Οι Θρακο-Ρωμαίοι #3

Στην προηγούμενη ανάρτηση, διέκοψα την παρουσίαση των διάσημων Θρακο-Ρωμαίων (και των άμεσων ΝΑ Παννονιο-Ρωμαίων γειτόνων τους) στη μάχη της Χρυσουπόλεως (324), η οποία ανέδειξε το Μεγάλο Κωνσταντίνο μονοκράτορα της ρωμαϊκής οικουμένης. Στη σημερινή ανάρτηση θα παρουσιάσω τους διάσημους Θρακο-Ρωμαίους από το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (337) μέχρι την βασιλεία του Λέοντος του Βέσσου/Θρακός (457-474). Στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω τους Θρακο-Ρωμαίους του 6ου αιώνα μαζί με κάποια γενικά συμπεράσματα.

Πριν συνεχίσω με τους μεταγενέστερους του Κωνσταντίνου Θρακο-Ρωμαίους (και ΝΑ Παννονιο-Ρωμαίους), θα πω δυο λόγια για τις γλωσσικές συνήθειες του Κωνσταντίνου. Ο πατέρας του Κωνστάντιος Χλωρός ήταν ένας άσημης καταγωγής «καραβανάς» από τη Ναϊσσό, ο οποίος αναμφίβολα μιλούσε μόνο την δημώδη Λατινική (sermo vulgaris) της βαλκανικής ενδοχώρας (ο πρόδρομος της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής). Ο Κωνσταντίνος, αντίθετα, ανατράφηκε στην αυλή του Διοκλητιανού στην Νικομήδεια και κατόπιν στην αυλή του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη (και στις δύο αυλές ουσιαστικά ήταν όμηρος σε χρυσό κλουβί), όπου διδάχτηκε την (λόγια) κλασική Λατινική, έκανε μαθήματα λατινικής ρητορικής (είχε δάσκαλο τον Λακτάντιο) και, τέλος, έμαθε να μιλάει υποτυπωδώς την Ελληνική.

Από τον Βίο του Κωνσταντίνου του Ευσεβίου της Καισαρείας γνωρίζουμε ότι ο εναρκτήριος λόγος του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Σύνοδο της Νικαίας (325) ήταν στη Λατινική, με έναν διερμηνέα που μετέφραζε στην Ελληνική για το ως επί το πλείστον ελληνόφωνο κοινό της συνόδου. Μετά τον επίσημο εναρκτήριο λόγο του στη Λατινική, ο Κωνσταντίνος συνομίλησε προσωπικά (πιο ανεπίσημα) στην Ελληνική με κάποιους από τους ελληνόφωνους επισκόπους. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της συνόδου, ο Κωνσταντίνος έγραψε μια επιστολή στη Λατινική, η οποία μεταφράστηκε στην Ελληνική για να διαβαστεί στο κοινό.Όταν ο Ευσέβιος του έδωσε ένα ελληνικό κείμενο με τα βασικά θεολογικά θέματα της συνόδου, ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη μετάφραση του κειμένου στα Λατινικά, ώστε να μπορέσει να το κατανοήσει βαθύτερα. Αυτό δείχνει ότι ο Κωνσταντίνος γνώριζε την Ελληνική μόνο υποτυπωδώς. Ο Θεοδοσιανός Κώδικας διέσωσε τη συζήτηση μιας δίκης, όπου ο Κωνσταντίνος κατανοεί μια γυναίκα (Αγριππίνα) που μιλάει Ελληνικά, αλλά της απαντά πάντοτε στα Λατινικά. Αυτό σημαίνει ότι και η ελληνόφωνη Αγριππίνα κατανοούσε υποτυπωδώς τη Λατινική του Κωνσαντίνου. Τέλος, η προσευχή που έγραψε για τους Ρωμαίους στρατιώτες ήταν φυσικά στη Λατινική γλώσσα.

Στο βιβλίο A Companion to the Latin Language (επιμ. James Clackson, Wiley-Blackwell, 2011) o Bruno Rochette συνοψίζει την γλωσσική πολιτική του Κωνσταντίνου στην παρακάτω παράγραφο:

Τα χωρία του Βίου του Κωνσταντίνου του Ευσεβίου στα οποία παραπέμπει είναι τα παρακάτω:

Η προσευχή που οι στρατιώτες έπρεπε να μάθουν στη Λατινική (Ῥωμαία γλῶττα):

[4.19-20] καὶ τῆς εὐχῆς δὲ τοῖς στρατιωτικοῖς ἅπασι διδάσκαλος ἦν αὐτός, Ῥωμαίᾳ γλώττῃ τοὺς πάντας ὧδε λέγειν ἐγκελευσάμενος·

«σὲ μόνον οἴδαμεν θεόν, σὲ βασιλέα γνωρίζομεν, σὲ βοηθὸν ἀνακαλούμεθα, παρὰ σοῦ τὰς νίκας ἠράμεθα, διὰ σοῦ κρείττους τῶν ἐχθρῶν κατέστημεν, σοὶ τὴν τῶν προϋπαρξάντων ἀγαθῶν χάριν γνωρίζομεν» καὶ «τῶν μελλόντων δοτῆρα ἐλπίζομεν, σοῦ πάντες ἱκέται γιγνόμεθα, τὸν ἡμέτερον βασιλέα Κωνσταντῖνον παῖδάς τε αὐτοῦ θεοφιλεῖς ἐπὶ μήκιστον ἡμῖν βίου σῶον καὶ νικητὴν φυλάττεσθαι ποτνιώμεθα.”

τοιαῦτα κατὰ τὴν τοῦ φωτὸς ἡμέραν ἐνομοθέτει πράττειν τὰ στρατιωτικὰ τάγματα, καὶ τοιαύτας ἐδίδασκεν ἐν ταῖς πρὸς θεὸν εὐχαῖς ἀφιέναι φωνάς.

Υπογράμμισα και το σημείο της προσευχής που περιλαμβάνει τον όρκο αφοσίωσης προς τον Κωνσταντίνο και τους παίδες του, γιατί θα το σχολιάσω παρακάτω στο λόγο του Κωνσταντίου Β΄ στη Ναϊσσό.

Ο επίσημος εναρκτήριος λόγος του Κωνσταντίνου στη Λατινική (Ῥωμαία γλῶττα) με διερμηνέα που μετέφραζε στην Ελληνική (ὑφερμηνευόντος ἑτέρου) και οι ανεπίσημες προσωπικές συζητήσεις που είχε στη συνέχεια στην Ελληνική (τὰς πρὸς ἕκαστον ὁμιλίας ἑλληνίζων τε τῇ φωνῇ):

[3.13.1-2]Ὁ μὲν δὴ ταῦτ’ εἰπὼν Ῥωμαίᾳ γλώττῃ, ὑφερμηνεύοντος ἑτέρου, παρεδίδου τὸν λόγον τοῖς τῆς συνόδου προέδροις. ἐντεῦθεν δ’ οἱ μὲν ἀρξάμενοι κατῃτιῶντο τοὺς πέλας, οἱ δ’ ἀπελογοῦντό τε καὶ ἀντεμέμφοντο. πλείστων δῆτα ὑφ’ ἑκατέρου τάγματος προτεινομένων πολλῆς τ’ ἀμφιλογίας τὰ πρῶτα συνισταμένης, ἀνεξικάκως ἐπηκροᾶτο βασιλεὺς τῶν πάντων σχολῇ τ’ εὐτόνῳ τὰς προτάσεις ὑπεδέχετο, ἐν μέρει τ’ ἀντιλαμβανόμενος τῶν παρ’ ἑκατέρου τάγματος λεγομένων, ἠρέμα συνήγαγε τοὺς φιλονείκως ἐνισταμένους. πράως τε ποιούμενος τὰς πρὸς ἕκαστον ὁμιλίας ἑλληνίζων τε τῇ φωνῇ, ὅτι μηδὲ ταύτης ἀμαθῶς εἶχε,

Η επιστολή που έγραψε στη Λατινική (Ῥωμαία γλῶττα), η οποία μεταφράστηκε ελληνιστί (Ἑλλάδι μεθερμηνεύεται φωνῇ) για να αναγνωστεί δημόσια:

[4.32] Ῥωμαίᾳ μὲν οὖν γλώττῃ τὴν τῶν λόγων συγγραφὴν βασιλεὺς παρεῖχε. μετέβαλλον δ’ αὐτὴν Ἑλλάδι μεθερμηνευταὶ φωνῇ οἷς τοῦτο ποιεῖν ἔργον ἦν, τῶν δ’ ἑρμηνευθέντων λόγων δείγματος ἕνεκεν μετὰ τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν ἑξῆς ἐκεῖνον συνάψω,

1. Ο Βετρανίων

Ο Βετρανίων (λατ. Vetraniō/Vetraniōnem) ήταν ο magister peditum (στρατηλάτης πεζικού) του Ιλλυρικού (ήταν αγράμματος με καταγωγή από την Άνω Μυσία), που κατάφερε να διατηρήσει τα βαλκανικά στρατεύματα νομιμόφρονα στην Κωνσταντίνειο Δυναστεία, στο διάστημα μεταξύ του πραξικοπήματος του σφετεριστή Μαγνεντίου στη Γαλατία (350) και της άφιξης του Κωνσταντίου Β΄ στα Βαλκάνια (351, ήρθε από την Αντιοχεία) με σκοπό να αντιμετωπίσει το Μαγνέντιο. Ο μόνος τρόπος που είχε ο Βετρανίων στη διάθεσή του για να αποτρέψει τον προσεταιρισμό των βαλκανικών δυνάμεων από το Μαγνέντιο (κάτι που θα έκανε διπλάσιες τις δυνάμεις του ως προς αυτές του Κωνσταντίου), ήταν να οργανώσει έναν ψευδοσφετερισμό κατά τον οποίο τα βαλκανικά στρατεύματα τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα. Σύμφωνα με το Πασχάλιο Χρονικό, το σχέδιο του ψευδοσφετερισμού ήταν ιδέα της αδελφής του Κωνσταντίου Κωνσταντίνας. Όταν ο Κωνστάντιος έφτασε στα Βαλκάνια, συναντήθηκε στη Σερδική με τον Βετρανίωνα, όπου συμφώνησαν να μιλήσουν από κοινού στα βαλκανικά στρατεύματα στη Ναϊσσό, την πατρίδα της Κωνσταντίνειας Δυναστείας, με σκοπό να τους εξηγήσουν τι είχε συμβεί και γιατί έπρεπε να ταχθούν με τον Κωνστάντιο.

