Ο μύθος της μονολιθικής Θεοκρατικής Δεσποτείας στο Βυζάντιο

Όπως οι δύο από τις τελευταίες αναρτήσεις πριν τις γιορτές (περί πολιτείας και Dónde crees que estás, Yolanda?), έτσι και η σημερινή ανάρτηση προέκυψε από την ανάγνωση του βιβλίου The Byzantine Republic: People and Power in New Rome (Harvard University Press, 2015) του Αντώνη Καλδέλλη.

Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου ο Καλδέλλης ανασκευάζει την παρωχημένη αντίληψη περί «Θεοκρατικής Δεσποτείας» (στο βιβλίο του “theocratic Imperial Idea”) στο «Βυζάντιο», επαναπροσδιορίζοντας τα αληθινά όρια αυτής της ιδεολογίας. Ο Καλδέλλης δεν αμφισβητεί τόσο την ύπαρξη της ιδεολογίας της Θεοκρατικής Δεσποτείας στο Βυζάντιο, όσο αμφισβητεί την μονολιθική αποκλειστικότητα αυτής της ιδεολογίας στον βυζαντινό νου και την πρακτική εφαρμογή της στην βυζαντινή πολιτική πράξη. Με άλλα λόγια, ο Καλδέλλης ανασκευάζει την διάχυτη αντίληψη ότι ο βυζαντινός νους ήταν μονολιθικά θρησκόληπτος και ικανός μόνο για θεοκρατικές ερμηνείες. Αυτό που αναδεικνύει μέσα από την εξέταση των πηγών είναι ένας «αρθρωτός» (modular) βυζαντινός νους, ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει σε δύο παράλληλες και ανεξάρτητες λειτουργίες (modes): θεοκρατική και κοσμική. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Καλδέλλης, ο βυζαντινός νους διέθετε έναν «διακόπτη» (switch) “ON/OFF” στην λειτουργία της θεοκρατικής ερμηνείας.

kaldellis-modular

Όταν τους ενδιέφερε η πομπώδης (αλλά μη πρακτική) ρητορεία, οι Βυζαντινοί έβαζαν τον παραπάνω διακόπτη στο “ON” και αυτοπροβάλλονταν ως ο «περιούσιος λαός» της «θεοφύλακτης πολιτείας» που άρχεται από «θεοφιλή και θεοψήφιστο βασιλέα», ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο μόνος επιχθόνιος εκπρόσωπος του Θεού. Στο πλαίσιο αυτής της θεοκρατικής ερμηνείας, οι βάρβαρες επιδρομές παρουσιάζονται ως άλογα στοιχεία της φύσης, τα οποία ο Θεός εξαπολύει κατά του παραστρατημένου ποιμνίου του, για να το συνετίσει.

Όταν πάλι δεν τους ενδιέφερε η ρητορεία, αλλά η πραγματική αξιολόγηση της πολιτικής κατάστασης, τότε οι Βυζαντινοί έβαζαν τον διακόπτη της θεοκρατικής ερμηνείας στο “OFF” και ο νους τους μετέβαινε σε κοσμική λειτουργία. Σε αυτήν την κοσμική λειτουργία οι βάρβαρες επιδρομές δεν ερμηνεύονταν ως θεία τιμωρία, αλλά ως αποτυχία της διπλωματίας και της αμυντικής οργάνωσης, η οποία οφειλόταν σε κοσμικά αίτια όπως λ.χ. η παραμέληση του στρατού και η «δυσβουλία» (λήψη κακών αποφάσεων). Αντίστοιχα, στην κοσμική λειτουργία του βυζαντινού νου η νομιμότητα του βασιλέα δεν προέκυπτε από την ψευδαίσθηση της θείας εκλογής του, αλλά από την ρεπουβλικανική ψευδαίσθηση της λαϊκής εκλογής του, η οποία έκανε τον βασιλέα ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ θεωρητικά υπόλογο ΣΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ. Πρόκεται για μια ψευδαίσθηση που κληροδότησε στον θεσμό της ρωμαϊκής μοναρχίας ο Οκταβιανός Αύγουστος, ο πρώτος αυτοκράτορας των Ρωμαίων. Σύμφωνα με αυτήν την κοσμική ρεπουβλικανική ψευδαίσθηση, ο πολιτικά «κυρίαρχος» (sovereign) populus Romanus (ο πολιτικά συνηρμοσμένος ρωμαϊκός δήμος) ήταν «απώτερος κάτοχος» των σκήπτρων της Ρωμαϊκής Αρχής (Imperium Romanum), τα οποία παρέδιδε στον εκάστοτε Ρωμαίο αυτοκράτορα (με την lex de imperio ή lex regia), με την προϋπόθεση ότι αυτός θα ασκούσε την εξουσία ως «έννομος επιστάτης/οικονόμος/κηδεμών» της Ρωμαϊκής Πολιτείας (Res Publica Romana) και με κριτήριο νομιμότητας την κοινωφελία. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτήν την κοσμική ρεπουβλικανική ψευδαίσθηση, ήταν η συνεισφορά στην «λυσιτέλεια» ~ «ὄνησιν» ~ «ὠφέλειαν» των Κοινών Ρωμαϊκών Πραγμάτων (Res Publica Romana) αυτή που εκανε τον αυτοκράτορα δημοφιλή και ήταν αυτή η δημοφιλία του που εξασφάλιζε (έστω και μερικώς) την νομιμότητα του εκάστοτε βασιλέα/αυτοκράτορα των Ρωμαίων στα μάτια των Ρωμαίων.

Πρόκειται φυσικά για ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ λαϊκής κυριαρχίας αλλά, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Clifford Ando, «οι ψευδαισθήσεις μιας κοινωνίας είναι συχνά οι πιο ενδιαφέρουσες και δραστικές όψεις της πραγματικότητάς τηςΗ Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γράφει κάτι παρόμοιο στο πρόσφατο βιβλίο της «Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο βυζαντινοί οι Νεοέλληνες» (Gutenberg, 2016):

[σλδ 60] Ὧρα να θυμίσω αὐτὸ ποὺ πιστεύει ὁ Βολταῖρος (μεταφράζω): «Στὴ ζωὴ εἶναι ἀδιάφορο ἄν κάτι εἶναι ἀληθινὸ ἢ ἄν περνᾶ γιὰ ἀληθινό». Αὐτὸ ὄχι μόνο στὴν ζωή, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἱστορία.

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ λαϊκής κυριαρχίας με την οποία προίκισε τον θεσμό της ρωμαϊκής μοναρχίας ο Οκταβιανός Αύγουστος είχε κάποιες αληθινές συνέπειες, οι οποίες ώθισαν τον Paul Veyne (L’Empire gréco-romain, Points 2015, σλδ 15-18, 28-30) να γράψει «το καθεστώς των Καισάρων ήταν αρκετά διαφορετικό από τις μοναρχίες με τις οποίες είμαστε περισσότερο εξοικειωμένοι. […] Ο αυτοκράτορας δεν κατείχε τον θρόνο ως ιδιοκτήτης του, αλλά ως εντεταλμένος από την συλλογικότητα [= SPQR], η οποία του ανέθετε την διαχείριση της πολιτείας (Res Publica Romana).» Ο Veyne πολλάκις χαρακτηρίζει την παραπάνω κατάσταση ως ψευδαίσθηση (fiction), αλλά παραδέχεται -όπως και ο Edward Gibbon παλαιότερα- ότι αυτή η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ λαϊκής εκλογής είχε ως αληθινή συνέπεια την επένδυση του εκάστοτε αυτοκράτορα με μια αύρα νομιμότητας η οποία έκανε τον σφετερισμό του θρόνου να φαντάζει πιο δύσκολος.

Τα λόγια του Clifford Ando (notional sovereignty of the Roman people = θεωρητική κυριαρχία του Ρωμαϊκού λαού, acclamation = illusion of election, αναγόρευση = ψευδαίσθηση εκλογής, στο κάτω μέρος της μεσαίας σελίδας παρέθεσα την άποψη του Gibbon -που παραθέτει ο Ando- περί «ψευδαίσθησης λαϊκής κυριαρχίας και εκλογής» που εφηύρε ο Οκταβιανός Αύγουστος για την αποθάρρυνση των υποψήφιων σφετεριστών, άποψη παρόμοια με αυτήν του Paul Veyne που θα παραθέσω παρακάτω) από το βιβλίο του Imperial Ideology and Provincial Loyalty in the Roman Empire (California University Press, 1η έκδοση 2000, 2η έκδοση paperback 2013) για την ρωμαϊκή μοναρχία κατά την περίοδο του Πριγκηπάτου:

ando

Ο Καλδέλλης παραθέτει στις παρακάτω σελίδες την παρόμοια με αυτήν του Gibbon άποψη του Paul Veyne για την «ψευδαίσθηση λαϊκής κυριαρχίας και εκλογής» που εφηύρε ο Αύγουστος, η οποία λειτουργούσε –έστω και μερικώς– ως λυσιτελές άλκαρ κατά του σφετερισμού, ψευδαίσθηση η οποία όμως είχε ως αληθινή συνέπεια την επιβίωση ενός ρεπουβλικανικού ήθους το οποίο, κατά τον Veyne, έκανε την Ρωμαϊκή Μοναρχία κατά την περίοδο του Πριγκηπάτου αρκετά διαφορετική από τις «ἐλέῳ θεοῦ» μοναρχίες που προέκυψαν στην Δυτική Ευρώπη κατά τον ύστερο μεσαίωνα και ψευδαίσθηση η οποία επιβίωσε μέχρι το τέλος του Βυζαντίου:

kaldellis-veyne

Περιγράφω συνοπτικά τα επιπρόσθετα που γράφει ο Καλδέλλης στις παραπάνω σελίδες.

