Πόσο παλιά είναι η Φωνηεντική Ανύψωση της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής;

Στη σημερινή ανάρτηση θα παρουσιάσω μερικές λατινικές επιγραφές από την ευρύτερη Μυσία/Μοισία που δείχνουν την χαρακτηριστική φωνηεντική ανύψωση της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ). Η ΑΒΡ είναι η δημώδης λατινική ποικιλία από την οποία προέκυψαν η Αρουμανική (Βλαχική, AR), η ΡουμανικήΔακορουμανική, DR) και η Ιστρορουμανική (IR). Έχω αναφέρει σε παλαιότερες αναρτήσεις (λ.χ. στην ενότητα ΣΤ΄ εδώ) ότι η ΑΒΡ ανύψωση απαντά ήδη σε λατινικά τοπωνύμια του 6ου μ.Χ. αιώνα από την ευρύτερη Θράκη (λ.χ. τα τοπωνύμια Móntēs Gemellī > Γεμελλομοῦντες και Arēna > Ἀρῖνα του Προκοπίου και το τοπωνύμιο Mōns Calvus > Mónte Calvu > Καλβομοῦντις του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη). Με έκπληξη, όμως, διαπίστωσα ότι το φαινόμενο είναι παλαιότερο και απαντά ήδη σε λατινικές επιγραφές του 2ου μ.Χ. αιώνα από τη Μικρά Σκυθία και την Κάτω και Άνω Μυσία (Scythia Minor, Moesia Inferior, Moesia Superior).

1. Η Φωνηεντική Ανύψωση της ΑΒΡ

Μια χαρακτηριστική φωνολογική τροπή της ΑΒΡ είναι η ανύψωση των τονισμένων é>í και ó>ú πριν από έρρινο σύμφωνο (/n/ και /m/). Η ανύψωση αυτή συνέβη τόσο νωρίς που απέτρεψε την εφαρμογή της τυπικής ΑΒΡ μεταφωνίας σε αυτή τη θέση, λ.χ. εφαρμογή μεταφωνίας στα λατ. pórta > AR poartã ~ DR poartă και nox/nóctem > AR noapti ~ DR noapte, αλλά όχι στα λατ. mōns/móntem > ABΡ múnte > AR múnti ~ DR múnte και pōns/póntem > ABΡ púnte > AR púnti ~ DR púnte. Αντίστοιχα, βρίσκουμε εφαρμογή της μεταφωνίας στο λατ. pétra > pέtra > pjεatrə > ΑΒΡ pjatrə > AR chiatrã ~ DR piatră, αλλά όχι στο mēns/méntem > ABR mínte > AR mínti ~ DR mínte.

Η παραπάνω φωνηεντική ανύψωση εμφανίζεται μόνο σποραδικά στην Δαλματική (ή Δυτική Βαλκανική Ρωμανική, στην οποία έχω βρει μόνο τέσσερα παραδείγματα) και, συνεπώς, η τυπικότητα του φαινομένου είναι ένα αποκλειστικό χαρακτηριστικό της ΑΒΡ που την διακρίνει από την γειτονική της Δαλματική.

Η σποραδική ανύψωση én>ín και ó>ú στην Δαλματική απαντά μόνο στα παρακάτω παραδείγματα:

λατ. bónus > Δλμ. bun

λατ. tónus > Δλμ. tun

λατ. béne > Δλμ. bin

λατ. Véneris (dies) > Vindre

Αντίθετα, η τυπική δαλματική εξέλιξη πριν από /nt/ (και /mp/) είναι ént > jent > jant και ónt > uont > uant:

λατ. argéntum, céntum, dēns/déntem, témpus, gēns/géntem, véntus > Δλμ. arziant, ciantdiant, tiamp, ziant, viant

λατ. torméntum, pensaméntum, conténtus > Δλμ. tormiant, pinsamiant, contiant

λατ. mōns/móntem, pōns/póntem, frōns/fróntem, cóntra > Δλμ. muant, puant, fruant, cuantra

