Δακοθρακικές ετυμολογίες #1, Ιανουάριος 2017

Στη σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω μερικές ενδιαφέρουσες δακοθρακικές ετυμολογίες (βλ. Θρακική γλώσσα, Δακο-Μυσική γλώσσα). Το βασικό έναυσμα αυτής της ανάρτησης ήταν η ανάγνωση του συγγράμματος “Thrakisch-Dakische studien: die thrakisch -und dakisch- baltischen sprachbeziehungen” (1969, μπορείτε να το διαβάσετε/κατεβάσετε από εδώ) του βούλγαρου θρακολόγου Ivan Duridanov, στην οποία o Duridanov θέλησε να δείξει τις ομοιότητες μεταξύ του Δακο-Θρακικού και του Βαλτικού κλάδου σε λεξιλόγιο και τρόπο σχηματισμού λέξεων. Μερικές ετυμολογίες τις έχω ήδη αναφέρει σε παλαιότερες αναρτήσεις, αλλά θα τις ξαναπαρουσιάσω εδώ πιο συμμαζεμένες.

Εξηγώ τις συντομογραφίες του Duridanov:

lit. = litauische = λιθουανικό λήμμα/τοπωνύμιο κλπ.

lett. = lettische = λετονικό

apruß. = altpreußische = παλαιοπρωσικό

duridanov

1. Το συσχετιστικό επιθετικό επίθημα -ηνός

Ένα από τα αρίγνωτα χαρακτηριστικά των ελληνικών επιγραφών από την Θράκη και την Δακία είναι ο σχηματισμός εθνικών επιθέτων με το επίθημα -ηνός. Το επίθημα αυτό ΔΕΝ πρέπει να συγχυθεί με το παρόμοιο και ισολειτουργικό μικρασιαστικό επίθημα -ηνός που, όπως έδειξε πειστικά ο Alexander Dale, συνεχίζει το υποστρωματικό ανατολιακό επίθημα -wanni. Το μικρασιατικό επίθημα -ηνός είναι η πηγή βυζαντινών επιθέτων όπως Λεκαπ-ηνός/Λακαπηνός (= εκ Λεκάπης/Λακάπης/Laqabin), Κομνηνός και Καντακουζηνός.

Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι η περιοχή του Βοσπόρου (το βυζαντινό κέντρο βάρους) είναι το σημείο συνάντησης των μικρασιατικών και θρακικών εθνικών επιθέτων σε -ηνός και, κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται στην διαμόρφωση της βυζαντινής επωνυμικής συνήθειας να έχουν συνεισφέρει παράλληλα και οι δύο υποστρωματικές συνήθειες.

Παραθέτω πρώτα μια σελίδα για το μικρασιατικό επίθημα λουβ. -wanni > ελλην. -ηνός μιας και το ανέφερα. Στις λουβικές επιγραφές παρατηρείται η εξέλιξη -e-wanni > -ewñni > -eñni, το οποίο εισήλθε στην Ελληνική και, ύστερα από απλοποίηση του διπλού συμφώνου που συνοδεύτηκε από αναπληρωματική έκταση (-eñn- > -ēn-), έδωσε το ελληνικό επίθημα -ηνός.

Ura-wanni = «από την Ura»

Ala-wanni = «από την Ala»

*Tun(n)a-wanni > Tunewñni = «από την Tun(n)a»

*Pinale-wanni > *Pn’lewñni > Pilleñni = «από την Pinara»

Lukka-wanni-ya = «χώρα των Lukka/Λυκών» > Λυκαονία

luwian-wanni

Αφού ξαναεπαναλάβω ότι το μικρασιατικό -ηνός δεν έχει καμία σχέση με το ταυτόμορφο και ισολειτουργικό (κοίτα να δεις σύμπτωση!) δακοθρακικό επίθημα -ηνός, συνεχίζω με την ανάλυση του δευτέρου. Το δακοθρακικό συσχετιστικό επίθημα -ηνός κατά τον Duridanov ανάγεται στο IE επίθημα *-ēn- που ο Βαλτο-Σλαβικός κλάδος (λιθουανικό –ėn– ~ OCS –ěn-) χρησιμοποιεί για τον σχηματισμό συσχετιστικών επιθέτων.

Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβονική (OCS):

OCS vlasŭ = «τρίχα» > OCS vlasěnŭ = «τρίχινος»

OCS drěvo = «ξύλο» > OCS drěvěnŭ = «ξύλινος»

Λιθουανική:

giria = «δάσος» > Girėnai = «Δασίτες, αυτοί που κατοικούν στο δάσος»

ežeras = «λίμνη» > Ežerėnai = «Λιμνιάτες, αυτοί που κατοικούν στην όχθη της λίμνης»

Jonas = «Ιωάννης» > πατρωνυμικό επίθετο Jonėnas = «ο γιος του Ιωάννη ~ Ιωαννίδης/Γιαννόπουλος κλπ» (λ.χ. Αίας ο Τελαμώνιος, διαβάστε εδώ)

Δακοθρακική:

bessoparenoi

«Βολβαβριηνοί κωμῆται» = «κάτοικοι Βολβαβρίης». Το εθνικό Βολβαβριηνός έχει παραχθεί από το τοπωνύμιο Βολβαβρία, το οποίο αποτελείται από τον θρακικό όρο βρία = «πόλις» και το θρακικό θέμα Βολβ- (interpretatio gracea ή του ο-βαθμου *bhol-wo- > Balv- ή του μηδενόβαθμου *bhl.-wo > Bulv-, όπως στην θρακοπαιονική λίμνη Βόλβη και στην λεττονική αντίστοιχή της Balvu ezers, *bhol-wo- όπως *bhol-to- > PSlv *bolto ~ OCS blato > νεοελληνικό βάλτος).

«κυρίῳ Σαβαζίῳ Ἀθυπαρηνῷ» = «[αφιέρωση] στον θεό Σαβάζιο τον Αθυπαρηνό (που λατρεύεται στην Αθυπαρα)» (το συχνό θρακικό δεύτερο συνθετικό -πάρα σημαίνει «χωριό, -χώρι»)

«Ἥρᾳ Βυαιπαρηνῇ» = «[αφιέρωση] στην Ήρα την Βυαιπαρηνή (που λατρεύεται στην Βυαιπαρα)». Το πρώτο συνθετικό Βυαι– θυμίζει τα ελληνικά τύπου ὁδός > ὁδοί-πορος, παλαιός > παλαί-φατος, βλ. εδώ Ἐπταί-κενθος).

«Ἀσκληπιός ὁ Σαλδοκεληνός/Σαλδουισηνός/Saldaecaputēnus» = Η θεότητα που λατρευόταν στη σημερινή λίμνη Zlatna Panega, το νερό της οποίας προέρχεται από την πηγή Glava Panega. Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση η σημασία του θρακικού τοπωνυμίου μεταβιβάστηκε πρώτα στην επιχώρια Λατινική και, αργότερα, στην επιχώρια σλαβική.

Σαλδοκεληνός = που λατρεύεται στην *Σαλδακέλ(λ)α = «Χρυσοπηγή» (συνεχίζει στο σημερινό βουλγαρικό όνομα Zlatna Panega, από το χρυσαφένιο χρώμα (zlatna = «χρυσή») που έχει η ελώδης επιφάνεια της μικρής λίμνης):

ΙΕ *g’holh3-to- = «χρυσός» (λ.χ. αγγλικό gold, OCS zlato) > θρακικό Zalda- > «Σαλδο-/Saldae-» (η απόδοση με /s/, θυμίζει το θρακικό όνομα *g’hew-tēr > *Zewtēr > «Σεύθης» = «ιερέας, αυτός που κάνει τις σπονδές», όπως οι ομόρριζοι ινδοϊρανικοί όροι για τον «ιερέα» zaotar- και hotar-).

IE *gwel-neh2 = «κρήνη, πηγή» (λ.χ. PGmc *kwellǭ > γερμανικό Quelle, και το ομόρριζο ελληνικό μηδενόβαθμο παράγωγο *gwl-u- > βλύω/(ανα)βλύζω) > θρακικό *kwelnā > *kellā > «Κέλ(λ)α» (λ.χ. η αρχαία μακεδονική Κέλλη της Εορδαίας, σε περιοχή που μέχρι σημέρα υπάρχουν άφθονες πηγές, λ.χ. Ξινό Νερό, Αμύνταιο/Σουροβίτσεβο κλπ).

Σαλδουισηνός = «που λατρεύεται στην *Σαλδο-ουίσα» [~ *Zalda-wiša] = «χρυσό ρυάκι», το ρυάκι που τρέχει από την «Χρυσοπηγή» (IE *weys- «ρέω» > wis-, λ.χ. ελληνικό *wis-os > wihos > ἰός = «δηλητήριο» και τα υδρωνύμια Weser και Vistula).

Κατά τον εκλατινισμό τους οι Θράκες απέδωσαν τον όρο κέλ(λ)α με το λατινικό caput = «κεφάλι» που όμως σημαίνει και «πηγή» (ορισμός #5), γι΄αυτό και στις λατινικές επιγραφές η θεότητα λατρεύεται ως Saldaecaputenus.

