Ο αρβανίτικος όρος shkl(j)a ως «αλλόγλωσσος»

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης προέκυψε από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε στα σχόλια για την συνήθεια των Αρβανιτών να ονομάζουν την ελληνική γλώσσα shqerisht(e)/shklerisht(e) = «βουλγαριστί/σλαβιστί» (στην γλώσσα των Shqa = «Βουλγάρων/σλάβων», Sclavus/Σκλάβος > Skljavë > Shkljaë > Shklja/Shqa, όπως ο αντίστοιχος και ταυτόσημος ρουμανικός όρος șcheau). Αυτή η αλλαγή σημασίας οφείλεται στο ότι για τους Αρβανίτες ο όρος shqa/shkl(j)a, εκτός από την ειδική σημασία «Βούλγαρος, Ορθόδοξος Σλάβος», απέκτησε και την γενικότερη σημασία του γλωσσικού «άλλου», δηλαδή  shqa/shkl(j)a = «αλλόγλωσσος» (ο συντοπίτης που δεν μιλάει Αρβανίτικα/Arbërisht), μια συνήθεια που έφεραν μαζί τους όταν εγκαταστάθηκαν στις ελληνόφωνες περιοχές, προερχόμενοι από μέρη στα οποία οι συνήθεις αλλόγλωσσοι ήταν οι Βούλγαροι/Σλάβοι (οι τωόντι Shqa).

Είχα πρωτοσυναντήσει εδώ και καιρό αυτόν τον ενδιαφέροντα όρο σε αυτό εδώ το παλαιό άρθρο του Eric Hamp (παράγραφος 7).

This would explain Shkinikë ‘Bulgaria’ < Sclavinica; the etymon recurs clearly in the Greek enclave as škheríšte ‘in the other [Greek] language‘.

Επειδή έτυχε τις προάλλες να το ξανασυζητήσουμε είπα να ψάξω μήπως και βρω κάτι περισσότερο και βρήκα αυτό εδώ το ενδιαφέρον άρθρο στα γερμανικά του αλβανού γλωσσολόγου Bardhyl Demiraj για την απάντηση του όρου Shqa στην πρώιμη αλβανική γραμματεία.

Ο πρωταρχική σημασία του όρου Shqa είναι αυτή του Ορθόδοξου Σλάβου. Χρησιμοποιείται κυρίως για τους δυτικούς προνεωτερικούς Βούλγαρους (Σλαβομακεδόνες), αλλά χρησιμοποιείται και για τους Σέρβους και τους Μαυροβούνιους.

Στην υποσημείωση #1 της πρώτης σελίδας ο Demiraj αναφέρει τους όρους SclaveniaShqenia/Shqeria = «Σκλαβηνία, συλλογική αναφορά στους Σλάβους» και *sclaven-ishtshqenisht/shqerisht =«σλαβιστί» (με αρρωτάκιστο /n/ στη Γκεγκική και με ρωτακισμένο /n/>/r/ στην Τοσκική, λ.χ. Αυλώνας > Vlonë = Vlorë):

1 Letzte Eintragungen, die sich ohnehin nur auf die lexikalische Versippung Bezug nehmen, gehen auf „Fjalori i Gjuhës Shqipe“ (Tiranë 1954 540: Shqenia/Shqeria f. „emër kolektiv për Sllavët [= Kollektivum für die Slawen]“; shqenisht/shqerisht Adv. „sllavisht [= slawisch]“) zurück. Als eigenes Stichwort wird shqa zuletzt als dialektal begrenzte Bezeichnung bei MURATI (2003 154: shka) eingetragen.