Έλλειψη ανύψωσης βρίσκουμε και στους παρακάτω δαλματικούς όρους με τονισμένα μακρά φωνήεντα πριν από έρρινο:

λατ. ‘nōmen > Δλμ. naum ~ naun

λατ. ‘nōn > δλμ. naun

λατ. temptati’ōnem > Δλμ. tentatiaun

λατ. ‘vēna > Δλμ. vaina

Αντίθετα, στην ΑΒΡ η Φωνηεντική Ανύψωση είναι καθολική, τόσο σε βραχέα όσο και σε μακρά φωνήεντα. Εξαίρεση αποτελεί ο λόγιος/εκκλησιαστικός όρος m’ēnsa « δείπνο που σχετίζεται με την Θεία Ευχαριστία», ο οποίος αντί για ανύψωση δείχνει μεταφωνία ΑR mea ~ DR m(e)a, γιατί εισήλθε στην ΑΒΡ σχετικά αργά (μετά την διαμόρφωση του λατινικού εκκλησιαστικού λεξιλογίου στα τέλη του 4ου αιώνα) και μάλλον εισήλθε στην ΑΒΡ ήδη ως δημώδες *mēsa, δίχως /n/.

Α. Βραχύ ón>ún

ελλην. δρόμος > ABR drúmu > AR drúm(u) ~ DR drum

λατ. mōns/móntem > ΑΒΡ múnte > AR múnti ~ DR múnte

λατ. pōns/póntem > ΑΒΡ púnte > AR púnti ~ DR púnte

λατ. frōns/fróntem > ΑΒΡ frúnte >  DR frúnte (εδώ η Βλαχική δείχνει διτυπία frunti ~ frãmti)

λατ. bónus > ΑΒΡ búnu > ΑR bún(u) ~ DR bun

B. Μακρό ‘ōn>ún

λατ. ‘nōmen > ΑΒΡ núme > AR númi/nú ~ DR núme

λατ. nōn > ΑΒΡ nú(n) > AR nu ~ DR nu

λατ. orātiō/orāti‘ōnem («ομιλία», λ.χ. αγγλικό oration) > ΑΒΡ uratjúne «ευλογία, εορταστικός λόγος» > AR urãciúni ~ DR urăciúne

λατ. pastiō/pasti‘ōnem > ΑΒΡ paštjúne > AR pãshúni ~ DR pășúne

λατ. tītiō/tīti‘ōnem > ΑΒΡ titjúne > AR tãciúni ~ DR tăciúne

λατ. amarus + -ti’ōnem > ΑΒΡ amaratjúne («πικράδα») > AR amãrãciúni ~ DR amărăciúne

Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους όρους σε λατ. -ti’ōnem > AR -ciúni ~ DR -ciúne

Γ. Βραχύ én>ín

Το ΑΒΡ /ín/ διατηρείται αυτούσιο στην Βλαχική/Αρουμανική, ενώ στη Ρουμανική άλλοτε διατηρείται και άλλοτε έγινε /ín/>/ɨn/ = «ân» (λ.χ. VL *strínctus > ΑΒΡ strímptu > AR strímtu ~ DR strâmt)

λατ. mēns/méntem > ΑΒΡ mínte > AR mínti ~ DR mínte

λατ. dēns/déntem > ΑΒΡ dínte > AR dínti ~ DR dínte

λατ. gēns/géntem > ΑΒΡ gínta > AR g(h)ín ~ DR gín

λατ. béne > ΑΒΡ bíne > AR ghíni ~ DR bíne

λατ. argéntum > ΑΒΡ ardžíntu > AR arzíntu ~ DR argínt

λατ. -méntum > ΑΒΡ -míntu > AR -míntu ~ DR -mânt (λ.χ. ligãmintu/legământ, giurãmintu/jurământ)

λατ. véntus > ABΡ víntu > AR vímtu ~ DR vânt

λατ. témpus > ABΡ tímpu > DR timp (το βικιλεξικό δεν δίνει τον Βλαχικό αντίστοιχο όρο, να υποθέσω ότι είναι *tímp- ; )