Οι Σλάβοι, με τη σειρά τους, απέδωσαν το θρακικό Σαλδο- = «Χρυσο-» με το δικό τους Zlatna Panega και το λατινικό caput = «κεφάλι/πηγή» με το δικό τους Glava Panega.

saldokella

«Βεσσοπαρηνοί» = «οι κάτοικοι του χωριού Βεσσοπαρα» (θρακ. Bessapara = «Βεσσοχώρι, χωριό των Βεσσών»)

Ο Στέφανος Βυζάντιος στα «Εθνικά»του σημειώνει για τους Γέτες ότι «Ἀρριανὸς δὲ Γετηνοὺς αὐτούς φησι».

Νομίζω πως τα παραπάνω επιγραφικά παραδείγματα αρκούν για δείξουν τη συχνότητα επιγραφικής απάντησης του επιθήματος -ηνός (< δακοθρακικό *-ēna) στον δακοθρακικό χώρο. Κλείνω αυτήν την ενότητα με τα λόγια του Duridanov.

girenas

2. Το συλλογικό επίθημα *-īst-

Ο Δακο-Θρακικός κλάδος, όπως ο Βαλτο-Σλαβικός και η Αλβανική, διέθετε το συλλογικό επίθημα *-īst-, το οποίο τοπωνυμικά έχει την ίδια λειτουργία με το συλλογικό επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2- (> ελληνικό -ων).

κάλαμ-ος > καλαμ-ών = «μέρος με πολλά καλάμια»

αιολικό κράννα = αττικοϊωνικό κρήνη > θεσσαλικό τοπωνύμιο Κρανν-ών = «μέρος με πολλές κρήνες/κράννες»

Σλαβικός κλάδος:

IE *-īst-yom ~ *-īst-yā > OCS -ište ~ -išta (-stj– > –št-, έχω αφιερώσει παλαιότερη ανάρτηση γι΄αυτό το σλαβικό επίθημα)

OCS grobŭ = «τάφος» > grobište = «μέρος με πολλούς τάφους, νεκροταφείο»

Λιθουανική:

Στη λιθουανική το συλλογικό επίθημα *-īst- εμφανίζεται ως -yst- λόγω της τροπής ī>y (λ.χ. *wiHros > *vīras > vyras και *-ih3nh2-os > *-īnas > ynas):

jaun-as = «νέος» > jaun-ystė = «νεότητα»

yst-lithuanian

Αλβανική:

Στην ανάρτηση για το τοπωνύμιο «Βράτζιστα» που ο Προκόπιος αναφέρει στην Μεσόγειο Δακία, έχω παραθέσει την περιγραφή του Vladimir Orel για την καταγωγή του αλβανικού επιθήματος -sht, το οποίο ο Orel διακρίνει σε πρωτοαλβανικό *-est– και*-ist-.

IE *keh2p- (λ.χ. πρωτοελληνικό κᾶπος > αττικοϊωνικό κῆπος και πρωτογερμανικό *hōβō) > PAlb. *kāp-estakāp-ista) > *kopeshtkopisht) > αλβ. kopsht = «κήπος»

ΙΕ *lowg- > PAlb *lauga > lag = «βρέχω,υγραίνω», με παράγωγο *laug-ista > *lagshte > lakshte = «δροσιά, υγρασία»

Δακοθρακική:

Εκτός από την «Βράτζιστα» της Μεσογείου Δακίας έχω βρει άλλα δύο δακοθρακικά τοπωνύμια που ίσως δείχνουν την κατάληξη *-īst-: *Libista (στον Πλίνιο Libistos) και *Kimista (επιγραφικό εθνικό Κιμιστ-ηνός).

PAlb. *brada = «έλατο» (αλβ. bredh, βλαχικό/αρουμανικό brad, ρουμανικό brad) > συλλογικό *brad-īsta = «ελατώνας, μέρος με πολλά έλατα» > αλβ. bredhishte ~ breshte

Η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) εφάρμοσε την τυπική της τροπή di>dzi (λ.χ. aure > ΑΒΡ *audzire > βλαχικό avdzãri ~ ρουμανικό a auzi, cō > ΑΒΡ *dzicu > βλαχικό dzãc(u) ~ ρουμανικό a zice) πάνω στο πρωτοαλβανικό τοπωνύμιο *Bradīsta και έτσι προέκυψε η μορφή Bradzīsta = «Βράτζιστα» που κατέγραψε ο Προκόπιος. Αργότερα, οι ομιλητές της ΑΒΡ έπλασαν ένα νέο συλλογικό ουσιαστικό με την σημασία «ελατώνας», χρησιμοποιώντας το λατινικό συλλογικό επίθημα -ētum (λ.χ. olīv-ētum = «ἐλαι-ών»): *brad- + -ētum > *bradētum > βλαχικό brãdet(u) και ρουμανικό brădet.

Κοντά στην Διονυσούπολη (σημερινό Balčik, αρχαία ελληνική αποικία στην θρακομυσική ακτή, της οποίας το πρώτο όνομα ήταν Κρουνοί = «Πηγές») ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει τον ποταμό «Ζύρα» (Zyras amnis) και το τοπωνύμιο «Λίβιστος» (oppidaLibistos).

[Πλίνιος, NH, 4.19 , σε άλλες εκδόσεις είναι το 4.18]  namque Thracia altero latere a pontico litore incipiens, ubi hister amnis inmergitur, vel pulcherrimas in ea parte urbes habet, Histropolin Milesiorum, Tomos, Callatim, quae antea Cerbatis vocabatur, Heracleam. habuit et Bizonen terrae hiatu raptam; nunc habet Dionysopolim, Crunon antea dictam; adluit Zyras amnis. totum eum tractum Scythae Aroteres cognominati tenuere. eorum oppida Aphrodisias, Libistos, Zygere, Rhocobae, Eumenia, Parthenopolis, Gerania, ubi Pygmaeorum gens fuisse proditur;

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το παλαιό όνομα της Διονυσουπόλεως ήταν Κρουνοί = «Πηγές» και ότι στην περιοχή αναφέρεται ο ποταμός Ζύρας, πιστεύω ότι είναι εύλογο ν΄αναζητήσουμε υδρωνυμική σημασία στο τοπωνύμιο Libistos (< δακοθρακικό *Lib-īsta). Πράγματι, τα τοπωνύμια Κραννών (Θεσσαλία), Izvorište (Βουλγαρία) και Λείβηθρα (Πιερία) επιτρέπουν μια εύλογη ετυμολογία.

αιολικό κράννᾱ = αττικοϊωνικό κρήνη > θεσσαλικό τοπωνύμιο Κρανν-ών = «μέρος με πολλές πηγές»

OCS izvorŭ = «πηγή» > βουλγαρικό τοπωνύμιο Izvor-ište = «μέρος με πολλές πηγές»

IE *leyb-/*lib- «ρέω» > ελληνικά λείβω, λιβάς/λιβάδιον καi, φυσικά, λείβηθρον = «ρυάκι, κανάλι, υγρό μέρος» > τα Λείβηθρα (~ «Ρυάκια») της αρχαίας Πιερίας, απ΄όπου οι Πιερίδες Μούσες λέγονταν και Λειβηθριάδες.

Άρα *leyb-/*lib- + –īst– > Lībīsta/Libīsta ~ «μέρος με πολλά ρυάκια» (ενδεχομένως αυτά που δημιουργούσαν οι «Κρουνοί» = «Πηγές» και τα οποία τροφοδοτούσαν τον ποταμό Ζύρα).

Το τελευταίο δακοθρακικό τοπωνυμίο σε –īst– που θα αναφέρω προέρχεται από το εθνικό Κιμιστηνός που απαντά στην παρακάτω επιγραφή από την Άνω Δακία (Dacia Superior, ~200 μ.Χ.).

kimista

«Μύρων Δεὶ [= Διί] Κιμιστηνῷ εὐχήν» = «ο Μύρων[αναθέτει αυτήν την αφιέρωση για να πάρει] την ευχή του Κιμιστηνού Διός» (του Διός που λατρεύεται στην «Κιμιστα»)

Το τοπωνύμιο «Κιμιστα» μπορεί να θεωρηθεί ως το δακοθρακικό ανάλογο του συχνού σλαβικού τοπωνυμίου Selište ~ Selišta (στην Αλβανία απαντά ως Selishtë , ενω σε Ρουμανία και Μολδαβία ως Seliște).

Το σλαβικό τοπωνύμιο Selište προέκυψε από την προσθήκη του συλλογικού επιθήματος -išt- στο θέμα της λέξης selo = «χωριό». Επομένως, η σημασία είναι κάτι σαν «συνοικισμός, ομάδα χωριών».

