Δακοθρακικές ετυμολογίες #2, Ιανουάριος 2017

Αποφάσισα να κάνω και μια δεύτερη ανάρτηση για το θέμα, επειδή παρατήρησα ότι υπάρχουν μερικά ενδιαφέροντα πράγματα που δεν ανέφερα στην πρώτη ανάρτηση.

1. Αλααιβρια, Βυαιπαρα και Κειλαιδεβα: η ΙΕ τοπική πτώση στην Θρακική

Τα παραπάνω τοπωνύμια απαντούν επιγραφικά στη μορφή εθνικών επιθέτων σε -ηνός και έχουν αρίγνωτα δεύτερα συνθετικά σε -βρία, -πάρα και -δέβα, κάτι που επιτρέπει την μορφολογική τους διαίρεση σε Αλααι-βρια, Βυαι-παρα και Κειλαι-δεβα αντίστοιχα. Το κοινό χαρακτηριστικό των πρώτων συνθετικών τους είναι η κατάληξη σε -αι. Στην περίπτωση του εθνικού Κειλαιδεβηνός υπάρχει η παρακάτω επιγραφική ποικιλία:

πρώτο συνθετικό: Κ(ε)ιλαι- ~ Κ(ε)ιλα- Κ(ε)ιλε-

δεύτερο συνθετικό: –δεβην– ~ –δεουην-/-δεωην– ~ –δεην– ~ –δην

Με άλλα λόγια, η παραπάνω επιγραφική ποικιλία δείχνει την διαδικασία μονοφθογγοποίησης της διφθόγγου /ai/ > /ē/ (~/ā/) > /e/ και μια διαδικασία αποβολής της άτονης συλλαβής μαζί με το μεσοφωνηεντικό /v/ που θυμίζει τον λεγόμενο «ρυθμικό κανόνα» που η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική συμμερίζεται με την Αλβανική:

*-dev-ēn-a (-δεβηνός/-δεουηνός) > *-d-ēn-a (-δηνός), όπως στα παρακάτω παραδείγματα:

λατινικό cabállus > cavállu > cálu > βλαχικό cal(u), ρουμανικό cal, αλβανικό kalë

λατινικό cúbitum > cúvitu > cútu > αλβανικό kut, βλαχικό cot(u) και ρουμανικό cot

λατινικό lavāre > laváre > ΑΒΡ láre > βλαχικό lari και ρουμανικό a la (< a láre)

keilaidevenos

O Duridanov ερμήνευσε εύλογα την κατάληξη -αι των πρώτων συνθετικών Αλααι– ~ Βυαι– και Κειλαι– ως τοπική πτώση (Lokativform auf -ai) των θεματικών ουσιαστικών *Alaj-a, Bu-a και *Kīl-a (IE ονομαστική *-os > θρακ. -a και ΙΕ τοπική *-oi > θρακ. -ai), παραθέτοντας ως παράδειγμα για σύγκριση το παρόμοιο λιθουανικό τοπωνύμιο Medvai-galis > Medvėgalis.

Εγώ θα παραθέσω μερικά παραδείγματα από την Ελληνική για να γίνει πιο κατανοητό:

Το ελληνικό ουσιαστικό οἶκ-ος (< ΙΕ *woyk’-os) είχε κάποτε τοπική πτώση οἴκοι (< IE *woyk’-oi) = «στο σπίτι» και αυτή η τοπική πτώση διατηρήθηκε απολιθωμένη στο επίρρημα οἴκοι = «στο σπίτι». Αντίστοιχα, ο ελληνικός όρος ὁδός είχε κάποτε τοπική πτώση ὁδοῖ, η οποία διατηρείται στα σύνθετα ὁδοίπορος = «που ταξιδεύει στην οδό» και ὁδοι-δόκος = «ληστής του δρόμου, αυτός που καραδοκεί στην οδό». Επομένως:

*Κειλαι-δεβα = «η δεβα/πόλις στον τόπο *Kīla»

*Αλααι-βρια = «η βρία/πόλις στον ποταμό *Alaja (~ αῖος)»

*Βυαι-παρα = «το χωριό στον τόπο *Bua/*Bya»

Παραθέτω τα λόγια του Duridanov για το θρακικό τοπωνύμιο Αλααι-βρία μαζί με τα λόγια του Robert Beekes για την απολιθωμένη τοπική πτώση (fossalized locative) στους όρους ὁδοί-πορος και οἴκοι.