Το κόλπο του Βετρανίωνα επέτρεψε στον Κωνστάντιο να συλλέξει διπλάσιες δυνάμεις σε σχέση με αυτές του Μαγνεντίου και να νικήσει τον σφετεριστή στην καταστρεπτική μάχη της Μούρσας (στην Παννονία κοντά στο Σίρμιον), από την οποία ο κύριος ηττημένος ήταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, επειδή αποδεκατίστηκε συνολικά ο μισός ρωμαϊκός στρατός. Ο Κωνστάντιος χρειάστηκε να κυνηγήσει τον Μαγνέντιο μέχρι τη Γαλατία και, δύο χρόνια αργότερα, χρειάστηκε μια δεύτερη μάχη στο όρος Σέλευκος για να εξουδετερωθεί τελειώς η απειλή του Μαγνεντίου. Μετά τις δύο αυτές μάχες, η δυτική αυτοκρατορία έμεινε ουσιαστικά χωρίς στρατό, ενώ τα ανατολικά στρατεύματα αποδεκατίστηκαν λίγο αργότερα από τους Γότθους στη μάχη της Αδριανουπόλεως (378). Από εκείνο το σημείο και μετά, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παύει να έχει Ρωμαϊκό στρατό (τον οποίο θ΄αρχίσει να ξανασχηματίζει επί Ιουστινιανού) και τα μόνα διαθέσιμα στρατεύματα γίνονται οι Γερμανοί φοιδεράτοι. Η πλειοψηφία των ανατολικών και δυτικών στρατευμάτων που συγκρούστηκαν στη μάχη του Φριγίδου ποταμού (394) ήταν Γερμανοί φοιδεράτοι (με διοικητές τον ημι-Βάνδαλο Στιλίχωνα, τον Γότθο Αλάριχο και τον Φράγκο Αρβογάστη).

Αλλά ας γυρίσουμε στον Βετρανίωνα. Το όνομά του σχηματίστηκε με την προσθήκη του ΙΕ επιθήματος Hoffmann *-(i)h3onh2- (λ.χ. Παρμεν-ίων ~ Σκιπ-ίων/Scip- ~ Βαρβατ-ίων/Barbat-) στο θέμα της δημώδους (συγκεκομμένης) μορφής vetrānus (στις ελληνικές επιγραφές βετρανός) του λατινικού όρου veterānus = βετεράνος. Ο ίδιος δημώδης τύπος είναι ο πρόγονος του ΑΒΡ betranu (λ.χ. ρουμανικό bătrân ~ αρμανικό bitrãn(u) ~ bitãrnu). Για την δημώδη λατινική σύγχυση v~b παραθέτω το λατ. vōx/vōcem > ΑΒΡ boace > ρουμανικό boace ~ αρμανικό boatse/boatsi και την γραφή bicarius (= vicārius) σ΄αυτή την επιγραφή εδώ. Στην Ιβηρική Ρωμανική, όλα τα αρκτικά /v/ κατέληξαν να προφέρονται /b/ (λ.χ. λατ. vīta > ισπ. /biδa/= vida), και στις δημώδεις λατινικές επιγραφές απαντούν οι τύποι betranus = veteranus, bictoria = victoria κλπ.

Παραθέτω μια σελίδα για τα δημώδη Ισπανο-Λατινικά betranus και bictoria, και δύο επιγραφές από τα Βαλκάνια με τον δημώδη τύπο vetranus ~ βετρανός.

Παραθέτω τα στοιχεία της Προσωπογραφίας για τον magister peditum Βετρανίωνα:

Ο Αυρήλιος Βίκτωρ γράφει για τον Βετρανίωνα: καταγόταν από τα μέρη της Άνω Μυσίας (ortus Moesia superioris locis) και ήταν αγροίκος (agrestis):

[de Caesaribus, 41.27] tum quia Vetranio litterarum prorsus expers et ingenio stolidior idcircoque agresti vecordia pessimus, cum per Illyrios peditum magisterio milites curaret, dominationem ortus Moesiae superioris locis squalidioribus improbe occupaverat.

Ο Ευτρόπιος προσθέτει ότι παρά το ότι δεν διέθετε ούτε στοιχειώδη εγγραμματοσύνη (ut ne elementa quidem prima litterarum), ο Βετρανίων ήταν άνδρας έντιμος, παλαιών αρχών και ευπροσήγορος (virum probum et morum veterum ac iucundae civilitatis):

[Breviarium, Χ.10] Post Constantis necem Magnentio Italiam, Africam, Gallias obtinente etiam Illyricum res novas habuit, Vetranione ad imperium consensu militum electo. Quem grandaevum iam et cunctis amabilem diuturnitate et felicitate militiae ad tuendum Illyricum principem creaverunt, virum probum et morum veterum ac iucundae civilitatis, sed omnium liberalium artium expertem adeo, ut ne elementa quidem prima litterarum nisi grandaevus et iam imperator acceperit.

Μεγάλο μέρος των Ρωμαίων στρατιωτών που άκουσαν τον Βετρανίωνα και τον Κωνστάντιο στη Ναϊσσό ήταν επίσης Θρακο-Ρωμαίοι. Οι υπόλοιποι ήταν Παννονιο-Ρωμαίοι. Σύμφωνα με το Ζώσιμο (2.44), ο Κωνστάντιος εξήγησε στους στρατιώτες τις αξιώσεις της δυναστείας (το δυναστικό της δικαίωμα) και τους υπενθύμισε τους όρκους που είχαν δώσει στον πατέρα του Κωνταντίνο ότι θα προστάτευαν τους απογόνους του (βλέπε την προσευχή επάνω: τὸν ἡμέτερον βασιλέα Κωνσταντῖνον παῖδάς τε αὐτοῦ θεοφιλεῖς  φυλάττεσθαι ποτνιώμεθα) και ότι είχαν χρέος να τιμωρήσουν τον Μαγνέντιο, ως φονιά ενός από τους γιους του Κωνσταντίνου (ο Μαγνέντιος είχε σκοτώσει τον αδελφό του Κωνσταντίου Κώνσταντα Α΄).

Όπως προανέφερα, το Πασχάλιο χρονικό γράφει ότι η εμπνεύστρια του ψευδοσφετερισμού του Βετρανίωνος ήταν η αδελφή του Κωνσταντίου Κωνσταντίνα (αν και ο David S. Potter γράφει ότι αυτή μπορεί να είναι η επίσημη επινοημένη εκδοχή της Κωνσταντίνειας Δυναστείας):

[539] Κωνσταντίου τοῦ Αὐγούστου ἐν τῷ κατὰ Μαγνεντίου ἀπερχομένου πολέμῳ, πρὶν ἢ φθάσαι αὐτὸν Κωνσταντία ἡ Κωνσταντίου ἀδελφὴ ἐνδύσασα Βετρανίωνα πορφύραν καλάνδαις μαρτίαις εἰς βασιλέα ἐν Ναϊσῷ τῆς Ἰταλίας ἄνδρα ἔντιμον ἀνέστησε τῷ Μαγνεντίῳ πρὸς τὴν μάχην. καὶ μετὰ ταῦτα φθάσας ὁ Κωνστάντιος ἐν οἷς τόποις ἦν ὁ πόλεμος ἐν τῇ Ἰταλίᾳ, προσεδέξατο τὸν Βετρανίωνα μετὰ πολλῆς τιμῆς· καὶ μετὰ ταῦτα ἐν τῷ κάμπῳ τριβουνάλιον ἐφ’ ὑψηλοῦ ποιήσας, παρόντος αὐτῷ τοῦ στρατοπέδου, συμπαρεστῶτος δὲ καὶ τοῦ Βετρανίωνος, ἐδημηγόρει ὁ Κωνστάντιος ἀκόλουθον εἶναι τῇ βασιλείᾳ τὴν ἐξουσίαν ὑπάρχειν καὶ τῷ ἐκ προγόνων βασιλέων διαδεξομένῳ ταύτην· συμφέρειν δὲ καὶ τῷ κοινῷ δεόντως ὑπὸ μίαν ἐξουσίαν διοικεῖσθαι τὰ δημόσια καὶ ὅσα τούτοις ἀκόλουθα.