Στη σελίδα 4 παραθέτει ένα χωρίο από τα πρακτικά της «Αλβανικής Συνόδου» του 1703 (“Kuvendi i Arbënit“), που συνεκάλεσε ο αλβανικής καταγωγής Πάπας Κλήμης ΙΑ’ στην βόρεια Αλβανία, με θέμα το μέλλον της Καθολικής Εκκλησίας στην Αλβανία και την ανάσχεση των εξισλαμισμών. Τα πρακτικά της συνόδου εκδόθηκαν από την Καθολική Εκκλησία σε Λατινικά και Γκέγκικα Αλβανικά το 1706 και, αν κατάλαβα καλά το γερμανικό κείμενο, ο όρος shqe απαντά σ’αυτά με τη σημασία «σχισματικοί (Ορθοδόξοι)» και περιλαμβάνει ακόμα και τους αλβανόφωνους Ορθόδοξους. Αν κάποιος καταλαβαίνει το κείμενο και το έχω κατανοήσει λάθος ας μας το εξηγήσει. Από τα χωρία που παραθέτει ο Demiraj, κάθε φορά που το λατινικό κείμενο γράφει «σχισματικοί» (schismatici), η αλβανική μετάφραση είναι ο μερισμός “Shqa+Urum/Griq” (αυτοί που ανήκουν στις εκκλησίες των (Ορθόδοξων) Σλάβων και των Ρωμιών/Γραικών, zākonin e griqet, ndo të shkievet = zākoni i urumit, ndo t’ shkiaut).

in KUVENDI I ARBËNIT (1706) als shqe d.h. „Schismatiker“ bzw. „Ketzer, Heretiker“ und nicht zuletzt „Ungläubiger“ auch albanischsprachige Gläubiger der slawisch-orthodoxen Kirche bezeichnet, so wie es auch mit urum (~ grek) d. h. mit demjenigen der griechisch-orthodoxen Kirche der Fall ist, vgl.:

|…. qi tue ndiekunë kalendarin e zākonin e griqet, ndo të shkievet, qesnë mbas shpine zākonin e kalendarin e Gërgurit Papë …” (f. 30)12;

|… qi duoli prej së shkuemit e prej së përziemit me shkiētë e me urumtë, e të mbānë festat sekundrëse zākoni e esapi i Romësë.| (S. 31)13;

13 (Dipl. Repr.) < … ci duoλi prej se sckuemit, e prej se perεiemit me schieete, e me Urumte, e te mbaane Festat secundrese εaaconì, e essapi i Romese.> – (lat. Originaltext) ex schismaticorum commercio, & familiaritate irrepsit, prudentibus monitis, ac salutaribus præceptis tollendam current, Romanosque ritus in Festorum celebratione ad unguem satagant exequendos.>

|Veçe asht zākoni i urumit, ndo t’ shkiaut me mos pagëzuem mbë të madhe nevoje, veçe priftinit e tyne.> … <Kinëse të derremohet prej katolikish ajo punë, qi mizori i moçimi pā pushuem ndë për gojë të shkievet arrëtoj për të keq të shpirtit.| (S. 39)14;

4 (Dipl. Repr.) εaaconi i urumit, ndò t’ Schiaut me mos pagheεvem mbe te maξe nevoje, vece Priftinit e tѹne.> … – (lat. Originaltext) <Schismaticorum quippe perniciosa lex est, parvulos urgente quoquè necessitate , non nisi à Sacerdote baptizandi.>

Στη σελίδα 6 (παράγραφος 2.2.1) ο Demiraj αναφέρει την απάντησή του όρου shqa/shkl(j)a στους Αρβανίτες του ελλαδικού χώρου και στους Αρμπερέσηδες της Ιταλίας. Και στους δύο πληθυσμούς ο όρος έχει τη σημασία «αλλόγλωσσος» (αυτός που δεν μιλάει Αρβανίτικα),ενώ το επίρρημα shklerisht σημαίνει «στην άλλη [μη Αρβανίτικη] γλώσσα» η οποία, στους μεν ελλαδίτες Αρβανίτες ο όρος κατέληξε να σημαίνει «ελληνιστί» (shkl(j)a,-u ~ (Pl.) shkle,-të „(einsprachiger) Grieche; Nicht-Arvanit“ = «Γραικός/ελληνόφωνος, μη Αρβανίτης», παραπέμπει σε άρθρο του Τίτου Γιοχάλα του 2002), στους δε Αρμπερέσηδες της Ιταλίας ο όρος κατέληξε να σημαίνει «ακαταλαβίστικα».