Ο Ρωμαίος Κικέρων (De Republica, 2.24-5) φανταζόταν, εξαιτίας του ρεπουβλικανικού του ήθους (αλλά και έχοντας κατά νου τις σύγχρονές του εξελίξεις που έφεραν τον Καίσαρα και, τελικά, τον Αύγουστο στην εξουσία), πως μετά τον θάνατο του Ρωμύλου οι Ρωμαίοι αποδείχτηκαν σωφρονέστεροι του Λάκωνα νομοθέτη Λυκούργου διότι, ενώ ο τελευταίος διόρισε στους Λάκωνες μη εκλεγμένους από το λαό βασιλείς (regem non diligentum duxit) με μόνο κριτήριο την Ηρακλειδική καταγωγή τους, οι Ρωμαίοι επινόησαν την lex [curiata] de imperio, σύμφωνα με την οποία ο populus Romanus μεταβίβαζε δια της εκλογής και αναγόρευσης τα βασιλικά σκήπτρα και την διαχείριση των Κοινών Ρωμαϊκών Πραγμάτων (Res Publica Romana) σε αυτόν που έκρινε ικανό και εμπιστεύσιμο, λόγω της αρετής και σοφίας του και όχι λόγω της καταγωγής του (virtutem et sapientiam regalem, non progeniem). Έτσι ο λαός (populus), έχοντας συμβουλευτεί τη Σύγκλητο, κάλεσε (accivit) τον ξένο Σαβίνο Νουμά Πομπίλιο (του οποίου η φήμη για αρετή και σοφία ήταν γνωστή) και τον διόρισε ως βασιλιά του (populus adscribit = ο λαός/δήμος διόρισε, populus […] regem esse iusserat = ο λαός/δήμος τον διόρισε/αναγόρευσε ως βασιλιά του). Παρακάτω ο Κικέρων εξηγεί πως η βαθμιαία παρακμή αυτής της διαδικασίας νομιμοποίησης της βασιλικής εξουσίας δια λαϊκής εκλογής και συναίνεσης οδήγησε εν τέλει στην τυραννία και libido (εδώ «ασυδοσία, αυθαιρεσία» ~ «δεσποτισμός») του τελευταίου αρχαίου βασιλιά Ταρκυνίου του Σουπέρβου.

[De Republica, 2.24-5] Quo quidem tempore novus ille populus vidit tamen id, quod fugit Lacedaemonium Lycurgum, qui regem non deligendum duxit, si modo hoc in Lycurgi potestate potuit esse, sed habendum, qualiscumque is foret, qui modo esset Herculis stirpe generatus; nostri illi etiam tum agrestes viderunt virtutem et sapientiam regalem, non progeniem quaeri oportere.

Quibus cum esse praestantem Numam Pompilium fama ferret, praetermissis suis civibus regem alienigenam patribus auctoribus sibi ipse populus adscivit eumque ad regnandum Sabinum hominem Romam Curibus accivit. Qui ut huc venit, quamquam populus curiatis eum comitiis regem esse iusserat, tamen ipse de suo imperio curiatam legem tulit, hominesque Romanos instituto Romuli bellicis studiis ut vidit incensos, existimavit eos paulum ab illa consuetudine esse revocandos.

Αγγλική Μετάφραση:

Thus, our early Romans discovered a political provision which had escaped the Spartan Lycurgus, who conceived that the monarch ought not to be elective, so far as his opinion went, but that it was better for the Lacedæmonians to acknowledge as their sovereign, the next heir of the race of Hercules, whoever he might be. In fact, our Romans, rude as they were, saw the importance of appointing a king, not for his family, but for his virtue and experience.

Fame having recognized these eminent qualities in Numa Pompilius, the Roman people, without partiality for their own citizens, committed itself by the counsel of the senators, to a king of foreign origin, and summoned this Sabine from the city of Cures to Rome, that he might reign over them. Numa, although the people had proclaimed him king in their Comitia Curiata, or House of Commons, past a law through the Commons respecting his authority; and observing that the institutions of Romulus had too much excited the military propensities of the people, he judged it expedient to recall them from this habit of warfare by other employments.

Σχεδόν δώδεκα αιώνες μετά τον Κικέρωνα, ο «ἑλληνίζων Ῥωμαῖος» Κωνσταντίνος Μανασσής συμπληρώνει τον Κικέρωνα επιδεικνύοντας το ίδιο ρεπουβλικανικό ήθος, όταν φαντάζεται τους αρχαίους Ρωμαίους να αποφασίζουν πανδημεί  (πάντες […] Ῥωμαῖοι συνελθόντες) την άρση της lex regia, δηλαδή την κατάργηση του καθεστώτος βασιλείας και την έναρξη της υπατείας (ετήσια εκλογή των δύο υπάτων, consules > κονσίλιοι), όταν είδαν ότι ο Ταρκύνιος Σουπέρβος εξουσίαζε τυραννικά και δεσποτικά.

[Μανασσής, στ. 1688/90]

τότε δὴ πάντες εἰς ταὐτὸ Ῥωμαῖοι συνελθόντες

κατάλυσιν ψηφίζονται τοῦ βασιλείου κράτους,

κυροῦσι δὲ προβάλλεσθαι κατ΄ἔτος κονσιλίους.

Λίγο πριν τον Μανασσή ο Θεοφύλακτος Οχρίδος, όταν -πριν γίνει αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας- ήταν δάσκαλος του νεαρού πρίγκιπα Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα, εξήγησε στο νεαρό μαθητή του την διαφορά βασιλέα και τυράννου με τα παρακάτω λόγια:

τύραννος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκβιάζεται· οὐ γὰρ ὑπὸ τῶν πολιτῶν τὰ χαλινὰ τῆς ἀρχῆς ἐκδέχεται, ἀλλ’ αὐτὸς ἁρπάζει ταῦτα σφαγαῖς τε καὶ αἵμασι

Αυτές οι ψευδαισθήσεις λαϊκής κυριαρχίας του Θεοφύλακτου και του Κωνσταντίνου Μανασσή δείχνουν αναμφισβήτητα την ύπαρξη ενός ρεπουβλικανικού ήθους το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με -και δεν μπορεί να εξηγηθεί απότην παραδοσιακή άποψη περί «Θεοκρατικής Δεσποτείας δίχως ίχνος αρχαίου ρωμαϊκού ρεπουβλικανισμού» στο Βυζάντιο. Η άποψη αυτή λ.χ. διατυπώνεται από τον διακεκριμένο ιστορικό της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητας Peter Heather, με τον Καλδέλλη να παρατηρεί πως η διατύπωση αυτή δείχνει παντελή άγνοια των βυζαντινών πηγών.

kaldellis-heather

Ωστόσο, ο Καλδέλλης στην τελευταία παράγραφο του τρισέλιδου που παρέθεσα προηγουμένως γράφει κάτι εξίσου σημαντικό: όσα τέτοια βυζαντινά χωρία ρεπουβλικανικού περιεχομένου και να παραθέσει κάποιος, αυτά από μόνα τους δεν αρκούν για να αποδείξουν την ύπαρξη ρεπουβλικανισμού στο Βυζάντιο. Με την ίδια λογική, κάποιος μπορεί να παραθέσει άλλα τόσα χωρία θεοκρατικού περιεχομένου, για να αποδείξει την βυζαντινή «Θεοκρατική Δεσποτεία». Για να αποδείξουμε το βυζαντινό ρεπουβλικανικό ήθος και το σχετικό βάρος που αυτό διέθετε ως ιδεολογία εναλλακτική της Θεοκρατικής Δεσποτείαςπρέπει να το εντοπίσουμε στην βυζαντινή πολιτική πράξη, ώστε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τις αληθινές συνέπειες αυτής της ψευδαίσθησης στο θέμα της νομιμότητας του εκάστοτε βασιλιά.