alaaibria

2. Ο θρακικός όρος «-παρα» ~ «-χώρι»

Υπάρχει η συνήθεια το συχνό δεύτερο συνθετικό -παρα των θρακικών τοπωνυμίων (Βεσσοπαρα, Βρεντοπαρα, Βυαπαρα, Δαρδαπαρα, Σκαπτοπαρα, Αθυπαρα, Σκασκοπαρα κλπ) να ερμηνεύεται ως «χωριό, -χώρι», χωρίς όμως να έχει ξεκαθαριστεί η ετυμολογία του. Εδώ θα καταθέσω την ετυμολογική πρόταση ότι ο θρακικός όρος «παρα» ίσως ετυμολογικά σημαίνει «φάρα» (ευρύτερη οικογένεια, σόι, μικρή φυλή) και δευτερογενώς απέκτησε την σημασία «χωριό», γιατί κάθε φάρα είχε και το χωριό της. Λ.χ. ο IE όρος *weyk’- σήμαινε τόσο «χωριό» όσο και «φάρα»: η απώτερη σημασία του ελληνικού απογόνου οἶκος σήμαινε περισσότερο «σόι, οικογένεια» και λιγότερο «οικία», ο λατινικός απόγονος vīcus σήμαινε «χωριό», ενώ ο σανσκριτικός συγγενής viś σήμαινε τόσο «χωριό» όσο και «φάρα, φυλή» (στη Rigveda η φράση “Āryāḥ viśa ~ viśa Ārīḥ” δηλώνει τις «Ινδοάριες φάρες» που με τη βοήθεια του θεού Indra κατέκτησαν την βόρεια Ινδία).

aryan-clans

Ο νεοελληνικός όρος «φάρα» προέρχεται από τον αλβανικό όρο farë που, όσο κι αν δεν του φαίνεται, είναι ακριβής ΙΕ συγγενής του ελληνικού όρου σπόρος:

IE *spor-os > ελληνικό σπόρος και PAlb. *spara > psara > farë (με την τροπή *sp>ps>f που συνέβη και στον αλβανικό όρο «λέξη» *spel-no- > psjella > psjalla > fjalë, ομόρριζο του αγγλικού spell = «ξόρκι»)

Θα μπορούσαμε να ετυμολογήσουμε το θρακικό para από την ίδια ρίζα *(s)por-os αν δεχτούμε το αρχικό /s/ ως κινητό s (smobile, λ.χ. (s)teg- «καλύπτω» > ελληνικό στέγω/στέγος, αλλά λατινικό tegō/tegumentum).

Ωστόσο, υπάρχει ακόμα μία δυνατότητα. Ο γερμανικός κλάδος έχει τον όρο fara = «φάρα» (clan), αλλά η καταγωγή του είναι από την ΙΕ ρίζα *per(H)- «προχωρώ, διαβαίνω» με την δευτερογενή σημασία «γεννάω» (λ.χ. λατ. pariō = «γεννάω» και parēns/parentem = «γενέτωρ, γονεύς», λ.χ. in loco parentis). Το /f/ της γερμανικής «φάρας» προέκυψε κανονικότατα με το νόμο του Grimm (*p>f, λ.χ. πατήρ ~ father, πορδή ~ fart). Με άλλα λόγια, ο γερμανικός όρος fara σημαίνει ακριβώς «γένος, gēns».

Ο Λομβαρδός Παύλος ο Διάκονος στην Historia Langobardorum μεταφράζει τον γερμανικό όρο fara με τους λατινικούς όρους generationes, lineas, prosapias“.

grm-fara

[Παύλος Διάκονος, HL, II.9] Qui Gisulfus non prius se regimen eiusdem civitatis et populi suscepturum edixit, nisi ei quas ipse eligere voluisset Langobardorum faras, hoc est generationes vel lineas, tribueret.

«[…] τις “φάρες” των Λομβαρδών, δηλαδή τις γενιές ή, αν θέλεις, τις [γενεαλογικές] σειρές/γραμμές, […]»

Επομένως, ο θρακικός όρος παρα/para μπορεί να συγγενεύει ετυμολογικά τόσο με την αλβανική «φάρα» (IE *(s)por-os > para) όσο και με την γερμανική «φάρα» (*por(H)-os > para) αν επιλέξουμε να τον ετυμολογήσουμε ως «φάρα, μικρή φυλή».

