Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Νέα Ιστορία του Ζωσίμου #3

Στην προηγούμενη ανάρτηση της σειράς περιέγραψα το σκοπό του Ζωσίμου στη συγγραφή της Νέας Ιστορίας, την ανάπτυξη της πολεμικής φειδούς που θα κληρονομήσουν οι Βυζαντινοί Ρωμαίοι, και, τέλος, προσπάθησα να αποσαφηνίσω τη σημασία των όρων «ἔθνος», «τέλος», «αὐτόμολοι/σύμμαχοι», «ἐκμέλεια», «Σκύθαι», «Γερμανοί», «Κελτοί» και «Γαλάται».

1. Ρωμαίοι, βάρβαροι, και μη βάρβαροι «άλλοι»

Το αντιθετικό ταυτοτικό ζεύγος Ρωμαίοι-βάρβαροι είναι θεμελιώδες σε όλη τη ρωμαϊκή ιστοριογραφία (αρχαία και βυζαντινή), αλλά στο Ζώσιμο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή, όπως εξηγεί ο ίδιος, το θέμα της ιστορίας του είναι ο εκβαρβαρισμός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (βαρβαρωθεῖσα Ῥωμαίων ἀρχή). Στη Νέα Ιστορία του Ζωσίμου, ένας σημαντικός αριθμός βαρβάρων φοιδεράτων έχουν εγκατασταθεί εντός της ρωμαϊκής επικράτειας και προσφέρουν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες στην αρχή των Ρωμαίων («αὐτόμολοι» και «σύμμαχοι» βάρβαροι).

Ποιους θεωρεί «βάρβαρους» ο Ζώσιμος;

Εκτός από τον βερβερικής καταγωγής Γίλδωνα (βλ. παρακάτω), όλα τα άλλα άτομα και πληθυσμοί που χαρακτηρίζονται «βάρβαροι» από το Ζώσιμο κατάγονται πάντοτε από τις περιοχές που βρίσκονται «ὑπὲρ τὸν Ἴστρον» και «ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον» (βλ. Trānsrhēnānī & Trānsdānubiānī στην ενότητα #4 της προηγούμενης ανάρτησης). Το πρώτο, λοιπόν, κριτήριο του Ζωσίμου είναι γεωγραφικό, μιας και οι βάρβαροι είναι κατά κανόνα υπερόριοι αλλοδαποί, δηλαδή έχουν τα «οἰκεῖα ἤθη» τους εκτός της ρωμαϊκής επικράτειας (βλ. παρακάτω ενότητα «πατρίς και οικεία ήθη»). Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν αρκεί από μόνο του, επειδή ο Ζώσιμος δεν αποκαλεί ποτέ «βάρβαρους» τους Πέρσες, παρόλο που είναι υπερόριοι αλλοδαποί και συχνοί πολέμιοι των Ρωμαίων.

1.1. Οι μη βάρβαροι «άλλοι»

Οι Σασσανίδες Πέρσες, οι ληστρικοί Ίσαυροι και οι αποσχισθέντες Παλμυρηνοί της Ζηνοβίας είναι κατηγορίες που αντιπαραβάλλονται ρητά στους Ρωμαίους, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται «βάρβαροι». Αυτό δείχνει ότι ο Ζώσιμος κατανοεί την κατηγορία «βάρβαροι» βάσει ενός συνδυασμού γεωγραφικών, εθνοτικών, πολιτικών και πολιτισμικών κριτηρίων και όχι βάσει μιας στερεότυπης και αφηγηματικής διάκρισης Ρωμαίων-βαρβάρων.

Οι Σασσανίδες Πέρσες αναφέρονται στα παρακάτω χωρία

Βιβλίο 1: χωρία 3,4,8,18,27,30,36,54

Βιβλίο 2: χωρίο 27

Βιβλίο 3: χωρία 1,2,8,11,12,14,18,22,27

Βιβλίο 4: χωρίο 13

Στα περισσότερα από αυτά τα χωρία, οι Πέρσες είναι πολέμιοι των Ρωμαίων που παρενοχλούν τη ρωμαϊκή Ἑῴα (Ανατολή/Oriens) με τις εφόδους τους (3.1: Πέρσας δὲ τοῦ τὴν ἑῴαν παρενοχλεῖν, 3.2: τῶν Περσικῶν ἐφόδων, 3.8: ΠέρσαιΝίσιβιν τὴν πόλιν ἐπολιόρκουν, 3.11 ἐπὶ τὸν κατὰ Περσῶν παρασκευάζετο πόλεμον), έχουν τη δική τους επικράτεια (την οποία οι Πέρσες θεωρούν «πατρίδα» τους, βλ. παρακάτω «πατρίς και οικεία ήθη») που έχει συγκεκριμένα όρια (3.12: τῇ Περσῶνἐπικρατείᾳ, 3.14: εἰς τὰ Περσῶν ὅρια), αλλά πάντοτε αντιπαραβάλλονται στους Ρωμαίους χωρίς να χαρακτηρίζονται «βάρβαροι».

Το ίδιο συμβαίνει και με τους αποσχισθέντες Παλμυρηνούς της Ζηνοβίας. Ο Ζώσιμος χρησιμοποιεί την αντίθεση Ῥωμαῖοι-Παλμυρηνοί για να περιγράψει τις συρράξεις μεταξύ των στρατευμάτων του Αυρηλιανού και της Ζηνοβίας (λ.χ. στο 1.50: σύνθημα δὲ τοῖς Ῥωμαίων ἱππεῦσι δέδωκε μὴ ἐκ τοῦ εὐθέως ἀκμῆτι τῇ Παλμυρηνῶν ἵππῳ συνάψαι, και σε πολλά σημεία στο 1.53), αλλά ο Αιγύπτιος πράκτορας της Ζηνοβίας Τιμαγένης προσάρτησε την Αίγυπτο στην Παλμυρηνή αυτοκρατορία με ένα στράτευμα Παλμυρηνών, Συρών και βαρβάρων (1.44: Τιμαγένους ἀνδρὸς Αἰγυπτίου τὴν ἀρχὴν τῆς Αἰγύπτου καταπραττομένου. συναχθέντος δὲ τοῦ στρατεύματος ἐκ Παλμυρηνῶν καὶ Συρῶν καὶ βαρβάρων ἐς ἑπτὰ μυριάδας). Με άλλα λόγια, με το που αποσχίζονται από τα κοινά των Ρωμαίων πράγματα (respublica Romana), οι Παλμυρηνοί παύουν να θεωρούνται Ρωμαίοι (ο Αυρηλιανός επανέφερε στη Ῥωμαίων ἀρχή τα αποσχισθέντα εδάφη, λ.χ. 1.50: τοῦ βασιλέως … προσετίθετο τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ), αλλά αυτό δεν τους κατατάσσει αυτομάτως στην κατηγορία «βάρβαροι» του Ζωσίμου. Στο [1.52] η «Ῥωμαία ἵππος» του Αυρηλιανού περιλαμβάνει σώματα από Δαλματία, Μυσία, Παννονία («Παιονία»), Νωρικόν και Ραιτία, μαζί με το «βασιλικὸν τέλος» (επίλεκτη αυτοκρατορική φρουρά), το Μαυριτανικό ιππικό (ἡ Μαυρουσία ἵππος, εν μέρει απόγονος του θρυλικού Νουμιδικού ιππικού που χρησιμοποίησαν ο Αννίβας και Σκιπίων) και διάφορα «τέλη» από την Ασία.

Οι Ίσαυροι είναι μια άλλη κατηγορία «άλλων» που ο Ζώσιμος αντιπαραβάλλει στους Ρωμαίους, αποφεύγοντας, όμως, να τους χαρακτηρίσει «βάρβαρους». Ο Ζώσιμος αναφέρει τους Ισαύρους στα χωρία 1.69, 4.20 και 5.25. Στο [5.25] «τὸ τῶν Ἰσαύρων πλῆθος, ὐπερκείμενον Παμφυλίας καὶ Κιλικίας, ἐν τοῖς ἀβάτοις τοῦ Ταύρου καὶ τραχυτάτοις ὄρεσι ἀεὶ βιοτεῦον, είς τάγματα διανεμηθὲν λῃστικὰ», ενώ στο (1.69) ο «Λύδιος τὸ γένος Ἴσαυρος» παρουσιάζεται ως «ἐντεθραμμένος τῇ συνήθει λῃστείᾳ». Ο Ζώσιμος αναφέρει πάντα τους Ίσαυρους εξαιτίας των ληστρικών επιδρομών τους σε Παμφυλία και Λυκία, τις οποίες τα ρωμαϊκά στρατεύματα πρέπει να ανασχέσουν. Κάθε φορά που κατέφταναν στην περιοχή τα ρωμαϊκά στρατεύματα, οι Ίσαυροι αυτομάτως «εἰς τὰ τραχύτατα συνέφευγον τῶν ὀρῶν» (4.20). Αν και έχουν όλα τα χαρακτηριστικά των «βαρβάρων» (και υπάρχουν πλείστες άλλες πηγές που τους χαρακτηρίζουν «βάρβαρους»), οι Ίσαυροι δεν χαρακτηρίζονται ποτέ «βάρβαροι» από τον Ζώσιμο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό που τους «σώζει» είναι αφενός το γεωγραφικό κριτήριο, δηλαδή το ότι είναι έθνος «ἀεὶ βιοτεῦον» εντός της Ρωμαϊκής επικράτειας και, αφετέρου, το ότι ο Ζώσιμος, που έγραψε γύρω στο 500, ήξερε ότι υπήρχαν και πάρα πολλοί εκρωμαϊσμένοι Ίσαυροι, όπως ο σύγχρονός του ιστορικός Κάνδιδος ο Ίσαυρος, ο αυτοκράτορας Ζήνων (το πραγματικό ισαυρικό του όνομα ήταν Ταράσι(ο)ς Κούδισσα = ισαυρικό/λουβικό πατρωνυμικό  σε -σσα που σημαίνει «Κουδίειος, υιός του Kudis») και οι ομόφυλοί του αδελφοί στρατηγοί Ιλλός και Τρόκονδος (interpretatio graeca του συχνού λουβικού θεοφορικού ονόματος Tarḫunta που βασίζεται στο λουβικό θεωνύμιο Tarḫunz).