Το παραδοσιακό μοντέλο της βυζαντινής Θεοκρατικής Δεσποτείας και η προβληματική εφαρμογή του στην Ρωμαϊκή Μοναρχία

Το παραδοσιακό αυτό μοντέλο είναι προϊόν διαφόρων παραγόντων όπως:

  1. Το «ξόρκι του Gibbon», ο οποίος παρουσίασε ένα «σκοταδιστικό» Βυζάντιο στο οποίο θριάμβευε αδιασάλευτα η θρησκοληψία.
  2. Η εφαρμογή στο Βυζάντιο συμπερασμάτων της Δυτικής Ιστοριογραφίας, τα οποία προέκυψαν από την μελέτη των μεσαιωνικών μοναρχιών της Δυτικής Ευρώπης.
  3. Η σύγχυση του Βυζαντίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που σχηματίστηκε αργότερα στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.

Ο Θάνος Βερέμης στο παρακάτω βίντεο από το ντοκυμαντέρ του ΣΚΑΪ για το 1821 παρουσιάζει αυτήν που λίγο πολύ είναι η γενική ιδέα περί προνεωτερικής «Ἐλέῳ Θεοῦ Μοναρχίας» (= Θεοκρατική Δεσποτεία) πριν από την Γαλλική Επανάσταση:

[19:35-20:09]

Βερέμης: «Τι είναι αυτό που νομιμοποιεί την εξουσία πριν από την Γαλλική Επανάσταση; Τι είναι αυτό που κάνει έναν βασιλιά νόμιμο; Δεν έχει εκλεγεί, δεν τον έχει εκλέξει ο λαός, αλλά είναι βασιλιάς γιατί τον θέλει ο θεός. […] Η Γαλλική Επανάσταση έρχεται και λέει: αυτά είναι σαχλαμάρες, νομιμοποιείται κανείς μόνον δια της βουλήσεως του έθνους.»

Αν κάποιος προσπαθήσει με αυτό το γενικό σχήμα να κατανοήσει τον θεσμό της Ρωμαϊκής Μοναρχίας (αρχαίας και μεσαιωνικής) θα συναντήσει ένα σωρό ανεξήγητες παρεκτροπές. Ο Ιουστινιάνειος Πανδέκτης (Digesta) διέσωσε την παρακάτω ερμηνεία της αυτοκρατορικής νομιμότητας του Ουλπιανού:

[Digesta, 1.4.1]

Dig. 1.4.0. De constitutionibus principum.

Dig. 1.4.1pr.

Ulpianus 1 inst.

Quod principi placuit, legis habet vigorem: utpote cum lege regia, quae de imperio eius lata est, populus ei et in eum omne suum imperium et potestatem conferat.

Μετάφραση: Οι αυτοκρατορικές αποφάσεις έχουν την ισχύ νόμου. Αυτό διότι ο λαός (populus), διαμέσου της lex regia (βασίλειος νόμος), παραχωρεί (conferat) σε αυτόν όλη την εξουσία (imperium) και ισχύ του (potestas).

Ο σύγχρονος του Ιουστινιανού νομικός Θεόφιλος στα «Ἰνστιτοῦτα» του γράφει ελληνιστί:

[Ἰνστιτοῦτα, 1.2.6] Βασιλεὺς ἐστι ὁ τὸ κράτος τοῦ ἄρχειν παρὰ τοῦ δήμου λαβών.

Δεν παρέθεσα τα δύο αυτά παραδείγματα με σκοπό να δείξω ότι είχαν την απαράβατη ισχύ συνταγματικού άρθρου, αλλά για να δείξω ότι οι προνεωτερικοί Ρωμαίοι πολιτικοί στοχαστές (αρχαίοι και μεσαιωνικοί, από τον Κικέρωνα και τον Ουλπιανό μέχρι τον Θεόφιλο και τον Κωνσταντίνο Μανασσή) δεν είχαν ανάγκη να περιμένουν την Γαλλική Επανάσταση για να οραματιστούν έναν πολιτικά συνηρμοσμένο κυρίαρχο populus, ο οποίος νομιμοποιεί τον ηγεμόνα του δια της «εκλογής» (= αναγόρευσης),  θεωρώντας τον, συνεπώς, ως υπόλογό του και αξιολογώντας τον με γνώμονα την συνεισφορά του στην ευημερία του έθνους και των Κοινών Πραγμάτων.

Ο Συνέσιος στον «Περὶ Βασιλείας» λόγο του συμβουλεύει τον νεαρό αυτοκράτορα Αρκάδιο πως:

[Περὶ Βασιλείας, 6] βασιλέως μὲν ἐστι τρόπος ὁ νόμος, τυράννου δὲ ὁ τρόπος νόμος.

Ο Κικέρων νωρίτερα επισημαίνει πως:

[Κικέρων, De Legibus, 3.8] salus rei publicae suprema lex / salus populi suprema lex esto = η ευημερία των κοινών πραγμάτων/των πολιτών πρέπει να θεωρείται ως ύψιστος νόμος.

Ο Φώτιος τον 9° αιώνα συνδυάζει τις παραπάνω δύο ρήσεις («βασιλέως μὲν ἐστι τρόπος ὁ νόμος, τυράννου δὲ ὁ τρόπος νόμος» και salus rei publicae/populi suprema lex) όταν ορίζει το αξίωμα του βασιλέα γράφοντας:

[Εισαγωγή, 2.1] βασιλεὺς ἐστιν ἔννομος ἐπιστασία, κοινὸν ἀγαθὸν πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις.

Αλλά, όπως ανέφερα και παραπάνω, δεν αποδεικνύεται τίποτε με την απλή παράθεση ρεπουβλικανικών χωρίων.

Σύμφωνα με τον Καλδέλλη η αντίληψη της μονολιθικής «Θεοκρατικής Δεσποτείας» στο Βυζάντιο καθιερώθηκε στον ακαδημαϊκό χώρο με δύο άρθρα που γράφτηκαν κατά την δεκαετία του 1930, τα οποία ανέδειξαν τον Ευσέβιο Καισαρείας ως τον «ιδρυτή της βυζαντινής πολιτικής ιδεολογίας». Τα άρθρα αυτά παρουσιάζουν ένα μείγμα χωρίων του Ευσεβίου και μεταγενέστερων Πανηγυρικών Λόγων (στους οποίους ο αυτοκράτορας φυσικά και επαινείται ως «θεοψήφιστος» και «θεοφύλακτος»), έχοντας διαπράξει το σφάλμα για το οποίο μας προειδοποιεί ο Καλδέλλης: Τα χωρία από μόνα τους δεν αποδεικνύουν τίποτε όσο δεν εκτιμάται η λειτουργική τους αποτελεσματικότητα στην βυζαντινή πολιτική πράξη.

theocracy

Με τον ίδιο τρόπο κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι σύγχρονες ΗΠΑ είναι κράτος «Ἐλέῳ Θεοῦ Προεδρείας» μιας και το επίσημο σλόγκαν των ΗΠΑ είναι το in God we trust («στον Θεό έχουμε εμπιστοσύνη», η ρήση υπάρχει σε κάθε χαρτονόμισμα των 20 δολλαρίων) και ο George W. Bush, το μεν 2000 ως υποψήφιος πρόεδρος ισχυριζόταν ότι I believe that God wants me to become president, but if that doesn’t happen it’s OK («πιστεύω ότι ο Θεός θέλει να γίνω πρόεδρος, αλλά αν αυτό δεν συμβεί δεν τρέχει και τίποτα»), ενώ αργότερα ως πρόεδρος δήλωσε ότι ο Θεός του είπε “George, go and fight those terrorists in Afghanistan!” και George, go and end that tyranny in Iraq! («Γιώργο, τράβα να πολεμήσεις τους τρομοκράτες στο Αφγανιστάν!» και «Γιώργο, τράβα να σταματήσεις την τυραννία στο Ιράκ!»).

gwbush

Παραδείγματα χρήσης της Θεοκρατικής νομιμότητας

Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα όπου οι Βυζαντινοί -όπως ο G.W. Bush παραπάνω- βάζουν τον διακόπτη της θεοκρατικής νομιμότητας του Αυτοκράτορα στο “ON”.

Ο Βεγέτιος (~400 μ.Χ.) παραθέτει έναν στρατιωτικό όρκο (militiae sacramenta) στον οποίο οι στρατιώτες ορκίζονται να υπακούουν τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα ως τον επιχθόνιο εκπρόσωπο του Θεού (maiestatem imperatoris, quae secundum Deum generi humano diligenda est et colenda. Nam imperator cum Augusti nomen accepit, tamquam praesenti et corporali Deo fidelis est praestanda deuotio […] cum fideliter cum diligit qui Deo regnat auctore).