Ο David S. Potter γράφει για τα παραπάνω γεγονότα και την καταστρεπτική μάχη της Μούρσας:

2. Ο Ιοβιανός

Ο Ιοβιανός (Ioviānus, 363-4) ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας μετά το θάνατο του Ιουλιανού, στην καταστρεπτική εκστρατεία του τελευταίου κατά της Περσίας. Ο Ιοβιανός ανέλαβε το δύσκολο έργο να συνθηκολογήσει με τους Πέρσες και να επιστρέψει το εξαθλιωμένο Ρωμαϊκό στράτευμα αβλαβές στη Ρωμανία.

Ο Ιοβιανός γεννήθηκε στο Σιγγιδούνον (το σημερινό Βελιγράδι, το αρχαίο όνομα είναι κελτικό και δόθηκε από τους Σκορδίσκους, PCelt *-dūnom = «κάστρο, οχυρό», λ.χ. Noviodunum = «Νεόκαστρο»), επί του συνόρου που χώριζε την Άνω Μυσία (και αργότερα την Α΄ Μυσία της Διοίκησης Δακίας) και την Κάτω Παννονία. Οι πηγές μας λένε ότι ήταν πανύψηλος και, όταν ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, δεν υπήρχε διαθέσιμη αλουργίδα/πορφύρα που να τον χωράει. Πριν ανακηρυχθεί αυτoκράτορας ήταν δομέστικος προτέκτωρ και πριμικήριος των δομεστίκων (~ αρχηγός των σωματοφυλάκων του αυτοκράτορα).

Η Προσωπογραφία γράφει για τον Ιοβιανό:

Ο Αυρήλιος Βίκτωρ γράφει για τον Ιοβιανό ότι ήταν γιος του Βαρρωνιανού (και γαμπρός του Λουκιλλιανού, του οποίου την κόρη Χαριτώ είχε παντρευτεί) από τα μέρη του Σιγγιδούνου της Παννονίας (incola agri Singidonensis provinciae Pannoniae), πελώριος (insignis corpore), ευφυής και διέθετε παιδεία (laetus ingenio, litterarum studiosus):

[Αυρήλιος Βίκτωρ, Επιτομή, 44.1] Iovianus, genitus patre Varroniano, incola agri Singidonensis provinciae Pannoniae, imperavit menses octo. Eius patri, cum liberos crebros amitteret, praeceptum somnio est, eum, qui iam instante uxoris partu edendus foret, diceret Iovianum. Hic fuit insignis corpore, laetus ingenio, litterarum studiosus. Hic a Perside hieme aspera mediaque Constantinopolim accelerans, cruditate stomachi, tectorio novi operis gravatus repente interiit, annos gerens proxime quadraginta.

Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος παραθέτει την πληροφορία ότι ήταν τόσο ψηλός (vasta proceritate et ardua) που κατά την ανακήρυξή του δεν τον χωρούσε κανένα διαθέσιμο βασιλικό ένδυμα (indumentum regium) και χρειάστηκε να του ράψουν ένα καινούριο στα μέτρα του (ad mensuram).

[25.10.14Incedebat autem motu corporis gravi, vultu laetissimo, oculis caesiis, vasta proceritate et ardua, adeo ut diunullum indumentum regium ad mensuram eius aptum inveniretur. Et aemulari malebat Constantium, agens seriaquaedam aliquotiens post meridiem, iocarique palam cum proximis assuetus.

Ο Κεδρηνός γράφει το ίδιο στα ελληνικά: ενώ ο Ιουλιανός «ἀναιδῶς ἑλλήνιζεν» και ήταν βραχύς, ο Ιοβιανός ήταν ορθόδοξος χριστιανός και τόσο ψηλός («τὴν ἡλικίαν εὐμήκης», ἡλικία = ύψος, ορισμός V) που δεν τον χωρούσαν τα βασιλικά ιμάτια:

Ἦν δὲ Ἰουλιανὸς τὸ σῶμα βραχύς, εὐπώγων, μελανόθριξ, ὕπνου καὶ τρυφῆς καὶ ἀφροδισίων ὅτι μάλα ἐγκρατής, φιλοδοξότατός τε καὶ τῷ κατ’ εὐσέβειαν τρόπῳ πονηρός. οὗτος μονοκράτωρ γενόμενος ἀναιδῶς ἑλλήνιζεν […] Ἰοβιανὸς ἐβασίλευσε μῆνας θʹ ἡμέρας ιεʹ. οὗτος χιλίαρχος ἦν, ἀνὴρ πραότατος καὶ ὀρθόδοξος Χριστιανός, ὃς ὑπὸ παντὸς τοῦ στρατοῦ βασιλεὺς ἀνηγορεύθη ἐν ᾧ τόπῳ ὁ παραβάτης ἀνῃρέθη. ἦν δὲ τὴν ἡλικίαν εὐμήκης, ὥστε μηδὲ ἓν τῶν βασιλικῶν ἱματίων ἁρμόζειν αὐτῷ.

3. Η Βαλεντινιανική Δυναστεία

Οι αυτοκράτορες Βαλεντινιανός Α΄ (Valentiniānus, 364-375) και Βάλης (Valēns/Velentem, 364-378) είναι οι πρώτοι αυτοκράτορες της Βαλεντινιανικής Δυναστείας και βασίλεψαν ο καθένας από ένα μισό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά τον θάνατο του Ιοβιανού. Γενέτειρά τους ήταν η Κίβαλις (Cibalae, σημερινό Vinkovci) της Kάτω Παννονίας και πατέρας τους ήταν ο ασήμου καταγωγής Γρατιανός ο «Σχοινάς» (Fūnārius, εκ του λατινικού fūnis = «σχοινί» που έδωσε το βλαχικό/αρμανικό funefuni, το ρουμανικό funie, το ιταλικό fune κλπ, πρβ. και το funārius  «σχοινάς» > ρουμανικό funar = ιταλ. funaio), ο οποίος απέκτησε αυτό το παρατσούκλι επειδή ήταν σχοινάς και είχε τέτοια δύναμη που, όταν πέντε στρατιώτες επιχείρησαν να του τραβήξουν το σχοινί για να του το πάρουν, ο Γρατιανός κατάφερε να το κρατήσει χωρίς να το αφήσει.

Η Κίβαλις ήταν κτισμένη σε στρατηγικότατη θέση και έλεγχε μια στενωπό (μεταξύ ενός έλους που δημιουργεί ο ποταμός Bosut και μια χαμηλή οροσειρά που καταλήγει στο λόφο πάνω στον οποίο ήταν κτισμένη η πόλη) από την οποία περνούσε ο βασικός δρόμος που ένωνε την Ακουιληία με το Σίρμιον. Η μάχη της Κιβάλεως (314) ήταν η πρώτη νίκη του Μεγάλου Κωνσταντίνου εναντίον του Λικινίου. Το τοπωνύμιο Κίβαλις είναι λατινικό (cibālis) και σημαίνει «οισοφάγος, φαράγγι, στενωπός». Ο Ζώσιμος περιγράφει τη γεωγραφία και τη μάχη της Κιβάλεως στο [2.18]:

Ο Βαλεντινιανός/Ουαλεντινιανός Α΄ είναι ο ιδρυτής της Βαλεντινιανικής Δυναστείας και πέθανε το  375 στη Βριγετίωνα ης Άνω Παννονίας, όταν του ήρθε ταμπλάς από την αυθάδεια των γερμανών Κουάδων που του είπαν πως θεωρούσαν τις επιδρομές τους δίκαια αντίποινα στη ρωμαϊκή επιθετικότητα. Ο αδελφός του Βάλης/Ουάλης έφαγε το κεφάλι του στη μάχη της Αδριανουπόλεως (378) παίρνοντας στο λαιμό του την πλειοψηφία του ανατολικού ρωμαϊκού στρατού, επειδή δεν ήθελε να μοιραστεί τη δόξα της νίκης με τον ανιψιό του Γρατιανό (γιος του Βαλεντινιανού Α΄) που ερχόταν από τη δύση για να τον βοηθήσει.

Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς ανέφερα τον τρόπο με τον οποίο ο Βαλεντινιανός Α΄ μετέτρεψε τους Βατάβους από λιπιτάκτες σε άνδρες αντάξιους του Ρωμαϊκού ονόματος. Ξαναπαραθέτω το χωρίο του Ζωσίμου.

H Προσωπογραφία γράφει για τους Γρατιανό Σχοινά, Βαλεντινιανό Α΄ και Βάλεντα:

Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει για την άσημη (ignobili stirpe) παννονική καταγωγή (natus apud Cibalas, Pannoniae oppidum) του Γρατιανού του Πρεσβύτερου και την εξήγηση του παρατσουκλιού του «Σχοινάς»:

[30.7.2] Natus apud Cibalas, Pannoniae oppidum, Gratianus maior ignobili stirpe, cognominatus est a pueritia prima Funarius, ea re quod nondum adultus, venalem circumferens funem, quinque militibus eum rapere studio magnoconatis, nequaquam cessit […]

Ο Ζώσιμος γράφει για την καταγωγή του Βαλεντινιανού Α΄:

4. Ο Νικήτας της Ρεμεσιανής

Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς ανέφερα την «τριώροφη» κοινωνιογλωσσολογική πυραμίδα που πρέπει να έχουμε κατά νου για να καταλάβουμε την κοινωνία της βόρειας βαλκανικής ενδοχώρας. Στο κατώτερο στρώμα ανήκαν οι αναφομοίωτοι Βέσσοι, οι οποίοι συνεχίζουν να περιγράφονται με το λεξιλόγιο της βαρβαρότητας (το οποίο πολλές φορές δεν αντιστοιχεί στη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά είναι γραμματειακός τόπος που βασίζεται σε περιγραφές αρχαιότερων συγγραφέων), ενώ η πλειοψηφία των αγράμματων λατινόφωνων «καραβανάδων» ανήκε στο ενδιάμεσο στρώμα που μιλούσε την επιχώρια δημώδη Λατινική (sermo vulgaris).