2.2.1. Die Sonderstellung der alb. Enklaven in Griechenland und Süditalien

Die sprachliche Situation in der ältesten uns bislang bekannten, albanischen Diaspora in Griechenland und Süditalien wird gesondert dargestellt, weil es sich hier um weitere stark abweichende Verwendung dieser Bezeichnung handelt. Bei den Arvaniten in Griechenland bewahrt das Wort als Ethnikon seine Gültigkeit auf; sie bezeichnen jedoch damit ihre griechischen Nachbarn. So schreibt MIKLOSICH (1870 33: mit Hinweis auf REINHOLD 1855 [Lex.] 31: shkla): „Es muß daher auffallen, daß die Albanesen Griechenlands mit demselben Worte die Griechen bezeichnen.“23, vgl.: shkla,-u ~ (Pl.) shkle,-të(einsprachiger) Grieche; Nicht-Arvanit“ (SASSE 1991 107) neben shklja und sklja (JOCHALAS 2002 615)24.

Bei den Arbëreshen in Süditalien und Sizilien scheint diese Bezeichnung nicht vorhanden zu sein, lässt sich jedoch – so wie im Falle des südtoskischen Sprachareals – als bereits verschollen gelten, wenn man davon ausgeht, dass zwei verschiedene, auf eine gemeinsame Basis *shkla-/shkle- zurückgehende Ableitungen immer noch vorkommen: arb. It. (Pllaten) shklan Adj. „nicht-arbëreshsprachig“25; sowie (dial.) shklerisht neben sklerisht Adv. „unverständlich; in einer Fremdsprache [d. h. auf Nicht-Arbëresh]“ (s. unten § 2.3.).

Στη σελίδα 7 αναφέρει μερικά ακόμα παραδείγματα από άρθρο του Τίτου Γιοχάλα:

griechisch; auf Griechisch” bei den Arvaniten in Griechenland: shklerisht(e) neben sklerishte (JOCHALAS 2006 388: Di sklerisht? = Ξέρεις ελληνικά?; 2002 626: Aij di vetëm shklerishte = Αυτός ξέρει ελληνικά; Nashtinë i thomë sklerishte = Τώρα τα λέμε ελληνικά);

Όποιος ξέρει κάτι παραπάνω ας μας το προσθέσει στα σχόλια.

Advertisements

10 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας, Uncategorized

10 responses to “Ο αρβανίτικος όρος shkl(j)a ως «αλλόγλωσσος»

  1. Βασιλ'Μάκος

    Καλησπέρα Σμερδαλέε και πολλους χαιρετισμούς. Υπάρχει ένα χωριό στον κάμπο του Καλαμά στην Θεσπρωτία με το όνομα Σκλιάβη (σημερινός Αγ.Αρσένιος). Το χωριό κατά τον 19ο αιώνα ήταν εξ ολοκλήρου μουσουλμανικό και αλβανόφωνο, αλλά γειτονικό με πολλά ελληνόφωνα χωριά όποτε εάν προέρχεται απο τον όρο τον οποίο αναλύεις στην ανάρτηση αυτή, μάλλον ανάφερεται σε Σλαύους. Δύο πιθανά σενάρια μπορώ να σκεφτώ: α) κατα την μαζική κάθοδο των Αλβανικών πληθυσμών στην Ήπειρο στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα συνάντησαν απομεινάρια σλαυόφωνων πληθυσμών ή β) υπήρχε ήδη χωριό που οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί είχαν ονομάσει “Σκλάβοι” σε παλιότερη εποχή γιά τον ίδιο λόγο και οι αλβανόφωνοι μετέτρεψαν σε Σκλιάβη.

    • Γεια σου Βασίλη!

      Καλά, πολλά σενάρια υπάρχουν. Μπορεί να βρήκαν το ελληνικό τοπωνύμιο «Σκλάβοι» ή κάποιο παράγωγο του βλαχικού αντίστοιχου όρου Sclavus > Shcljavu > Shcljau (το οποίο, όμως, έχασε τη σημασία «Σλάβος» και απέκτησε τη σημασία «σκλάβος = δούλος», όπως και στην ελληνική και την Ιταλική, λ.χ. schiavo).