Diligenter igitur lectis iunioribus animis corporibusque praestantibus, additis etiam exercitiis cotidianis quattuor uel eo amplius mensuum, iussu auspiciisque inuictissimi principis legio formatur. Nam uicturis in cute punctis milites scripti, cum matriculis inseruntur, iurare solent; et ideo militiae sacramenta dicuntur. Iurant autem per Deum et Christum et sanctum Spiritum et per maiestatem imperatoris, quae secundum Deum generi humano diligenda est et colenda. Nam imperator cum Augusti nomen accepit, tamquam praesenti et corporali Deo fidelis est praestanda deuotio, inpendendus peruigil famulatus. Deo enim uel priuatus uel militans seruit, cum fideliter cum diligit qui Deo regnat auctore. Iurant autem milites omnia se strenue facturos, quae praeceperit imperator, numquam deserturos militiam nec mortem recusaturos pro Romana republica.

Αγγλική μετάφραση:

The recruits having thus been carefully chosen with proper attention to their persons and dispositions, and having been daily exercised for the space of four months at least, the legion is formed by the command and under the auspices of the Emperor. The military mark, which is indelible, is first imprinted on the hands of the new levies, and as their names are inserted in the roll of the legions they take the usual oath, called the military oath. They swear by God, by Christ and by the Holy Ghost; and by the Majesty of the Emperor who, after God, should be the chief object of the love and veneration of mankind. For when he has once received the title of August, his subjects are bound to pay him the most sincere devotion and homage, as the representative of God on earth. And every man, whether in a private or military station, serves God in serving him faithfully who reigns by His authority. The soldiers, therefore, swear they will obey the Emperor willingly and implicitly in all his commands, that they will never desert and will always be ready to sacrifice their lives for the Roman Empire.

Ωστόσο, ο όρκος τελειώνει με τους στρατιώτες να ορκίζονται επιπρόσθετα αφοσίωση και αυτοθυσία στην Ρωμαϊκή Πολιτεία (pro Romana republica). Αυτό έχει ενδιαφέρον γιατί η βούληση της Ρωμανίας ~ Ρωμαϊκής Πολιτείας δεν ταυτίζεται πάντοτε με την βούληση του «θεοψήφιστου» Αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Στη στάση του Νίκα (532 μ.Χ.) ο «δῆμος» της Κωνσταντινούπολης που εξεγέρθηκε κατά του «θεοψήφιστου» Ιουστινιανού φώναζε έξω από το σπίτι του πατρίκιου Πρόβου «Πρόβον βασιλέα τῇ Ῥωμανίᾳ» ( ~ «δώστε στην Ρωμανία τον Πρόβο για βασιλιά!», όπως κάποτε στις ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου κάποιος άκουγε «Ανδρέα προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα!»). Τελικά, στην στάση του Νίκα επικράτησε η βούληση του αυτοκράτορα, μόνο και μόνο επειδή κατάφερε να διασφαλίσει την ευπείθεια των στρατευμάτων που χρειάστηκε να κατασφάξουν περίπου 30.000 άτομα από τον εξεγερμένο δήμο. Σύμφωνα με τον Καλδέλλη, ήταν η μόνη φορά στην βυζαντινή ιστορία που η βούληση του αυτοκράτορα συγκρούστηκε αμείλικτα με την βούληση του δήμου και κατάφερε να επικρατήσει. Αντίθετα, στη στάση του δήμου που καθαίρεσε και διαπόμπευσε τον Μιχαήλ Ε΄, ανεβάζοντας στο θρόνο ως αυτοκράτειρες τις αδελφές Ζωή και Θεοδώρα, ήταν η βούληση του δήμου που τελικά επικράτησε.

[Πασχάλιον Χρονικόν, 622] κἀκεῖθεν κατῆλθεν ὁ δῆμος πάλιν εἰσελαύνων ἐπὶ τὸν Ἰουλιανοῦ λιμένα εἰς τὸν οἴκον Πρόβου· καὶ ἐζήτει παρ΄αὐτοῦ λαβεῖν ὅπλα, καὶ ἔκραζον, «Πρόβον βασιλέα τῇ Ῥωμανίᾳ!»

probus

Όσοι έχουν διαβάσει την ιστορία του Μιχαήλ Ατταλειάτη ξέρουν ότι αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος είναι η κανονική κατά τον συγγραφέα ιστορία των ετών 1034-1079. Το δεύτερο μέρος είναι στην ουσία ένας πανηγυρικός λόγος για τον Νικηφόρο Γ΄ Βοτανειάτη, στον οποίο ο Ατταλειάτης αφιέρωσε την Ιστορία του. Στο κυρίως μέρος της ιστορίας του ο Ατταλειάτης δεν αναφέρεται πουθενά στην ιδεολογία της «Θεοκρατικής Δεσποτείας». Αντίθετα, στον πανηγυρικό λόγο για τον Βοτανειάτη, ο Ατταλειάτης βάζει τον Βοτανειάτη να ισχυριστεί δύο φορές -όπως ο G.W. Bush- ότι τον είχε επιλέξει ο Θεός για βασιλιά («ἐμοὶ μὲν γὰρ τὸ κράτος θεόθεν ἐπεψηφίσθη», «καὶ τὸ βασίλειον διάδημα ἐκ θείας χάριτος έπεβραβεύθη μοι», «ἀλλ΄ἐλύττησας καὶ κατὰ τῶν δεδογμένων αὐτῷ τῷ Θεῷ καὶ κατ΄ἐμοῦ τοῦ κατ΄ἐκείνου προβεβλημένου», «ἐκ Θεοῦ λαβόντα τὴν ἡγεμονίαν»).

Βοτανειάτης προς ηττημένο σφετεριστή Νικηφόρο Βρυέννιο:

[34.9] Ὦ δυσμείλικτε καὶ δυστυχέστατε ἄνθρωπε, […] Ἐμοὶ μὲν γὰρ τὸ κράτος θεόθεν ἐπεψηφίσθη καὶ τῇ θείᾳ ψήφῳ πάντες οἱ τῆς βασιλευούσης ἀκολουθήσαντες, […] Καὶ τὸ βασίλειον διάδημα ἐκ θείας χάριτος ἐπεβραβεύθη μοι καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ κρίσις ἤδη τὸν ἔλεγχον καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως δέδωκε. […] Καὶ κατὰ τοῦτο οὐκ ἔδει σε μετὰ τὴν ἐμὴν ἀναγόρευσιν τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ καταιδεσθῆναι καὶ συμβαλεῖν καὶ διανοήσασθαι τὰ συμβεβηκότα ὅτι ὑπὲρ ἀνθρωπίνην είσιν ἰσχύν; Ἀλλ΄ἐλύττησας καὶ κατὰ τῶν δεδογμένων αὐτῷ τῷ Θεῷ καὶ κατ΄ἐμοῦ τοῦ κατ΄ἐκείνου προβεβλημένου […] καὶ ὅπλα ἐτολμήσας […] καὶ θεόμαχος ἐν τοσούτῳ γενέσθαι […]

Βοτανειάτης προς τους Βαράγγους σωματοφυλάκες που επιχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγερθούν εναντίον του:

[35.2] Οὕτως οὖν καὶ ταύτην τὴν ἐπιβουλὴν θεοτεύκτῳ εὐψυχίᾳ καταγωνισάμενος, παντὶ μὲν πλήθει τῶν σωματοφυλακούντων βαρβάρων τιμωρίαν οὐκ ἐπεστήριζε […] ὡς οὐκ ἄν αὐτὸν ζητοῦσαι περιτρέψαι δυνηθεῖεν πολλαὶ μυριάδες ἀνδρῶν ἐκ Θεοῦ λαβόντα τὴν ἡγεμονίαν.

Η άλλη … «αναρχική» όψη των Βυζαντινών

Ας δούμε τώρα τι γίνεται όταν οι Βυζαντινοί βάζουν τον διακόπτη της θεοκρατικής ερμηνείας στο “OFF” και αντί για την ψευδαίσθηση της «Θεοκρατικής Δεσποτείας» σκέφτονται σε πλαίσιο καθαρά κοσμικό με γνώμονα την ψευδαίσθηση περί «λαϊκής κυριαρχίας και εκλογής».Όσοι είναι πεπεισμένοι για τη μονολιθική λειτουργία της «Θεοκρατικής Δεσποτείας» πρέπει να χαρακτηρίσουν τους παρακάτω βυζαντινούς ιστορικούς και πατριάρχες τουλάχιστον ως «αναρχικούς».