λατ. Véneris (dies) [Παρασκευή, κυριολεκτικά «ημέρα [θεάς] Αφροδίτης», Venus] > ABR Víniri > AR Vínjiri~ DR Víneri

λατ. ánima > ΑΒΡ *énima > ínima (λόγω i-μετάλλαξης, όπως στο gravitātem > *grevitatem > *grevtate > AR griutati ~ DR greutate) > AR ínimã ~ DR ínimă

λατ. vénter/véntrem > ΑΒΡ víntre > DR víntre (τον Βλαχικό αντίστοιχο όρο για την «κοιλιά» τον ξέρουμε ; )

Δ. Μακρό ‘ēn>ín

λατ. v’ēna > ΑΒΡ vína > AR vínã ~ DR vâ

λατ. ar’ēna > ΑΒΡ arína > AR arínã ~ DR arínă

λατ. cat’ēna > ΑΒΡ catína > AR cãtínã ~ DR cătínă

λατ. v’ēndō > ΑΒΡ víndo > AR vínd(u) ~ DR vând (a vínde)

λατ. mē, tē > ABΡ *m’ēnem, *t’ēnem (λ.χ. ἐμέ(ν) > ἐμέν-αν και Δλμ. main) > míne, tíne > AR míni, tíni ~ DR míne, tíne

Η Φριουλική είναι η άλλη Ρωμανική γλώσσα που δείχνει συχνά παρόμοια Φωνηεντική Ανύψωση én>ín με την ΑΒΡ, αλλά όχι με την ίδια κανονικότητα όπως η ΑΒΡ (λ.χ. Φρ. dint, vint, αλλά ment, cent).

Τέλος, μερικά λατινικά δάνεια της Αλβανικής δείχνουν φωνηεντική ανύψωση παρόμοια με αυτήν της ΑΒΡ, λ.χ. :

ελλην. μοναχός > λατ. mónachus [> ΑΒΡ *múnacu ?] > PAlb. *múnëkë > Τοσκικό murg ~ Γκεγκικό munëg (υπάρχει και το Βενετσιάνικο munego ~ monego, αλλά ο τοσκικός ρωτακισμός δείχνει ότι ο όρος εισήλθε πριν το ~650 μ.Χ. στην πρωτο-αλβανική, πολύ πριν σχηματιστεί η Βενετσιάνικη γλώσσα).

λατ. cóntra [> ΑΒΡ cúntra ?]  > Αλβ. kúndër

Κλείνω την παρουσίαση της ΑΒΡ Φωνηεντικής Ανύψωσης με την περιγραφή του φαινομένου (stressed vowel raising before nasals) για τη Ρουμανική από τους Ti Alkire & Carol Rosen (2010), οι οποίοι παραθέτουν και τις συνθήκες όπου γίνεται η τροπή en>in>ân στη Ρουμανική (μετά από χειλικό, /s/ ή συμφωνικό σύμπλεγμα με τελικό σύμφωνο το /r/).

2. Επιγραφική απάντηση της Φωνηεντικής Ανύψωσης στην ευρύτερη Μυσία και Μικρά Σκυθία

Μικρά Σκυθία, 2ος μ.Χ. αιώνας

Μια επιγραφή του 176 μ.Χ. (IScM Ι 331) αναφέρει ότι η Κώμη του Κοϊντίωνος (Vicus Quintionis) κατοικείται από «βετεράνους και πολίτες, Ρωμαίους και Βέσσους» (veterani et cives Romani et Bessi consistentes Vico Quintionis). Οι Βέσσοι είναι οι εγχώριοι Μυσοί, στους οποίους αναφέρεται και ο Οβίδιος όταν γράφει με παράπονο πως ζει εξόριστος στην Τόμιδα ανάμεσα σε άγριους και βάρβαρους Σαυρομάτες,  “Bessique Getaeque” (και Βέσσους και Γέτες), λαοί ανάξιοι της νοημοσύνης/σοφίας του (ingenium).