Επομένως, ο Ζώσιμος αφενός μεν κάνει την χάρη στους ληστρικούς Ισαύρους και δε τους χαρακτηρίζει «βάρβαρους», αφετέρου δε, ξεκαθαρίζει ότι δεν τους θεωρεί Ρωμαίους (η ληστρική τους ανομία είναι ασυμβίβαστη με το «Ῥωμαίων ἀξίωμα» που προϋποθέτει το «κατὰ Ῥωμαίων νόμους ζῆν/βιοτεύειν» και «έπὶ τὸ κοινῇ λυσιτελοῦν», βλ. παρακάτω ενότητες «ρωμαϊκό αξίωμα», “respublica” και «νόμος»), όταν περιγράφει πολεμικές εμπλοκές Ρωμαίων και Ισαύρων. Στο [1.69] το Ισαυρικό «στῖφος λῃστῶν» του Λυδού που λεηλάτησε την Παμφυλία και τη Λυκία αντιπαραβάλλεται στο στράτευμα Ρωμαίων που το πολιόρκησε στην Κρήμνα της Λυκίας (1.69: οι όροι «Ἰσαύροις» και «τῶν λῃστῶν» αντιπαραβάλλονται στους όρους «Ῥωμαϊκὸν στρατόπεδον» και «Ῥωμαίους»).

1.2. Οι βάρβαροι «άλλοι»

Όπως ανέφερα παραπάνω, ο Ζώσιμος χρησιμοποιεί τον όρο «βάρβαροι» για όλους τους υπερδουνάβιους και υπερρήνιους πληθυσμούς (οἱ ὑπὲρ τὸν Ἴστρον/Ῥῆνον βάρβαροι) και για τον ελλιπώς εκρωμαϊσμένο βέρβερο Γίλδωνα (ο αδελφός του Γίλδωνος Φίρμος περιγράφεται ως rex barbarus = «βάρβαρος φύλαρχος» από τον Αυγουστίνο που ήταν γηγενής της επαρχίας Αφρικής και ως lātrō fūnereus = «τυμβορώχος» [όπως εμείς λέμε «κατσαπλιάς, κλεφτοκοτάς»] και perduellis ~ «εχθρός της πολιτείας» από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, που παραθέτει λόγια του Θεοδοσίου του Πρεσβυτέρου -ο πατέρας του Μεγάλου Θεοδοσίου- που στάλθηκε για να καταστείλει την αποστασία του Φίρμου). Ο Ζώσιμος γράφει ότι ο Γίλδων «διὰ βαρβαρικὴν μανίαν» (5.11) ανάγκασε τον αδελφό του Μασκέλδηλο να καταφύγει στον Στιλίχωνα στην Ιταλία.

Οι «ὑπὲρ τὸν Ἴστρον/Ῥῆνον βάρβαροι» του Ζωσίμου αναφέρονται ρητά στα παρακάτω χωρία:

[1.67] ταῖς ἐν Γερμανίᾳ πόλεσιν ἐνοχλουμένας ἐκ τῶν περὶ τὸν Ῥῆνον βαρβάρων

[3.7] τοὺς ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον βαρβάρους

[3.8] τῶν ὑπὲρ τὸν Ἴστρον βαρβάρων

[3.10] τοὺς ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον βαρβάρους

[4.3] Τῶν δὲ ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον βαρβάρων

[4.12] ἐκ τε τῶν προσοικούντων τῷ Ῥήνῳ βαρβάρων

[4.19] τοὺς ὑπὲρ τὸν Ἴστρον βαρβάρους

[6.5] οἱ ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον βάρβαροι

Ο Ζώσιμος χαρακτηρίζει τους «ὑπέρ τον Ἴστρον βαρβάρους» ως «ὁμοδίαιτα ἔθνη» (δηλαδή ὁμότροπα) και «νομάδες» (δηλαδή ανίδρυτοι και όχι εδραίοι πληθυσμοί):

[4.25] τῶν ὑπὲρ τὸν Ἴστρον Σκυθῶν, Γότθων λέγω καὶ Ταϊφάλων καὶ ὅσα τούτους ἦν ὁμοδίαιτα πρότερον ἔθνη

[4.38] ἔθνος τι Σκυθικὸν ὑπὲρ τὸν Ἴστρον ἐφάνη πᾶσιν ἄγνωστον τοῖς ἐκεῖσε νομάσιν· ἐκάλουν δὲ Γροθίγγους αὐτοὺς οἱ βάρβαροι.

Ήταν όντως «νομαδικά» τα βάρβαρα γερμανικά φύλα;

Σύμφωνα με τον Peter Heather (Empires and Barbarians: Migration, Development, and the Birth of Europe), αν και τα γερμανικά έθνη δεν ήταν τωόντι νομάδες (όπως λ.χ. οι Ούννοι και οι Άβαροι), εισήλθαν ωστόσο στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία διαθέτοντας ήδη μια «μεταναστευτική συνήθεια» (a habit for migration), την οποία πρέπει να λάβουμε υπόψιν για να κατανοήσουμε τις μετέπειτα μεταναστεύσεις τους εντός της αυτοκρατορίας. Οι λαοί που έχουν αυτή την «μεταναστευτική συνήθεια», επιλέγουν ευκολότερα την μετανάστευση ως στρατηγική λύση σε σχέση με τους παραδοσιακά εδραίους πληθυσμούς. Με άλλα λόγια, οι λαοί που έχουν αυτή τη «μεταναστευτική συνήθεια» έχουν χαμηλότερο κατώφλι καταφυγής προς τη μετανάστευση. Αν οι Βάνδαλοι δεν διέθεταν αυτή τη μεταναστευτική συνήθεια, ήδη το 406, όταν διέβησαν τον Ρήνο, δεν θα έκαναν ποτέ ένα ταξίδι 4000 χιλιομέτρων μέχρι την Αφρική ύστερα από τη διάβασή τους. Οι τωόντι Σκύθες Αλανοί που συνόδεψαν τους Βανδάλους στην Αφρική ήταν τωόντι στεπαίοι νομάδες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις στέπες πιεζόμενοι από τους Ούννους. Το ταξίδι τους από τον ποταμό Τάναϊ μέχρι την Αφρική ήταν περίπου 5000 χιλιόμετρα.

[σλδ 30] Migration also tends to be undertaken by the already mobile.

[σλδ 116] In the 330s, the Gothic Tervingi contemplated moving lock, stock and barrel to the Middle Danubian region, and from the 370s, as we will explore in the next chapter, relocated  along with their fellow Gothic Greuthungi to new homes in the Roman Empire. This later mobility is relevant, because, as we have seen, comparative studies have consistently shown that migration is a cultural habit that builds up in particular population groups. Finding Gothic populations mobile in the fourth century provides a further reason for accepting the evidence that they -or their ancestors- had been so in the third.

[σλδ 146] The Germani were not nomads in any real sense of the word; they did not cycle their herds between designated blocks of summer and winter pasture, as some contemporary steppe nomads did. But […] Viewed in anything but the short term, therefore, their settlements tended to be mobile.

[σλδ 147] This is highly relevant because comparative studies have repeatedly demonstrated that migration is a life strategy more readily adopted by populations who are already mobile.

[σλδ 152-3] Some of the distances here are extraordinary. The extended trek of the Tervingi and Greuthingi from the north-west corner of the Black Sea to Aquitaine totalled about two and a half thousand kilometres, even just as the crow flies (and as the Goths didn’t). The Vandals went from Slovakia or thereabouts to Tunisia, via Spain and Morocco, not far short of four thousand kilometres, and the Alans who accompanied them even further. Before 376, the River Don marked the western boundary of Alanic territory north of the Black Sea, and from there to Carthage it was a -perhaps literally- staggering five thousand kilometres.