Στον Πατριάρχη Φώτιο ζητήθηκε να καταρρίψει τον ισχυρισμό του «δυσσεβούς» Ιουλιανού ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ιδρύθηκε από πολυθεϊστές Ρωμαίους και πως οι Χριστιανοί (και φυσικά ο Θεός τους) δεν είχαν συνεισφέρει τίποτε στην Ρωμαϊκή πολιτική ιστορία. Ο ισχυρισμός αυτός του Ιουλιανού πλήττει κατάκαρδα την ιδεολογία της «Θεοκρατικής Δεσποτείας» και αν το Βυζάντιο ήταν μονολιθικά θεοκρατικό τότε θα περιμέναμε μια απάντηση του Φωτίου που θα «αποδείκνυε» τα αντίθετα από αυτά που ισχυρίστηκε ο Ιουλιανός. Ο Φώτιος, όμως, ως γνώστης της κοσμικής ρωμαϊκής ιστορίας, γνώριζε πολύ καλά ότι ο Ιουλιανός εν τέλει είχε δίκαιο. Έτσι αντί να αντικρούσει τον ισχυρισμό του Παραβάτη, ο Φώτιος προτίμησε να κινηθεί κατά την παροιμία που λέει «όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια». Συμφώνησε ότι ο Χριστός δεν δίδαξε τίποτε για την πολιτική διακυβέρνηση, τα στρατιωτικά εγχειρίδια και τα υπόλοιπα «ασήμαντα ανθρώπεια πράγματα», γιατί ενδιαφερόταν να μιλήσει μόνο για «σημαντικά» πράγματα όπως η σωτηρία της ψυχής. Ο λόγος που ο Χριστός δεν μίλησε για τα προρρηθέντα «ασήμαντα ανθρώπεια πράγματα» ήταν πως ήξερε πολύ καλά ότι οι άνθρωποι μπορούν να προκόψουν εύκολα σ΄αυτά από μόνοι τους χρησιμοποιώντας την κρίση και την εμπειρία τους (μιμούμενοι τα καλά ιστορικά παραδείγματα και αποφεύγοντας τα κακά ιστορικά παραδείγματα)!

[Φώτιος, επιστολή 187] ὁ σωτὴρ ἡμῶν καὶ θεὸς τῶν μὲν πολιτικῶν τύπων καὶ τῆς περὶ αὐτὰ τάξεως οὐκ ἔσχε προηγούμενον τὸν σκοπόν. ᾔδει γὰρ, ᾔδει τοὺς ἀνθρώπους ἱκανὴν τῇ πείρᾳ παρασκευὴν πρὸς ταῦτα λαβεῖν, τῆς χρείας καὶ τῆς ἀνάγκης τὴν μάθησιν αὐτοῖς ὅσοι ῥᾳδίαν παρεχομένης, καὶ τῶν προλαβόντων τὰ πταίσματα ἀποχρῶσαν τοῖς ἐσομένοις ἐπὶ τῶν ὁμοίων ἀντεισάγειν τὴν διόρθωσιν […] προηγουμένη δὲ τῷ σωτήρι φροντίς ἡ τῶν ψυχῶν ὑπήρχε σωτηρία.

photios-julian

Έναν αιώνα μετά τον Φώτιο, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς έφτασε με τα στρατεύματα του στην Κωνσταντινούπολη για να αναγνωριστεί και επίσημα βασιλέας, σύμφωνα με τον Λέοντα τον Διάκονο ο Πατριάρχης Πολύευκτος προσπάθησε να του εξηγήσει σε μια συνέλευση στο παλάτι, όπου κάλεσε και όλη τη Σύγκλητο, πως η βασιλεία του θα ήταν εφήμερη και ουσιαστικά θα ήταν αντιβασιλεία, διότι οι νόμιμοι βασιλείς ήταν τα «νεογνά τέκνα» της Μακεδονικής Δυναστείας (Βασίλειος Β΄ και Κων/νος Η΄). Εδώ ο Πατριάρχης Πολύευκτος έπρεπε να δικαιολογήσει γιατί τα «νεογνά» είναι οι νόμιμοι βασιλείς. Αν στο Βυζάντιο ίσχυε μια μονολιθική «Θεοκρατική Δεσποτεία» τότε θα περιμέναμε τον Πολύευκτο να λέει στον Φωκά πως «είναι θέλημα Κυρίου» να βασιλέψουν τα νεογνά και πως είναι «αμαρτία» ο μη σεβασμός της θείας βούλησης. Ο Πολύευκτος, όμως, αν και ξεκινάει με θεοκρατικό επιχείρημα («καὶ θείοις ρυθμιζομένους προστάγμασι» = «ρυθμίζουμε τις καταστάσεις με θεία προστάγματα»), περιέργως καταλήγει να χρησιμοποιεί την κοσμική και ρεπουβλικανική ψευδαίσθηση της «λαϊκής κυριαρχίας και εκλογής»: τα «νεογνά τέκνα» είναι οι νόμιμοι αυτοκράτορες, επειδή «είμαστε Ρωμαίοι […] και έχουν αναγορευτεί ως αυτοκράτορες από εμάς και από τον δήμο όλο». Δηλαδή τα νεογνά ήταν οι νόμιμοι αυτοκράτορες επειδή είχαν αναγορευτεί από όλη την πολιτεία (σύγκλητος, ιερατείο και άπας ο δήμος).

[Λέων Διάκονος, 2.12] δεῖ Ῥωμαίους ὄντας ἡμᾶς, καὶ θείοις ρυθμιζομένους προστάγμασι, τὰ νεογνά τοῦ αὐτοκράτορος Ῥωμανοῦ τέκνα, ἐπεὶ πρὸς ἡμῶν καὶ τοῦ δήμου παντός ἀνερρέθησαν αυτοκράτορες, είς τὴν προγονικὴν τιμὴν συντηρεῖν καὶ σέβας ἀπονέμειν.

polyeuktos

Όπως πολλοί γελάσατε όταν διαβάσατε τα «θεοκρατικά» λόγια του George W. Bush, έτσι και ο Μιχαήλ Ψελλός και ο Νικήτας Χωνιάτης περιγράφουν με χλευαστικό ύφος αυτοκράτορες που τόλμησαν να παρουσιάσουν την ρητορική τους «θεία εκλογή» και «θεοφύλαξη» ως ιστορικό γεγονός.

choniates-psellos

Ο Καλδέλλης παρουσιάζει έναν κλασικό ορισμό του Αlan Cameron για την «ἐλέῳ Θεοῦ» Θεοκρατική Δεσποτεία: «Από τη στιγμή που η εξουσία του αυτοκράτορα ερμηνευόταν ως θεόπεμπτη, ήταν δυσσεβές για κάποιον (Χριστιανό) να αντιταχθεί στον εκάστοτε νόμιμο αυτοκράτορα». Ο Καλδέλλης συνεχίζει με την εύστοχη παρατήρηση πως αν δεχτούμε τον ορισμό του Alan Cameron, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ως εύλογο συμπέρασμα πως η βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν γεμάτη με «δυσσεβείς» υπηκόους που δεν είχαν ιδιαίτερους ενδοιασμούς να λοιδορήσουν τον «θεοψήφιστο» αυτοκράτορά τους, να εξεγερθούν εναντίον του «θεοφύλακτου» βασιλεά τους, να τον καθαιρέσουν και να τον διαπομπεύσουν (βλ. εδώ (1) λοιδορία Μαυρίκιου με την διαπόμπευση του «Ψευτομαυρίκιου», (4,6) διαπόμπευση των καθηρημένων βασιλέων Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη και Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα).

impious

Το τελευταίο επιχείρημα του Καλδέλλη που θα παραθέσω για τον «αρθρωτό» (modular) βυζαντινό νου, ο οποίος μπορούσε να λειτουργήσει τόσο σε θεοκρατικό όσο και σε κοσμικό “mode”, είναι τα παραδείγματα των «δυσσεβών» αλλά ονήσιμων για την πολιτεία αυτοκρατόρων. Σύμφωνα με το μονολιθικό μοντέλο της θεοκρατικής δεσποτείας, ένας «θεοψήφιστος» αυτοκράτορας δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «δυσσεβής», γιατί ο Θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλέξει κάποιον «δυσσεβή» ως επιχθόνιο εκπρόσωπό του. Ωστόσο, οι σοβαροί Βυζαντινοί ιστορικοί ήταν σε θέση να αξιολογήσουν θετικά με κοσμικά κριτήρια ακόμα και «δυσεβείς» (αιρετικούς» ή πολυθεϊστές) αυτοκράτορες. Ο «δυσσεβής» (αρειανόφρων) Κωνστάντιος Β΄, ο «δυσσεβής» (μονοφυσίτης) Αναστάσιος, οι «δυσσεβείς» (εικονοκλάστες) Λέων Ε΄ και Θεόφιλος, οι «δυσσεβείς» (πολυθεϊστές) Τραϊανός και Ιουλιανός περιγράφονται από βυζαντινούς ιστορικούς που μπόρεσαν να αναγνωρίσουν τις κοσμικές αρετές που υπέδειξε ο καθένας από αυτούς (λ.χ. δικαιοσύνη, σωστή διαχείριση, αξιοκρατία, λυσιτέλεια, επιτυχία σε πολέμους κλπ) ως κηδεμών της Ρωμαϊκής Πολιτείας.

dyssebeis

Η εφεύρεση της Θεοκρατικής Ρωμαϊκής Μοναρχίας

Ο Καλδέλλης συν τοις άλλοις εξηγεί πως και για ποιο λόγο εφευρέθηκε η ψευδαίσθηση της θεοκρατικής νομιμότητας του αυτοκράτορα των Ρωμαίων.