[Οβίδιος, Tristia, 3.10.4-6]

In media vivere barbaria.
Sauromatae cingunt, fera gens, Bessique Getaeque.
quam non ingenio nomina digna meo!

Στην επιγραφή αναφέρεται η γενική *Cuti‘ōnis > Cutiúnis του ονόματος Cutiō ~ Κοτ(τ)ίων (λ.χ. Cicerō/Cicer’ōnis). Στα Λατινικά ο όρος cutiō/cutiōnem σημαίνει «έντομο, χιλιόποδο», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το όνομα των επιγραφών πρέπει να σχετίζεται με αυτόν τον όρο. Το παρεμφερές όνομα Cutius απαντά σε μια λατινική επιγραφή της Κορίνθου (Corinth 8,3 198), ενώ η ελληνική απόδοση Κοτ(τ)ίων απαντά σε μια επιγραφή (CIRB 653) από το Παντικάπαιον του Κιμμερικού Βοσπόρου. Παρατηρούμε την φωνηεντική ανύψωση *Cuti‘ōnis > Cutiúnis ~ λατ. pastiō/pasti’ōnem > ΑΒΡ paštjúne > AR pãshúni ~ DR pășúne.

Σε μια άλλη επιγραφή του 172 μ.Χ. πάντοτε από τη Μικρά Σκυθία (IScM V 64) Βέσσοι μνημονεύονται στο φρούριο Ulmetum (στο σημερινό χωριό Pantelimonu de Sus κοντά στην Κωνστάντζα/Τόμιδα) ως *Ulmēt‘ēnsēs > Ulmetínsium ( = γενική πληθυντικού -‘ēnsium). Ο Προκόπιος, αργότερα, ονομάζει τους κατοίκους «Ουλμίτες» (ὀχύρωμα Οὐλμιτῶν = Ulmetensium), όταν γράφει ότι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το φρούριό τους εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών. Παρατηρούμε πάλι την φωνηεντική ανύψωση *Ulmēt’ēnsium > Ulmētínsium ~ λατ. ar’ēna > ΑΒΡ arína > AR arínã ~ DR arínă (βλ. το τοπωνύμιο Ἀρῖνα του Προκοπίου παρακάτω).

[Προκόπιος, Περί Κτισμάτων, 4.7.17] ἐπέκεινά τε αὐτοῦ ἦν μὲν ἐκ παλαιοῦ ὀχύρωμα, Οὐλμιτῶν ὄνομα, βαρβάρων δὲ Σκλαβηνῶν ἐπὶ χρόνου μῆκος ἐκείνῃ τὰς ἐνέδρας πεποιηκότων, διατριβήν τε αὐτόθι ἐπὶ μακρότατον ἐσχηκότων, ἔρημόν τε παντάπασι γέγονε, καὶ οὐδὲν αὐτοῦ ὅτι μὴ τὸ ὄνομα, ἐλέλειπτο ἔτι.

Παραθέτω και τις επιγραφές.

Σε μια άλλη επιγραφή του 238 μ.Χ. από την Μικρά Σκυθία (IScM I 347) βρίσκουμε το όνομα με πατρωνυμικό στη γενική Bonōsus Bonúnis ( < *Bon‘ōnis, Βονῶσος Βόνωνος). Η Κώμη Σεκουνδινού (Vicus Secundini) της επιγραφής κατοικείται από πολίτες Ρωμαίους και Λάους (cives Romani et Lai consistentes Vico Secundini). Η γενική *Bon’ōnis > Bonúnis δείχνει την ίδια φωνηεντική ανύψωση με την προρρηθείσα γενική *Cuti‘ōnis > Cutiúnis.

Σκούποι, Δαρδανία (Άνω Μυσία/Διοίκηση Δακίας)

Τέλος, σε μια επιγραφή από τους Σκούπους (Scupi/Σκόπια, στην Δαρδανία της Άνω Μυσίας και μετέπειτα της Διοικήσεως Δακίας) αναφέρεται το άτομο με θρακικό όνομα Bitus f(ilius) Cesunis (Βίθυς υἱὸς Κήσωνος). Βλέπουμε πάλι στην γενική *Cēs‘ōnis > Cesúnis την τυπική ΑΒΡ φωνηεντική ανύψωση.

