακικό του βασίλειο διαιρέθηκε σε 4-5 μικρότερα διάδοχα βασίλεια. Ωστόσο, το «δακικό ζήτημα» παρέμεινε στις πολιτικές συζητήσεις των Ρωμαίων μέχρι και τον επόμενο εμφύλιο μεταξύ του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντωνίου, όπου η μία πλευρά κατηγορούσε την άλλη για «προδοτική» συμμαχία με τους Δάκες. Όπως ανέφερα παραπάνω, το 35-4 π.Χ. ο Οκταβιανός εξεστράτευσε κατά των Ιαπόδων, κατάκτησε τη Σισκία και ανάγκασε τους Παννόνιους σε υποτέλεια, ισχυριζόμενος ότι ο σκοπός του ήταν να δημιουργήσει ένα ορμητήριο κατά των Δακών. Μέχρι τότε, οι παραδουνάβιες περιοχές της Μυσίας και της Παννονίας δεν είχαν ακόμα γίνει ρωμαϊκές επαρχίες και ο καλύτερος δρόμος για την εισβολή της Δακίας ήταν από το ανατολικό μισό που έλεγχε ο Αντώνιος.

Παραθέτω δύο χάρτες της Μεσογείου του Ian Mladjov: ο πρώτος είναι της εποχής του θανάτου του Ιουλίου Καίσαρα (45 π.Χ.) και ο δεύτερος δείχνει την κατάσταση μια περίπου δεκαετία αργότερα (33 π.Χ.), όταν ο Οκταβιανός κατέκτησε τη Σισκία. Προσέξτε το παραδουνάβιο κενό που υπάρχει μεταξύ Ρωμαίων και Δακών και το εξαρτημένο-βασίλειο (client-kingdom) της Θράκης, το οποίο έγινε ρωμαϊκή επαρχία Θράκης μόλις το 46 μ.Χ., όταν πέθανε ο τελευταίος βασιλιάς-πελάτης των Ρωμαίων Ρυμητάλκης Γ΄. Η ιστορία αυτού του εξαρτημένου βασιλείου της Θράκης και η εξέγερση του Βέσσου ιερέα του βεσσικού μαντείου του «Διονύσου»/Σαβαδίου Βολογαίση (Δίων Κάσσιος, 54.34.5: Οὐολογαίσης Θρᾷξ Βῆσσος ἱερεὺς τοῦ παρ΄αὐτοῖς Διονύσου) κατά του βασιλιά-πελάτη της Ρώμης (15-11 π.Χ) είναι ένα ενδιαφέρον εθνογενετικό θέμα που θα αφήσω για ξεχωριστή ανάρτηση, επειδή κατά τη γνώμη μου είναι ο κύριος λόγος που οι Ρωμαίοι κατέληξαν να χαρακτηρίζουν ως «Βέσσους» (όρος που στα χρόνια του Ηροδότου χαρακτήριζε μόνο τους ιερείς του μαντείου του «Διονύσου»/Σαβαδίου του έθνους των Σατρών) όλους τους «άγριους» ΒΔ ορεινούς Θράκες που μέχρι τότε δεν αναγνώριζαν την εξουσία των βασιλέων-πελατών της Ρώμης.

Ο András Mócsy γράφει για το «δακικό ζήτημα» (“the Dacian problem“) της ρωμαϊκής πολιτικής κατά το δεύτερο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα τα εξής (από τους διαδόχους του Βυρεβίστα, ο Κοτίσων αποδείχτηκε ο ισχυρότερος):

[σλδ 21-2] In Caesar’s last years Burebista was in undisputed control of the Carpathian region and of the north-eastern part of the Balkan peninsula. Caesar had the rumour circulated that he was formulating a large-scale plan for crushing the Dacian king [#101], and Octavian, Caesar’s executor, had to fit a Dacian war into his political plans [#102], despite the collapse of Dacian hegemony in the meantime. In this context it was rumoured that certain Dacian kings would side with Octavian or with Anthony; the rivals accused each other of having formed an alliance with the Dacians [#103]. Even after Actium the ‘Dacian problem’ remained a topic of conversation in Rome [#104].

It is only against the background of this Dacian problem, inflated for propaganda purposes, that Octavian’s campaign against the Iapodes becomes at all intelligible. In 35 B.C. he advanced against the Iapodes, the Alpine people to the east of Aquileia, on the pretext that they had ceased paying their taxes [#105]. After hard-fought battles he succeeded in capturing their most important fortresses, including Metulum. From here he continued his advance into Pannonian country ‘although they had given no cause’ [#106]. The final goal of this advance seems to have been the capture of Siscia, twice unsuccessfully besieged by the Romans (in 156 and again in 119 B.C.). This strong-point on the mouth of the Kulpa in the Save valley was the natural spring-board for an advance to the east, and it was in this context that Octavian’s propaganda put the capture of Siscia. It was said to be the most important base from which to launch an attack against the Dacians.

[#101] Τα σχέδια του Καίσαρα για Δακική εκστρατεία:  Αππιανός, Εμφύλιοι, 3.25 , Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.5, Σουητώνιος, Καίσαρ, 44, Λίβιος, periocha, cxvii

[#102] Velleius Paterculus, ii.59.4

[#103] Suetonius, Augustus, 63 ; Plutarch, Anthony, 63 ; Dio, li.22.8 ; Frontinus, strat. 1.40.4 etc

[#104] Horace, sat. ii.6.53

[#105] Appian, Illyric. 22 ff. ; Dio xlix, 34-8

[#106] Dio xlix, 36.1

Φτάσαμε, λοιπόν, στο 35 π.Χ. όταν ο Οκταβιανός κατέλαβε και οχύρωσε τη Σισκία στην κοιλάδα του Σάβου και πέτυχε την υποτέλεια των Παννονίων. Από αυτό το σημείο και έπειτα, ο φακός της ελληνορωμαϊκής ιστοριογραφίας αρχίζει να εστιάζει πιο συχνά στους «τωόντι Παννονίους» στους οποίους, μέχρι τότε, είχε εστιάσει μόνο μία φορά, με το απόσπασμα του Πολυβίου για την πρώτη ρωμαϊκή πολιορκία της Σισκίας το 156 π.Χ.

Θα αφήσω για την επόμενη και τελευταία ανάρτηση αυτές τις περιγραφές των «τωόντι Παννονίων» κατά την περίοδο της βασιλείας του Αυγούστου.

Advertisements

2 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

2 responses to “Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #2

  1. Ριβαλντίνιο

    Ωραία και η συνέχεια !

    Ο Μπαμπινιώτης και η Π-Λ-μπ λένε πως και η Βαυαρία πήρε το όνομά της από τους Βόιους και ένας γερμανικός λαός, οι Baiuvarii, που έζησε εκεί γύρω στο 500 – 800 μ.Χ. Ο Μπαμπινιώτης λεει πως ίσως υπήρξε και επίδραση τους αρχαίου γερμανικού warjan = πολεμώ ( σαν το αγγλικό warrior ).

    • Έτσι είναι, καλά που μου το θύμισες. Οντως και η Βαυαρία έχει ονομαστεί από τους Βόιους.

      Boiu-warii > Βαυαροί = «αυτοί που εγκαταστάθηκαν στη χώρα των Βοΐων».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.