Κατά την Κρίση του 3ου αιώνα, οι στρατιώτες σε κάθε στρατόπεδο της αυτοκρατορίας συνειδητοποίησαν ότι διέθεταν την ικανότητα να αναγορεύσουν σε αυτοκράτορα τον διοικητή τους. Έτσι μέσα σε περίπου 50 χρόνια (235-284) υπήρξαν 26 αναγορεύσεις αυτοκρατόρων. Η κατάσταση έκανε προβληματικό τον ορισμό της νομιμότητας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα. Ο Αυρηλιανός και ο Διοκλητιανός που έβγαλαν την αυτοκρατορία από την κρίση αυτή, χρειάστηκε να επαναπροσδιορίσουν την νομιμότητα του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, έτσι ώστε να σταματήσουν οι πολλαπλές αναγορεύσεις που οδηγούσαν σε εμφύλιες διαμάχες. Ο Αυρηνιανός επινόησε την θεοκρατική νομιμοποίηση: ένας μόνο επίσημος Θεός των Ρωμαίων (ο Ανίκητος Ήλιος ~ Sol Invictus), ο οποίος επιλέγει/ύποστηρίζει έναν μόνο νόμιμο Αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Ο Διοκλητιανός τροποποίησε το σύστημα ώστε να ταιριάζει στις τετραρχικές του μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ξεκίνησαν ως διαρχία Διοκλητιανού-Μαξιμιανού. Οι επίσημες θεότητες με τις οποίες ταυτίστηκε η διαρχάι αυτή ήταν το ζεύγος Δία-Ηρακλή (Iuppiter-Hercules).

Ο Μέγας Κωνσταντίνος έκανε το επόμενο βήμα, όταν κατέληξε μονοκράτωρ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και βρήκε χρήσιμο, πρώτα τον Ανίκητο Ήλιο ~ Απόλλωνα και, κατόπιν, τον ραγδαία διαδιδόμενο μονοθεϊστικό Χριστιανισμό (γι΄αυτό και τον νομιμοποίησε ως θρησκεία), του οποίου ο μοναδικός αληθής Θεός ήταν ένα χρήσιμο μέσο νομιμοποίησης του ενός και μοναδικού Ρωμαίου αυτοκράτορα.

Το σύστημα της χριστιανικής θεοκρατικής νομιμοποίησης του Ρωμαίου αυτοκράτορα ολοκληρώθηκε από τους διαδόχους του Κωνσταντίνου.

Γράφει ο Καλδέλλης για τα παραπάνω:

3rd-ce-theocracy

Advertisements

21 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Μυθοθρυψία, Μεσαίωνας

21 responses to “Ο μύθος της μονολιθικής Θεοκρατικής Δεσποτείας στο Βυζάντιο

  1. Κουκόηλ'ς

    Καλησπέρα! Δεν ξέρω πόσο εκτός θέματος είμαι, αλλά θέλω να το γράψω. Έχω έναν Έλληνα φίλο, που ζει χρόνια τώρα στη φωτισμένη Εσπερία, και δουλεύει στα Πανεπιστήμια της. Καμιά φορά τον πιάνουν στην κουβέντα για την Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία. Μου περιγράφει πως γουρλώνουν τα μάτια, όταν τους λέει πως ο Πλάτων έγραφε πως “τους Νόμους, τους δίνουν στους ανθρώπους οι θεοί”. Ο Πλάτωνας…

    • Καλώς τον Κουκόλια!

      Απ΄όσο γνωρίζω (αλλά μπορεί να κάνω και λάθος) ο Πλάτων ισχυρίστηκε το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή «κάποιος έξυπνος νομοθέτης εφηύρε τους θεούς, για να υπακούει ο λαός τους «θείους» νόμους του» (και για να αποκ΄τησουν «δεῖμα» = φόβο οι «κακοί»).

      [γρ 11-5]

      τηνικαῦτά μοι δοκεῖ
      ‹υ–› πυκνός τις καὶ σοφὸς γνώμην ἀνήρ
      ‹θεῶν› δέος θνητοῖσιν ἐξευρεῖν
      , ὅπως
      εἴη τι δεῖμα τοῖς κακοῖσι, κἂν λάθρᾳ
      15 πράσσωσιν ἢ λέγωσιν ἢ φρονῶσί ‹τι›.

      Κάτι τέτοιο έκαναν, σύμφωνα με τον Καλδέλλη στο “The Byzantine Republic”, οι Αυρηλιανός και Διοκλητιανός (οι «εφευρέτες» της «ελέω Θεού» Ρωμαϊκής μοναρχίας) για να λύσουν το πρόβλημα της κρίσης του 3ου αιώνα, όπου κάθε λεγεώνα μπορούσε να αναγορεύσει τον στρατηγό της ως αυτοκράτορα.

      Για να σταθεροποιήσουν την εξουσία του «νόμιμου» Ρωμαίου αυτοκράτορα, στράφηκαν προς την «ἐκ θεού νομιμοποίηση». Επειδή έπρεπε να υπάρχει ένας μόνο νόμιμος Ρωμαίος αυτοκράτορας, έπρέπε να υπάρχει και ένας μόνο Θεός (ο Αυρηλιανός επέλεξε τον Ανίκητο Ήλιο ως επίσημο θεό των Ρωμαίων, ο Διοκλητιανός επειδή ξεκίνησε τις τετραρχικές μεταρρυθμίσεις του με μια διαρχία, προώθησε το ζεύγος Δία-Ηρακλή).

      Ο Κωνσταντίνος συνέχισε αυτές τις εξελίξεις, όταν συνειδητοποίησε πως ο μονοθεϊστικός Χριστιανισμός προσέφερε πλεονεκτήματα προς αυτήν την κατεύθυνση.

      Καλά που μου το θύμησες Κοκόλια, ξέχασα να το βάλλω στην ανάρτηση. Θα το βάλλω τώρα.

  2. Κουκόηλ'ς

    Στην παραπομπή όμως, δεν έχεις βάλει γραφόμενα του Πλάτωνα Σμερδαλέε μου. Έχεις ένα σατυρικό δράμα του θείου του Πλάτωνα, του Κριτία. Ή του Ευριπίδη. Λογικά αν ο Πλάτωνας θα έγραψε για θεόσταλτους ή όχι νόμους θα το έκανε στους “Νόμου”. Αλλά δεν ξέρω.

    • Έχεις δίκαιο. Είναι του θείου του Πλάτωνα Κριτία και όχι του Πλάτωνα τα λόγια. Απλώς θυμάμαι αμυδρά να έχω διαβάσει κάπου πως και ο Πλάτων σε κάποιον διάλογο χρησιμοποιεί τα λόγια του θείου του.

      Αν βρω κάτι θα το παραθέσω.

  3. Λοιπόν πρόσθεσα μια ακόμα ενότητα στην ανάρτηση στην οποία εξηγώ και παραθέτω τις σελίδες όπου ο Καλδέλλης παρουσιάζει πως εφευρέθηκε η ψευδαίσθηση της θεοκρατικής νομιμότητας από τον Διοκλητιανό και τους διαδόχους του, προκειμένου να σταθεροποιήσουν την εξουσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα.

  4. Ρωμηός=Γραικός=Έλληνας. Όλα δικά μας είναι.

    Καλησπέρα. Να βάλω και εγώ μερικά :

    Λέει ο άγιος Αυγουστίνος : “῾Ο (Μέγας) Θεοδόσιος ὑπῆρξε ἀκόμη περισσότερο ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὴν ἐπιείκεια ποὺ ἔδειξε στὸ φοβερὸ ἔγκλημα τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης (1). Τὸν παρακάλεσαν οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς συγχωρέση. ῾Ο Θεοδόσιος ὕστερα παρασύρθηκε ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες καὶ τὶς φωνὲς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ αὐλικῶν καὶ ἀναγκάστηκε νὰ πάρη σκληρὴ ἐκδίκηση(2) δίχως νὰ τὸ θέλη. Μὰ ὅταν ὑποχρεώθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία(3) ἔδειξε τόση συντριβὴ καὶ μετάνοια, ὥστε ὁ λαὸς πῆρε τὸ μέρος του καὶ ἔχυναν δάκρυα καταλυπημένοι νὰ βλέπουν τόσο ταπεινωμένη τὴν αὐτοκρατορικὴ μεγαλειότητά του….”