Το όνομα *Κῆσων που κρύβεται πίσω από την γενική Cesunis στην παραπάνω επιγραφή από τους Σκούπους εμφανίζει τους παρεμφερείς τύπους Κῆσος  και Κήσης (άραγε Κήσ-εν(τ)-ς, κατά το Οὐάλης ~ Valēns/Valentis, όπως το θρακικό όνομα Δούλης ~ Dolens/Dolentis ; ) σε Πελαγονία και Παιονία.

Τα τοπωνύμια του Προκόπιου και του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη

Θα παραθέσω πάλι τα τοπωνύμια που αναφέρουν ο Προκόπιος και ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης τον 6ο μ.Χ. αιώνα, τα οποία δείχνουν την φωνηεντική ανύψωση της ΑΒΡ.

Προκόπιος: Ἀρῖνα, Γεμελλομοῦντες (Ar’ēna, Móntes Gemelli), στην Κάτω Μυσία:

[Περὶ Κτισμάτων, ΧΧ] Μυσίας παρὰ μὲν ποταμὸν Ἴστρον· Ἐρκούλεντε. Σκατρῖνα. Ἀππίαρα. Ἐξεντάπριστα. Δεονίανα. Λιμώ. Ὀδυσσός. Βίδιγις. Ἀρῖνα. Νικόπολις. Ζικίδεβα. Σπίβυρος. Πόλις Κάστελλον. Κιστίδιζος. Βαστέρνας. Μέταλλος. Βηρίπαρα. Σπαθιζός. Μαρκέρωτα. Βόδας. Ζισνούδεβα. Τουρούλης. Ἰουστινιανούπολις. Θερμά. Γεμελλομοῦντες. […]

Θεοφύλακτος Σιμοκάττης: Καλβομοῦντις (Mōns Calvus > Mónte Calvu, σαν το ιταλικό Monte Calvo και το ελληνικό όρος Φαλακρό) στην οροσειρά του Αίμου:

[2.15.3] κατῆραν τοίνυν τοῦ Αἵμου ἐπὶ Καλβομοῦντις καὶ Λιβιδουργὸν πολεμησείοντες

Ο Προκόπιος αναφέρεται στην περιοχή της Ρεμεσιάνας (πόλη της Μεσογείου Δακίας, Dacia Mediterranea, η σημερινή Bela Palanka) ως Ῥεμισιανισία χώρα. Έχω ήδη αναφέρει σε παλαιότερη ανάρτηση τα τοπωνύμια Λουποφαντάνα = Λυκοπηγή (AR fãntãnã ~ DR fântână) και «Στρόγγες» (Στρούγγες, όπως spelunca > «Σπέλογκα» ; ).

[Περὶ Κτισμάτων, ΧΧ] Ἐν χώρᾳ Ῥεμισιανισίᾳ· Βρίττουρα. Σούβαρας. Λαμπωνίανα. Στρόγγες. Δάλματας. Πριμίανα. Φρερραρία. Τόπερα. Τόμες. Κούας. Τζερτζενούτζας. Στένες. Αἰάδαβα. Δέστρεβα. Πρετζουρίες. Κουμούδεβα. Δευριάς. Λούτζολο. Ῥεπόρδενες. Σπέλογκα. Σκοῦμβρο. Βρίπαρο. Τουλκόβουργο. Λογγίανα. Λουποφαντάνα. Δαρδάπαρα. Βουρδόμινα. Γριγκιάπανα. Γραῖκος. Δρασίμαρκα.