Ο λογιότατος (doctissimus) επίσκοπος Νικήτας της Ρεμεσιανής ξεχωρίζει γιατί ανήκε στο ανώτερο επίπεδο της κοινωνιογλωσσικής πυραμίδας (η στενή κορυφή) και μπορούσε να γράψει και να μιλήσει στην ίδια λόγια (κλασική) Λατινική που μιλούσε και ο φίλος του Παυλίνος της Νώλας, ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους του λατινόφωνου κόσμου γύρω στο 400 (ο Παυλίνος ήταν ο αγαπημένος μαθητής του διάσημου ρήτορα Αυσονίου). Όπως επισημαίνει πολύ σωστά ο Andrew E. Burn στο βιβλίο του για τη ζωή και το έργο του Νικήτα της Ρεμεσιανής, έχει σημασία ότι είναι ένας Παυλίνος αυτός που χαρακτηρίζει τον Νικήτα «λογιότατο» (doctissimus) και τον αποκαλεί με σεβασμό «πατέρα» (~μέντορα). Ο Νικήτας ήταν ένας από τους σημαντικούς εκκλησιαστικούς άνδρες της εποχής του, εφάμιλλος των βαρύγδουπων ονομάτων όπως ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος, οι οποίοι έθεσαν τις βάσεις της χριστιανικής λατινικής γραμματείας.

Ο Παυλίνος παρουσίασε στους γνωστούς του το Νικήτα ως τον «σεβάσμιο και λογιότατο επίσκοπο Νικήτα, από τη Ρωμαϊκή Δακία» (venerabili episcopo atque doctissimo Nicetae, qui ex Dacia Romanis), όταν ο τελευταίος τον επισκέφτηκε στην Ιταλία (το 398 και το 402).

Ο Γεννάδιος της Μασσαλίας (έγραψε κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου μ.Χ. αιώνα) περιγράφει το συγγραφικό έργο του Νικήτα (το πιο γνωστό του έργο είναι η προσευχή Te Deum) χαρακτηρίζοντας το ύφος του ως ανεπιτήδευτα στιλπνό (Niceta Remesianae civitatis episcopus composuit simplici et nitido sermone).

Ο Νικήτας είχε και ιεραποστολική δράση στον γενέθλιο τόπο του, έχοντας κηρύξει το Ευαγγέλιο στους Βέσσους αμφοτέρων των Δακίων (βλ. τις προηγούμενες αναρτήσεις λ.χ. Bessi nive durioresBessus exultat, uterque Dacus κλπ) κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα. Οι δύο Δακίες είναι φυσικά οι ρωμαϊκές επαρχίες Μεσόγειος Δακία (Dacia Mediterranea, δηλαδή «ενδοχωρική», με πρωτεύουσα τη Σερδική, όπου ανήκε και η Ρεμεσιανή μαζί με τη Ναϊσσό, την Παυταλία και την γενέτειρα του Βελισαρίου Γερμανία) και Παραποτάμια Δακία (Dacia Ripensis, εκ του λατ. ripa = «όχθη», με πρωτεύουσα τη Ρατιαρία/Ratiāria, λατινικό τοπωνύμιο που σημαίνει «πορθμείο, μέρος με βάρκες/σχεδίες», εκ του λατινικού ratis = «βάρκα, σχεδία»).

Στον παρακάτω χάρτη έχω σημειώσει με κόκκικο αστερίσκο το περίγραμμα της ευρύτερης Διοίκησης Δακίας (που περιλαμβάνει τις επαρχίες Μεσογείου Δακίας, Παραποτάμιας Δακίας, Α΄ Μυσίας, Δαρδανίας και Πραιβάλεως), με πράσινο αστερίσκο τα εσωτερικά σύνορα των δύο επαρχιών με όνομα Δακία (Μεσόγειος και Παραποτάμια) και, τέλος, έχω σημειώσει με μπλε τις γειτονικές περιοχές (Β΄ Μυσία και Μικρά Σκυθία της Διοικήσεως Θράκης και ό,τι έχει απομείνει στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα στο Βυζάντιο από την Κάτω Παννονία γύρω από το Σίρμιον) στις οποίες υπήρχε βαθιά ριζωμένη λατινοφωνία, όπως και στην Διοίκηση Δακίας.

Ο Ιερώνυμος γύρω στο 400 περιγράφει την επιτυχή διάδοση του Χριστιανισμού πέρα από τα τρία «πρωτόκλητα» έθνη (nationesΕβραίοι,Έλληνες και Λατίνοι) των οποίων οι γλώσσες χαράχθηκαν πάνω στον Τίμιο Σταυρό (in crucis titulo dominus, εννοεί την τρίγλωσση επιγραφή «Βασιλεὺς Ἱουδαίων», λ.χ. Κατά Λουκάν 23:38 «ἦν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ γεγραμμένη ἐπ’ αὐτῷ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς καὶ Ρωμαϊκοῖς καὶ Ἑβραϊκοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων»), γράφοντας ότι το χριστιανικό δόγμα για τη σωτηρία και αθανασία της ψυχής το οποίο ο Πυθαγόρας μπορούσε μόνο να ονειρευτεί και στο οποίο δεν πίστεψε ο Δημοσθένης και ο Σωκράτης συνειδητοποίησε ως παρηγοριά λίγο πριν το θάνατό του, τώρα κηρύσσεται σε Ινδούς, Πέρσες, Γότθους, Αιγύπτιους, καθώς και στην αγριότητα των Βεσσών (feritas Bessorum) και στις [υπερδουνάβιες] ορδές των σισυροφόρων εθνών (pellitorum turba populorum, turba = ορδή, ορισμός IIB).

[Ιερώνυμος, Ad Heliodorum Epitaphium Nepotiani, 60.4]  Taceo de Hebraeis, Graecis et Latinis, quas nationes fidei suae in crucis titulo dominus dedicavit. Immortalem animam et post dissolutionem corporis subsistentem, quod Pythagoras somniavit, Democritus non credidit, in consolationem damnationis suae Socrates disputavit in carcere, Indus, Persa, Gothus, Aegyptius philosophantur. Bessorum feritas et pellitorum turba populorum, qui mortuorum quondam inferiis homines immolabant, stridorem suum in dulce crucis fregerunt melos et totius mundi una vox Christus est.

Στα μέρη του Νικήτα ζούσαν τόσο «πρωτόκλητοι» λατινόφωνοι Θρακο-Ρωμαίοι όσο και αναφομοίωτοι «άγριοι» Βέσσοι, και στερεοτυπικές περιγραφές όπως η παραπάνω θεωρούν δεδομένο ότι οι λατινόφωνοι Θρακο-Ρωμαίοι ήταν Χριστιανοί. Όμως γύρω στο 400 μ.Χ., ένα μεγάλο μέρος τόσο των λατινόφωνων Θρακο-Ρωμαίων, όσο και των λοιπών «πολιτισμένων» υπηκόων που μιλούσαν «αμφότερες τις γλώσσες μας, Λατινικά και Ελληνικά» (Σουητώνιος, Κλαύδιος, 42.1: Graece ac Latine … utroque sermone nostro), σίγουρα δεν είχε ακόμα εκχριστιανιστεί. Όταν επί Θεοδοσίου ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι χριστιανοί συνιστούσαν περίπου το μισό πληθυσμό της αυτοκρατορίας και οι περισσότεροι προέρχονταν από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων. Αντίθετα, η πλειοψηφία των επαρχιακών πληθυσμών παρέμενε πολυθεϊστική, κάτι που μαρτυρείται από τη σημασιακή αλλαγή pagānus «επαρχιώτης, ἄγροικος» > «πολυθεϊστής». Επομένως, αυτό που δεν μας λένε ο Ιερώνυμος και ο Παυλινός είναι ότι το ιεραποστολικό έργο του Νικήτα σε αμφότερες τις Δακίες απευθυνόταν όχι μόνο στους αναφομοίωτους «άγριους» Βέσσους, αλλά και σε πολλούς εκρωμαϊσμένους και εκλατινισμένους Θρακο-Ρωμαίους, που συνέχιζαν να είναι πολυθεϊστές.

Σχετικά με την καταγωγή του Νικήτα, το ποίημα που του αφιέρωσε ο φίλος του Παυλίνος της Νώλης ξεκαθαρίζει ότι η Μεσόγειος Δακία και, ειδικότερα, η Ρεμεσιανή ήταν η πατρίς του Νικήτα (patria, urbs paterna κλπ)· εκεί βρισκόταν το κατώφλι του πατρικού σπιτιού του (patrioquelimine). Ο Παυλίνος περιγράφει το ταξίδι επιστροφής του Νικήτα από την Ιταλία στην Ρεμεσιανή (έκανε με πλοίο τον περίπλου της Ελλάδος φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, και από εκεί πήρε την χερσαία οδό Θεσσαλονίκη-Σκούποι-Ναϊσσός για να επιστρέψει στη Ρεμεσιανή). Οι Σκούποι της Δαρδανίας (Scupos … Dardanus hospes = «στους Σκούπους που  ήσουν φιλοξενούμενος του Δαρδάνου») ήταν ο προτελευταίος σταθμός του Νικήτα και, όταν έφτασε εκεί, ήταν patriae propinquus = «όχι μακριά από την πατρίδα του.» Ο Νικήτας επέστρεψε «στους μακρινούς Δάκες του βορρά» (ibis Arctoos procul usque Dacos). Εδώ ο όρος Δακοί/Dācī έχει γεωδιοικητική σημασία (εννοούνται οι κάτοικοι της Μεσογείου Δακίας, και οι Θρακο-Ρωμαίοι και οι Βέσσοι).