    (1) Μιὰ ἐπανάσταση τῷν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης ἐναντίον τῆς φρουρᾶς που τὴν ἀποτελοῦσαν Γότθοι· θανάτωσαν τοὺς ἀξιωματικοὺς της φρουρᾶς.
    (2) Πρόσταξε τὴ φρουρὰ καὶ σκότωσαν μέσα στὸν ῾Ιππόδρομο 7 χιλιάδες Θεσσαλονικιώτες.
    (3)Την ίδια εποχή, εξαιτίας της πόλης της Θεσσαλονίκης, ο επίσκοπος Αμβρόσιος ταράχτηκε πολύ όταν έμαθε πως η πόλη σχεδόν καταστράφηκε. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος του είχε υποσχεθεί ότι θα συγχωρούσε τους πολίτες της προαναφερθείσας πόλης αλλά, μετά από μυστικές συμφωνίες των αξιωματικών με τον αυτοκράτορα και χωρίς να το γνωρίζει ο επίσκοπος, έγινε σφαγή στην πόλη για περισσότερο από μία ώρα και πολλοί αθώοι θανατώθηκαν. Όταν ο επίσκοπος έμαθε αυτό που συνέβη, εμπόδισε τον αυτοκράτορα να εισέλθει στον ναό και τον επέπληξε, λέγοντας του ότι ήταν ανάξιος να είναι μέλος της Εκκλησίας και να συμμετέχει στα Ιερά Μυστήρια μέχρι να κάνει δημόσια μετάνοια. Ο αυτοκράτορας όμως απάντησε ότι ο Δαυίδ είχε πράξει μοιχεία και φόνο επίσης. Ο επίσκοπος όμως απάντησε, “Εφόσον ακολούθησες τον Δαυίδ στην αμαρτία, ακολούθησέ τον στην διόρθωση.” Όταν ο αυτοκράτορας άκουσε αυτά τα λόγια, τα πήρε τόσο κατάκαρδα που δεν δίστασε να κάνει δημόσια μετάνοια. (Παυλίνου, Βίος Αμβροσίου, 7)
    —————————————————————————-

    Μετά την δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά , ο πατριάρχης Πολύευκτος αρνήθηκε στον δολοφόνο Τσιμισκή να μπεί στην Αγία Σοφία, αν δεν έδειχνε πρώτα μετάνοια και αν δεν σούτερνε τους συνεργάτες του και την άπιστη αυτοκράτειρα. Πάνω απ’όλα όμως αν δεν ανακαλούσε τους νόμους του Νικηφόρου με τους οποίους μπορούσε να επεμβαίνει στα εσωτερικά της Εκκλησίας. Γράφει ο Λέων ο Διάκονος πως ο δολοφονημένος Νικηφόρος “είτε επειδή ήθελε να διορθώσει σύμφωνα με τη δική του αντίληψη τη συμπεριφορά προς τα θεία ορισμένων ιερωμένων, είτε επειδή ήθελε να ελέγχει και τις εκκλησιαστικές υποθέσεις, πράγμα βέβαια αθέμιτο, εξανάγκασε τους ιεράρχες να συντάξουν τόμο , σύμφωνα με τον οποίο καμιά από τις εκκλησιαστικές υποθέσεις δεν θα προχωρούσε χωρίς τη δική του συναίνεση”.

    ——————————————————————-

    Ο Άγιος Αμβρόσιος έλεγε : “Κατά την προσκύνηση λατρεύεται ο σταυρός του Χριστού στο πρόσωπο του ηγεμόνα. Δεν είναι λοιπόν αυθάδεια προς τον Θεό το να προσκυνούμε τον αυτοκράτορα, παρά ευσέβεια, επειδή προσκυνώντας αναφερόμαστε στο ιερό σύμβολο της λύτρωσης.”

    Όταν κάποιος επίσκοπος είπε στον Μ.Κωνσταντίνο ότι ως αυτοκράτορας θα κάθεται πλάι στον Θεό και θα βασιλεύει μαζί του, αυτός κατηγορηματικά του απάντησε ότι δεν επιθυμεί τίποτα άλλο, παρά να λογαριάζεται ανάμεσα στους άξιους δούλους του Θεού. Και όταν κάποιοι εθνικοί είχαν πετροβολήσει το άγαλμά του εξαιτίας της θρησκευτικής πολιτικής του, αυτός είπε ότι δεν είδε πάντως στο πρόσωπό του κάποια πληγή.

    Ο όσιος Κορδούης προς τον Κωνστάντιο : Μην αναμιγνύεσαι στις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Μην μας στέλνεις διατάγματα γι’αυτές , γιατί μάλλον εσύ πρέπει να μαθαίνεις από εμάς κάθε σχετικό μ’αυτές. Ο Θεός έδωσε σε εσένα τη βασιλεία. Τα της εκκλησίας τα εμπιστεύθηκε σε εμάς. Πρόσεξε λοιπόν μήπως θέλοντας να αναλάβεις και τα εκκλησιαστικά πράγματα, γίνεις υπεύθυνος μεγάλου εγκλήματος. Όπως λοιπόν δεν μας επιτρέπεται να ασκούμε κοσμική εξουσία, έτσι και εσύ βασιλιά δεν έχεις δικαίωμα να επεμβαίνεις στις εκκλησιαστικές υποθέσεις.”

    Ο άγιος Αμβρόσιος : “Οι θρησκευτικές υποθέσεις δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του αυτοκράτορα. Υπόθεση του αυτοκράτορα είναι το παλάτι. Η Εκκλησία είναι υπόθεση των επισκόπων.”

    Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός : “Δεν δέχομαι να κυβερνιέται η Εκκλησία με βασιλικούς νόμους, αλλά μόνο με την πατερική παράδοση, την γραπτή και την άγραφη.”

    Ο επίσκοπος Θεόδωρος ρωτάει τον αυτοκράτορα Θεόφιλο : “Για ποιον λοιπόν βασιλεύεις ;” Ο Θεόφιλος “σεβόμενος την σύγκλητο” απάντησε “ένεκα αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης”. Και του ανταπαντά ο Θεόδωρος : “Και πια δικαιοσύνη υπάρχει σε εσένα, όταν ενυπόγραφα έδωσες τον λόγο σου και δεν τον τήρησες ;”

    Ο Φώτιος : “Αποστολή του αυτοκράτορος είναι η με αγαθότητα φρούρηση και ασφάλεια του κράτους, η ανάκτηση με άγρυπνη φροντίδα των μερών που του αφαιρέθηκαν και η επίκτηση αυτών που από παλιούς καιρούς έχουν χαθεί, με νικηφόρους πολέμους και τις αρμόζουσες διπλωματικές κινήσεις. Αποστολή του αυτοκράτορος είναι να ευεργετεί και γι’αυτό λέγεται και ευεργέτης. Αν συμβεί και παύσει να ευεργετεί τότε κιβδηλεύει, όπως έλεγαν και οι παλαιοί, την ουσία του αξιώματός του. (…) Ο αυτοκράτωρ οφείλει να διακρίνεται για την ορθοδοξία του…”

    Κατά τον Συνέσιο ο αυτοκράτορας πρέπει να είναι λειτουργός της πολιτείας : “Καί σύ βασιλεύ της επαναγωγής των αγαθών άρξαιο, και αποδοίης ημίν λειτουργόν της πολιτείας τον βασιλεά”.

    Ο επίσκοπος Δορυλαίου Ευσέβιος λέει πως ο αυτοράτωρ πρέπει “απάντων των υπηκόων προνοείν και χείρα ορέγειν άπασι τοις αδικουμένοις”.

    Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος : “Σκοπός της δίκαιης εξουσίας είναι η οφέλεια και η σωτηρία των υπηκόων”.

    Ο βασιλιάς πρέπει να υπακούει στους νόμους για να μπορεί να διδάξει τον σεβασμό σε αυτούς. Λέει ο Αγαπητός Διάκονος : “ίνα τους ανθρώπους διδάξης την του δικαίου φυλακήν… υπό των αυτού βασιλευόμενος νόμων και των υπό σε βασιλεύων εννόμως”.

    Ο Ιουστινιανός λέει επαναλαμβάνοντας το νόμο των Βαλεντινιανού και Θεοδοσίου Β΄ : “Αληθινά, ανώτερο από την εξουσία, είναι να υπόκεινται οι ηγεμόνες στους νόμους.

    Ο Πρίσκος : “Κείσθαι δέ τους νόμους κατά πάντων, ώστε αυτοίς και βασιλέα πείθεσθαι.”

    Ο Ιωάννης ο Λυδός : “Χαρακτηριστικό του αυτοκράτορα είναι να μην παρασαλεύει τους νόμους αλλά να προσαρμόζει την εξουσία του στους όρους της σωστής βασιλείας, μη πράττοντας από δική του αυθεντία, τίποτα που να βρίσκεται έξω των νόμων”.