Το δακικό τοπωνύμιο «Κιμιστα» μπορεί να ετυμολογηθεί παρομοίως αν δούμε στο Κιμ- τον όρο «χωριό»:

ΙΕ *k’ey- «κεῖμαι» > λατινικό *keywis > cīvis = «πολίτης» > cīvitās = «πόλις»

Η ρίζα αυτή επαυξημένη με -m- (λ.χ. *k΄oy-m- > κοιμάομαι/κοιμίζω > κοιμήθρα = «μέρος για ύπνο») έχει δώσει όρους με τη σημασία «χωριό» στον Γερμανικό και τον Βαλτικό κλάδο. Κάποτε υπήρχε η τάση να ετυμολογείται και ο ελληνικός όρος κώμη από εδώ (*k’ōy-m-eh2 > *κῴμη > κώμη), αλλά ο Beekes το θεωρεί απίθανο. Ωστόσο, τα γερμανικά και βαλτικά παραδείγματα αρκούν για την σύγκριση.

ο-βαθμο IE *k’oy-m-os > PGmc *haimaz «χωριό, σπίτι» > αγγλικά home, hamlet και γερμανικό Heim και λιθουανικό kaimas = «χωριό» (και *k’oy-m-ih3nh2-os > *kaimīnas > kaimynas = «γείτονας (< συγχωριανός)», ακριβώς όπως στο λατινικό vīcus > vīcīnus)

ε-βαθμο ΙΕ *k’ey-m-os > λιθουανικό kiemas και λετονικό ciems, αμφότερα «χωριό»

Επομένως, IE *key-mos/*ki-m-os > δακ. *kīma/kima = «χωριό» και *Kīmīsta/*Kimīsta κατά το Selište και τα υβριδικά (με σλαβικό επίθημα κολλημένο σε μη σλαβικό θέμα) Katunište (<cătun/katund) και Σιάτιστα (αν είναι *fšat-išta, fossātum > αλβ. fshat ~ ρουμ. (f)sat).

Παραθέτω τα λήμματα των λεξικών της σειράς Leiden-Brill για τα προρρηθέντα γερμανοβαλτικά «χωριά» εκ του *k’oy-m-/*k’ey-m-. Οι πιο παρατηρητικοί θα πρέπει να αναρωτηθήκατε γιατί στον βαλτικό κλάδο που είναι satem βρίσκουμε *k’>k. Πράγματι, ο Derksen θεωρεί την περίπτωση πολύ πρώιμου πρωτογερμανικού δανεισμού (*k’>k>h, πριν την τροπή *k>h). Κατά την γνώμη μου, όμως, δεν χρειάζεται αυτή η υπόθεση γιατί τα ΙΕ  *k’,g’ συχνά αποφεύγουν την αναμενόμενη σατεμοποίηση, όταν ακολουθεί ένηχο *{m,n,r,l}, λ.χ. οι βαλτο-σλαβικοί όροι *h2ek’mōn > akmuo και kamy, τα αλβανικά *g’onu- > *ganuna > *gnuna > *gluna > gju (με ανομοίωση n..n > l..n, όπως στο ιρλανδικό glún) και *g’hans- > g’hn.-to- > gatë και ο σλαβικός συγγενής *g’hans-is > *gǫsĭ.

haimaz

3. Ο Αβρολέβας τόπος

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής αναφέρει το τοπωνύμιο «Ἀβρολέβας» στο χωρίο του έτους 795/6 μ.Χ. Ο άρχων της Βουλγαρίας «Κάρδαμος» απαίτησε από τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄ την πληρωμή πάκτων για να μην καταστρέψει όλη τη Θράκη μέχρι τη Χρυσή Πόρτα της Κωνσταντινούπολης. Ο Κωνσταντίνος του έστειλε κόπρανα αλόγου τυλιγμένα σε μαντήλι («καβαλλίνας ἀλόγου εἰς μανδῆλιν»), με ένα σημείωσα που έγραφε «σου στέλνω τα πάκτα που σου αξίζουν, [πάρε το στρατό σου και] έλα να λύσουμε τις διαφορές μας στις Μαρκέλλες» («οἷα μὲν σοι πρέπει πάκτα, ἀπέστειλα σοι […] ἀλλ΄ἐγὼ ἔρχομαι ἕως Μαρκέλλων»). Στη συνέχεια, ο Κωνσταντίνος έφερε τα μικρασιατικά στρατεύματα στην Βερσινικία (ο σύνδεσμος της Βικιπαίδειας είναι για την άλλη περίφημη μάχη της Βερσινικίας, όπου οι Βούλγαροι του Κρούμου νίκησαν τους Ρωμαίους). Ο Κάρδαμος έφερε τον δικό του στρατό στον «δασύ Ἀβρολέβα» και για αρκετές ημέρες δεν υπήρξε σύρραξη. Τότε τα ρωμαϊκά στρατεύματα προχώρησαν «ἕως τοῦ γυμνοῦ Ἀβρολέβα» (γυμνού = άδενδρου) και οι Βούλγαροι ξανά δεν αντέδρασαν. Μετά από λίγες ημέρες, ο Κάρδαμος πήρε το στρατό του και επέστρεψε «εἰς τὰ ἴδια».

 [795/6 μ.Χ.] Κάρδαμος δέ, ὁ κῦρις Βουλγαρίας, ἐδήλωσε τῷ βασιλεῖ, ὅτι ἢ τέλεσόν μοι πάκτα, ἔρχομαι ἕως τῆς Χρυσῆς πόρτης καὶ ἐρημῶν τὴν Θρᾴκην.” ὁ δὲ βασιλεὺς βαλὼν καβαλλίνας ἀλόγου εἰς μανδῆλιν ἔπεμψεν αὐτῷ εἰπών, ὅτι οἷα μέν σοι πρέπει πάκτα, ἀπέστειλά σοι. γέρων δὲ εἶ· καὶ οὐ θέλω ἵνα κοπιάσῃς ἕως τῶν ὧδε· ἀλλἐγὼ ἔρχομαι ἕως Μαρκέλλων, καὶ ἔξελθε. καὶ εἴ τι κρίνει ὁ θεός.” καὶ ἀποστείλας ὁ βασιλεὺς εἰς τὰ περατικὰ θέματα ἐσώρευσε τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἦλθεν ἕως Βερσινικίας, καὶ ὁ Κάρδαμος ἦλθεν ἕως τοῦ δασέος Ἀβρολέβα καὶ δειλιάσας ἔμεινεν ἐν τῷ ἄλσει. ὁ δὲ βασιλεὺς παραθαρρύνας τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπῆλθεν ἕως τοῦ γυμνοῦ Ἀβρολέβα, προσκαλούμενος αὐτὸν ἐπὶ ἡμέρας ιζʹ. ὁ δὲ οὐκ ἐτόλμησεν, ἀλλἐπανῆλθε φυγὰς εἰς τὰ ἴδια.

Η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα αναφέρει την περιοχή «Ἀβριλεβώ», όπου είχαν το φοσσάτο τους οι Κουμάνοι αυτή τη φορά, λέγοντας πως δεν ήταν πολύ μακριά από την Αδριανούπολη και το Σκουτάριον όπου βρισκόταν ο Αλέξιος Κομνηνός με το ρωμαϊκό στράτευμα. Σύμφωνα με την Κομνηνή το Σκουτάριον απείχε 18 στάδια από την Αδριανούπολη:

[10.4.9] Αὐτὸς δὲ τὸ ὅλον στράτευμα τῶν Κομάνων μεμαθηκὼς ἐπὶ τὰ πρόσω τὴν πορείαν ποιούμενον εὐθὺς ἀναλαβόμενος τοὺς παρατυχόντας τῶν στρατιωτῶν καταλαμβάνει τόπον τινὰ Σκουτάριον καλούμενον σταδίους τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπέχοντα ὀκτωκαίδεκα, τὴν δὲ μετ’ αὐτὴν εἰς Ἀγαθονίκην. Ἐπεὶ δὲ μεμαθήκοι τὸ Κομανικὸν φοσσάτον ἔτι κατὰ τὸν Ἀβριλεβὼ διακείμενον (τόπος δὲ οὗτος οὐ πορρωτέρω τῶν εἰρημένων πόλεων κείμενος),

Το που ακριβώς ήταν ο «Ἀβρολέβας» τόπος δεν μας ενδιαφέρει (ο Duridanov τον τοποθετεί επί του Τόνζου ποταμού κοντά στη Βερσινικία). Η μόνη πληροφορία που μας δίνει ο Θεοφάνης είναι ότι αποτελούνταν από ένα «δασύ» και ένα «γυμνό» μέρος.