Παραθέτω τους στίχους του Παυλίνου που προσδιορίζουν τη Μεσόγειο Δακία και τη Ρεμεσιανή ειδικότερα ως πατρίδα του Νικήτα και την αγγλική μετάφραση  από τον P.G. Walsh.

Ο Νικήτας μπορεί να είναι λογιότατος (doctissimus), αλλά η πατρίδα του είναι για τον Παυλίνο regiō mūta μουγκή περιοχή») γιατί, εκτός με τους λατινόφωνους Θρακο-Ρωμαίους, υπάρχουν ακόμα πολλοί βαρβαρόφωνοι Βέσσοι. Με το έργο του Νικήτα,όμως, αυτοί οι βάρβαροι αρχίζουν να εξυμνούν το Χριστό με ρωμαϊκή καρδιά (corde Romano) και να ζουν ειρηνικά. Στα όρη όπου κάποτε κατοικούσαν ληστές (lātrōnēs), τώρα κατοικούν μοναχοί που είναι μαθητές της ειρήνης (pacis alumnos) και οι Βέσσοι που ήταν σκληρότεροι κι απ΄το χιόνι των βουνών τους, έχοντας μυαλά άκαμπτα σαν τον πάγο και ψυχές σκληρές σαν τα μέρη τους, τώρα άγονται σαν πρόβατα στο μαντρί της ειρήνης.

5. Ο Μαρκιανός

Ο Εώος Ρωμαίος αυτοκράτορας Μαρκιανός (450-457) είναι γνωστός γιατί σταμάτησε να πληρώνει πάκτα στον Αττίλα. Για την καταγωγή του η Προσωπογραφία γράφει «Θράκας ή Ιλλυριός» (δηλαδή Θρακο-Ρωμαίος από τη διοίκηση Θράκης ή την υπαρχία Ιλλυρικού). Ωστόσο, η μαρτυρία του Ευάγριου για καταγωγή από τη Θράκη είναι σημαντική, γιατί βασίζεται «στον Πρίσκο και σε άλλους πολλούς».

Ο Ευάγριος περιγράφει την καταγωγή του Μαρκιανού ως «ἦν μὲν Θρᾷξ γένος … πρὸς τὴν Φιλιππούπολιν τὰς ὁρμὰς ἔσχεν», το οποίο μάλλον πρέπει να διαβαστεί πως ήταν Ρωμαίος από τη διοίκηση Θράκης και, συγκεκριμένα, από τα μέρη της Φιλιππουπόλεως. Ο Μαρκιανός ήταν γιος στρατιωτικού (ἀνδρὸς στρατιωτικοῦ παῖς) και, επιθυμώντας να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, ξεκίνησε τη στρατιωτική του καριέρα σε στρατιωτική μονάδα της Φιλιππούπολης. Η σταδιακή προαγωγή του τον έφερε στον κύκλο του βασιλοποιού (kingmaker) Άσπαρ (Αλανο-Γοτθικής καταγωγής), υπό τις διαταγές του οποίου πολέμησε σε εκστρατεία κατά των Βανδάλων, στην οποία πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Μαρκιανός ήταν ο πρώτος άνθρωπος του κύκλου του Άσπαρ, τον οποίο ο βασιλοποιός κατάφερε ν΄ανεβάσει στο θρόνο.

Μιας και ανέφερα την Φιλιππούπολη, παραθέτω σ΄αυτό το σημείο την πληροφορία του Ιορδάνη (μέσα 6ου μ.Χ. αιώνας) πως οι Θράκες έλεγαν την Φιλιππούπολη Πουλπουδέβα (Pulpudeva) και την Αδριανούπολη Ουσκουδάμα (Uscudama). Το θρακικό όνομα Πουλπουδέβα είναι αυτό που παρέλαβαν οι Σλάβοι και ο πρόγονος του σημερινού βουλγαρικού Πλόβντιβ.

[Ιορδάνης, Romana, 221] i quidem primus in Thracia contra Bessos pugnans eos qui in fortitudine famaque praeibant devicit Emimontiosque debellans, Pulpudeva, quae nunc Philippopolis, et Vscudama, quae Adrianopolis vocitantur, in Romanorum redegit dominio.

[Ιορδάνης, Romana, 283] Philippus in imperio impudenter ingressus est regnavit ann. vii. Hic etenim filium suum idem Philippum consortem regni fecit ipseque primus omnium imperatorum Christianus effectus est tertioque anno imperii sui festivitatem Romanae urbis, millesimo anno quod expleverat, caelebravit urbemque nominis sui in Thracia, que dicebatur Pulpudeva, Philippopolim reconstruens nominavit.

Ο Ησύχιος διέσωσε το λήμμα ΛΕΒΑ [sic] = πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν (κάποιος μεταγραφέας μπέρδεψε το «Δ» με «Λ»):

λέας· τὰς ἀπὸ τῶν ἱστῶν κρεμαννυμένας ἄγνυθας

λέβα· πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν

Λεβάδεια· πόλις Βοιωτίας, ἔνθα καὶ μαντεῖον Διὸς [τὸ] ἱερὸν κατεσκεύαστο

Ο Κοινός Δακο-Θρακικός όρος είναι ΙΕ *dheh1-weh2 > *dēwā (ομόρριζο του ελληνικού όρου θέσις και του αλβανικού dhatë = «τόπος, μέρος») ο οποίος, στην μεν ύστερη Θρακική έγινε *dēwā > deva (λ.χ. Βησσοί > Βέσσοι), στην δε Δακο-Μυσική (ή, καλύτερα, σε ορισμένες δακομυσικές ποικιλίες) ακολούθησε την αλβανική τροπή *ē>ā>o (λ.χ. PIE *pleh1-tos > PAlb *plētā > plāta > αλβ. plo), δίνοντας τα δακομυσικά τοπωνύμια σε -dava ~ -dova (λ.χ. Giridava, Gildova).

6. Λέων ο Βέσσος/Θραξ

Ο επόμενος Ρωμαίος που ο Άσπαρ έκανε αυτoκράτορα ήταν ο Λέων Α΄ ο Θραξ (457-474) ο οποίος, αφού απέκτησε ισαυρικές διασυνδέσεις παντρεύοντας την κόρη του Αριάδνη με τον Ταράσιο-Ζήνωνα, οργάνωσε τη μαζική δολοφονία του Άσπαρ και του κύκλου του (αποδεσμέυοντας με αυτόν τον τρόπο την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από την εξάρτησή της σε πολέμαρχους με στρατεύματα φοιδεράτων), πράξη για την οποία απέκτησε το παρατσούκλι «μακέλλης/macellārius» («σφάχτης/χασάπης», λ.χ. μακελειό = σφαγή). Ο «Κολοσσός της Βαρλέττας», τον οποίο πήραν οι Ενετοί το 1204 από την Κωνσταντινούπολη, μάλλον απεικονίζει τον Λέοντα Α΄. Ο Λέων Α΄, γνωστός στον Μαλάλα ως «Λέων ὁ Μέγας ὁ Βέσσος», γεννήθηκε στην [υποδουνάβια/Αυρηλιανική] Δακία του Ιλλυρικού και, πριν γίνει αυτοκράτορας, ήταν κόμης και τριβούνος των Ματτιαρίων (Mattiāriī = Κορυνῆται, εκ του λατινικού mattea = «κορύνη» που έδωσε τον όρο *matteuca > matjuca > ματζούκιον/ματσούκα) στη Σηλυμβρία.

Η Προσωπογραφία γράφει για την καταγωγή του Λέοντα Α΄:

Καταγωγή:

Ο σύγχρονος του Λέοντος ιστορικός Κάνδιδος ο Ίσαυρος (έγραψε στο τέλος του 5ου αιώνα και ο Φώτιος διάβασε και σχολίασε την ιστορία του που δυστυχώς χάθηκε) γράφει ότι ο Λέων γεννήθηκε στην Δακία του Ιλλυρικού (ὃς ἦν ἐκ Δακίας μὲν τῆς ἐν Ἰλλυριοῖς).

[Φώτιος, Βιβλιοθήκη, 55a] Ἀνεγνώσθη Κανδίδου Ἱστορίας λόγοι τρεῖς. Ἄρχεται μὲν τῆς ἱστορίας ἀπὸ τῆς Λέοντος ἀναρρήσεως, ὅς ἦν ἐκ Δακίας μὲν τῆς ἐν Ἰλλυριοῖς στρατιωτικῷ παραγγείλας τάγματι καὶ τελῶν ἄρξας τῶν ἐν Σηλυμβρία,

Ο Ιορδάνης γράφει ότι ο Λέων ήταν Βεσσικής καταγωγής (Bessica ortus progenie) και ο Μαλάλας τον περιγράφει ως «ὁ θειότατος Λέων ὁ μέγας ὁ Βέσσος»:

[Ιορδάνης, Romana, 335] Leo Bessica ortus progenie Asparis patricii potentia ex tribuno militum factus est imperator. 