3. Ο ποταμός Ὀρδησσός, η *Ουρδα και οι Ουρδαοι

Ο Ηρόδοτος ονομάζει «Ὀρδησσό» τον σημερινό ποταμό Argeș που περνάει από το Βουκουρέστι. Από την άλλη, μία επιγραφή από την Στάρα Ζαγόρα (Augusta Traiana) είναι αφιερωμένη «κυρίῳ Ἀπολλῶνι Ούρδηνῷ» (στον Απόλλωνα που λατρεύται στην *Ουρδα), ενώ ο Προκόπιος αναφέρει κάπου κοντά στον Έβρο το τοπωνύμιο «Ουρδαοι» (στην αιτιατική πληθυντικού «Οὐρδαούς»).

[Ηρόδοτος, 4.48] Ἴστρος μέν, ἐὼν μέγιστος ποταμῶν πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν, ἴσος αἰεὶ αὐτὸς ἑωυτῷ ῥέει καὶ θέρεος καὶ χειμῶνος, πρῶτος δὲ τὸ ἀπ᾽ ἑσπέρης τῶν ἐν τῇ Σκυθικῇ ῥέων κατὰ τοιόνδε μέγιστος γέγονε· ποταμῶν καὶ ἄλλων ἐς αὐτὸν ἐκδιδόντων εἰσὶ δὴ οἵδε οἱ μέγαν αὐτὸν ποιεῦντες, διὰ μέν γε τῆς Σκυθικῆς χώρης πέντε μὲν οἱ ῥέοντες, τὸν τε Σκύθαι Πόρατα καλέουσι Ἑλλήνες δὲ Πυρετόν, καὶ ἄλλος Τιάραντος καὶ Ἄραρος τε καὶ Νάπαρις καὶ Ὀρδησσός. ὁ μὲν πρῶτος λεχθεὶς τῶν ποταμῶν μέγας καὶ πρὸς ἠῶ ῥέων ἀνακοινοῦται τῷ Ἴστρῳ τὸ ὕδωρ, ὁ δὲ δεύτερος λεχθεὶς Τιάραντος πρὸς ἑσπέρης τε μᾶλλον καὶ ἐλάσσων, ὁ δὲ δὴ Ἄραρός τε καὶ ὁ Νάπαρις καὶ ὁ Ὀρδησσὸς καὶ μέσου τούτων ἰόντες ἐσβάλλουσι ἐς τὸν Ἴστρον.

[Προκόπιος, Κτίσματα, 4.11] Θρᾴκης. Βόσπαρα. Βεσούπαρον. Καπιστούρια. Βηρίπαρα. Ἰσγίπερα. Ὀζόρμη. Βηρηΐαρος. Ταμονβαρί. Σκέμνας. Καράσθυρα. Πίνζος. Τουλεοῦς. Ἄρζον. Καστράζαρβα. Ζωσίτερσον. Βέργισον. Δίγγιον. Σάκισσος. Κουρτουξοῦρα. Ποταμουκάστελλον. Εἰσδίκαια. Τὸ ἐμπόριον Ταυροκεφάλων. Βηλαϊδίπαρα. Σκίτακες. Βέπαρα. Πουσινόν. Ὑμαυπάρουβρι. Σκαριωτασαλούκρα. Αὐγούστας. Οὐρδαούς. Τοῦ ἁγίου Τραϊανοῦ.

Προφανώς, ο Ηρόδοτος στον «ρδησσό» απέδωσε με «ο» ένα δακογετικό /u/, γιατί το ελληνικό «υ» είχε ήδη την φωνητική αξία /ü/. Να σημειωθεί ότι το ποταμωνύμιο «Ὀρδησσός» έχει την ίδια δομή με το ποταμωνύμιο «Ἁρπησσός» (ο σημερινός Άρδας) που περιέγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

IE *worp-ēt-yos > *warpētsa > θρακικό Warpēssa ~ «Ἁρπησσός»

ΙΕ *urdēt-yos > *Urdētsa > δακογετικό *Urdēssa ~ «Ὀρδησσός»