abrolevas

Ο Duridanov θεωρεί τον όρο «Ἀβρο-λέβας» ως σύνθετο με πρώτο συνθετικό όμοιο με αυτό των θρακικών ονομάτων «Ἀβρο-ζέλμης» (Ξενοφών, Ανάβασις [7.6.43] «καὶ ἐντεῦθεν Σεύθης πέμπει Ἀβροζέλμην τὸν ἑαυτοῦ ἑρμηνέα πρὸς Ξενοφῶντα») και «Ἀβρού-πολις» (= «Ἀβρούπορις», βασιλιάς των Σαπαίων). Η υπόλοιπη ανάλυσή του Duridanov εστιάζεται στην σύνδεση του δεύτερου συνθετικού –λεβ– με την ΙΕ ρίζα *lew- «έλος, βάλτος» που έχει δώσει τον λιθουανικό όρο  liūnas = «έλος, βάλτος» και ένα σωρό βαλτικά υδρωνύμια (λ.χ. λιθουανικό *Lew-ōnLėvuo και λετονικό Lēvenis) και αντίστοιχα κελτικά (λ.χ. στην Βρετανία  ποταμοί Leven, λίμνες Leven, ποταμός Lyne κλπ). Εγώ θα προχωρήσω παρακάτω και θα προτείνω ότι το τοπωνύμιο «Ἀβρολέβας» σημαίνει «υπερελώδης, υπερβολικά ελώδης (τόπος)», διότι ο Edgar Polomé συσχέτισε το θρακικό πρώτο συνθετικό Ἀβρο- με το πρωτογερμανικό επίθετο *abraz = «δριμύς, ισχυρός» (λ.χ. to γοτθικό abrs και το παράγωγο επίρρημα abraba = «πολύ, υπέρμετρα, έντονα») που στις θυγατρικές γλώσσες απέκτησε επιτατική σημασία (λ.χ. ισλανδικό επίρρημα afar = /a:var/ = «πολύ, υπέρμετρα». Οι αρμενικοί όροι arbun = «ισχύς, σθένος» (με τυπική αρμενική μετάθεση *-bhr- > -br- > -rb-, λ.χ. *bhreh2tēr > *brathir > rbayr > lbayr > ełbayr) και arbek = «πολύ, υπέρμετρα» μπορούν να θεωρηθούν συγγενείς του πρωτογερμανικού όρου, με κοινό πρόγονο τον ΙΕ τύπο *h2ebh-ros. Άλλος καλός υποψήφιος συγγενής είναι το κελτικό επιτατικό πρόθημα OIr abar- ~ Ουαλ. afr- = «υπερ-», λ.χ. OIr afar-dall ~ Ουαλ. afr-dwl = «κατάμαυρος, πολύ μαύρος». Άλλος λιγότερο πιθανός υποψήφιος συγγενής είναι ο σλοβακικός «γίγαντας» obor (< *obrŭ, όπως větrŭ > vietor). Δυστυχώς, όμως, ο όρος δεν απαντά σε άλλη σλαβική γλώσσα για να εξασφαλιστεί η πρωτοσλαβική καταγωγή του. Μπορεί κάλλιστα να είναι το γερμανικό *abraz δανεισμένο στην Σλοβακική ή να μην σχετίζεται καν με την εν λόγω ρίζα.

Παραθέτω τα λόγια του Duridanov για το τοπωνύμιο «Άβρολέβας», τα λόγια του Polomé για την συσχέτιση του θρακικού Ἀβρο(υ)- με το πρωτογερμανικό *abraz = «δριμύς, ισχυρός» και τα λόγια του Winfred Lehmann για τον γοτθικό όρο abrs = «δριμύς, ισχυρός» και τους πιθανούς του ΙΕ συγγενείς.

abrs

Τα λόγια του Polomé (CAH III.1, σλδ 883) για το θρακικό συνθετικό Ἀβρο(υ)-:

abro-polome

3. Ο ποταμός Ἁρπησσός

Το αρχαίο όνομα του ποταμού Άρδα (πηγάζει στα όρη της Ροδόπης και εκβάλλει στον Έβρο κοντά στην Αδριανούπολη) ήταν «Ἁρπησσός». Ο Αππιανός αναφέρει τον ποταμό στην «Εμφυλίων Πολέμων ιστορία» του.

[Αππιανός, Εμφύλιοι Πόλεμοι, 4.103] ὧδε δὲ αὐτοῖς ἔχουσιν ὁ Ῥασκούπολις ἐφη περίοδον εἶναι παρ᾽ αὐτὸ τὸ τῶν Σαπαίων ὄρος ἡμερῶν τριῶν, ἄβατον μὲν ἀνθρώποις ἐς τὸ νῦν ὑπό τε κρημνῶν καὶ ἀνυδρίας καὶ ὕλης πυκνῆς: ἢν δὲ ἐθέλωσιν ὕδωρ τε ἐπάγεσθαι καὶ ὁδοποιεῖν στενὴν καὶ αὐτάρκη δίοδον, οὐ γνωσθήσεσθαι μὲν διὰ τὴν συνηρέφειαν οὐδὲ οἰωνοῖς, τῇ τετάρτῃ δὲ ἐπὶ Ἁρπησσὸν ποταμὸν ἥξειν, ἐκπίπτοντα ἐς τὸν Ἕβρον, ὅθεν ἡμέρας ἔτι μιᾶς ἐν Φιλίπποις ἔσεσθαι,

Στο χωρίο αναφέρονται επίσης το θρακικό ανθρωπωνύμιο «Ῥησκούπορις ~ Ῥᾱσκούπορις» (δηλωτικό της τροπής *ē>ā στην ύστερη θρακική) και «τὸ τῶν Σαπαίων ὄρος». Το όνομα «Ῥησκούπορις ~ Ῥᾱσκούπορις» μπορεί να ετυμολογηθεί ως «Βασιλόπουλο, Βασιλόπαις» (*Rēsku-puris, *h3rēg’-s = «βασιλεύς» > *rēz- > Ῥῆσος, *rēz-ko- > rēsko- = «βασίλειος» και *ph2u-ris > puris = «πόρις» = «υιός»).

Ο Duridanov ερμηνεύει το ποταμωνύμιο «Ἁρπησσός» ως θρακικό ΙΕ *wοrp-ēt-yos > *warpētsa > *Warpessa και το συνδέει με λιθουανικά ποταμωνύμια όπως Varpė, Varp-utys, Varpa-pievis, τα οποία συνδέει με το λετονικό varputs = «ανεμοστρόβιλος» και τα λιθουανικά ρήματα varputi = «διατιτραίνω, τρυπώ» και verpti = «στρέφω, καρφώνω με αιχμηρό αντικείμενο, σκάβω», που συγγενεύει με το ρήμα vĭrpsti = «ξεσκίζω, σκαλίζω» της Ρωσικής Εκκλησιαστικής Σλαβονικής (RuCS). Η απώτερη ΙΕ ρίζα *werp- πρέπει να δηλώνει «βίαιη κίνηση» (είτε περιστροφική είτε πληκτική) και αναρωτιέμαι αν μπορούμε να σκεφτούμε τους ελληνικούς όρους ῥόπαλον και ῥαπίζω (*wr.p- > ϝραπ-/ϝροπ-) ως απώτερους συγγενείς. Αν βασιστούμε στις βαλτοσλαβικές σημασίες τότε ο «Ἁρπησσός» μπορεί να ετυμολογηθεί ως «Σκάφτης, αυτός που σκάβει/τρυπάει το βουνό», δημιουργώντας το φαράγγι του.

warpetyos

4. Η Berzovia των Albocēnsēs

Στην Περιοχή του δακικού φύλου Albocēnsēs υπήρχε το οχυρό Berzovia.

Πολύ πριν το σύγγραμμα του Duridanov είχε προταθεί ότι το δακικό αυτό τοπωνύμιο περιέχει την ΙΕ λέξη για την «σημύδα», παράγωγο του όρου *bherHg’- = «λευκός, φωτεινός» λ.χ. αγγλικό bright και αλβανικό bardhë. Η ρίζα αυτή έδωσε τον όρο «σημύδα» στον γερμανικό κλάδο (PGmc *birkijǭ > αγγλικό birch) και τον βαλτοσλαβικό (λ.χ. PSlv *berza > OCS brěza και λιθουανικό beržas). Έτσι η Berzovia μπορεί να συγκριθεί με τα συχνά νοτιοσλαβικά τοπωνύμια Brezovo και Brezovica. Με δεδoμενο ότι ο δακοθρακικός κλάδος έχει τρέψει το *o>a, ο Duridanov ερμηνεύει το /o/ του όρου Berzovia, ως /u/ (*Berzuvia) και το συνδέει με βαλτικά υδρωνύμια, όπως το λιθουανικό Berž-uv-is (δίπλα στα ομόρριζα Beržuona, Beržai, Berželė κλπ).

Παραθέτω πρώτα τα λόγια του Duridanov πριν συνεχίζω την διερεύνηση.

berzovia

Υπάρχει, όμως, ένας καλός λόγος για να αφήσουμε την σημασία «σημύδα» και να κοιτάξουμε την απώτερη σημασία *bherHg’- «λευκός, φωτεινός», και υπάρχει μια άλλη εναλλακτική εξήγηση για το περίεργο /o/ του τοπωνυμίου Berzovia.

Το εθνωνύμιο Albocēnsēs έχει δομηθεί πάνω στο τοπωνύμιο *Alboca, το οποίο φαίνεται να έχει παραχθεί από το λατινικό επίθετο albus = «λευκός». Επομένως, οι Albocēnsēs είναι αυτοί που κατοικούν στην «Λευκή Χώρα».

