zies Lune = dies Lunae στην Κάτω Μυσία του 5ου μ.Χ. αιώνα

Η σημερινή ανάρτηση έχει ως θέμα την εξέλιξη του λατινικού όρου diēs = «ημέρα» στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ). Αν κοιτάξετε τον πίνακα με τους ρωμανικούς απογόνους τους λατινικού αυτού όρου θα παρατηρήσετε ότι η προστριβοποίηση dj>dz (>z) εμφανίζεται μόνο στις θυγατέρες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (αντίθετα, στις σύνθετες λέξεις και στις μονολεξηματισμένες εκφράσεις που περιέχουν τον όρο diēs στο εσωτερικό τους, η προστριβοποίηση είναι γενικότερο φαινόμενο, βλ. στο τέλος την αναφορά στα ιταλικά oggi και pomeriggio).

Βλαχική/Αρ(ου)μανική (AR): dzi (με έναρθρο τύπο dz(ã)uã)

Ρουμανική (DR): zi (με έναρθρο τύπο ziua)

Μογλενιτική (MR): zuuă (/zuwə/)

Ιστρορουμανική (IR): zi

Ο λατινικός όρος diēs ανήκει στην λεγόμενη 5η κλίση, μια κλιτική κατηγορία με την οποία οι ομιλητές της δημώδους λατινικής είχαν πρόβλημα από νωρίς και η συνήθης αντίδραση σ΄αυτή τη δυσκολία γραμματικού χειρισμού ήταν η μεταβίβαση των πεμπτόκλιτων ονομάτων σε πιο εύκολες κλιτικές κατηγορίες (λ.χ. ο πεμπτόκλιτος κλασικός λατινικός όρος faciēs = «πρόσωπο» στην δημώδη λατινική απέκτησε την πρωτόκλιτη μορφή *facia, από την οποία προήλθαν όλοι οι σημερινοί ρωμανικοί απόγονοι, λ.χ. ιταλικό faccia, βλαχικό fatsã κλπ). Στην περίπτωση του πεμπτόκλιτου όρου diēs, η συνήθης αυτή αντίδραση συνέβη στην Ιβηρική Ρωμανική (λ.χ. ισπανικό día και πορτογαλικό dia).

Σε άλλες Ρωμανικές γλώσσες, όμως, ο όρος diēs απλώς απλοποιήθηκε σε di (λ.χ. ιταλ. , το οποίο περιέχεται και στα ιταλικά ονόματα των ημερών της εβδομάδας, λ.χ. λατ. diēs Lūnae «ημέρα Σελήνης, Δευτέρα» > Ιταλ. lune).

Το «u» (/w/) του έναρθρου ΑΒΡ τύπου *dziwə (AR  dz(ã)uã ~ DR ziua) προέρχεται από το διπλό ll του θηλυκού άρθρου illa. Η εξέλιξη ll>l>w είναι παρόμοια με αυτήν του διπλού ll των όρων stēlla και sella:

λατ. stēlla > ΑΒΡ stela > stealə > steawə > AR steauã (και με περαιτέρω απλοποίηση DR stea)

λατ. sella > ABΡ sέla > sjέla > sjέalə > sjálə > šálə >šáwə > AR shauã (και με περαιτέρω απλοποίηση DR șa)

Αντίστοιχα:

ΑΒΡ di illa (με επιτασσόμενο οριστικό άρθρο) > *dīlla > *dzīla (μάλλον με ουράνωση «τύπου τσουκνίδας») > *dziwə > AR  dz(ã)uã ~ DR ziua

Όπως και στους ΑΒΡ απογόνους των όρων stēlla και sella, έτσι και στον έναρθρο τύπο της ΑΒΡ «ημέρας» το /l/ διατηρείται στον πληθυντικό:

AR: dzãle/dzãli (~ shale/shali, steale/steali)

DR: zile (~ stele)

Οι Ρουμάνοι κάποια στιγμή ξέχασαν ότι ο τύπος zile είναι ήδη έναρθρος και πρόσθεσαν ακόμα ένα άρθρο, με αποτέλεσμα ο έναρθρος πληθυντικός zilele = «οι ημέρες».

Πότε άρχισαν οι ομιλητές της ΑΒΡ να προφέρουν τον δημώδη απόγονο του κλασικού λατινικού όρου diēs με προστριβόμενο /dz/;

Σε μια λατινική επιγραφή του 5ου μ.Χ. αιώνα από την Κάτω Μυσία (βρέθηκε στο σημερινό χωριό Stan της Βουλγαρίας, OCS stanŭ > στάνη) ο λατινικός όρος diēs απαντά δύο φορές ως ziēs (/dziēs/). Με άλλα λόγια, ο γραφέας της επιγραφής μετέφερε στον γραπτό λόγο τον προστριβόμενο φθόγγο /dz/ = «z» της επιχώριας δημώδους ποικιλίας (ο ΑΒΡ πρόγονος των σημερινών AR dzi/dz(ã)uã, DR zi/ziua κλπ).