Ο Ζώσιμος γράφει ότι το 380 σε μια αιφνίδια επίθεση που ο έμπιστος «αὐτόμολος Σκύθης» Μοδάρης εξαπέλυσε κατά μιας μοίρας των Γότθων, Ταϊφάλων και λοιπών «ὁμοδίαιτων ἐθνών» που είχαν ωθηθεί στη Θράκη από τους Ούννους, οι βάρβαροι είχαν μαζί τους γυναικόπαιδα και 4000 άμαξες (4.25: ἐπὶ μὲν τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας ὁρμήσαντες ἁμάξας μὲν εἷλον τετράκισχιλίας). Ο Μάλχος μας πληροφορεί ότι το 479 ο Σαβινιανός αιχμαλώτησε 2000 άμαξες (fr. 18: καὶ τὰς ἁμάξας αὐτῶν λαβῶν Σαβινιανὸς, οὖσας ὡς δισχιλίας), σε μια ενέδρα κατά των Γότθων του Θευδιμούνδου (ο αδελφός του Μεγάλου Θευδερίχου που τότε ήταν στην Δαρδανία) στην Εγνατία οδό δυτικά της Λυχνιδού (η σημερινή Οχρίδα). Από τη στιγμή που κουβαλούσαν μαζί τους γυναικόπαιδα και χιλιάδες άμαξες, τα γερμανικά αυτά έθνη ήταν τωόντι «ἁμαξόβια» και «φερέοικα», όπως οι τωόντι Σκύθες του Ηροδότου (οι κατεξοχήν νομάδες).

Ο Ζώσιμος προσάπτει μερικά στερεότυπα χαρακτηριστικά σε αυτούς τους βαρβάρους. Ανέφερα ήδη την «βαρβαρικὴν μανίαν» του Βερβέρου Γίλδωνος (5.11). Ο Γότθος Γαΐνης διαθέτει «ἀπληστίαν βαρβαρικήν» (5.13), συμπεριφέρεται «φύσει θερμῷ καὶ μανιώδει τοῖς βαρβάροις» (5.14), «θερμοτήτι φερόμενος βαρβαρικῇ» (5.19), ενώ οι «σὺν αὐτῷ βάρβαροι», όταν χρειάστηκε να διαβούν τον Ελλήσποντο κοντά στην Άβυδο, έφτιαξαν «τὰς τῶν βαρβάρων σχεδίας σὺν οὐδεμιᾶ τέχνῃ βαρβαρικῇ δὲ ἐπινοίᾳ» (5.21). Ο Στιλίχων περιγράφει τον Αλάριχο στον Ονώριο ως «άνθρωπο βάρβαρο και μπαμπέση» (5.31: ἀνθρώπου βαρβάρου καὶ ἀπίστου), ενώ ο Αλάριχος «γέλασε και έβρισε με όλη την βαρβαρική του αλαζονεία» (5.40: πλατὺν … γέλωταπάσης ἀλαζονείας βαρβαρικῆς), όταν οι απόλεμοι και τρυφηλοί κάτοικοι της Ρώμης τον απείλησαν μέσω πρεσβείας ότι ήταν πανέτοιμοι να πάρουν τα όπλα και να βγουν έξω να τον αντιμετωπίσουν (ὧν Ἀλάριχος ἀκούσας, καὶ ὅτι μεταχειριζόμενος ὁ δῆμος ὅπλα παρασκευᾶσται πολεμεῖνπλατὺν τῶν πρέσβεων κατέχεε γέλωταἐχρῆτο ῥήμασιν ἐπέκεινα πάσης ἀλαζονείας βαρβαρικῆς).

Από τα παραπάνω, θα σχολιάσω το χωρίο όπου γίνεται αναφορά στην «βαρβαρική επίνοια» με την οποία οι βάρβαροι του Γαΐνη έφτιαξαν τις σχεδίες.

Η βαρβαρική «ἐπίνοια/ἐπιμήθεια» εδώ αντιπαραβάλλεται στη Ρωμαϊκή «πρόνοια/προμήθεια». Ενώ η κατασκευή με «πρόνοια/προμήθεια» σημαίνει την εφαρμογή ενός προμελετημένου σχεδίου, η «επίνοια/επιμήθεια» σημαίνει την άνευ προμελέτης κατασκευή (ξεκινώ να φτιάχνω απρομελέτητα και ό,τι προκύψει, αποφασίζοντας ad hoc κατά την διάρκεια της κατασκευής).

Η εμμονή των Ρωμαίων στην ακριβή εφαρμογή ενός προμελετημένου σχεδίου ήταν ένα από τα πράγματα που εντυπωσίασαν τον Πολύβιο.

Ο Πολύβιος αρχίζει την ιστορία του διευκρινίζοντας ότι θα εξηγήσει πως οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τη μεσογειακή οικουμένη μέσα σε 53 χρόνια. Ένας άλλος σκοπός της ιστορίας του, όμως, είναι να εξηγήσει στους Έλληνες αναγνώστες του γιατί κατακτήθηκαν από έναν βάρβαρο λαό. Για τους Έλληνες αναγνώστες του Πολυβίου αυτό ήταν παράδοξο, γιατί ήταν εθισμένοι στην ιδεά ότι οι Έλληνες ήταν ανώτεροι των βαρβάρων λόγω του λογισμού τους (λέξη κλειδί στον Πολύβιο). Ο Πολύβιος σε αρκετά χωρία εξηγεί πως, μπορεί οι Ρωμαίοι να είναι βάρβαροι βάσει γλωσσικού κριτηρίου,  αλλά σε ορισμένα θέματα ο ελληνικός λογισμός μοιάζει με βαρβαρική τσαπατσουλιά, όταν συγκρίνεται με τον ρωμαϊκό υπερ-λογισμό.

Το χαρακτηριστικότερο από αυτά τα χωρία όπου, για να δανειστώ τη φράση του Andrew Erskine (39:40 εδώ), ο Πολύβιος τρομάζει τον Έλληνα αναγνώστη του με το ρωμαϊκό υπερ-λογισμό, είναι η σύγκριση Ρωμαίων και Ελλήνων στον τρόπο κατασκευής του στρατοπέδου (παρεμβολή, ορισμός 2.2). Ο Πολύβιος πρώτα εξηγεί σε μια εκτενέστατη και λεπτομερέστατη αφήγηση πως φτιάχνουν οι Ρωμαίοι το περιτεταφρευμένο τέλειο τετράγωνο στρατόπεδό τους (τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων τὸ μὲν σύμπαν σχῆμα γίνεται τῆς στρατοπεδείας τετράγωνον ἰσόπλευρον). Μόλις ο Ρωμαίος στρατηγός τοποθετήσει τη σημαία στο σημείο όπου θα στηθεί η σκηνή του, οι Ρωμαίοι στρατιώτες, συμπεριφερόμενοι σα ρομποτάκια, αμέσως φέρνουν κατά νου το προμελετημένο σχήμα του στρατοπέδου και αρχίζουν να μετρούν αποστάσεις με βήματα, τηρώντας με ακρίβεια τις αναλογίες του προμελετημένου σχήματος, με τον κάθε στρατιώτη να συνειδητοποιεί αμέσως που πρέπει να στήσει τη σκηνή του και που πρέπει να πάει να δουλέψει (προμελετημένος καταμερισμός εργασίας).

Ο Πολύβιος ύστερα συνεχίζει με τη σύγκριση Ρωμαίων και Ελλήνων στη στρατοπεδεία. Οι Έλληνες λόγω οκνηρίας αποφεύγουν την ταλαιπωρία της ταφρείας (ἅμα μὲν ἐκκλίνοντες τὴν περὶ τὰς ταφρείας ταλαιπωρίαν) και έχουν μάθει να στρατοπεδεύουν σε φυσικά οχυρωμένους τόπους. Συνεπώς, η μορφή του ελληνικού στρατοπέδου είναι άστατη (= μεταβλητή: ἐξ ὧν ἄστατον ὑπάρχειν συμβαίνει) γιατί προσαρμόζεται κάθε φορά στον εκάστοτε φυσικά οχυρωμένο τόπο (διὸ καὶ κατά τε τὴν τῆς ὅλης παρεμβολῆς θέσιν πᾶν ἀναγκάζονται σχῆμα μεταλαμβάνειν, ἑπόμενοι τοῖς τόποις). Αντίθετα, οι Ρωμαίοι υπομένουν την ταλαιπωρία της ταφρείας και φτιάχνουν πάντοτε το ίδιο σχήμα στρατοπέδου, για να εξασφαλίσουν λειτουργικότητα (εὐχέρεια) και οικειότητα στο στρατόπεδό τους (χάριν τῆς εὐχερείας καὶ τοῦ γνώριμον καὶ μίαν ἔχειν καὶ τὴν αὐτὴν αἰεὶ παρεμβολήν).