Μήπως, λοιπόν τα τοπωνύμια Ber(d)zovia και *Alboca σημαίνουν αμφότερα «Λευκή (Χώρα)»;

Όταν παράγονται ουσιαστικά από χρωματικά επίθετα, συνήθως χρησιμοποιούνται συλλoγικά επιθήματα όπως *-eh2-wos > *-āwos και *-eh2-kos > *-ākos, τα οποία δηλώνουν την κατοχή της χρωματικής ιδιότητας:

φαιός > φαί-ᾱκ-ς > Φαιᾱξ/Φαίηξ

OCS zelenŭ, sěrŭ > βουλγαρικά zelen-ik-av = «πρασινωπός» και *sěr-ik-avŭ > «σιάργκαβος» = «γκριζωπός» (ΙΕ *-īk-āv– > σλαβ. -ikav-)

λιθουανικό juοdas = «μαύρος» > juod-ok-as = «μαυριδερός, μαύρο άλογο» (IE *-āk– > –ok– τυπικά στην Λιθουανική)

Μήπως, λοιπόν, έχουμε δύο παράλληλους σχηματισμούς *ber(d)z-āw– ~ *alb-āk– στους οποίους συνέβη η τροπή *ā>o;

Η αλβανική είναι πολύ καλός υποψήφιος γι΄αυτή την υπόθεση γιατί και έχει κάνει την τροπή ā>ο και περιέχει όρο της ρίζας *bherHg’-*bardza > bardhë με τη σημασία albus = «λευκός». H αλβανική περιέχει το επίθημα –ok– (< *-āk-), όπως το λιθουανικό juodokas (λ.χ. IE *sker- «πηδαώ» > *skor-āk-os = «πηδηχταράς» > αλβ. harrok = «τράγος οχευτής»). Επιπρόσθετα, η Λιθουανική έχει το συλλογικό επίθημα *-āw– > –ov– (λ.χ. sen-as = «παλαιός, αρχαίος» > sen-ovė = «αρχαιότητα»).

senove

Orel-ak-ok

Επομένως, τόσο η Berzovia όσο και η *Alboca μπορούν να ερμηνευτούν ως «(χώρα) που διαθέτει την ιδιότητα του λευκού» (η δεύτερη με την προσθήκη ενός δακομυσικού επιθήματος σε λατινικό επίθετο), αν υποθέσουμε την τροπή ā>o που συνέβη σε λιθουανική και αλβανική, την οποία όμως έχουμε κάθε λόγο να περιμένουμε στην Δακομυσική, δεδομένης της εξέλιξης *-dhēwā > -dāwa > -dova (λ.χ. Itadeva > Itadava, Polondava > Pelendova) που θυμίζει την αλβανική τροπή ē>ā>o (λ.χ. IE *plētā > PAlb *plāta > αλβ. plo):

IE *bherHg’-eh2w- > *berdz-āw– > Berzovia (~ λιθ. sen-ovė)

λατ. albus + δακ. –āk– > –ok– => *Alboca > Albocēnsēs (λατ. albus = αλβ. bhardhë, λιθ. juodokas ~ αλβ. harrok)

Τα παραπάνω ίσως να σμίγουν στο επώνυμο «Μπαρτζώκας» το οποίο, απ΄όσο γνωρίζω (βοηθήστε με οι γνώστες), είναι βλαχικό:

PAlb. *bardza > βλαχικό bardzu = «άσπρο (ζώο)» + αλβ. επίθημα *-āk- > –ok– => *bardz-ok- ~ «ασπριδερός» (~ albus > Alboc-ēnsēs, λιθ. juod-as = «μαύρος» > juod-ok-as = «μαυριδερός»)

5. Η Giridava ~ Ziridava και η Zusidava

Στην κάτω Μυσία υπήρχε η πόλη Giridava, ενώ στην δυτική Δακία η Ziridava.

Ο Duridanov ετυμολογεί το Giri- ως «δάσος, βουνό» εκ του *gwr.H-i- (λ.χ. λιθουανικό giria = «δάσος», λετονικό dzira = «δάσος», σανσκριτικό giriḥ «βουνό, λόφος», σλαβικό *gworH- > *gora), ενώ η εξέλιξη Gi- > Zi- είναι ανάλογη της εξέλιξης *gwherm-i- > Germisara > Zermisara και γνωστή εξέλιξη της αλβανικής (*gwher-(m)- > *džer-(m)-> zjarr, zjarm). Επομένως, τα δακομυσικά Giridava ~ Ziridava θυμίζουν τo λετονικό τοπωνύμιο Dzir-ciems = «Δασοχώρι».

H Ζουσίδαυα/Zusidava, από την άλλη, μπορεί να συγκριθεί με το λιθουανικό τοπωνύμιο Žus-kiemis = «Ψαροχώρι» (“Fischdorf“) που έχει ως πρώτο συνθετικό τον ΙΕ όρο για το «ψάρι»:

ΙΕ *dhg’hu- > ελληνικό ἰχθύς, αρμενικό jukn (j=/dz/), λιθουανικό žuvis, λετονικό zivs

giridava-zusidava

6. Γερμανία και Γερμισάρα

Ο στρατηγός Βελισάριος γεννήθηκε στην Γερμανία/Γερμάνεια/Γερμάνα/Γέρμη της μεσογείου Δακίας, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Σαπάρεβα Μπάνια. Το τοπωνύμιο Γερμανία επιβίωσε στον ποταμό της περιοχής, τον οποίο οι Βούλγαροι λένε Džermen. Η περιοχή ήταν (στην αρχαιότητα) και είναι (σήμερα) γνωστή για τις θερμές πηγές που τροφοδοτούν τα λουτρά/μπάνια. Το Γερμ- της Γερμανίας, λοιπόν, μπορεί να αναχθεί στο ΙΕ *gwher-mos = «θερμός»: ελληνικό θερμός, αρμενικό ǰerm, αλβανικό zjarm. Η εξέλιξη Germanja > Germenja > Džermen δείχνει (εκτός από την i-μετάλλαξη του τύπου Σαρδική ~ Σερδική και calicem > *kelike > αλβ. qelq) την ουράνωση των χειλοϋπερωικών που συζήτησα παραπάνω για το ζεύγος *gwr.H-i- > *gwiri- > Giridava ~ Ziridava και την αλβανική.

Στην Δακία υπήρχε η πόλη Γερμισάρα (IE *gwher-m- = «θερμός» και *ser- «ρέω», λ.χ. serum ~ ὁρός), η οποία αργότερα απαντά και ως «Ζερμι-» (λ.χ. «Ζερμιζίγρα» = Γερμισάρα).

germania

7. Βρεντοπαρα και Βρενδική

Τα θρακικά αυτά τοπωνύμια σημαίνουν «Ελαφοχώρι» και «Ελαφότοπος» αντίστοιχα και περιέχουν ως πρώτο συνθετικό τον ΙΕ όρο *bhrentos = «ελάφι» (λ.χ. σουιδικό brinde, λιθουανικό και λετονικό briedis κλπ) που έδωσε στο μεσσαπικό Brindisi/Brundesium το όνομά του. Ο Ησύχιος διέσωσε το λήμμα:

βρένδον· ἔλαφον (ὁ βρένδος = τὸ βρέντιον)

και ο Στράβων εξηγεί την ετυμολογία του τοπωνυμίου «Βρεντέσιον», από την μορφή δίκην κεφαλής ελάφου του κόλπου («Βρεντέσιον […] ὥστ᾽ ἐοικέναι κέρασιν ἐλάφου τὸ σχῆμα, ἀφ᾽ οὗ καὶ τοὔνομα: σὺν γὰρ τῇ πόλει κεφαλῇ μάλιστα ἐλάφου προσέοικεν ὁ τόπος, τῇ δὲ Μεσσαπίᾳ γλώττῃ βρέντιον ἡ κεφαλὴ τοῦ ἐλάφου καλεῖται»).

 [Στράβων, 6.3.6] τὰ μὲν οὖν ἐν τῷ παράπλῳ πολίχνια εἴρηται. ἐν δὲ τῇ μεσογαίᾳ Ῥοδίαι τέ εἰσι καὶ Λουπίαι καὶ μικρὸν ὑπὲρ τῆς θαλάττης Ἀλητία: ἐπὶ δὲ τῷ ἰσθμῷ μέσῳ Οὐρία, ἐν ᾗ βασίλειον ἔτι δείκνυται τῶν δυναστῶν τινος. εἰρηκότος δ᾽ Ἡροδότου Ὑρίαν εἶναι ἐν τῇ Ἰαπυγίᾳ κτίσμα Κρητῶν τῶν πλανηθέντων ἐκ τοῦ Μίνω στόλου τοῦ εἰς Σικελίαν, ἤτοι ταύτην δεῖ δέχεσθαι ἢ τὸ Ὀυερητόν. Βρεντέσιον δ᾽ ἐποικῆσαι μὲν λέγονται Κρῆτες οἱ μετὰ Θησέως ἐπελθόντες ἐκ Κνωσσοῦ, εἴθ᾽ οἱ ἐκ τῆς Σικελίας ἀπηρκότες μετὰ τοῦ Ἰάπυγος (λέγεται γὰρ ἀμφοτέρως): οὐ συμμεῖναι δέ φασιν αὐτούς, ἀλλ᾽ ἀπελθεῖν εἰς τὴν Βοττιαίαν. ὕστερον δὲ ἡ πόλις βασιλευομένη πολλὴν ἀπέβαλε τῆς χώρας ὑπὸ τῶν μετὰ Φαλάνθου Λακεδαιμονίων, ὅμως δ᾽ ἐκπεσόντα αὐτὸν ἐκ τοῦ Τάραντος ἐδέξαντο οἱ Βρεντεσῖνοι, καὶ τελευτήσαντα ἠξίωσαν λαμπρᾶς ταφῆς. χώραν δ᾽ ἔχουσι βελτίω τῆς Ταραντίνων: λεπτόγεως γὰρ ἐκείνη, χρηστόκαρπος δέ, μέλι δὲ καὶ ἔρια τῶν σφόδρα ἐπαινουμένων ἐστί. καὶ εὐλίμενον δὲ μᾶλλον τὸ Βρεντέσιον: ἑνὶ γὰρ στόματι πολλοὶ κλείονται λιμένες ἄκλυστοι, κόλπων ἀπολαμβανομένων ἐντός, ὥστ᾽ ἐοικέναι κέρασιν ἐλάφου τὸ σχῆμα, ἀφ᾽ οὗ καὶ τοὔνομα: σὺν γὰρ τῇ πόλει κεφαλῇ μάλιστα ἐλάφου προσέοικεν ὁ τόπος, τῇ δὲ Μεσσαπίᾳ γλώττῃ βρέντιον ἡ κεφαλὴ τοῦ ἐλάφου καλεῖται. ὁ δὲ Ταραντῖνος οὐ παντελῶς ἐστιν ἄκλυστος διὰ τὸ ἀναπεπτάσθαι, καί τινα καὶ προσβραχῆ ἔχει τὰ περὶ τὸν μυχόν.