      Πάντως, η Βλαχική μπορεί να είναι η γλώσσα που πρόσθεσε το το /k/ στο *Slavus > Sclavus/Σκλάβος/Shklja/Shqa, γιατί έκανε το ίδιο με το θειάφι:

      λατ. sulfur > δημώδες λατινικό *slufur > βλαχικό sclufur> s(h)cljifur (και αλβανικό squfuri)

  2. Melikertis

    Υπάρχει κι ένα ωραίο αρβανίτικο τραγούδι της Αττικής: Αρβανίτε μπένου σκλίρε (Αρβανίτισσα γίνε πρωτευουσιάνα, ελληνιστί).

    Ερώτηση: σε απογραφές της πρώιμης Οθωμανοκρατίας που έχω υπόψη μου, συναντάται σε αρβανίτικα χωριά το επώνυμο Σκληρός. Θα μπορούσε να έχει σχέση με τον αρβ. όρο για τον Σλάβο;

    • Γεια σου Μελικέρτη.

      Σ’ευχαριστώ για το τραγούδι.

      Για το επώνυμο Σκληρός στα αρβανίτικα χωριά δεν ξέρω. Μήπως είναι εν γένει κάποιος μη αρβανιτόφωνος που κατέληγε να ζει σε αρβανίτικο χωριό (όπως η «πρωτευουσιάνα» σκλίρε);

  3. Βασιλ'Μάκος

    Και αυτό το σενάριο ακουγεται απολύτως λογικό. Βλάχικες μόνιμες εγκαταστάσεις στην Θεσπρωτία έγιναν κυρίως τα τελευταία χρόνια στις περιοχές που χρησιμοποιούσαν για ξεχειμαδιά, και οι σχέσεις των νομάδων με τους μόνιμα εγκαταστημένους κατοίκους ήταν ανταγωνιστικές εάν όχι εχθρικές (π.χ.ζωοκλοπές έκατέρωθεν. περιορισμοί στην διελευση των νομάδων απο οριοθετημένους δρόμους), Αλλά στον 14ο αιώνα υπήρξαν και Βλαχικες μετακινήσεις παράλληλα με τους Αλβάνους προς την Πίνδο (και γιατί όχι και μαζί τους;). Εάν κατάλαβα από την ανάρτηση καλά ο όρος Shklja διατηρήθηκε στα αρβανίτικα κυρίως , ένω στα τοσκικά-γκεγκικα καταγράφεται ο όρος Shqa . Γνωρίζεις εάν υπάρχει περίπτωση οι Αρβανίτες να έχουν δεχτεί μεγαλύτερη γλωσσική επίδραση από τους Βλάχους από όσο οι εναπομείναντες Αλβανοί; (πέρα από την πολύ πιθανή κοινή Δακο-Μοισική καταγωγη). Έχω την διαίσθηση ότι οι δύο αυτοι πληθυσμοί εισήλθαν συνεργαζόμενοι στήν Ήπειρο.
    Ευχαριστώ και πάλι για τις πάντα πολύτιμες επισημάνσεις και πληροφορίες, την καλησπέρα μου!

    • Γειά σου Βασίλη!

      Σίγουρα οι Τόσκηδες στο νότο είχαν μεγαλύτερη οικειότητα με Βλάχους σε σχέση με τους Γκέγκηδες, αφού η περιοχή της σημερινής νότιας Αλβανίας ήταν μεστή με Βλάχους, σε αντίθεση με τη Βόρεια.

      Τώρα για το κατά πόσο ειδικά η Τοσκική δέχτηκε βλαχική επίδραση, ας πούμε από το 1000 και μετά, αυτό δεν το γνωρίζω, ούτε έχω κάποιο λόγο για να το υποθέσω.

      Τώρα για την διαφορά Shklja/Shqa που ανέφερες, αυτό απλώς είναι αρβανίτικος αρχαϊσμός, δλδ τα αρβανίτικα διατηρούν το /λ/ που έχασαν οι υπόλοιπες αλβανικές διάλεκτοι, όπως τείνει να διατηρεί το /ν/ των ρημάτων σε -onj > -oj.