[6.42.1] Ἧι δοκοῦσι Ῥωμαῖοι καταδιώκοντες τὴν ἐν τούτοις εὐχέρειαν τὴν ἐναντίαν ὁδὸν πορεύεσθαι τοῖς Ἕλλησι κατὰ τοῦτο τὸ μέρος. οἱ μὲν γὰρ Ἕλληνες ἐν τῷ στρατοπεδεύειν ἡγοῦνται κυριώτατον τὸ κατακολουθεῖν ταῖς ἐξ αὐτῶν τῶν τόπων ὀχυρότησιν, ἅμα μὲν ἐκκλίνοντες τὴν περὶ τὰς ταφρείας ταλαιπωρίαν, ἅμα δὲ νομίζοντες οὐχ ὁμοίας εἶναι τὰς χειροποιήτους ἀσφαλείας ταῖς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως ἐπὶ τῶν τόπων ὑπαρχούσαις ὀχυρότησι. διὸ καὶ κατά τε τὴν τῆς ὅλης παρεμβολῆς θέσιν πᾶν ἀναγκάζονται σχῆμα μεταλαμβάνειν, ἑπόμενοι τοῖς τόποις, τά τε μέρη μεταλλάττειν ἄλλοτε πρὸς ἄλλους καὶ ἀκαταλλήλους τόπους· ἐξ ὧν ἄστατον ὑπάρχειν συμβαίνει καὶ τὸν κατ’ ἰδίαν καὶ τὸν κατὰ μέρος ἑκάστῳ τόπον τῆς στρατοπεδείας. Ῥωμαῖοι δὲ τὴν περὶ τὰς τάφρους ταλαιπωρίαν καὶ τἄλλα τὰ παρεπόμενα τούτοις ὑπομένειν αἱροῦνται χάριν τῆς εὐχερείας καὶ τοῦ γνώριμον καὶ μίαν ἔχειν καὶ τὴν αὐτὴν αἰεὶ παρεμβολήν.

Μετά από αυτήν την παρένθεση για τα ρομποτάκια του Πολυβίου που είχαν εμμονή με την τάξη, τη λειτουργικότητα και την ακριβή εφαρμογή προμελετημένου σχεδίου, επανέρχομαι στο Ζώσιμο και την ύστερη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

1.3. Η αντιπαράθεση Ρωμαίων και βαρβάρων

Η αντιπαράθεση Ρωμαίων και βαρβάρων απαντά σε τόσα πολλά σημεία του Ζωσίμου, που δεν έχιε νόημα να τα παραθέσω όλα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι βάρβαροι παραμένουν βάρβαροι ακόμα και όταν προσφέρουν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες στους Ρωμαίους. Ο σφετεριστής Προκόπιος συνέλεξε «Ῥωμαίων τε γὰρ τάγματα καὶ βαρβάρων αὐτῷ πλῆθος προσετίθετο» (4.7), επί Θεοδοσίου στα στρατόπεδα της Μακεδονίας «οὐδὲ Ῥωμαίου διάκρισις ἢ βαρβάρου, πάντες μὲν ἀναμίξ ἀνεστρέφοντο» (4.31), στην αναχαίτιση μιας βαρβαρικής εισβολής όπου κάποιοι αυτόμολοι βάρβαροι πήγαν με τον εχθρό, δίπλα στον Θεοδόσιο παρέμειναν «μόνοι Ῥωμαῖοι καὶ τῶν αὐτομόλων ὅσοι παρῇσαν» (4.31). Ο Θεοδόσιος πληροφορήθηκε ότι «οἱ τοῖς Ῥωμαϊκοῖς τέλεσιν ἀναμεμιγμένοι βάρβαροι» (4.45) δελεάστηκαν να τον εγκαταλείψουν από τον σφετεριστή του δυτικού θρόνου Μάγνο Μάξιμο. Στη μάχη του Φριγίδου ποταμού, ο Θεοδόσιος διόρισε τον Τιμάσιο και τον Στιλίχωνα διοικητές «τῶν μὲν Ῥωμαϊκῶν στρατοπέδων», ενώ ο Γαΐνης, ο Σαούλ και ο Βακούριος ανέλαβαν «τοὺς δὲ συμμαχούντας αὐτῷ βαρβάρους» (4.57). Ο Γότθος Τριβίγιλδος «ἤρχε δὲ οὐ Ῥωμαϊκῶν ἰλῶν ἀλλὰ βαρβάρων ἐνιδρυμένων ἐν τῇ Φρυγίᾳ» (5.13), ενώ ο Στιλίχων συμβούλεψε τον Ονώριο «Ἀλάριχον μὲν ἐπιστρατεῦσθαι τῷ τυράννῳ, τὸν τε σὺν αὐτῷ βαρβάρων ἄγοντα μέρος καὶ τέλη Ῥωμαϊκὰ καὶ ἡγεμόνας» (5.31, τύραννος είναι ο σφετεριστής Κων/νος). Όταν ο Στιλίχων πληροφορήθηκε ότι το ρωμαϊκό στράτευμα του Τικήνου εξεγέρθηκε, διαβουλεύθηκε με τους ηγεμόνες των βαρβάρων συμμάχων για το αν έπρεπε να επιτεθούν στο εξεγερθέν στράτευμα. Τελικά, «ἐπὶ τούτοις ἐπαφῆναι Ῥωμαϊκῷ στρατοπέδῳ βαρβάρους οὔτε ὅσιον οὔτε ἀσφαλές ᾤετο εἶναι» (5.33). Ο Ζώσιμος ασκεί κριτική στον Στιλίχωνα για την αδράνεια που έδειξε στον χειρισμό του Αλαρίχου, ενώ είχε διαθέσιμες τρεις επιλογές: να τον κάνει σύμμαχο, να στείλει εναντίον το βάρβαρο σώμα του Σάρου, ή να στείλει εναντίον του το Ρωμαϊκό στράτευμα (5.36: Σάρον … ἔχοντα δὲ καὶ βαρβάρων πλῆθος ἀρκοῦν εἰς ἀντίστασιν. ἀλλ΄οὔτε την εἰρήνην δεξάμενος οὔτε τὴν Σάρου φιλίαν ἐπισπασάμενος οὔτε τὸ Ῥωμαϊκὸν συναγαγὼν στρατόπεδον).

Ο Ζώσιμος διακρίνει σε Ρωμαίους και Γότθους το στράτευμα που ο Ιουλιανός οδήγησε στην Περσία το 363 (3.25: Ῥωμαῖοι τε καὶ σὺν τούτοις οἱ Γότθοι).

2. Το Ρωμαϊκό αξίωμα

Ο Ζώσιμος σε πολλά σημεία χειρίζεται τη ρωμαϊκή ταυτότητα ως «ἀξίωμα», δηλαδή ως προνόμιο που συνεπάγεται ορισμένες υποχρεώσεις. Με άλλα λόγια, χειρίζεται το «Ῥωμαίων ὄνομα» ως κάτι το πολύτιμο που δεν μπορεί ν΄ αποδοθεί σε όποιον κι όποιον, αλλά μόνο σε εκείνους που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Με εθνολογικούς όρους, υπάρχουν κάποια κριτήρια συμμετοχής στη ρωμαϊκή κοινότητα τα οποία κάποιος πρέπει να πληροί για να θεωρείται Ρωμαίος. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Peter Heather (πάντοτε στο Empires and Barbarians), όταν εξηγεί στα γρήγορα την θεωρία εθνοτικότητας του Fredrik Barth (ο πατέρας της σύγχρονης εθνολογίας), η εθνοτικότητα είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ του τι θέλεις να είσαι και του πως σε βλέπουν οι άλλοι. Για να γίνεις μέλος μιας κοινότητας, αφενός μεν πρέπει να το επιθυμείς ο ίδιος, εφετέρου δε πρέπει να γίνεις αποδεκτός από τα υπόλοιπα μέλη, κάτι που προϋποθέτει την πλήρωση ορισμένων κοινά συμφωνημένων κριτηρίων ένταξης.

[σλδ 25] As an individual, you can in theory claim any identity you want to, but that doesn’t mean it will be recognized. In the modern world, group membership usually means having the appropriate passport, and hence the ability to satisfy the criteria for obtaining it in the first place. In the past, of course, passports didn’t exist, but some ancient societies monitored membership carefully. Rights to Roman citizenship were jealously guarded, for instance, and a whole bureaucratic apparatus was set up to monitor individual claims.

O χειρισμός της ρωμαϊκής ταυτότητας ως τιμητικό αξίωμα που αποδίδεται μόνο σε όσους πληρούν κάποιες υποχρεώσεις προς την πολιτεία έχει εθνολογικό ενδιαφέρον γιατί, σύμφωνα με τη Liah Greenfeld (Nationalism: Five Roads to Modernity) το κοινό χαρακτηριστικό όλων των εθνικισμών είναι η ελιτιστική ιδεολογία. Η εθνική ιδεολογία κάνει ελκυστική στο άτομο την ιδιότητα του μέλους στην «περιούσια» κοινότητα και, με αυτό τον τρόπο, εξασφαλίζει την αφοσίωση του ατόμου προς την χωρικά οριοθετημένη κοινότητα και το πολιτικό της κέντρο. Το άτομο παραμένει αφοσιωμένο στην κοινότητα, γιατί είναι η αφοσίωση αυτή (μαζί με τις υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν) που τον καθιστά μέλος, και επιθυμεί να είναι μέλος, γιατί η κοινότητα αυτοπροβάλλει την ιδιότητα του μέλους ως κάτι το σπουδαίο. Όλά όσα γράφει η Greenfeld στις σελίδες που παραθέτω αμέσως παρακάτω περιέχονται στους όρους «ἀξίωμα» και «ἀξίωση» που χρησιμοποιεί ο Ζώσιμος για να περιγράψει τη Ρωμαϊκή ταυτότητα.