Η ίδια ρίζα έδωσε την αλβανική λέξη για το «κέρατο» (bri) και τον «κερατά» (brinar):

IE *bhr.n-o- > PAlb *brina > αλβ. bri

Η Βρενδική στο τέλος της αρχαιότητας απαντά ως Bre(n)zice και ο «συνήθης ύποπτος» για την τροπή *di>dzi είναι φυσικά η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (βλ. παραπάνω αυτά που έγραψα για την τροπή *bradīsta > bradzista = «Βράτζιστα»).

brentopara

8. Η Παυταλία

«Παυταλία» ήταν το αρχαίο όνομα του σημερινού Κιουστεντίλ. Το χαρακτηριστικό της περιοχής είναι οι σαράντα πηγές της. O Duridanov συγκρίνει το τοπωνύμιο αυτό με τα βαλτικά υδρωνύμια σε Paut- (λ.χ. λετονικό Pautelj), τα οποία περιέχουν το ο-βαθμο θέμα της ΙΕ ρίζας *pewt-/put- που έδωσε τον λιθουανικό όρο puta = «αφρός» και το ρήμα pusti = «πρήζομαι, ξεχειλίζω» (“anscwellen“). Είναι πολύ πιθανόν ο λατινικός όρος puteus = «πηγάδι», που μέχρι σήμερα παραμένει ανετυμολόγητος, να είναι ομόρριζος.

pautalia

9. H Ζήρυνθος

Η Ζήρυνθος ήταν άντρο/σπήλαιο της Σαμοθράκης που έγινε διάσημο από την λατρεία της Εκάτης και των Κορυβαντών. Αρκετές πηγές αναφέρουν ένα παρόμοιο τοπωνύμιο με ανάλογη θρησκευτική λειτουργία κοντά στην Αδριανούπολη. Ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει «Ζήρυνθος, πόλις καὶ ἄντρον Ἑκάτης ἐν Θρᾴκῃ» και το λεξικό Σούδα «Ζηρύνθιον καὶ ζήρυνθον ἄντρον […] Σαμοθρᾴκη […] ἧν δὲ ἐκεῖσε καὶ τὰ τῶν Κορυβάντων μυστήρια καὶ τὰ τῆς Ἑκάτης καὶ τὸ Ζηρίνθιον ἄντρον». O Duridanov, ακολουθώντας τον Georgiev, βλέπει στο θέμα Ζηρ- τον θρακικό απόγονο του ΙΕ «θηρίου» *g’hwēr- > ελληνικό θήρ/φήρ, OCS zvěrĭ, λιθουανικό žvėris κλπ. Ο θρακικός όρος πρέπει ήταν κάτι σαν *(d)zwēr-, τον οποίο οι Έλληνες απέδωσαν ως «Ζηρ-». Το επίθημα σε -νθος θυμίζει τον θρακικό όρο βόλινθος «ταύρος, βούβαλος» (< θρακ. *bul(l)int- > IE *bhl.n-int-, λ.χ. αγγλικό bull = «ταύρος»).

zerynthos

10. Βρέδα, Βουρδιπτα και Βουρδαπα

Αυτά τα τρία τοπωνύμια μπορούν να ετυμολογηθούν ως «Διάβαση (ποταμού)» και να αναχθούν στην ΙΕ ρίζα *bhredh- «διαβαίνω, υδροβατώ» (λ.χ. RuCS bresti και το πανσλαβικό brodŭ = «διάβαση ποταμού» που απαντά συχνά ως τοπωνύμιο Brod).

ε-βαθμο *bhredh- > Breda

μηδενόβαθμο *bhr.dh- > Burd-apa ~ Burd-ipta

breda-burdipta-burdapa

11. Η Clevora

Το τοπωνύμιο Clevora απαντά στην Παραποτάμια Δακία κοντά στο σημερινό Prahovo της Σερβίας. Ο Duridanov το ετυμολογεί σαν «τόπος με σφενδάμια» και το συνδέει με τους βαλτικούς όρους για το σφενδάμι σε klev- (λ.χ. λιθ. klevas = λετ. klavs/klava = «σφενδάμι», και τοπωνύμια όπως τα λιθουανικά Klevai = «Σφενδάμια» και Klevinė = «Σφενδαμ-ινή»). Το δακομυσικό επίθημα -ora (Clevora) έχει αντίστοιχο λιθουανικό σε IE *-āros/*-ārā > λιθ. -oras/-orė (να σημειωθεί η τροπή ā>o που η Λιθουανική συμμερίζεται με την Αλβανική, λ.χ. η συζήτηση που έκανα παραπάνω στα επιθήματα *-āk– > –ok– > λιθ. juodokas ~ αλβ. harrok). Ο Duridanov παρέχει μερικά λιθουανικά τοπωνύμια που έχουν σχηματιστεί με το επίθημα –oras:

λιθ. beržas = «σημύδα» > τοπωνύμιο Beržoras ~ σλαβ. Brezovo/Brezovica = «τόπος με σημύδες»

λιθ. liepa = «φλαμουριά/φιλύρα» > τοπωνύμιο Lieporas = «τόπος με φλαμουριές/φιλύρες»

clevora

12. Η Συκιδάβα/Sucidava

H Συκιδαύα/Sucidava βρισκόταν στην βόρεια όχθη του Δούναβη (στο σημερινό χωριό Celei, κοντά στη Corabia), απέναντι από την πόλη Οίσκος/Oescus. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, σύμφωνα με την παράδοση, έχτισε την γέφυρα που συνέδεε τις δύο πόλεις κατά τις εκστρατείες του εναντίον των υπερδουνάβιων Γότθων. Ο Duridanov συνδέει την Σουκιδάβα και το θρακικό εθνωνύμιο Σούκεις/Succi (ζούσαν νοτιότερα στον άνω Έβρο) με τον λιθουανικό όρο šukė = «χάσμα, βάραθρον, σχισμή» και συγκρίνει την Sucidava με λιθουανικά τοπωνύμια σε Šuk-. Ο λιθουανικός όρος μάλλον είναι ομόρριζος της πρωτογερμανικής «τρύπας» IE *k’ew(h)- > *k’u(H)-los > PGmc *hulaz > αγγλικό hole.

sucidava

Εγώ θα προσέθετα ως εναλλακτική ετυμολογική υπόθεση για την Συκιδάβα/Sucidava τον αλβανικό όρο *tšukā > sukë = «ύψωμα, ακρωτήριο» (αν είναι γνήσιος αλβανικός όρος και δεν είναι το σλαβικό čukaçukë, το οποίο υπέστη την τροπή č>s, όπως στο porǫčiti > porosit). Ο Orel στο AED δίνει το sukë ως αλβανικό όρο.

13. Ο ποταμός Λύγινος

Ο Αρριανός (1.2.1) στην βαλκανική εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναφέρει στην χώρα των Τριβαλλών (~ στα όρια Άνω και Κάτω Μυσίας) έναν ποταμό με το όνομα «Λύγινος». O Duridanov το συνδέει με το λιθουανικό ποτανωνύμιο Luginas και την ΙΕ ρίζα *lewg-/lug- «έλος, βάλτος», λ.χ. ο σλαβικός όρος *lowg-yā > luža = «λακούβα με λασπωμένα νερά», που ίσως είναι η πηγή του νεοελληνικού όρου «λούτσα» και ο οποίος είναι η πηγή του σορβικού τοπωνύμιου «Λουσατία» (Σορβικό  Łužica/Łužyca ~ «ελώδης τόπος»). Η ίδια ρίζα έχει δώσει το αλβανικό ρήμα *lowg- > PAlb. *lauga > lag = «βρέχω, υγραίνω» και, μεταξύ άλλων, το ουσιαστικό IE *lewg-atā > PAlb *leugatā > lëgatë «βάλτος», ενώ ο Στράβων (7.5.2) στην ενδοχώρα της Τεργέστης αναφέρει ένα «ἕλος Λούγεον», που εύλογα μπορεί να ετυμολογηθεί από την ίδια ρίζα, αν και είναι δύσκολο να εξακριβωθεί σε ποια αρχαία γλώσσα πρέπει να αποδοθεί (Ενετική, Ιλλυρική ή Κελτική; ). O Duridanov ίσως βιάστηκε να το χαρακτηρίσει «ιλλυρικό» τοπωνύμιο.