Ο Duridanov συγκρίνει το θέμα urd- των δακοθρακικών όρων Ὀρδησσός, *Ουρδα (< Οὐρδηνός) και Οὐρδάοι με βαλτικούς όρους με τη σημασία «ρυάκι» (“Bach“, λ.χ. λιθουανικό urdulys = “potok, struja” [στο λιθουανορωσικό λεξικό εδώ] και το ταυτόσημο λετονικό urdaviņa). Βαλτικά υδρωνύμια ομόρριζα με αυτούς τους όρους είναι τα λιθουανικά Urd-upis ~ Urd-upys και Urd-ena και το λετονικό Urd-ava. Αν ο θρακικός όρος που ο Προκόπιος απέδωσε ως Ουρδαοι ήταν Urd-av-ī, τότε μπορεί να συμμεριζόταν όχι μόνο το θέμα, αλλά και το επίθημα με το λετονικό υδρωνύμιο Urd-ava. Στη συνέχεια ο Duridanov πηγαίνει στην δυτική Ευρώπη και αναφέρει τον ποταμό Urft που τον 11° αιώνα περιγράφεται ως Urdefa (< πρωτοκελτικό *Urd-apa*h2ep- ~ *ap-  = «υδάτινος όγκος» > λατ. *apnis > amnis = «ποταμός», ουαλικό afon = «ποταμός» ).

Εγώ θα παραθέσω και τον αλβανικό όρο hurdhë = «βάλτος, λιμνούλα» (< PAlb. *(w)urdā) γιατί το θέμα του *urd- μπορεί να συγκριθεί με όλα τα παραπάνω υδρωνύμια και, μάλιστα, ο «Ὀρδησσός/Argeș» παραδοσιακά διέρρεε μια ελώδη πεδιάδα στα νότια του Βουκουρεστίου.

ordessos

4. Ο ποταμός Πασπίριος

Ο Θεοφάλυκτος Σιμοκάττης, καθώς περιγράφει τις υπερδουνάβιες ρωμαϊκές εκστρατείες κατά των Σκλαβηνών (ειδικότερα κατά του σλάβου φύλαρχου/«ρήγα» Μουσωκίου), κοντά στον ποταμό Ιαλομίτσα («Ἠλιβακίας») αναφέρει αρκετές φορές το ποταμωνύμιο «Πασπίριος».

[6.9.7] ὅπως ὁ Γήπαις τοὺς περὶ τὸν ᾿Αρδάγαστον διασώσηται. ἑκατὸν τοίνυν πρὸς τοῖς πεντήκοντα ἀκατίοις λαβών, καὶ προσκώπους τριάκοντα, εἰς τὸ ἀντιπέραν τοῦ ποταμοῦ παραγίνεται, ὃν οἱ ἐγχώριοι Πασπίριον ὀνομάζουσιν.

[6.9.8]  ἐπεὶ δὲ τὸ Ῥωμαϊκὸν τῷ Πασπιρίῳ ἐπλησίαζε ποταμῷ, εἰς ἐνέδραν τὸν ᾿Αλέξανδρον ὁ Γήπαις ἐκάθισεν.

[6.9.10] καὶ οὖν διιθύνας Ῥωμαίους ἐπὶ τὸν Πασπίριον ποταμὸν καὶ σύνθημα λαβών τε καὶ δοὺς ἐπὶ τοὺς βαρβάρους ἐχώρησεν.

[6.9.12] ὁ δὲ Πρίσκος τρισχιλίους ἀράμενος καὶ διανείμας εἰς τὰ ἀκάτια τὸν Πασπίριον ποταμὸν διενήξατο.

Οι εκστρατείες αυτές συνέβησαν γύρω στο 600, λίγο πριν την αποστασία των στρατευμάτων κατά του Μαυρίκιου. Το πρόβλημα είναι πως δεν ξέρουμε αν το υδρωνύμιο «Πασπίριος» είναι πρώιμο πρωτοσλαβικό ή προσλαβικό. Ο Duridanov το θεωρεί προσλαβικό Δακογετικό και το συγκρίνει με το λιθουανικό τοπωνύμιο Paspirių Kaimas («Χωριό των “Πασπιρίων“», γεν. πληθ.), το οποίο ετυμολογεί ως σύνθετο pa-spir- που περιέχει την πρόθεση pa- <IE *h2(e)po (ελλην. ἀπό, λιθ. po & pa, σλαβ. *pa>po κλπ) και το θέμα spir- του ρήματος spirti = «κλωτσώ, ωθώ, χτυπώ» (ΙΕ *sperH- > *spr.H- > *spirH-tey > spirti). Από την ίδια ρίζα προέρχονται το ελληνικό ρήμα σπαίρω/ἀσπαίρω και το αγγλικό ρήμα spurn. Στη λιθουανική, ειδικότερα, η ρηματική ρίζα έχει δώσει τον όρο sperus «γρήγορος, βιαστικός, ενεργητικός, ζωηρός» (“schnell, eilig“). Άλλα παραδείγματα λιθουανικών υδρωνυμίων με την πρόθεση pa- είναι τα Padubė/Dubė, Papaltis/Paltis, Pašilis/Šilas.