Σύμφωνα με το Ζώσιμο, όταν ο Αιμιλιανός παρατήρησε ότι τα Παννονικά τάγματα («Παιονικά», όμως ο Αιμιλιανός ήταν διοικητής Μυσίας) που διοικούσε ήταν άτολμα και δεν ήθελαν ν΄αντιμετωπίσουν τους επιόντες βάρβαρους Γότθους («Σκύθαι») του Κνίβαπαραθάρσυνε τους στρατιώτες «τοῦ Ῥωμαίων ἀξιώματος ἀναμνήσας» (1.28), δηλαδή τους κατέστησε βουλόμαχους υπενθυμίζοντάς τους ότι η ατολμία ήταν ασυμβίβαστη με το ρωμαϊκό αξίωμα, το οποίο ενέχει την υποχρέωση της υπεράσπισης της πολιτείας. Το ρωμαϊκό στράτευμα νίκησε τους Γότθους στην επικείμενη μάχη και στη συνέχεια ακολούθησε τον Αιμιλιανό σε τιμωρητική εκστρατεία πέραν του Δουνάβεως. Μετά την επιτυχή αυτή εκστρατεία τα στρατεύματα ανακήρυξαν τον Αιμιλιανό αυτοκράτορα.

[Ζώσιμος, 128] τῶν δὲ Σκυθῶν […] Αἰμιλιανὸς Παιονικῶν ἡγούμενος τάξεων, ἀτόλμους ὄντας τοὺς ὑφ΄ἑαυτὸν στρατιώτας ἀντιστῆναι τῇ τῶν βαρβάρων εὐημερίᾳ παραθαρσύνας ὡς οἷος τε ἦν, καὶ τοῦ Ῥωμαίων ἀξιώματος ἀναμνήσας, ἐπῄει τοῖς εὑρεθεῖσιν ἐκεῖσε βαρβάροις ἀπροσδοκήτως. καὶ τοὺς πολλοὺς ἀνελῶν, ἤδη δὲ καὶ ἐπὶ τὴν ἐκείνων γῆν διαβιβάσας τοὺς στρατιώτας καὶ παραδόξως πᾶν τὸ προσπεσὸν διαφθείρας, παρὰ πᾶσαν τε ἐλπίδα τὰ Ῥωμαίοις ὑπήκοα τῆς ἐκείνων μανίας ἐλευθερώσας, αἱρεῖται παρὰ τῶν τῇδε στρατιωτῶν αὐτοκράτωρ.

Ο αυτoκράτορας Βαλεριανός, αφού αιχμαλωτίστηκε από τον Πέρση Σαπώρη Α΄ στη μάχη της Έδεσσας το 260, πέθανε δούλος των Περσών σπιλώνοντας το Ρωμαϊκό όνομα με μέγιστη αισχύνη (1.36: μεγίστην αἰσχύνην ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα τῷ Ῥωμαίων ὀνόματι καταλελοιπώς). Με άλλα λόγια, η ρωμαϊκή τιμή είναι κάτι το πολύτιμο που πρέπει να διαφυλαχθεί, ώστε να κληροδοτηθεί ασπίλωτη στους εσομένους.

Στη μάχη της Μούρσας, οι στρατηγοί του Κωνσταντίου Β΄ ενθάρρυναν τους στρατιώτες τους υπενθυμίζοντάς τους την ανδρεία και την δόξα των Ρωμαίων (2.51: καὶ τῶν Κωνσταντίου δὲ στρατηγῶν εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀνδρίας καὶ τῆς Ῥωμαίων δόξης ἐπανελθόντων). Σημειώνω εδώ ότι ο Ζώσιμος σε όλη την ιστορία του προτιμά τον τύπο «ἀνδρία» έναντι του «ἀνδρεία».

Στη μοιραία περσική εκστρατεία του Ιουλιανού, η κατάληψη της σημαντικής πόλης Βηρσαβώρας (ύστερα από πολιορκία δύο ημερών, οι υπερασπιστές της συμφώνησαν να παραδώσουν την πόλη με αντάλλαγμα την ασφαλή τους εγκατάσταση σε περιοχή της Ρωμαϊκής επικράτειας), παρουσιάζεται ως κατόρθωμα που αύξησε την δόξα του ρωμαϊκού αξιώματος (3.18: οὐχ ἡ τυχοῦσα τῶν Ῥωμαίων ἀξιώματι προσεγένετο δόξα, πόλεως μεγάληςἐν δύο μόναις ἡμέρες κατᾶ κράτος ἁλούσης). Στο επόμενο χωρίο, ο Ιουλιανός καθαίρεσε έναν αξιωματικό προσκόπων («κατασκόπων»), επειδή κατά την υποχώρησή τους παράτησαν στους Πέρσες το «δράκοντος ἐκτύπωμα/σημεῖον» (dracō = λάβαρο σπείρας, ορισμός IIB) της μονάδας τους. Ο αξιωματικός καθαιρέθηκε επειδή προτίμησε την προσωπική του σωτηρία από την υπεράσπιση της ρωμαϊκής μεγαλοφροσύνης (3.19: [ὁ βασιλεὺς] τὸν δὲ τῶν κατασκόπων ἡγεμόνα, διότι τοῖς πολεμίοις τὸ σημεῖον ἀπέλιπεν, τὴν σωτηρίαν τῆς Ῥωμαϊκῆς μεγαλοφροσύνης ἔμπροσθεν ποιησάμενος, παρέλυσε τε τῆς ζώνης καὶ ἐν ἀτιμίᾳ τὸ λοιπὸν εἶχεν ἅμα τοὶς κοινωνήσασιν αὐτῷ τῆς φυγῆς). Στη μάχη όπου πέθανε ο Ιουλιανός, κάποιοι από τους Ρωμαίους που ετράπησαν σε φυγή, άλλαξαν γνώμη και «σφῶν καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ ἀξιώματος μεμνημένοι» (3.29) προτίμησαν να πολεμήσουν «ἄχρι θανάτου».

Στη συνέχεια, ο Ζώσιμος κάνει μια συνοπτική αναδρομή σε όλους τους παλαιότερους Περσο-Ρωμαϊκούς πολέμους (3.32).

Με την ήττα του στη μάχη των Καρρών (53 π.Χ.), ο Μάρκος Λικίνιος Κράσσος (όπως και ο Βαλεριανός στη μάχη της Εδέσσης που ανέφερα παραπάνω) «αἰσχρὰν ἄχρι τοῦδε Ῥωμαίοις κατέλιπεν δόξαν», ενώ ο Μάρκος Αντώνιος «τῷ Κλεοπάτρας ἐχόμενῳ ἔρωτι, τοῖς περὶτὸν πόλεμον ἐκμελῶς καὶ ὀλιγώρως προσέσχε», με αποτέλεσμα την αποτυχημένη εκστρατεία του κατά των Πάρθων (44 π.Χ.), κατά την οποία «ἀνάξια πεπραχὼς τοῦ Ῥωμαίων ὀνόματος».

Ο Ιουλιανός παρέλαβε στη Γαλατία μια άθλια κατάσταση (διεφθαρμένο στράτευμα, ακώλυτη διάβαση των υπερρήνιων βαρβάρων), όπου οι εγχώριοι έτρεχαν να κρυφτούν και μόνο με το άκουσμα του ονόματος των βαρβάρων (3.3: συνιδὼν δὲ ὡς οἱ μὲν κατὰ τὴν χώραν καὶ πρὸς τὴν ἀκουὴν τοῦ τῶν βαρβάρων ὀνόματος πτώσσουσιν), και παρέδωσε μια εμφανώς βελτιωμένη κατάσταση όπου οι υπερρήνιοι βάρβαροι είχαν σταματήσει να επιδράμουν φοβούμενοι το όνομα των Ρωμαίων (4.3: τῶν δὲ ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον βαρβάρων, ἑως μὲν Ἰουλιανὸς περιῆν, τὸ Ῥωμαίων ὄνομα δεδιότων).