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής προσδιορίζει την καταγωγή του Λέοντα Α΄ με τον χαρακτηρισμό Θρᾷξ τῷ γένει:

[AM 5950 = 457/8 CE] Λέων ἐβασίλευσεν, Θρᾷξ τῷ γένει, τριβοῦνος τὴν ἀξίαν

Μετά τον θάνατο του Ζήνωνα, ο δήμος της Κωνσταντινούπολης και ένα πλήθος στρατιωτών ζήτησε να δει την αυτοκράτειρα Αριάδνη (όπως είπαμε, η κόρη του Λέοντος Α΄) στον ιππόδρομο. Στη συνάντηση αυτή, ο λαός έθεσε ένα αίτημα και μια συμβουλή στην Αριάδνη:

  1. να φροντίσει να τους βρει νέο αυτοκράτορα που θα ήταν και Ρωμαίος και Χριστιανός Ορθόδοξος.
  2. όσο θα φρόντιζε να μην επιμειχθεί το Ρωμαϊκό γένος με τα ξένα, τότε όλα θα πήγαιναν καλά στο μέλλον.

Έχω παραθέσει το χωρίο με το αίτημα και την συμβουλή του δήμου και των στρατιωτών προς την Αριάδνη και την απάντηση της τελευταίας σε αυτήν εδώ την ανάρτηση. Η Αριάδνη τους καθησύχασε ότι ο νέος αυτοκράτορας θα ήταν Ρωμαίος, Χριστιανός (δεν είπε όμως Ορθόδοξος), και έμπλεος πάσης βασιλικής αρετής και το συμβούλιο των επισήμων επέλεξε για νέο αυτοκράτορα τον μονοφυσίτη Αναστάσιο Α΄.

[Πορφυρογέννητος, Περί της Βασιλείου τάξεως]  Ἀναγόρευσις Ἀναστασίου βασιλέως τοῦ τῆς θείας λήξεως

τῆς εὐσεβοῦς λήξεως Ἀναστάσιος ἐν τῷ ἱππικῷ ἀνηγορεύθη οὕτωςἀποθανόντος Ζήνωνος τοῦ τῆς θείας λήξεως, ἐν τῇ νυκτὶ τῇ ἑξῆς συνήχθησαν οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ συγκλητικοὶ καὶ ὁ ἐπίσκοπος ἐν τῷ πορτίκῳ τῷ πρὸ τοῦ μεγάλου τρικλίνου, ὁ δὲ δῆμος ἐν τῷ ἱππικῷ ἐν τοῖς ἰδίοις μέρεσιν, οἱ δὲ στρατιῶται καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ ἱππικῷ ἐν τῷ στάματι. καὶ πάντες συναχθέντες ἐξεβόων, τοῦ λειψάνου ἔτι ἔσω κειμένου. συνεῖδον οὖν οἱ ἄρχοντεςἈριάδνην τὴν τῆς θείας λήξεως αὐγούσταν ἀνελθεῖν εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ προσφωνῆσαι τῷ δήμῳ.

1° Αίτημα του δήμου και απάντηση της Αριάδνης:

καὶ ὡς ἔστη ἡ αὐγούστα καὶ ἐφάνη τῷ δήμῳπάντες ἔκραξαν· «Ἀριάδνη αὐγούστα, σὺ νικᾷς· εὐσεβῆ Κύριε, ζωὴν αὐτῇ·» καὶ πολλάκις τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶπον, «πολλὰ τὰ ἔτη τῆς αὐγούστης· ὀρθόδοξον βασιλέα τῇ οἰκουμένῃ

παρὰ πάντων ἐβοήθη· «ἡμεῖς δοῦλοι τῆς αὐγούστης· εὐσεβῆ Κύριε,ζωὴν αὐτῇ· πολλὰ τὰ ἔτη τῆς αὐγούστας· Ἀριάδνη αὐγούστα, σὺ νικᾷς· Ῥωμαῖον βασιλέα τῇ οἰκουμένῃ ἀπόκρισις· «ὅτι καὶ πρὸ τῶν ὑμετέρων αἰτήσεων ἐκελεύσαμεν τοῖς ἐνδοξοτάτοις ἄρχουσι καὶ τῇ ἱερᾷ συγκλήτῳ μετὰ κοινῆς τῶν γενναιοτάτων δοκιμασίας ἄνδρα ἐπιλέξασθαι Χριστιανὸν Ῥωμαῖον καὶ πάσης γέμοντα βασιλικῆς ἀρετῆς, ὥστε μήτε χρημάτων, μήτε ἄλλῳ τινὶ, ὅσον τό γε ἐν ἀνθρώποις, ἀνθρωπίνῳ πάθει ὑποκεῖσθαι.»

2° Αίτημα-συμβουλή του δήμου:

«πολλὰ τὰ ἔτη τῆς βασιλίσσης. Κύριε, ζωὴν αὐτῇ· ὅλα τὰ καλὰ ἐπὶ σοῦ γένηται, Ῥωμαῖα, εἰ οὐδὲν ξένον αὔξει τὸ γένος τῶν Ῥωμαίων. τὸ βασίλειον σόν ἐστιν, Ἀριάδνη αὐγούστα.σὺ νικᾷς.»

Κλείνω την ανάρτηση εδώ και θα συνεχίσω την περιγραφή στην επόμενη.

Advertisements

22 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

22 responses to “Οι Θρακο-Ρωμαίοι #3

  1. Μανούσος

    Νομίζω ότι στην Ανατολή θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε γενικευμένη διγλωσσία, ετεροβαρή βεβαίως κατά περίπτωση, αλλά προσωπικά θεωρώ απίθανη σε τόσο μεταγενέστερη εποχή την πλήρη άγνοια της ελληνικής για το ικανό μέρος των ετερόγλωσσων πληθυσμών γύρω από την γραμμή Γίρετσεκ. Θα μπορούσαμε να δούμε ακόμη και την τριγλωσσία (θρακική διάλεκτο + λατινική + ελληνική/άλλη). Η περίπτωση των κατεχομένων της Παλαιστίνης είναι χαρακτηριστική. Αραβικά-Εβραϊκά-Αγγλικά ακόμη και ελληνικά, από ανθρώπους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αλλά γνώση τόση, όσο να συναλλάσσονται επαρκώς. Πολλώ μάλλον άνθρωποι που είχαν δοσοληψίες με την δημόσια διοίκηση (ως στρατιωτικοί κλπ.). Συνεπώς δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Κωνστάντιος ο Χλωρός δεν μιλούσε γρυ Ελληνικά. Κάπως θα πρέπει να συνεννοείτο και με την Ελληνόφωνη σύζυγο επί 15-20 χρόνια. Και προφανώς και ο Κωνσταντίνος θα ήξερε ως μητρική τα ελληνικά σαν ομογενής, όσο να συνεννοηθεί στην καθημερινότητα, όχι βέβαια να διαβάσει θεολογικά. Άλλωστε μιλώντας για διγλωσσία, η λειτουργικότητα και των δύο γλωσσών δεν φαντάζομαι να ξεπερνούσαν την καθημερινότητα της αγροτικής/στρατιωτικής ζωής. Καθ’ όμοιο τρόπο έως πρόσφατα στην Βόρειο Ελλάδα υπήρχαν κοινότητες δίγλωσσες και τρίγλωσσες στην καθημερινότητα του χωριού. Από εκεί και ύστερα πώς αυτοπροσδιορίζονταν είναι άλλη ιστορία.

    • Συνεπώς δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Κωνστάντιος ο Χλωρός δεν μιλούσε γρυ Ελληνικά. Κάπως θα πρέπει να συνεννοείτο και με την Ελληνόφωνη σύζυγο επί 15-20 χρόνια

      Μανούσο Καηλμέρα.

      Μα ήταν ελληνόφωνη η Ελένη;

      Όσοι προσπαθούν να την βγάλουν ελληνόφωνη, υποθέτουν ότι το Δρέπανον που ο Κων/νος μετονόμασε σε Ελενούπολη ήταν η γενέτειρα της μητέρας του Ελένης. Αυτό είναι πολύ αβάσιμο, γιατί ο Τραϊανός, ο Αδριανός και ο Μέγας Θεοδόσιος ήταν Ισπανο-Ρωμαίοι και υπήρχαν πόλεις με το όνομά τους στην pars Graeca της αυτοκρατορίας (λ.χ. Τραϊανούπολις, Αδριανούπολις, Θεοδοσιούπολις).

      Ο Stephen Mitchell, σε ένα χωρίο όπου γεωγραφικά μπέρδεψε τελείως τα μπούτια του (Ναϊσσός της Κάτω [=Άνω] Μυσίας, της Παραποτάμιας [=Μεσογείου] Δακίας) πιστεύει ότι η Ελένη μάλλον είχε την ίδια Θρακο-Ρωμαϊκή καταγωγή από την Αυρηλιανική Δακία όπως και ο Κωνστάντιος Α΄.

      https://imgur.com/a/8V4sW

      Από εκεί και μετά, όσοι λατινόφωνοι στρατιωτικοί υπηρετούσαν πολλά χρόνια σην ελληνόφωνη ανατολή, σίγουρα μάθαιναν να μιλάνε κουτσά στραβά τα ελληνικά. Ο Ιουστίνος Α΄ λ.χ. (τον οποίο θα περιγράψω στην ανάρτηση που γράφω τώρα) που ήταν αγράμματος λατινόφωνος Θρακο-Ρωμαίος από τη Μεσόγειο Δακία, ύστερα από πολλά χρόνια ως εξκουβίτωρ στην Κων/πουλη, είχε μάθει να μιλάει και ελληνικά. Στις συνομιλίες για την επίλυση του Ακακιανού Σχίσματος συνομίλησε στα λατινικά με τους εκπροσώπους του πάπα και στα ελληνικά με τους εκπροσώπους του πατριάρχη.