[Αρριανός, Ανάβασις, 1.2.1] Ἀλέξανδρος δὲ τὴν μὲν λείαν ὀπίσω ἀπέπεμψεν ἐς τὰς πόλεις τὰς ἐπὶ θαλάσσῃ, Λυσανίᾳ καὶ Φιλώτᾳ παραδοὺς διατίθεσθαι. αὐτὸς δὲ τὸ ἄκρον ὑπερβαλὼν προῄει διὰ τοῦ Αἴμου ἐς Τριβαλλούς, καὶ ἀφικνεῖται ἐπὶ τὸν Λύγινον ποταμόν. ἀπέχει δὲ οὗτος ἀπὸ τοῦ Ἴστρου ὡς ἐπὶ τὸν Αἶμον ἰόντι σταθμοὺς τρεῖς.

[Στράβων 7.5.2] Ὁμοίως δὲ καὶ ἐκ Τεργέστε, κώμης Καρνικῆς, ὑπέρθεσίς ἐστι διὰ τῆς Ὄκρας εἰς ἕλος Λούγεον καλούμενον.

luginos

14. Η Dacia Malvēnsis = Ripēnsis ~ Δακία Παραποτάμια

Έχω αναφέρει πολλές φορές ότι η εξίσωση Malvēnsis = Ripēnsis = Παραποτάμια, δείχνει με βεβαιότητα τον δακομυσικό όρο *malwa = ripa = «όχθη», που εισήλθε ως υποστρωματικός στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική:

Δακομυσ. *malwa > *malla > ΑΒΡ *mala > βλαχικό mal = ρουμανικό mal = «όχθη»

Η δακική πόλη Ρώμουλα/Μάλβα (Romula/Malva) ήταν χτισμένη στην όχθη του ποταμού Άλουτου (ο σημερινός Ολτ). Παρεμπιπτόντως, η ρουμανική βικιπαίδεια χρησιμοποιεί τον υποστρωματικό όρο mal για να περιγράψει την θέση της Μάλβας «στην δεξιά όχθη του Ολτ» (malul, ο έναρθρος τύπος με το επιτασσόμενο οριστικό άρθρο):

Malva, situată de pe valea Tesluiului, în apropiere de malul drept al Oltului.

Ο Προκόπιος αναφέρει το υβριδικό τοπωνύμιο «Καπόμαλβα» στην Δαρδανία το οποίο μπορεί να συγκριθεί με τον ιταλικό όρο capofiume = «άνω μέρος του ποταμού» (caput > δημώδες λατινικό capo + flumen > fiume = «ποτάμι» = «κεφάλι, αρχή του ποταμού» ~ αγγλικό headwater).

Η Ιλλυρική ίσως διέθετε παρόμοιο όρο, γιατί η ιλλυρική πόλη Malvesa (σημερινό Skelani) ήταν χτισμένη πάνω στην δυτική όχθη του ποταμού Δρίνου/Drina που χωρίζει την Σερβία από την Βοσνία και κατά την αρχαιότητα χώριζε την Δαλματία την Διοίκηση Δακίας.

Το ποταμωνύμιο Mlava της ανατολικής Σερβίας είναι δακομυσικής καταγωγής (δακομυσ. *Malva > σλαβ. Molva > Mlava). Ο Duridanov παραθέτει λετονικά υδρωνύμια σε Malv- (λ.χ. ποταμός Malva) και προσθέτει ότι οι παραπάνω όροι μάλλον συνδέονται με τον αλβανικό όρο mal = «βουνό» (< *mol-no- ή mol-wo-), αν και αυτός δεν έχει την σημασία «όχθη». Ωστόσο, και στην εκκλησιαστική παλαιοσλαβονική (OCS) ο όρος brěgŭ σημαίνει και «όχθη» και «λόφος».

malvensis

Σταματάω εδώ, γιατί δεν είναι και για χόρταση. Όσοι ενδιαφέρεστε μπορείτε να διαβάσετε τις υπόλοιπες ετυμολογίες του Duridanov από μόνοι σας.

Advertisements

11 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

11 responses to “Δακοθρακικές ετυμολογίες #1, Ιανουάριος 2017

  1. Ρωμηός=Γραικός=Έλληνας. Όλα δικά μας είναι.

    Γειά σου Σμέρδ.

    Ἀβρο- «δριμύς, ισχυρός»

    Υπήρχει και ιλλυρικό φύλο Ἄβροι. Να έχει κάποια σχέση ;

    https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_ancient_tribes_in_Illyria#Abri

    –λεβ– «έλος, βάλτος»

    Υπήρχε και ιλλυρικό φύλο Λαβεάται. Ζούσε κοντά στην λίμνη Σκόδρα, η οποία τότε λεγόταν Λαβεάτις. Να έχει κάποια σχέση ;

    https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_ancient_tribes_in_Illyria#Labeates

    • Καλώς τον Ριβαλδίνιο!:

      Οι Άβροι μπορεί να είναι ομόρριζοι του PGmc *abraz.

      Οι Λαβεάτες, από την άλλη, θέλουν λίγο προσοχή. Πρέπει πρώτα να δούμε πως τους γράφουν οι Ρωμαίοι που διακρίνουν μεταξύ /w/>«v» και /b/>«b» (λ.χ. Veneti/Ἐνετοί αλλά Byzantium/Βυζάντιον).

      Αν μέχρι το 100 μ.Χ. οι λόγιοι Ρωμαίοι συγγραφείς γράφουν μόνο Labeatae τότε θα πρέπει να ψάξουμε κάτι σε *(H)lobh-,*(H)leH-bh- κλπ.

      Αν υπάρχει λατινική γραφή Laveatae, τότε μπορεί να συσχετιστεί τόσο με το *lew- του Αβρολέβα όσο και με το *lewh3- που έδωσε το ελληνικό λούω και το λατινικό lavo = «πλένω».

  2. Βασιλ'Μάκος

    Τα παραπάνω ίσως να σμίγουν στο επώνυμο «Μπαρτζώκας» το οποίο, απ΄όσο γνωρίζω (βοηθήστε με οι γνώστες), είναι βλαχικό:
    PAlb. *bardza > βλαχικό bardzu = «άσπρο (ζώο)» + αλβ. επίθημα *-āk- > –ok– => *bardz-ok- ~ «ασπριδερός» (~ albus > Alboc-ēnsēs, λιθ. juod-as = «μαύρος» > juod-ok-as = «μαυριδερός»)

    Σμερδαλέε, η λέξη έχει περάσει και σε ηπειρώτικες διαλέκτους, μπάρτζα είναι τα γίδια με άσπρες περιοχές (μπαλώματα) στο χρώμα ενώ τα τελείως λευκά λέγονται μπέλα από τον σλαυικό όρο για το λευκό. Προφανώς σαν λέξη που σχετίζεται με την κτηνοτροφία είνα βλάχικο δάνειο, εκτός εάν έχει έρθει από κάποια παλαιότερη αλβανική διάλεκτο που διατήρησε τον πρωτοαλβανικό όρο. Επίσης το επίθημα -όκας υπάρχει στην (σλαυικής ρίζας) λέξη Μπελόκας πού έιναι όνομα για λευκά τσοπανόσκυλα. Οπότε το Βλάχικο επώνυμο Μπαρτζώκας (αλλά και το Μπάρτζας που έχω ακούσει) φανταζομαι ότι προέρχεται από παρατσουκλι για κάποιον με άσπρα μαλλιά, ή για καποιον με άσπρη τούφα στα μαλλιά.

    • Ευχαριστώ Βασίλη.

      Όντως, η σλαβική έχει και αυτή επίθημα -ok- (για το μπελόκας που είπες) την οποία ο Orel ετυμολογεί από το *-h3ekw- > *-okw- που έδωσε και το ελληνικό επίθημα –ωπ-ός.