Μετά το θάνατο του Ιουλιανού, οι υπερρήνιοι βάρβαροι ξανάρχισαν τις επιδρομές τους και ο Βαλεντινιανός Α΄ χρειάστηκε να κάνει μια σειρά εκστρατειών για να αποκαταστήσει την ασφάλεια των συνόρων. Σε μια από αυτές τις πρώτες μάχες, το τάγμα των Βατάβων που είχε εγκαταλέξει στο Ρωμαϊκό στρατό ο Ιουλιανός (3.8: ὁ Καῖσαρ Σαλίους τε καῖ Κουάδων [=Χαμαύων] μοῖρα καὶ τῶν ἐν τῇ Βαταβίᾳ νήσῳ τινὰς τάγμασιν ἐγκατέλεξε), λιποτάκτησε την ώρα της μάχης και υπήρξε η αιτία της ήττας (4.9). Ο Βαλεντινιανός «ἐκέλευσεν τὸ στρατόπεδον ἅπαν ἀναλαβὼν τὴν πανοπλίαν συνελθεῖν ὡς ἀκουσόμενον λόγων ὄφελος ἁπάσι φερόντον κοινόν» (διέταξε να συγκετρωθεί πάνοπλο όλο το στράτευμα γιατί είχε να πει κάτι που ήταν προς κοινό όφελος όλων). Έβαλε το τάγμα των Βατάβων στη μέση, τους ζήτησε να αποθέσουν τα όπλα τους και τους εξήγησε ότι η τιμωρία που τους αρμόζει είναι αυτή που ορίζεται για τους δραπέτες, οι οποίοι πωλούνται ως δούλοι (οἰκέται) στα σκλαβοπάζαρα. Μόλις οι Βάταβοι άκουσαν την ποινή, παρακάλεσαν τον Βαλεντινιανό να γλιτώσει το τάγμα τους από αυτή την ντροπή δίνοντάς τους μια ακόμα ευκαιρία, «ἄνδρες ὐπισχνούμενοι φανήσεσθαι τοῦ Ῥωμαϊκοῦ ὀνόματος ἄξιοι». Ο Βαλεντινιανός τους είπε ότι πρέπει να αποδείξουν έμπρακτα αυτήν τους την υπόσχεση (τοῦ δὲ ἐντεῦθεν ἤδη τοῦτο ἔργῳ δειχθῆναι κελεύσαντος) και οι Βάταβοι, στην επόμενη σύρραξη με τους υπερρήνιους Γερμανούς «τοσαύτην περὶ τὸν πόλεμον ἐπεδείξαντο προθυμίαν ὥστε ἐξ ἀπείρου πλήθους ὀλίγους εἰς τὰ οἰκεῖα τῶν βαρβάρων διασωθῆναι».

Ύστερα από την επιτυχή εκστρατεία του Βάλεντος κατά των Γότθων του Αθαναρίχου («Σκυθικός» πόλεμος 367-9) «ἐγίνοντο σπονδαὶ μὴ καταισχύνουσαι τῇ Ῥωμαίων ἀξίωσιν» (4.11).

Στο [4.40] ο Ζώσιμος περιγράφει ένα τσάκωμα που εξελίχθηκε σε σύρραξη στην Τόμι της Μικράς Σκυθίας μεταξύ Ρωμαίων στρατιωτών και βάρβαρων φοιδεράτων. Αρχικά, οι Ρωμαίοι στρατιώτες αρνήθηκαν να κινητοποιηθούν και έβλεπαν από τα τείχη τον διοικητή τους Γερόντιο να μάχεται μόνος του εναντίον των βαρβάρων. Κάποια στιγμή, όμως, οι στρατιώτες «ἀνεμνήσθησαν τοῦ Ῥωμαίων ὁνόματος» και βγήκαν έξω να πολεμήσουν μαζί με τον διοικητή τους. Θα περιγράψω αυτή την σύρραξη αναλυτικά στην ενότητα “Respublica,” επειδή ο Θεοδόσιος έκρινε πως η «ηρωική» επίθεση του Γεροντίου κατά των φοιδεράτων, την οποία επαινεί ο Ζώσιμος, ήταν πλημμέλημα επειδή επιτέθηκε για ιδιοτελείς λόγους και «μὴ διὰ τὸ κοινῇ λυσιτελές».

3. Ο Ρωμαϊκός νόμος

Η Ρωμαϊκή επικράτεια ήταν το οριοθετημένο πεδίο εφαρμογής του Ρωμαϊκού νόμου. Εκεί που τελείωνε η ρωμαϊκή επικράτεια, έπαυε να έχει ισχύ και ο ρωμαϊκός νόμος. Συνεπώς, οι Ρωμαίοι διέθεταν μια κοινή δημόσια κουλτούρα που τους ξεχώριζε τόσο από τους υπερόριους βαρβάρους όσο και από τους αναφομοίωτους εσωτερικούς «άλλους», όπως οι ληστρικοί Ίσαυροι. Αυτό είναι ένα θέμα μεγάλου εθνολογικού ενδιαφέροντος, επειδή η χωρικά οριοθετημένη εφαρμογή και επιβολή ενός κοινού νόμου από τους θεσμούς ενός πολιτικού κέντρου είναι ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα για τον σχηματισμό εθνικής ταυτότητας. Το άλλο είναι καλλιέργεια του πατριωτισμού, δηλαδή της αφοσίωσης προς την χωρικά οριοθετημένη κοινότητα και το πολιτικό της κέντρο. Κάποια στιγμή θα αφιερώσω μια ξεχωριστή ανάρτηση γι΄αυτό το θέμα. Εδώ, πριν περάσω στο σχολιασμό των χωρίων του Ζωσίμου, θα παραθέσω μόνο μερικές σύντομες παρατηρήσεις του Steven Grosby και του Anthony D. Smith.

Σύμφωνα με τον Σμιθ, η βασική διαφορά έθνους (nation) και εθνότητας (ethnie) είναι ότι το έθνος διαθέτει θεσμικά αναπαραγόμενη διακριτή δημόσια κουλτούρα (a distinctive public culture) και θεσμικά επιβαλλόμενο κοινό νόμο, ενώ η εθνότητα χαρακτηρίζεται από την απλή ύπαρξη τετριμμένων κοινών εθίμων.

Σύμφωνα με τον Grosby, ο σχηματισμός του έθνους (nation) ως χωρικά οριοθετημένης κοινότητας (bounded territorial community) προϋποθέτει τη μετάβαση από τα ετερογενή επιχώρια έθιμα (local customs) στον κοινό νόμο της χώρας (a common law of the land).

Για να δούμε τώρα τι γράφει ο Ζώσιμος για τα παραπάνω.

Οι Βαστάρνες που ο Πρόβος επέτρεψε να εγκατασταθούν στη Θράκη «διετέλεσαν τοῖς Ῥωμαίων βιοτεύοντες νόμοις» (1.71). Με άλλα λόγια, η εγκατάστασή τους εντός της Ρωμαϊκής επικράτειας συνοδεύτηκε από μια αλλαγή του τρόπου διαβίωσης. Πλέον, έπρεπε να βιοτεύουν σύμφωνα με τους νόμους των Ρωμαίων.

Μετά το θάνατο του Ιουλιανού στην περσική εκστρατεία, ο Ιοβιανός ανέλαβε το δύσκολο έργο της συνθηκολόγησης με τους Πέρσες με σκοπό τον ασφαλή επαναπατρισμό του ρωμαϊκού στρατεύματος. Ο Ιοβιανός αναγκάστηκε να αποδεχτεί την παράδοση της Νισίβεως, πόλη στην οποία υπηρέτησε ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο οποίος την χαρακτήρισε urbs inexpugnabilis (απόρθητη πόλη) και murus provinciarum (τείχος των ανατολικών επαρχιών). Ο Ζώσιμος αποκαλεί τη Νίσιβι «προτείχισμα τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς». Κατά την προηγούμενη εικοσαετία, σε τρεις περσικές πολιορκίες οι κάτοικοι της Νισίβεως χρειάστηκε να υπερασπιστούν την πόλη τους μαζί με τους ενιδρυμένους Ρωμαίους στρατιώτες, με σημαντική συμβολή του επισκόπου της πόλεως Εφραίμ στην ψυχική τόνωση των υπαρασπιστών. Οι κάτοικοι της Νισίβεως μεταφέρθηκαν στην γειτονική Άμιδα.

Ο Ζώσιμος περιγράφει τον τριβούνο Μαυρίκιο να φτάνει στη Νίσιβι, καθώς οι κάτοικοί την εγκατέλειπαν. Οι κάτοικοι ικέτευσαν τον Μαυρίκιο να τους φροντίσει, ώστε να μην αποκτήσουν βάρβαρα ήθη αυτοί που για αιώνες είχαν ανατραφεί με τους νόμους των Ρωμαίων (3.33: ἐκλιπαρούντων μὴ προέσθαι σφᾶς μηδὲ εἰς πείραν καταστῆσαι βαρβάρων ἠθῶν, τοσαύτη ἐτῶν ἑκατοντάς, τοῖς Ῥωμαίων νόμοις ἐντεθραμμένους).