Με άλλα λόγια, ο Duridanov ετυμολογεί τον «Πασπίριο» ως *h2po-spr.H-yos > *pa-spiryos, με την ρηματική ρίζα *sperH- να περιγράφει κάτι για την ροή, ορμή του ποταμού και την πρόθεση pa- να τροποποιεί την σημασία της ρηματικής ρίζας. Παραθέτω τα λόγια του Duridanov και την περιγραφή των Beekes και Derksen για τα ρήματα σπαίρω ~ spirti.

paspirios

5. Zburulus, Ζβελθιούρδος και Ζιβυθίδες

Ο Ησύχιος διέσωσε την πληροφορία ότι οι ευγενείς («γνήσιοι») των Θρακών λέγονταν «Ζιβυθίδες».

Ζιβυθίδες· αἱ Θρᾷσσαι, ἢ Θρᾷκες γνήσιοι

Ένα από τα θρακικά επίθετα του Δία ήταν Ζ(ι)βελθιούρδος, ενώ σε δύο λατινικές επιγραφές από την περιοχή της Φιλιππουπόλεως αναφέρεται το χωριό (vicus) Zburulus. Οι όροι αυτοί μπορούν να συνδεθούν ετυμολογικά με τους λιθουανικούς όρους žiburys = «φως» και žibėti = «λάμπω». Έτσι οι «Ζιβυθίδες» γίνονται δῖοι (λ.χ. εὔδῑος = «αίθριος») και ο Ζιβελθιούρδος Δίας γίνεται «Κεραυνοβόλος» (ζιβελ- ~ φως/αστραπή + θιουρδ- που μπορεί να ετυμολογηθεί ως ομόρριζο του γερμ. stürzen = «εκτοξεύω»). Ο Duridanov συγκρίνει το τοπωνύμιο Z(i)burulus («Ξέφωτο»; ) με το λιθουανικό Žiburių Kaimas.

zburulus

6. Το Πουσινόν

Στο χωρίο όπου ο Προκόπιος αναφέρει τους «Οὐρδαούς» κάπου στον Έβρο, αναφέρει επίσης και το οχυρό «Πουσινόν».

[Κτίσματα, 4.11] Θρᾴκης. Βόσπαρα. Βεσούπαρον.Καπιστούρια. Βηρίπαρα. Ἰσγίπερα. Ὀζόρμη. Βηρηΐαρος. Ταμονβαρί. Σκέμνας. Καράσθυρα. Πίνζος. Τουλεοῦς. Ἄρζον. Καστράζαρβα. Ζωσίτερσον. Βέργισον. Δίγγιον. Σάκισσος. Κουρτουξοῦρα. Ποταμουκάστελλον. Εἰσδίκαια. Τὸ ἐμπόριον Ταυροκεφάλων. Βηλαϊδίπαρα. Σκίτακες. Βέπαρα. Πουσινόν. Ὑμαυπάρουβρι. Σκαριωτασαλούκρα. Αὐγούστας. Οὐρδαούς.

Ο Duridanov συγκρίνει το τοπωνύμιο «Πουσινόν» με τον λιθουανικό όρο pušynas = «πευκών» που αποτελείται από το συλλογικό επίθημα Hoffmann *-ih3nh2-os > *-īnas > -ynas προσαρτημένο στον λιθουανικό όρο pušis = «πεύκο», ο οποίος είναι ΙΕ συγγενής του αντίστοιχου ελληνικού όρου πεύκη (ΙΕ *pewk’-/puk’- = «μυτερός», λ.χ. ἐχεπευκής και το λατινικό ρήμα με ρινική ένθεση *pu-n-k’- > pungō):