Η φράση «Ῥεμισιανισία χώρα» είναι ελληνική απόδοση της δημώδους ποικιλίας της  λατινικής φράσης regio Remesian’ēnsis. Ο επίσκοπος Ρεμεσιάνας που συμμετείχε στην Β΄ Σύνοδο της Εφέσου το 449 υπέγραψε ως Diogenianus episcopus Remesianensis Daciae Mediterraneae.

Για να πάμε από το λατινικό (regio) Remesian’ēnsis στο Ῥεμισιανισ-ία (χώρα) του Προκοπίου χρειαζόμαστε την ΑΒΡ φωνηεντική ανύψωση και την δημώδη λατινική απλοποίηση -ns- > -s- (λ.χ. insula > ιταλ. isola και mensa > βλαχικό measã, λ.χ. Bolognese = Bologna + -ensem > -ese):

Remesian’ēnsem > ΑΒΡ Remesianínse > Remesianíse > Ῥεμισιανισ-ία

3. Το σαπούνι και ο σαπουνάς

Όσοι έχετε εμπεδώσει την Φωνηεντική ανύψωση της ΑΒΡ, ποιον συνήθη ύποπτο υποψιάζεστε ως τον ρωμανικό διαμεσολαβητή που ευθύνεται για την απόδοση του λατινικού όρου sāpō/sāp‘ōnem (απώτερης γερμανικής καταγωγής, PGmc *saipǭ), που αρχικά εισήλθε ως σάπων στην Ελληνική, ως σαπούνιον στην Ελληνική της ύστερης αρχαιότητας;

Από την άλλη, δεν αποκλείεται να έχει συμβεί ενδογενής ελληνική εξέλιξη σαπώνιον > σαπούνιον, όπως στο πώγων > *πωγώνιον > *πουγούνιν > πιγούνι.

Στο ιταλικό sapóne αντιστοιχεί το βλαχικό sãpúni και το ρουμανικό săpún. To nomen professionis σαπουνᾶς απαντά ήδη σε μια επιγραφή του 6ου μ.Χ. αιώνα από την Οδησσό της Κάτω Μυσίας (η σημερινή Βουλγαρική Βάρνα).

Advertisements

13 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

13 responses to “Πόσο παλιά είναι η Φωνηεντική Ανύψωση της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής;

  1. leonicos

    Φυσικά καταπληκτικό

  2. JohnnieR

    Με τα μεζεδάκια ανοίγει η όρεξη!
    Η κοιλιά στα μέρη μου είναι “buricu” (με άρθρο “buriclu”) ενώ ο καιρός έχει πλέον εξελληνισθεί και είναι “kiró” (kirolu – ο καιρός).
    Καλό απόγευμα!

  3. JohnnieR

    Αυτό για τον καιρό ήταν από βιασύνη.😊 Για τα υπόλοιπα, δεν γνωρίζω κάτι περισότερο.

  4. Δελιόπουλος Δημ.

    Με καθυστέρηση, αλλά ας υπάρχει.
    Στο ρουμλουκιώτικο ιδίωμα (στον κάμπο της Ημαθίας), για την κοιλιά και μάλιστα τη φουσκωμένη, υπάρχουν δυο λέξεις:
    α. μπαζάκα (η) (προφ. bαζάκα)
    β. πουσιουρτή (η)
    Υπάρχει και μια τρίτη, η μπουζούκα (προιφ. bουζούκα), αυτή στην παιδική γλώσσα

  5. Δελιόπουλος Δημ.

    Α, και μια τέταρτη! Η dαλάκα. Πρόκειται για την παθολογικά φουσκωμένη κοιλιά ανθρώπου, που έχει προσβληθεί, λόγω ελονοσίας, από “σπλήνα”.
    Υποκ. το dαλάκι, επίθετο ο dαλάκας.
    Ο (βου)βαλοβοσκός σε στιγμές οργής απευθύνεται στο απείθαρχο παχύδερμο με τη φράση:
    – Να σι φάει του dαλάκ’ (= να σε φάει το dαλάκι)
    (Αυτά από εποχές μεταπολεμικές και λησμονεμένες!)

  6. Δελιόπουλος Δημ.

    …λησμονημένες…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s