Όταν ο Θεοδόσιος επέτρεψε σε μεγάλο αριθμό «αὐτομόλων βαρβάρων» (φοιδεράτων) να εισέλθουν στη Ρωμαϊκή επικράτεια, έκρινε πως, για να τους ελέγξει αποτελεσματικότερα, έπρεπε να τους χωρίσει να στείλει μερικούς στην Αίγυπτο, φέρνοντας ταυτόχρονα από την Αίγυπτο στα Βαλκάνια «Αἰγυπτίους» στρατιώτες (Ρωμαίους). Τα δύο σώματα συναντήθηκαν στη Φιλαδέλφεια της μικρασιατικής Λυδίας, όπου ένας βάρβαρος ξεκίνησε φασαρία στην αγορά επειδή αρνήθηκε να πληρώσει σε έναν πωλητή ολόκληρο το ποσό των αντικειμένων που είχε αγοράσει. Όταν ο πωλητής διαμαρτηρήθηκε, ο βάρβαρος τον απείλησε με το ξίφος του και ο πωλητή κατέφυγε στους Αιγύπτιους στρατιώτες για βοήθεια. Οι Αιγύπτιοι συμβούλεψαν επιεικώς τους βαρβάρους να μην διαπράττουν τέτοια ατοπήματα γιατί «μὴ γὰρ εἶναι τοῦτον ἔργον ἀνθρώπων κατὰ Ῥωμαίων νόμους ζῆν ἐθελόντων» (4.30). Τελικά προέκυψε σύρραξη στην οποία νίκησαν οι Αιγύπτιοι επειδή, αν και αριθμητικά λιγότεροι, «εἴχοντο τῆς στρατηγικῆς εὐταξίας».

Τέλος, ο Ζώσιμος περιγράφει την απόσχιση της Βρετανίας και ορισμένων περιοχών της βόρειας Γαλατίας από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με τα εξής λόγια:

[6.5] τοῦς τε τὴν Βρεττανικὴν νῆσον οἰκοῦντας καὶ τῶν ἐν Κελτοῖς ἐθνῶν ἔνια τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ἀποστῆναι καὶ καθ΄ἑαυτὸν βιοτεύειν, οὐκέτι τοῖς τούτων ὑπακούοντα νόμοις.

Όταν οι Βαστάρνες εγκαταστάθηκαν στη ρωμαϊκή επικράτεια, «διετέλεσαν τοῖς Ῥωμαίοις βιοτεύοντες νόμοις». Όταν τα μέχρι τότε Ρωμαίων υπήκοα «ἔθνη» [επαρχίες] της Βρετανίας και Γαλατίας αποσχίστηκαν από την Ρωμαίων αρχή, άρχισαν «καθ΄ἑαυτὸν βιοτεύειν, οὐκέτι τοῖς τούτων [i.e. Ῥωμαίων] ὑπακούοντα νόμοις».

4. πατρίς και οικεία ήθη

Ο Ζώσιμος χρησιμοποιεί τον όρο «οἰκεῖα ἤθη» για να περιγράψει τους υπερόριους τόπους από τους οποίους προέρχονται οι βάρβαροι (εισβολείς και αυτόμολοι). Τα «οἰκεῖα ἤθη» (ή «πάτρια ἤθη») ενός πληθυσμού είναι «οι συνήθεις τόποι» του, δηλαδή τα παραδοσιακά του μέρη. Ο όρος απαντά στα παρακάτω χωρία:

οἰκεῖα ἤθη: 3.7, 4.3

οἰκεῖα [i.e. ἤθη]: 1.64, 4.9, 4.32, 4.34, 5.21

ἤθη: 1.29

[1.29] Σκυθῶν δὲ ἐξ ἠθῶν ἀναστάντων καὶ Μαρκομαννῶν

[1.64] τῶν ἐν τῷ Βοσπόρῳ Σκυθῶν … ἀδεῶς τὰ οἰκεῖα [i.e. ἤθη] καταλαβεῖν

[3.7] βαρβάρῳ τὸ γένος ὄντι … τὰ οἰκεῖα ἤθη καταλιπόντι

[4.3] άπανέστησαν αὐτίκα τῶν οἰκείων ἠθῶν

[4.9] εἰς τὰ οἰκεῖα [i.e. ἤθη] τῶν βαρβάρων

[4.32] τὰ οἰκεῖα [i.e ἤθη] κατέλαβον

[4.34] περαιωθῆναι τὸν Ἴστρον καὶ τὰ οἰκεῖα [i.e. ἤθη] καταλάβειν συνανάγκασεν

[5.21] ἐπεραιώθη τὸν Ἴστρον, εἰς τὰ οἰκεῖα [i.e. ἤθη] ἐπανελθεῖν διανοούμενος

Ο όρος «πατρίς» απαντά στο Ζώσιμο τρεις φορές με τρεις διαφορετικές σημασίες.

Ο Τατιανός είχε γεννηθεί στη Μικρά Ασία που ανήκε στην Υπαρχία Ανατολής. Όταν ο Ζώσιμος γράφει ότι ο Τατιανός διορίστηκε από τον Θεοδόσιο ύπαρχος στην πατρίδα του (4.45: Τατιανόν … τῆς αὐλῆς ὕπαρχον ἐν τῇ πατρίδι), ως «πατρίδα» του Τατιανού προφανώς κατανοεί όλη την Υπαρχία Ανατολής. Όταν όμως παρακάτω ο Ζώσιμος γράφει ότι, μετά τη στημένη δίκη που διοργάνωσε εναντίον του ο Ρουφίνος, ο Τατιανός εξορίστηκε στην πατρίδα του (4.52: Τατιανοῦ δὲ τῇ τῆς πατρίδος οἰκήσει παραδοθέντος), «πατρίς» του Τατιανού εδώ είναι ο γενέθλιός του τόπος (Λυδία/Καρία).

Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, χρήση του όρου «πατρίς» γίνεται στην περιγραφή της περσικής εκστρατείας του Ιουλιανού. Ο Ιουλιανός πραγματοποίησε την εκστρατεία για να ανεβάσει στον περσικό θρόνο τον γερασμένο τότε Πέρση πρίγκιπα Ορμίσδα, που νέος είχε καταφύγει στην αυλή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όταν ο Ορμίσδας στάλθηκε στην Βηρσαβώρα για να συνθηκολογήσει με τους Πέρσες υπερασπιστές της, οι τελευταίοι «νῦν δὲ ὕβρεσιν αὐτὸν περιβάλλοντες ὡς αὐτόμολον καὶ φυγάδα καὶ τῆς πατρίδος προδότην» (3.18). Σ΄αυτό το χωρίο, η «πατρίς» που πρόδωσε ο Ορμίσδας δεν μπορεί να είναι άλλη από το Ērānšahr = Αρίων/Ιρανών Βασίλειον. Παρακάτω, οι Πέρσες στρατιώτες «ἅσματα λέγουσιν ἐπιχώρια, τὴν μὲν τοῦ σφῶν βασιλέως ἀνδρίαν ὑμνοῦντα, διαβάλλοντα δὲ τὴν τοῦ Ῥωμαίων βασιλέως ἀνέφικτον ἐπιχείρησιν» (3.22), δηλαδή τραγουδούσαν επιχώρια (= χωρικά οριοθετημένα) τραγούδια που εξέφραζαν την αφοσίωσή στον βασιλιά τους. Στο επόμενο χωρίο, ο Πέρσης φρούραρχος Αναβδάτης εξέβρισε «παρὰ πλείστοις Ὁρμίσδην προδότην άποκαλὼν καὶ τῆς κατὰ Περσῶν αἴτιον ἐκστρατείας» (3.23).

Στα παραπάνω χωρία, ο Ζώσιμος παρουσιάζει τους Πέρσες να επιδεικνύουν πατριωτισμό, δηλαδή αφοσίωση προς την χωρικά οριοθετημένη Περσική κοινότητα και προς τον βασιλιά τους. Με άλλα λόγια, οι Πέρσες συμπεριφέρονται έτσι ακριβώς όπως προειδοποιεί τους αναγνώστες του το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου. Αντίθετα με τους λοιπούς εθνικούς (Σκύθαι, Σλάβοι, Γερμανικά έθνη) για τους οποίους το Στρατηγικόν γράφει ότι δεν έχουν ανεπτυγμένο αίσθημα αλληλεγγύης και συλλογικής και κεντρικής αφοσίωσης:

[Στρατηγικὸν, 11, γρ. 2-5] τὸ Περσικὸν ἔθνος μοχθηρὸν καὶ κρυψίνουν καὶ δουλοπρεπὲς ἐστιν, φιλοπάτριον δὲ καὶ εὐπειθέςὙπάρχει τοῖς ἄρχουσι διὰ φόβον· ὄθεν καὶ καρτερικῶς τοὺς τε πόνους καὶ τοὺς ὑπὲρ τῆς πατρίδος πολέμους ὑφίσταται.

5. Τα επίθετα «ὁμόφυλος» και «ἐμφύλιος»

Ο Ζώσιμος χρησιμοποιεί τα επίθετα «ὁμόφυλος» και «ἐμφύλιος» στα παρακάτω χωρία:

ὁμόφυλος: 3.3, 3.17, 4.26, 4.56, 5.15, 5.21

ἐμφύλιος: 1.5, 1.8, 1.64, 2.51, 3.9, 4.42, 4.48

Το επίθετο «ἐμφύλιος» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους εμφύλιους πολέμους των Ρωμαίων. Οι εμφύλιοι πόλεμοι ΣύλλαΜαρίου και Καίσαρος-Πομπηίου διέφθειραν το ρωμαϊκό πολίτευμα (1.5: τῶν δὲ ἐμφυλίων πολέμων Σύλλα τε καὶ Μαρίου καὶ μετὰ ταῦτα Ἰουλίου Καίσαρος καὶ Πομπηίου Μάγνου φθειράντων αὐτοῖς τὸ πολίτευμα). Στη συνέχεια, ο Ζώσιμος αναφέρει τους εμφυλίους πολέμους ΑλβίνουΝίγρου (1.8: Ἀλβίνου καὶ Νίγρου, πόλεμοι συνέστησαν αὐτοὶ οὐκ ὀλίγοι πρὸς ἀλλήλους ἐμφύλιοι) και ΠρόβουΦλωριανού (1.64: εἰς ἐμφύλιον κατέστη τὰ πράγματα ταραχήν).