κλασικό λατινικό diēs Lūnae («ημέρα Σελήνης, Δευτέρα») > «zie Lune» (di>dzi και μονοφθογγοποίηση ae>e, όπως Graecus > Grec[u]),

και παρακάτω «en zies [= in diebus σε κλασσική/λόγια λατινική, λ.χ. in diebus illis = «κατά τις ημέρες εκείνες»] Danielo bicario».

Η λατινική «Δευτέρα» diēs Lūnae συνεχίζει ως Lūnae > Lune > luni στη Βλαχική/Αρ(ου)μανική, τη Ρουμανική, τη Βενετσιάνικη και τη Σικελική.

Η επιγραφή περιέχει και άλλα δημώδη επιχωρικά στοιχεία, τα οποία δείχνουν ότι ο γραφέας δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την λόγια (κλασική) Λατινική.

Ο όρος vicārius απαντά ως bicārius, με /b/ που δείχνει την τυπική δημώδη λατινική σύγχυση /v/~/b/ (λ.χ. λατ. vōx/vōcem > δημώδες λατ. bocem > ΑΒΡ boace > AR boatsi/boatse ~ DR boace και λατ. vīta > ισπανικό vida = /biδa/).

Η φράση «et Probīnō Māiōre» > «et Probinu Maiure» δείχνει την απόδοση δύο κάποτε μακρών /ō/ (που μετά το 250 μ.Χ. σίγουρα είχαν γίνει βραχέα στη δημώδη λατινική) ως /u/. Και τα δύο βρίσκονται πριν από ένηχο (πριν από έρρινο /m/ το πρώτο και πριν από υγρό /r/ το δεύτερο) και, συνεπώς, μπορούν να εξηγηθούν ως γενικότερες λατινικές τάσεις (λ.χ. *gwhor– > fornāx/furnus και πορφύρα > purpura).

Ωστόσο, η εξέλιξη māiōre > maiore > maiure δείχνει μια εξέλιξη που είναι τυπική της ΑΒΡ.

λατ. arbōr/arbōrem > ΑΒΡ *arbure > AR arburi/arbure ~ διαλεκτικό DR arbure

Ο πληθυντικός ουδετέρων σε -uri της ΑΒΡ (λ.χ. AR yinuri ~ DR vinuri «κρασιά», αλλά λατινικό vīna = «κρασιά») προέκυψε από γενίκευση του πληθυντικού των σιγμόληκτων λατινικών ουδετέρων (ενικός σε *-os > -us και πληθυντικός σε *-os-h2 > -oza > -ora) του τύπου:

corpus/corpora

tempus/tempora

pectus/pectora

Οι πληθυντικοί corpora/tempora/pectora στην ΑΒΡ εξελίχθηκαν πρώτα σε corpura/timpura/pjectura (όπως το māiōre > maiure της επιγραφής και το λατ. arbōrem > ΑΒΡ arbure) και τελικά σε corpuri/timpuri/pjecturi (λ.χ. λατ. pectora «στήθη» > ΑΒΡ pjectura > pjecturi > AR chiepturi ~ DR piepturi) και οι πληθυντικοί σε -uri αργότερα γενικεύτηκαν σε όλα τα ουδέτερα (γι΄αυτό ο λατινικός πληθυντικός vīna «κρασιά» εξελίχθηκε στον ΑΒΡ vinuri).

Απ΄όσο γνωρίζω, η γραφή diēs >«zies» (= /dzies/) σ΄αυτήν την επιγραφή του 5ου μ.Χ. αιώνα από την Κάτω Μυσία είναι η παλαιότερη επιγραφική μαρτυρία προστριβόμενης προφοράς του λατινικού όρου diēs και είναι 2 αιώνες παλαιότερη από το σχόλιο του Ισιδώρου της Σεβίλλης (πρώτο μισό 7ου αιώνα) ότι οι Ιταλοί συνηθίζουν να προφέρουν το hodie (< hōc diē = «σήμερα, σ΄αυτήν εδώ την ημέρα») ως «ozie» ( “solent Itali dicere ozie pro hodie,” λ.χ.το σημερινό ιταλικό oggi = /oddži/ και το βλαχικό hāc die > *adja > adzã).

Ο όρος diēs έχει προστριβοποιηθεί και στους απογόνους των όρων:

λατ. *medīdiēs > merīdiēs (αφομοίωση d..d>r..d) = «μεσημέρι» και post merīdiem «μετά μεσημβρίας, απόγευμα», λ.χ. το ιταλικό pomeriggio = «απόγευμα» και το βλαχικό amiridz = «σκιερό μέρος για τη μεσημεριανή ξεκούραση του κοπαδιού» (και το αντίστοιχο ρουμανικό meriză), ενώ υπάρχει και το λατινικό ρήμα merīdiāre = «ξεκουράζομαι για μεσημέρι» (στα Βαλκάνια «ξεκουράζω σε σκιερό μέρος το κοπάδι»): AR amiridz(u) = DR a meriza = αλβανικό mërzej. Ο ιταλικός απόγονος meriggiare = «ξεκουράζομαι για μεσημέρι», συνεχίζει την αρχική λατινική σημασία.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s