      Δες εδώ μια λίστα με κάποιους αρχαϊσμούς της αρμπερέσικης της Ιταλίας, οι οποίοι πρέπει να απαντούν και στα αρβανίτικα.

      Έτσι η πρωτοαλβανική λέξη *gluhā > gljuhë, στα αρβανίτικα διατηρεί το /λ/, το οποίο έχει χαθεί στις βορειότερες διαλέκτους.

      GL, KL

      In some words, Arbëresh has preserved the consonant clusters /gl/ and /kl/. In Standard Albanian these have mostly become the palatal stops gj and q. E.g. glet not gjet (‘s/he looks like…’), klumësht not qumësht (‘milk’), and klisha instead of kisha (‘church’).

      Αντίστοιχα, στα ρήματα σε -onj το /ν/ διατηρείται: λ.χ. αρμπερ. rronj = αλβ. rroj = «ζω».

      In Arbëresh the first person present indicative (e.g. “I work”) is marked by the word ending in NJ, whereas in Albanian this is normally marked by J. So, ‘I live’ is rrónj in Arbëresh and rroj in standard Albanian.

      Τώρα, το ενδιαφέρον είναι ότι και η Βλαχική διατηρεί το /λ/ στην ίδια θέση, σε σχέση με τις άλλες ρωμανικές γλώσσες.

      λ.χ. λατ. oculus > δημώδες > oclu > oclju, το οποίο διατηρείται αυτούσιο στην Βλαχική, ενώ στο ρουμανικό ochi και στο ιταλικό occhio, το /λ/ έχει χαθεί.

      Άλλο παράδειγμα το λατινικό clamo > cljamo: έδωσε το ιταλικό chiamo, το ρουμανικό a chema, αλλά το βλαχικό cljemu

  4. Βασιλ'Μάκος

    Σμερδαλέε, σε ευχαριστώ, πολύ συγκεκριμένος καί κατατοπιστικός όπως πάντα. Εδώ και χρόνια κάνω μιά καταγραφή στην ηπειρώτικη διάλεκτο της περιοχής μου και τόν τελευταίο καιρό μια προσπάθεια πάνώ στην ετυμολογία. Ομολογώ ότι την Arbëresh την είχα παραβλέψει, και θα είναι ένα καλό εργαλείο καθώς τα αρβανίτικα είναι ανύπαρκτα προς το παρόν στο wiktionary. Κλείνωντας θέλω να πω ότι όλες σου οι αναρτήσεις πάνω στις βαλκανικές γλώσσες (και όχι μόνο) είναι εξαιρετικές, πάντα σε απόσταση από εθνικιστικές απόψεις στρατευμένων επιστημόνων (εδώ αναφέρομαι σε όλα τα κράτη) και προσφέρουν πολλά σε όποιον ενδιαφέρεται για το αντικείμενο και δεν βρήκε τον χρόνο ή την διάθεση να μελετήσει σοβαρά γλωσσολογικά βιβλία. Καλό βράδυ!

    • Καλημέρα Βασίλη,

      Δεν είναι μόνο από το wiktionary που λείπουν τα αρβανίτικα και δεν είναι μόνο τα αρβανίτικα αυτά που λείπουν.

      Χρειάζεται, νομίζω, στην ελληνική βιβλιογραφία ένα καλό βιβλίο γλωσσολογίας-λαογραφίας για τα αρβανίτικα, τα βλάχικα, τα σλαβομακεδονικά, τα πομάκικα κλπ, γραμμένο από σοβαρούς και εξειδικευμένους μελετητές που διαθέτουν τόσο την θεωρητική γλωσσολογική κατάρτιση όσο και την εμπειρία (fieldwork) με την λαογραφική παράδοση αυτών των γλωσσικών ομάδων.

  5. Μανούσος

    Πάντως υπάρχει ελληνικό επώνυμο Σκλιας

    • Γεια σου Μανούσο!

      Είναι πολύ πιθανό να σχετίζεται το επώνυμο Σκλιας και τον όρο Shklja και θα έλεγα βέβαιο αν το επώνυμο αυτό απαντά ως επί το πλείστον σε αρβανιτόφωνες περιοχές.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s