      λ.χ. ἄρρην/τὸν ἄρρενα > ἀρρενωπός

      Στην ελληνική το μακρό /ω/ προέκυψε από τα θεματικά πρώτα συνθετικά, όπου εφαρμόστηκε η έκταση του Wackernagel (λ.χ. στρατο-άγός > στρατ-ᾱγός > στρατηγός ~ γοργο-οπός > γοργωπός)

  3. Να κάνω μία ερώτηση επειδή δεν κατάλαβα; Ταυτίζεις τους Θράκες και τους Δάκες με τους βαλτικούς πληθυσμούς; Θεωρείς ότι οι Δάκες ήταν πρωτοσλαβικοί πληθυσμοί;

    • Όχι βρε εσύ. Άλλο πράγμα ο Δακο-Θρακικός κλάδος και άλλο πράγμα ο Βαλτο-Σλαβικός. Ο Duridanov σε αυτή τη μελέτη απλώς θέλησε να δείξει πως το βαλτικό λεξιλόγιο μπορεί να βοηθήσει στην ετυμολογία πολλών δακοθρακικών τοπωνυμίων. Από εκεί και μετά οι Βαλτικοί και οι Σλαβικοί πληθυσμοί δεν είχαν ιστορική σχέση με τους Δακο-Θράκες, μέχρι φυσικά τη στιγμή που οι πρωτο-σλάβοι έφτασαν στην περιοχή της Ρουμανίας γύρω στο 500 μ.Χ. και, έναν αιώνα αργότερα, άρχισαν να εγκαθίστανται και στα βαλκάνια.

      Για να σου δώσω ένα άλλο παράδειγμα, η Αλβανική συμμερίζεται με τον Βαλτικό κλάδο τον μεγαλύτερο αριθμό κοινών κληρονομημένων ΙΕ ριζών.
      Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η Αλβανική είναι γλώσσα του Βαλτικού κλάδου, απλά για να καταλάβεις την ετυμολογία πολλών αλβανικών όρων, βοηθάει πάρα πολύ η σύγκριση με το βαλτικό λεξιλόγιο.

      Λ.χ. ο Vladimir Orel στην παρακάτω εικόνα που παραθέτω από το CHAG παρουσιάζει μια λίστα με κοινές ΙΕ ρίζες που η Αλβανική συμμερίζεται με τον Βαλτικό κλάδο:

      Για να καταλάβεις λ.χ. την ετυμολογία της αλβανικής λέξης amull = «λιμνούλα» (PAlb *a-mulwa < n.-mulwos = «αλάσπωτος (= τόπος με διαυγές νερό)») βοηθάει η λιθουανική λέξη mulve = «λάσπη».

      Για να καταλάβεις την αλβανική λέξη lerë = «λάσπη, βρομιά» (PAlb laura), βοηθάει ο λιθουανικός συγγενής laure = «βρόμικος (άνθρωπος)»

      Για να καταλάβεις την ετυμολογία του αλβανικού όρου trashë = «παχύς» βοηθάει ο λιθουανικός συγγενής trąšus = «παχύς».

      Κατάλαβες;

      • “η Αλβανική συμμερίζεται με τον Βαλτικό κλάδο τον μεγαλύτερο αριθμό κοινών κληρονομημένων ΙΕ ριζών.”

        Αυτό δεν το έχεις πει για τα αλβανικά και τα ρουμάνικα;

      • Λοιπόν Αλή, ας τα πάρουμε με τη σειρά.

        Η Ρουμανική είναι μια ρωμανική γλώσσα, δηλαδή μια γλώσσα που προέρχεται από την επιχώρια εξέλιξη της δημώδους Λατινικής, όπως η Ιταλική, η Ισπανική και η Γαλλική.

        Ειδικότερα, η Ρουμανική, η Αρουμανική/Βλαχική, η Ιστρορουμανική και Μεγλενοβλαχική κατάγονται από την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ), δλδ την δημώδη ρωμανική ποικιλία που μιλιόταν στην Βαλκανική ενδοχώρα γύρω στο 600 μ.Χ.

        Η ΑΒΡ έχει διατηρήσει υποστρωματικά στοιχεία, τα οποία την συνδέουν με την Αλβανική. Υπάρχουν περίπου 100 όροι στην Ρουμανική (scrum = shkrumb, zgardă = shakrdhë, bucuros = bukur κλπ), μερικά επιθήματα (λ.χ. υποκοριστικά σε –ză = αλβ. -zë και -uș(ă) = αλβ. -ush(ë), λ.χ. ρουμανικό gaină/găinușă ~ αλβ. ari/arushë), συντακτικές ομοιότητες (λ.χ. το επιτασσόμενο οριστικό άρθρο που μπαίνει πίσω από την λέξη, λ.χ. ρουμ. capră/capra ~ αλβ. vajzë/vajza, αντίθετα με την Ελληνική και την Ιταλική λ.χ. που βάζουν το οριστικό άρθρο μπροστά η γίδα/κοπέλα = la capra/ragazza). Αυτά τα στοιχεία δείχνουν σίγουρα στενή σχέση ανάμεσα στην ΑΒΡ και την Αλβανική κατά την περίοδο 0-500 μ.Χ. και κάνουν εύλογο το σενάριο, ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των ομιλητών της ΑΒΡ πριν λατινοφωνήσουν μιλούσαν πρωτο-αλβανικά.

        Ο Orel με την σύγκριση Αλβανικής και Βαλτικού κλάδου έκανε κάτι άλλο. Με το που έδειξε ότι η Αλβανική συμμερίζεται με τον Βαλτικό κλάδο τον μεγαλύτερο αριθμό κληρονομημένων ριζών, έδειξε ότι οι ύστερες ΠΙΕ διάλεκτοι που εξελίχθηκαν στις Βαλτικές γλώσσες και στην Αλβανική, πρέπει να ήταν σε στενή επαφή γύρω στο 2500 π.Χ., δηλαδή γύρω στο τέλος της ΙΕ ομογλωσσίας.

        Από εκεί και μετά ο πρόγονος της Αλβανικής εισήλθε μαζί με την Ελληνική στα Βαλκάνια κια εξελίχθηκε σε κάποια από τις παλαιοβαλκανικές γλώσσες των βορείων βαλκανίων (Ιλλυρική, Θρακική ή, κατά τη γνώμη μου, Δακο-Μυσική).

        Όταν τελείωσε η αρχαιότητα κάποιοι ομιλητές της πρωτοαλβανικής είχαν εκλατινιστεί και συνεχίζουν ως ομιλητές της ΑΒΡ και των θυγατέρων της και κάποιοι ομιλητές της πρωτοαλβανικής συνέχισαν να μιλάνε την ίδια γλώσσα η οποία εξελίχθηκε στις δύο γνωστές διαλέκτους της αλβανικής (τοσκική και γκεγκική).

        Επομένως, τα υποστρωματικά στοιχεία της ΑΒΡ γλωσσολογικά θεωρούνται δάνεια από την αλβανική στην ΑΒΡ (είτε «οριζόντια» δάνεια από την καθημερινή επαφή των δύο γλωσσών είτε «κάθετα», δηλαδή αληθώς υποστρωματικά [στοιχεία που οι ομιλητές της ΑΒΡ κράτησαν από την γλώσσα ων προγόνων τους] ή και τα δύο). Αντίστοιχα υπάρχουν ΑΒΡ δάνεια στην Αλβανική (λ.χ. οι λατινογενείς όροι luftë, troftë, gjymtyrë δείχνουν την τυπική ΑΒΡ τροπή ct>pt, λ.χ. nox/noctem > noapte/noapti, *strinctus > strimtu/strâmt).Αντίθετα, οι κοινές ΙΕ ρίζες που η αλβανική συμμερίζεται με τον Βαλτικό κλάδο είναι ΙΕ συγγενείς που έχουν κοινή απώτερη καταγωγή που χάνεται στο μακρινό παρελθόν της ΙΕ ομογλωσσίας και των ΙΕ μεταναστεύσεων.

        Σε εκείνο το βάθος χρόνου λ.χ. η Ελληνική, η Αρμενική, η Φρυγική και οι Ινδο-Ιρανικές γλώσσες κατά πάσα πιθανότητα είχαν κοινό πρόγονο μια «Ελληνο-Άρια» ύστερη ΠΙΕ διάλεκτο.

  4. Simplizissimus

    Σμερδαλέε, ο σύνδεσμος που βάζεις από τη λέξη Βερσινικία προς το λήμμα της Βικιπαίδειας είναι για τη μάχη που έγινε σε αυτόν τον τόπο είκοσι χρόνια αργότερα (με καταστροφική ήττα των Ρωμαίων). Καταλαβαίνω ότι θέλησες να έχεις μια παραπομπή για το τοπωνύμιο, αλλά πιστεύω πως πρέπει να προειδοποιήσεις τον αναγνώστη.

    • Έτσι είναι όπως τα λες Simplizissime. Θα το διευκρινίσω.

      Με την ευκαιαρία να πω ότι στην υπόθεσή μου ότι το θρακικό συνθετικό αβρο- σχετίζεται με το πρωτογερμανικό *abraz = «δριμύς, ισχυρός» με πρόλαβε ο Edgar Polomé. Επομένως, θα προσθέσω και τα λόγια του.

      • Λοιπόν ξεκαθάρισα ότι ο σύνδεσμος της Βικιπαίδειας για την Βερσινικία είναι για την άλλη περίφημη μάχη όπου οι Βούλγαροι του Κρούμο νίκησαν τους Ρωμαίους και, επιπρόσθετα, πρόσθεσα την παρακάτω σελίδα από το CAH III.1 (σλδ 883) όπου ο Edgar Polome συσχέτισε το θρακικό συνθετικό Ἀβρο(υ)- με γοτθικό abrs = PGmc *abraz = «δριμύς, ισχυρός».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s