    Ο Θεόδωρος Νικαίας γράφει : “βασιλεύς… αλλ’έννομος, και ει μη νόμοις υπείκων, αλλά κατά νόμους πολιτευόμενος”.

    Ο Κωνσταντίνος Μονομάχος επαναλαμβάνει τα λόγια του Συνεσίου : “διαφέρειν γάρ τύραννον εν τούτω και βασιλέα, ότι ο μέν νόμον έχει τον τρόπον, βασιλεύς δέ το έμπαλιν τρόπον έχει τον νόμον, επιστασίαν μέν έννομον τήν αρχήν επιστάμενος, της δ’αρχής σοφόν κυβερνήτην τόν νόμον ασπασίως παραλαμβάνων”.

    • Καλώς τον Ριβαλδίνιο!

      Ευχαριστώ για τα χωρία.

    • Κουκόηλ'ς

      Καλησπέρα,
      βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον το παράδειγμα με τον Μ. Κωνσταντίνο. Ξέρεις την πηγή να με παραπέμψεις;

      • Ρωμηός=Γραικός=Έλληνας. Όλα δικά μας είναι.

        Καλησπέρα. Το διάβασα στον Καραγιαννόπουλο (“Tο Βυζαντινό Κράτος”), ο οποίος παραπέμπει στον Ευσέβιο (Βίος Κωνσταντίνου, Δ 48 [14-22]) : “Ο δέ (Μ. Κωνσταντίνος) απεχθώς της φωνής επακούσας, μή τοιαύτα τολμάν παρήνει φθέγγεσθαι , μάλλον δέ δι’ευχής αιτείσθαι αυτώ κάν τω παρόντι κάν τω μέλλοντι της του Θεού δουλείας αξίω φανήναι.”

        (Το άλλο με το πετροβόλημα των εθνικών δεν γνωρίζω. Από κάποιο συναξάρι ίσως ! 🙂 )

      • Ρωμηός=Γραικός=Έλληνας. Όλα δικά μας είναι.

        Σε αυτό εδώ.

        Και ολόκληρο το έργο εδώ

  5. Μανούσος

    Καλησπέρα κι από εμένα.
    Νομίζω ότι ως προς το θεοκρατικό μέρος θα πρέπει να δούμε την συμβολή του Ιράν, όπου η θεία χάρις (farr) αποτελεί μία ιδιαίτερη επιφοίτηση στον νόμιμο βασιλιά, την οποία όμως μπορεί και να απωλέσει, καθώς δεν σημαίνει ότι κάποιος την κατέχει για πάντα και περνάει μέσα από την ελληνιστική μοναρχία στον Οκταβιανό κλπ. Δεν πιστεύω δηλαδή ότι αυτό ήταν μία ρωμαϊκή πατέντα, ενώ η ρεπουβλικανική ψευδαίσθηση είναι συγκρίσιμη και αυτή με την ελληνιστική μοναρχία και την εκλογή του βασιλιά των Μακεδόνων από τον ένοπλο δήμο, δηλ. τον στρατό

    • Γεια σου Μανούσο,

      Άλλο πράγμα όμως οι Μακεδόνες και άλλο τα («αποικιακά») ελληνιστικά βασίλεια.

      Οι Μακεδόνες ήταν μοναρχούμενο έθνος πολύ πριν την ελληνιστική περίοδο, ενώ στα ελληνιστικά βασίλεια δεν υπήρχε ούτε έθνος (με την αρχαία έννοια της κοινής ταυτότητας), ούτε κοινός νόμος, ούτε ο ελληνιστικός μονάρχης ενοιώθε την παραμικρή ανάγκη να συμπεριφερθεί (ή να φανεί πως συμπεριφέρεται) εντός ενός ρεπουβλικανικού πλαισίου ως πρώτος μεταξύ ίσων/primus inter pares.

      Επειδή το είχαμε ξανασυζητήσει το θέμα μέσα στις γιορτές, μόλις τελειώσω την ανάρτηση που γράφω τώρα, θα κάνω μια ανάρτηση για τις διαφορές μεταξύ της Ρωμαϊκής και της Ελληνιστικής μοναρχίας, για αν το συζητήσουμε με την ησυχία μας.

  6. Pingback: Το αυτογκόλ ενός αριστερού «βυζαντινιστή» | Graecus Haereticus

  7. Αισχύλος

    Μια αφελής ερώτηση: Γιατί αποδίδετε με “β” το “μπ” στο republic-republica;
    Στις λατινογενείς γλώσσες γνωρίζουμε ότι προφέρεται ως “μπ”. Οι Λατίνοι το πρόφεραν “β”;

    Και έτσι να ήταν με την προφορά των Λατίνων, στην ελληνική απόδοση έχει εισαχθεί με “μπ”: ρεπουμπλικανισμός και όχι ρεπουβλικανισμός.

    Γιατί αν καθιερωθεί με “β”, μήπως θα έπρεπε τους Αμερικανούς Ρεπουμπλικάνους να τους αποδίδουμε ως “Ρεπουβλικάνους”.

    Ας πούμε, όταν αναφερόμαστε στο όποιο ήθος τους να λέμε: “αμερικανικό ρεπουβλικανικό ήθος”….

    • Γεια σου Αισχύλε. Η απόδοση του λατινικού γράμματος b = /b/ ως «β» στην ελληνική γραφή είναι συνήθεια καθιερωμένη ήδη από την αρχαιότητα. Η συνήθεια διατηρήθηκε και στην βυζαντινή περίοδο, όταν το ελληνικό «β» είχε πια την φωνητική αξία /v/.

      Αν ψάξεις στην αρχαιοελληνική γραμματεία της ρωμαϊκής περιόδου και στην βυζαντινή γραμματεία, θα δεις ότι τα λατινικά ονόματα Publius και Publicius αποδίδονται ως Πούβλιος και Πουβλίκιος, αντίστοιχα.

      Από εκεί και μετά, νομίζω πως η συνήθεια είναι καθιερωμένη και για μεταγενέστερα ξένα ονόματα, λ.χ. Robinson Crusoe > Ροβινσώνας Κρούσος.

      • Αισχύλε, σου παραθέτω μια σελίδα από τα Ινστιτούτα του Θεοφίλου του Αντικήνσωρος (6ος αιώνας, σύγχρονος του Ιουστινιανού):

        https://imgur.com/a/0AVGv

        Για τους βυζαντινούς, η γραπτή απόδοση του λατινικού «b» ως «β» ήταν τόσο φυσική, όσο φυσικό είναι σε εμάς να λέμε subula > σούβλα και σουβλάκι, stabulum > στάβλος και tabula > τάβλι.

      • Αισχύλος

        Πάντως και ο Θεόφιλος, 3 σειρές παρακάτω τον όρο “ρεπούμπλιkα” τον παραθέτει αυτούσιο: reipublicae causa

      • Και γιατί να μην το κάνει, βρε Αισχύλε; Πόσες φορές εγώ στην ανάρτησή μου το έχει παραθέσει αυτούσιο με λατινικά γράμματα ως re(s)publica;

        Και τον ποταμό που διέσχισε ο Καίσαρας, όταν τον παραθέτω αυτούσιο στα λατινικά, τον παραθέτω ως Rubico. Αλλά όλοι στα ελληνικα΄τον λέμε Ρουβίκωνα.

      • Αισχύλε, σου παραθέτω μερικά χωρία από τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού στα οποία χρησιμοποιεί το ρήμα λατ. pūblicō > πουβλικίζω = κοινοποιώ (στην αγγλική μετάφραση του G.T. Dennis αποδίδεται ως “to make public”, “to make known” , “to disclose”):

        [7.192] οὐ γὰρ δεὶ [πάντα] πουβλικίζεσθαι διὰ τὸ μὴ τοῖς ἐχθροῖς γινώσκεσθαι.
        (There is no need to make them all public; if you do so, the enemy may learn about them)

        [14.120] ἥνπερ ἀναγκαῖον μὴ πουβλικίζειν προχείρως, ἀλλὰ δὴ ἰδίᾳ ταύτην μανθάνειν.
        (These must not be made public right away, but study them privately)

        [18.16] καὶ μηδὲ πουβλικίζεσθαι ποιοῦσα τὴν πᾶσαν παράταξιν [without disclosing our entire plan of battle]

        [18.63] ἵνα μὴ πουβλικίζεσθαι ἡ ἀναγκαιοτέρα (so that the truly essential one may not become known [to outsiders])

        [18.74] καὶ μὴ πουβλικίζωνται εἰς τοὺς ἐχθροὺς αἱ χρειώδεις παρατάξεις (and that the actual battle line to be used is not made known to the enemy)

  8. Αισχύλος

    Εντάξει… και έτσι να είναι, η χρήση του “β” ξενίζει, φαίνεται ως επιτηδευμένος νεολογισμός και υπονομεύει το εξαιρετικό σου κείμενο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s