IE *pewk’-eh2 > πεύκη και *pewk’-h3onh2 > πευκών

IE *puk’-is > λιθ. pušis και *puk’-ih3nh2-os > pušynas (~ OCS buky = «οξιά» > Bukovina = «τόπος με οξιές»)

Ο παλαιοπρωσικός όρος peuse = «πέυκο» είναι στον πλήρη ε-βαθμό όπως και ο ελληνικός συγγενής του πεύκη.

pousinon

7. Σουιτουλα

Σε μια περιοχή την οποία οι μεν Τούρκοι κατά την οθωμανική περίοδο την ονόμαζαν Akča-kairak = «Άσπρη Πλάκα» (< ak = «λευκός»), οι δε Βούλγαροι Beli Plast (Beli = «Λευκός»), βρέθηκαν επιγραφές αφιερωμένες στον Ήρωα/Θεό «Σουιτιλινῷ/Σουητιλινῷ». Τα μεταγενέστερα ονόματα της περιοχής κάνουν πρακτικά βέβαιη την ετυμολογία του θρακικού τοπωνυμίου *Switula ως «Λευκότοπο» εκ του IE *k’weytos = «λευκός, φωτεινός» (*k’w(e)it- + υποκοριστικό επίθημα *-ulos).

Η ΙΕ ρίζα *k’weytos έχει δώσει:

Στον ο-βαθμό *k’woytos > το σλαβικό «φως» PSlv světŭ , το σανσκριτικό επίθετο śveta = «φωτεινός, λευκός» και το αβεστικό αντίστοιχο spaēta = «λευκός»

Στον μηδενικό βαθμό *k’wit-os το σανσκριτικό επίθετο śvitra- = «λευκός» και το αντίστοιχο αρχαίο περσικό spiθra-

Τέλος, στην παραλλαγή *k’weyd-os*k’weyt-nos > *k’weyttos) η ίδια ρίζα έδωσε τον πρωτογερμανικό όρο *hwītaz = «λευκός», από τον οποίο προέρχονται ο αγγλικός όρος white και το γερμανικό weiß.

Επομένως, το τοπωνύμιο *Σουιτουλα μας δείχνει ότι η θρακική διέθετε το επίθετο *swita- «λευκός».

switula

Advertisements

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Δακοθρακικές ετυμολογίες #2, Ιανουάριος 2017

  1. ΤΖΟΥΛΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

    Αγαπητέ Σμερδαλέε διάβασα όπως πάντα το σημερινό άρθρο σου και εκτός απο πολλές νέες γνώσεις που αποκόμισα μου “άνοιξε η όρεξη” και παίρνω το θάρος να σε παρακαλέσω για κάτι.
    Πριν από μερικές μέρες στο ραδιοφωνικό σταθμό ΒΗΜΑ FM ο καθηγητής Μπαμπινιώτης απάντησε σε ερώτηση ακροατή σχετικά με την ετυμολόγηση της λέξης ‘ΝΟΥΣ’.
    Θέλω λοιπόν να σε ρωτήσω αν στο παρελθόν είχες ασχοληθεί με την ετυμολόγηση της ,γιατί δεν σε παρακολουθω και πολύ καιρό,αφού πρόσφατα έμαθα για το ιστολόγιο σου (και μάλιστα από κάποιο σχόλιο σου σε άλλο ιστότοπο) να με ενημερώσεις σχετικά ή αν όχι αν μπορείς να ασχοληθείς με την ετυμολόγηση της λέξεις.
    Ευχαριστώ

    • Γεια σου Κώστα.

      Δυστυχώς, η λέξη νοῦς ( νόος, νοῦς) παραμένει αβέβαιης ετυμολογίας.

      Το μ΄νοο που μπορώ να κάνω είναι να παραθέσω το λήμμα από το ετυμολογικό λεξικό του Robert Beekes, αλλά και ο Beekes δεν καταλήγει σε κάτι βέβαιο.

      1) συσχέτιση με το γοτθικό επίθετο snutrs = «σοφός» (μία ΙΕ ρίζα *(s)new- μπορεί θεωρητικά να εξηγήσει και τους δύο όρους)
      2) συσχέτιση με την ρίζα *new(s/H)- που έδωσε το ελληνικό νεύω και το λατινικό nuo (λ.χ. νεῦμα, numen)

      Δυστυχώς, ο Beekes δεν βρίσκει καμία από τις δύο προτάσεις ιδιαίτερα ελκυστική.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s