  2. Ριβαλντίνιο

    Πάντως το ότι είχε ελληνικό όνομα ( Ελένη ) ίσως είναι ένα ακόμη στοιχείο ότι ήταν ελληνόφωνη. Θέλω να πώ δεν λεγόταν Μινερβίνα ή Φαύστα ή Λουπικίνα.

    Με τον Αναστάσιο τι παίζει ; Ελληνικό όνομα (Αναστάσιος) από ελληνόφωνη περιοχή ( Δυρράχιο ), άρα θα έλεγε κάποιος ελληνόφωνος ή εξελληνισμένος Ιλλυριός ή Λατίνος. Αυτό το μονοφυσίτης όμως μου βάζει υποψίες και για κάποια ανατολίτικη καταγωγή.

    • Πάντως το ότι είχε ελληνικό όνομα ( Ελένη ) ίσως είναι ένα ακόμη στοιχείο ότι ήταν ελληνόφωνη. Θέλω να πώ δεν λεγόταν Μινερβίνα ή Φαύστα ή Λουπικίνα.

      Ριβαλδίνιο, ποτέ μην κάνεις το σφάλμα να υποθέτεις ελληνοφωνία μόνο και μόνο από το ελληνικό όνομα. Ο Αιγίδιος, ο Συάγριος, ο Μέγας Θεοδόσιος και ο Νικήτας της Ρεμεσιανής είχαν ελληνικά ονόματα, αλλά δεν ήταν ελληνόφωνοι.

      Ο Αναστάσιος ήταν δίγλωσσος σε ελληνική και λατινική από το Δυρράχιο. Γαι τον μονοφυσιτισμό του θα γράψω στην ανάρτηση που γράφω τώρα, όπου εξηγώ την επανάσταση του Θρακο-Ρωμαίου στρατηγού Βιταλιανού κατά του δυσσεβούς μονοφυσίτη Αναστασίου.

      • Κάποια πηγή που Mitchel υποθέτει ως καταγωγή την Δακία;
        Από την άλλη έχουμε ως ενδεικτικά και μόνο
        – Ονομασία πολής προς τιμήν της μητέρας (όχι Αυτοκράτορα). Γιατί την συγκεκριμένη πόλη;
        – Ελληνικό όνομα
        – Δεν ήταν χριστιανή αρχικά όπως λέει ο Ευσέβιος “ούτω μεν αυτήν Θεοσεβή καταστήσαντα, ούκ ούσαν πρότερον”.

      • Γεια σου Ναπολέων.

        Γενικώς, όπως κατάλαβες, έχουμε μόνο ψίχουλα στη διάθεσή μας. Μόνο θεωρητικές εικασίες μπορούμε να κάνουμε για την καταγωγή της Ελένης.

  3. Μανούσος

    Αν θεωρήσουμε δεδομένη την καταγωγή της Από την Βιθυνία, θεωρώ απίθανο να μιλούσε στην καθημερινότητα κάτι άλλο από Ελληνικά, ή πάντως ό,τι και αν μιλούσε σίγουρα εξ ίσου καλά με τα Ελληνικά. Το ότι την έστειλε για περιοδεία στα Ανατολικά, ο Κωνσταντίνος, νομίζω ότι αποτελεί άλλη μία ένδειξη για την οικειότητά της με την Ελληνόφωνη Ανατολή. Πάντως αν και το όνομα δεν είναι απόδειξη για την καταγωγή (ειδικά ένα όνομα όπως το Ελένη), πλην όμως αποτελεί άλλη μία ένδειξη.
    Σε ό,τι αφορά τις πόλεις όμως, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι έξω από τα παραδοσιακά όρια των ελληνοφώνων περιοχών ή τέλος πάντων σε μία γκρίζα ζώνη κατά τις εποχές που έζησαν οι εν λόγω αυτοκράτορες. Η Ελένη είναι πολύ μεταγενέστερη (οκ όχι σε σχέση με τον Θεοδόσιο, αλλά και το Ερζουρούμ δεν το λές και Λύκειο του Αριστοτέλη…).
    Από την άλλη η Βιθυνία παρά το ότι δεν υποτάχθηκε στα Ελληνιστικά βασίλεια ήδη όμως από τότε υπέστη ταχύτατο εξελληνισμό, αντίθετα από την υποταγμένη Θράκη, φαινόμενο που παρατηρείται και αλλού και όχι μόνο σε σχέση με τον Ελληνικό Κόσμο (δηλ. ο υποταγμένος κρατάει την πολιτιστική του παράδοση συχνά διαρκέστερα από ό,τι ο λαός που έχει ελεύθερη πολιτεία).
    Συνοψίζοντας: Νομίζω ότι η περιοχή, το όνομα και η δράση της δείχνουν μάλλον ελληνική καταγωγή (για να μη πω και η προσκόλληση του Κωνσταντίνου στην μαμά….).
    Εννοείται βεβαίως ότι όλα αυτά ίσως (=μάλλον) μείνουν απλώς διανοητικές ασκήσεις.

    • Μανούοσ καλημέρα,

      Ναι, αν δεχτούμε την καταγωγή από τη Βιθυνία, τότε φυσικά και η ελληνοφωνία πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη.

      Δεν πιστεύω μετά το 200 μ.Χ. να μιλιόταν στη Βιθυνία ακόμα η Θρακική.

  4. Αγαπητέ, πολύτιμε, Σμερδαλέε.
    Μια γενικού χαρακτήρα ερώτηση, όχι εντελώς οφ τόπικ ελπίζω.
    Γιατί ενώ με την γενική “θρακική καταγωγή” ικανοποιείται το “αίτημα” του αλβανικού εθνικισμού-εθνικισμού για μια μη σλαβική καταγωγή της αλβανικής εθνότητας, και επίσης υπάρχουν τόσες σημαντικές θρακικές θρακορωμαϊκές προσωπικότητες κ.λπ, αυτός ο εθνικισμός έχει τόση πρσοκόλληση στην ειδική ιλλυρική ταυτότητα ή έστω την ιλλυροθρακική?
    Υπάρχει θεωρείς κάποια ομοιότητα του αλβανικού εθνικισμού, σε αυτό το “επίπεδο”, με τον νεοελληνικό-ελληνικό, όσον αφορά στην άρνηση εθνοτικών “καταγωγών” που αν και “σημαντικές” και αυτές (ακόμα και κατά τα εθνικιστικά κριτήρια) δεν γίνονται αποδεκτές?
    Αυτή η απάρνηση πως εξηγείται με βάση μη συγκυριακούς, ούτως ειπείν “δομικούς” λόγους?

    • Γιάννη, φαντάζομαι ότι στον αλβανικό εθνικισμό, το διακύβευμα είναι η κατασκευή ενός μύθου αυτοχθονίας. Το χοτζικό μοντέλο του αλβανικού εθνικισμού δεν βασίζεται απλά στην υποτιθέμενη ιλλυρική καταγωγή, αλλά στην καταγωγή ειδικά από τα αρχαία ιλλυρικά φύλα που κατοικούσαν στην Αλβανία.

      Αντίστοιχα, στην περίπτωση του Ρουμανικού εθνικισμού, η υποδουνάβια Θρακο-Ρωμαϊκή καταγωγή δεν αρκεί, γιατί η αυτοχθονία εξασφαλίζεται μόνο με τη Δακο-Ρωμαϊκή καταγωγή.

      Από εκεί και μετά, οι «ένδοξοι Θρακο-Ρωμαίοι» αποτελούν πρόβλημα σε ένα μύθο αλβανικής γλωσσικής συνέχειας, γιατί με τον εκρωμαϊσμό τους εγκατέλειψαν την πάτριο φωνή και εκλατινίστηκαν. Οι γλωσσικοί απόγονοι των «ένδοξων Θρακο-Ρωμαίων» είναι οι Βλάχοι και οι Ρουμάνοι.

      • Μανούσος

        Είναι ένα γενικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε τον 19ο αι. για όλους τους Βορείους γείτονές μας, αλλά καλλιεργήθηκε εντατικά κατά την διάρκεια των “διεθνιστικών” και “μη σωβινιστικών” καθεστώτων του πάλαι ποτέ διαλάμψαντος υπαρκτού σοσιαλισμού, του οποίου τις παρακαταθήκες συνεχίζουν έως σήμερα που τάχα τις απέρριψαν… Έτσι λοιπόν σε προ ετών έκθεση βυζαντινών χειρογράφων της Αλβανίας, ο Σαλί Μπερίσας μίλησε για τα χειρόγραφα αυτά, ως πνευματική παραγωγή του Αλβανικού λαού. Δεν συζητάμε για το τί βλέπει το μάτι του ανθρώπου στα μουσεία της Ρουμανίας από επιγραφές…

      • Καλά, τώρα άνοιξες μεγάλο θέμα. Ο εθνικισμός των κομμουνιστικών καθεστώτων είναι ένα μεγάλο εθνολογικό κεφάλαιο.