Στη διήγηση των γεγονότων του 4ου αιώνα, ο Ζώσιμος περιγράφει τη μάχη της Μούρσας (351) ως εμφύλια μάχη Ρωμαϊκών στρατοπέδων (2.51: Κωνστάντιος δὲ θεασάμενος ὡς ἐμφυλίου τῆς μάχης οὔσηςτῶν Ῥωμαϊκῶν στρατοπέδων) και γράφει ότι ο Ιουλιανός «πρὸς ἐμφύλιον παρασκευάζετο πόλεμον» (3.9), όταν αποφάσισε να εκστρατεύσει ανατολικα κατά του Κωνσταντίου. Όταν η Ιουστίνη (μητέρα του Βαλεντινιανού Β΄) ζήτησε από τον Θεοδόσιο να εκστρατεύσει κατά του σφετεριστή Μάγνου Μαξίμου, ο Θεοδόσιος (τον οποίο εδώ ο Ζώσιμος βρίσκει την ευκαιρία να κατηγορήσει ως οκνηρό και εκμελή) στην αρχή αρνήθηκε με την δικαιολογία ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι πηγή κακών για τα κοινά πράγματα (4.44: τούτοις δυσαρεστήσας ὁ Θεοδόσιος … τὰ ἐκ τῶν ἐμφυλίων κακὰ φέρων εἰς μέσον, καὶ ὡς ἀνάγκη πᾶσα τὰ κοινὰ πλήττεσθαι καιρίαις πληγαῖς ἀμφοτερώθεν). Όταν τελικά ο Θεοδόσιος αποφάσισε να κινηθεί κατά του Μαξίμου, οι βάρβαροι που είχαν κρυφτεί στα έλη και τις λίμνες της Μακεδονίας (όσο ο Θεοδόσιος ήταν στη Θεσσαλονίκη), εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι ο Θεοδόσιος ήταν απασχολημένος με τον εμφύλιο πόλεμο και ξανάρχισαν να λεηλατούν τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία (4.48: τῆς περὶ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον ἀσχολίας Θεοδοσίου τοῦ βασιλέως λαβόμενοι).

Η πρώτη απάντηση του επιθέτου «ὁμόφυλος» στο Ζώσιμο είναι στο σημείο όπου περιγράφει τη μάχη του Αργεντοράτου (Στρασβούργο), όπου ο Ιουλιανός ως Καίσαρ Γαλατίας νίκησε τους Αλαμανούς. Μετά τη μάχη, ο Ιουλιανός έπρεπε να τιμωρήσει μια ίλη επίλεκτων και καλοεκγυμνασμένων ιππέων που είχε λιποτακτήσει την ώρα της μάχης (3.3: οὗτοι μόνοι πρὸς φυγὴν τραπέντες τὰς τάξεις ἀπέλιπον τοὺς δὲ μηδὲ οὕτῳ μετασχεῖν ἐθελῆσαι τῆς μάχης). Η πράξη τους θεωρήθηκε παράπτωμα, επειδή εγκατέλειψαν τους ομόφυλούς τους σε μάχη εναντίον των βαρβάρων (ἐκδεδώκασι τοὶς βαρβάροις τοὺς ὁμοφύλους). Ο Ιουλιανός αποφάσισε να μην εφαρμόσει την τιμωρία που όριζε ο νόμος (τὴν μὲν ἀπὸ τὸν νόμον ὡρισμένην τιμωρίαν αυτοῖς οὐκ ἀπέθηκεν), αλλά τυος τιμώρησε ντύνοντάς με γυναικεία ρούχα και διαπομπεύοντάς τους στο στρατόπεδο, τιμωρία που έκρινε χειρότερη και από το θάνατο για άνδρες στρατιώτες (ἀμφιέσας δὲ ἑσθήτι γυναικεῖᾳ διὰ τοῦ στρατοπέδου περιήγαγεν ἐπ΄ἐξαγωγῇ, στρατιῶταις άνδρασι χαλεπωτέρα θανάτου τὴν τοιαύτην τιμωρίαν και ποινὴν ἡγησάμενος). Στην επόμενη μάχη, οι λιποτάκτες «τὴν ἐπιτεθεῖσαν αἰσχύνην ἔχοντες κατὰ νοῦν μόνοι σχεδὸν παρὰ πάντας τοὺς ἄλλους ἠρίστευσαν».

Εδώ ο Ιουλιανός πέτυχε τον ίδιο σωφρονισμό που πέτυχε και ο Βαλεντινιανός με τους λιποτάκτες Βατάβους (βλ. παραπάνω ενότητα «το Ρωμαϊκό αξίωμα»). Και στις δύο περιπτώσεις, η στρατιωτική τιμωρία (ή η απειλή τιμωρίας), μετέτρεψε τους λιποτάκτες σε προθυμότατους στρατιώτες που αρίστευσαν στην επόμενη μάχη. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες περιγράφονται ως ομόφυλοι που πολεμούν εναντίον (αλλόφυλων) βαρβάρων.

Κατά την μοιραία περσική εκστρατεία του Ιουλιανού, το στράτευμα διακρίνεται σε Ρωμαίους και Γότθους (3.25: Ῥωμαῖοι τε καὶ σὺν τούτοις οἱ Γότθοι) και δύο ρωμαϊκά σώματα (με αρχηγούς τον πατέρα του Ιοβιανού Λουκιλλιανό και τον Βίκτωρα) χαρακτηρίζονται ως ομόφυλοι, όταν συναντιούνται (3.16-7: Βίκτωρατοὺς ὑπὸ Λουκιλλιανῷ τεταγμένους ἐζήτειἐκβοήσεσι τε ἀνεκάλει τοὺς ὁμοφύλους).

Τα παιδιά των Γότθων (η «βάρβαρος νεολαία») που οι Ρωμαίοι κρατούσαν ως εχέγγυο καλής συμπεριφοράς στις πόλεις της Μικράς Ασίας αποφάσισαν να εξεγερθούν κατά των Ρωμαίων όταν πληροφορήθηκαν την κακομεταχείριση των πατέρων και των λοιπών ομοφύλων τους στη Θράκη (4.26: βάρβαρον νεολαίαν … τὰ κατὰ τὴν Θρᾴκην συμβάντα τοῖς αὐτοῖς ὁμοφύλοις …  τιμωρῆσαι τοῖς σφῶν πατράσι καὶ ὁμοφύλοις).

Οι φοιδεράτοι πολέμαρχοι Πριούλφος και Φραβίττος διαφωνούσαν για το αν έπρεπε να διατηρήσουν ή όχι την ένορκη συνθήκη που είχαν με τους Ρωμαίους και ο καθένας τους προσπαθούσε να φέρει στη μεριά του τους ομοφύλους του (4.56: καὶ πρὸς τοῦτο τοὺς ὁμοφύλους παρακαλῶν).

Κατά την εξέγερση των βαρβάρων φοιδεράτων του Τριβιγίλδου στην Φρυγία, οι υπόλοιποι βάρβαροι φοιδεράτοι δεν ήθελαν να πολεμήσουν τους άνδρες του Τριβιγίλδου για χατίρι των Ρωμαίων (5.15: βάρβαρον δὲ σύμμαχον Ῥωμαίων εἶναι ουδένα), και μάλιστα πήραν το μέρος των ομοφύλων τους στις λεηλασίες τους εις βάρος των Ρωμαίων υπηκόων (τοῖς γὰρ ὁμοφύλοις ἐν ταῖς συμβολαῖς ἀναμιγνύμενοι κατὰ τῶν Ῥωμαίοις ὑπηκόων ἐχώρουν).

Τέλος, ο Φραβίττος ανταμείφθηκε με την υπατεία από τον Αρκάδιο, όταν εξουδετέρωσε την απειλή του Γαΐνη, αλλά όλοι στην Κωνσταντινούπολη είπαν, ότι τον άφησε να διαφύγει πέραν του Ίστρου επειδή τον λυπήθηκε (φεισαμένῳ) ως ομόφυλο (5.21: πάντων δὲ ὡς εἰπεῖν αἰτίας ἐπιφερόντων Φραουίττῳ, ὅτι διῶξαι φεύγοντα Γαΐνην οὐκ ἠθέλησεν, φεισαμένῳ δὲ ὡς ὁμοφύλῳ αὐτοῦ τε Γαΐνου καὶ τῶν ἅμα τούτῳ διαφυγόντων).

Κλείνω εδώ την παρούσα ανάρτηση και θα συνεχίσω στην επόμενη ανάρτηση την παράθεση των υπόλοιπων θεμάτων της Νέας Ιστορίας του Ζωσίμου.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.