        Η μαρξιστική κατανόηση της εθνικότητας ως «ψευδούς ταυτότητας» επανερμηνεύτηκε ως νομιμοποιούσα αρχή της αχαλίνωτης ιστορικής παραχάραξης.

  5. Μμμ, ωραία απάντηση..
    Άρα έχουμε εκτός από την γενική “ανάγκη” καταγωγικής συνέχειας τον μύθο της ιθαγενικής αυτοχθονικής συνέχειας.
    Αυτό βέβαια δεν ισχύει ως πιθανότητα όπου υπάρχει το προφανές “από αλλού” (ΗΠΑ λ.χ) αν και σε τέτοιες περιπτώσεις επιστρατεύονται μερικές φορές, πάλι, αυτοχθονικοί μύθοι (Τουρκία, χρήση της ανατολιακής καταγωγής).
    Καμμιά φορά αναρωτιέμαι αν μπορεί τελικά να υπάρξει “εθνικό αφήγημα” χωρίς τόνους μύθων και ψεύδους..
    Ακόμα κι όταν υπάρχουν προϋποθέσεις για μιαν “λογικότερη” καταγωγική μυθολογία ο εθνικισμός ζητά τα πάντα αν είναι δυνατόν, όσο είναι εφικτό και δυνατόν γι αυτόν.
    Ευχαριστώ πολύ για την διαφωτιστική διευκρίνηση.
    Μια τελευταία ερώτηση:
    Υπάρχει για σένα περίπτωση “νομαδικού” ή μη αυτοχθονικού εθνικισμού;
    Ή για να το θέσω καλύτερα ίσως: ποιά είναι, αντίστροφα από τα προηγούμενα, η αναγκαία “ποσότητα” μη αυτοχθονισμού σε ένα εθνικιστικλό αφηγηματικό σχήμα;

    • Πρόσεξε, η αυτοχθονία δεν είναι υποχρεωτικό σενάριο για να επιτύχεις τη συσχέτιση ενός πληθυσμού με μια περιοχή σε ένα εθνικό αφήγημα.

      Οι Άγγλοι λ.χ. ποτέ δεν ισχυρίστηκαν αυτοχθονία στην Βρετανία (ήξεραν και ξέρουν πολύ καλά ότι οι αυτόχθονες ήταν οι Ουαλοί), αλλά δεν είχαν ανάγκη να παίξουν το χαρτί της αυτοχθονίας, γιατί έχουν μια πολύ ενδιαφέρουσα «λογική» (όπως το έθεσες εσύ) ή «ιστορική» (όπως θα το έθετα εγώ) συσχέτιση με το έδαφος που έγινε αγγλικό βασίλειο.

      Το θέμα στο εθνικό αφήγημα είναι ότι πρέπει να «εξηγήσεις» στον πληθυσμό γιατί είναι δεμένος με τη περιοχή του και γιατί πρέπει να είναι υπερήφανοι που είναι Άλβανοί, Άγγλοι, Έλληνες κλπ.

      Οι Άγγλοι δεν χρειάζονται το σενάριο της αυτοχθονίας για να εξηγήσουν γιατί η Αγγλία είναι η δική τους περιοχή και γιατί πρέπει να είναι υπερήφανοι που είναι Άγγλοι.

      Στην αλβανική περίπτωση δεν έχεις ούτε αλβανικό μεσαιωνικό βασίλειο (όπως το Αγγλικό βασίλειο), ούτε παγκόσμια αυτοκρατορία, ούτε έναν Σαίξπηρ να σου διηγείται λ.χ. πως πολέμησαν ηρωϊκά οι πρόγονοί σου στη μάχη του Άζινκορτ δίπλα στον Ερρίκο Ε΄.

  6. Σωστά. Τώρα έγινε ακόμα καλύτερο το σχήμα. Είναι τι έχει νόημα να έχεις “πίσω σου” ως αξιομνημόνευτο, αλλά και δεμένο και αυτό με κάποια ντεμί ή καλύτερα ιστορικοποιημένη αυτοχθονία. Όπως τώρα ας πούμε οι αμερικάνοι “έχουν να πούνε” για κάτι που ήδη συνέβει ήδη, έστω σε ένα κοντινότερο παρελθόν. Και πάλι όμως κάποια αυτοχθονία σχηματίζεται ως πρόσφατη μεν, ως μη απόλυτη μεν, ως “ιστορική”, αλλά και πάλι υπάρχει αν κατάλαβα μια εκ των πραγμάτων μετριασμένη αυτοχθονία.
    Αυτή η “αυτοχθονία” βέβαια ίσως δεν είναι αυτοχθονία στην μυθική της “κυριολεξία”, όπως αυτή που νοείται όταν υπάρχει ένα μεγαλύτερο “δέσιμο” με την γη ως συνδεόμενης-συνυφασμένης (μυθικά) με την “εθνική υποκειμενικότητα”.
    Ελπίζω να μην το διαστρέβλωσα αυτό που είπες, τροποποιώντας το κάπως.

    • Το αμερικανικό αφήγημα δεν χρησιμοποιεί καθόλου την αυτοχθονία.

      Όπως λέει και ο αμερικανικός εθνικός ύμνος, η Αμερική είναι “the land of the free and the home of the brave”.

      Η εθνική υπερηφάνεια της αμερικανικής κοινότητας είναι ότι οι πεφωτισμένοι ιδρυτικοί πατέρες ίδρυσαν το τέλειο κράτος, το οποίο σου επιτρέπει να ζήσεις το «αμερικανικό όνειρο» (ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα, ευνομία κλπ).

      Φυσικά, μετά το 1950, προστέθηκε ως επιπλέον συνιστώσα της εθνικής υπερηφάνειας και η αμερικανική κοσμοκρατορία.

  7. Για να μην παρερμηνευτώ-παρερμηνεύσω όμως: αυτή η μετριασμένη “αυτοχθονία” δεν είναι ίσως καν “αυτοχθονία”. Απλά επισημαίνω κάποια μορφή ύπαρξης της, αναλογικά ή με αχνό τρόπο, και εκεί όπου όπως λές δεν υπάρχει ανάγκη αυτοχθονισμού.

  8. Γίνομαι κουραστικός, αλλά επιστρέφω με ένα άλλο παράδειγμα που επιβεβαιώνει μάλλον την δική σου αποκόλληση ιθαγενισμού και “εθνικο-τοπικής” περηφάνειας, ενθυμούμενος τον τουρκικό εθνικισμό, ή κάποιες κυρίαρχες εκδοχές του, που μάλλον σαν καμάρι του έχει ότι το εθνοτικό “σώμα” ως μη αυτόχθον κατέλαβε με την “ανδρεία” του περιοχές άλλων.

    • Άλλο παράδειγμα συσχέτισης με μια περιοχή χωρίς να παίξεις το χαρτί της αυτοχθονίας είναι το μοντέλο της «Γης της Επαγγελίας» των αρχαίων Εβραίων.

      Η γη τους ανήκει, όχι γιατί ήταν οι αυτόχθονες (αυτοί ήταν λ.χ. οι κατοικοι της Ιεριχού που κατέκτησαν οι Εβραίοι), αλλά γιατί ήταν ο περιούσιος λαός του μοναδικού Θεού και ο θεός αυτός τους είχε τάξει αυτή τη γη.

      • Μανούσος

        Η αλήθεια είναι ότι χάλια γη τους έταξε, από νερά και αγροτική παραγωγή και πλουτοπαραγωγικές πηγές και λιμάνια κλπκλπ. Ακόμη και οι κύριες αρχαίες οδοί, από την Ιορδανία περνούσαν και όχι από την παράλια Παλαιστίνη…

      • Η αλήθεια είναι ότι χάλια γη τους έταξε
        —-

        Απ΄το ντιπ και ολότελα καλή κι Παναγιώταινα.

        Για τους πρωτοϊσραηλίτες νομάδες της ερήμου («σιδηρά κάμινος») αυτή η χάλια γη έσταζε «μέλι και γάλα» 🙂 🙂 🙂

        [Ιερεμίας, 11:4-5] ἧς ἐνετειλάμην τοῖς πατράσιν ὑμῶν ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἀνήγαγον αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐκ καμίνου τῆς σιδηρᾶς, λέγων· ἀκούσατε τῆς φωνῆς μου καὶ ποιήσατε πάντα, ὅσα ἐὰν ἐντείλωμαι ὑμῖν, καὶ ἔσεσθέ μοι εἰς λαόν, καὶ ἐγὼ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Θεόν, ὅπως στήσω τὸν ὅρκον μου, ὃν ὤμοσα τοῖς πατράσιν ὑμῶν, τοῦ δοῦναι αὐτοῖς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι καθὼς ἡ ἡμέρα αὕτη. καὶ ἀπεκρίθην καὶ εἶπα· γένοιτο, Κύριε.

  9. Το “αυιτοχθονικόν” ως (μυθική) ιδιότητα σημαίνει “ήμασταν πάντα εδώ”.
    Οκ, το ξεκαθάρισα λίγο. Απλά βλέπω ίχνη όχι αυτοχθονίας αλλά ενός εδαφικοκεντρικού καταγωγισμού που συγγενεύει με την αυτοχθονία αλλά είναι κάτι άλλο..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s