Η τροπή pt»ft στη ρωμαϊκή Μυσία

Μια από τις φωνολογικές εξελίξεις που χαρακτηρίζουν τη μετάβαση από την αρχαία στη μεσαιωνική Ελληνική είναι η ανομοίωση των δίκλειστων συμφωνικών συμπλεγμάτων:

κτ>χτ, πτ>φτ (/kt/>/χt/, /pt/>/ft/)

παραδείγματα:

κτώ > οχτώ

πτά > εφτά

πτερόν/πτέρυξ > φτερό/φτερούγα

πτύω > φτύνω

πτύον > πτυάριον > φτυάρι

κτίζω > χτίζω

κτύπος > χτύπος

Σχετικά με τη σχετική χρονολογία αυτής της εξέλιξης, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι συνέβη πριν την διαμόρφωση των βορειοελλαδικών διαλέκτων (~12ος-16ος αιώνας) γιατί, όπως γράφει και ο Jeoffrey Horrocks, στις βορειοελλαδικές διαλέκτους ο όρος «κουτί» είναι πάντοτε «κτί» και ποτέ «χτί» (/kutí/ > /ktí/, χωρίς την περαιτέρω εξέλιξη /kt/>/χt/).

Ο Horrocks, χρησιμοποιώντας ως δεδομένο την απόκλιση των νοτιοϊταλικών ελληνικών διαλέκτων στο θέμα αυτό (εκεί /pt/, /fθ/ >/st/), καταλήγει στο συμπέρασμα πως τα ελληνικά συμπλέγματα /pt/, /kt/ παρέμειναν αυτούσια μέχρι τον ύστερο 11ο αιώνα, όταν οι Νορμανδοί κατέκτησαν τα νοτιοϊταλικά βυζαντινά εδάφη, απομονώντας τους εκεί ελληνόφωνους από τους μητροπολιτικούς ελληνόφωνους και η διαφορετική εξέλιξη μεταξύ μητροπολιτικών και νοτιοϊταλικών διαλέκτων συνέβη χονδρικά κατά τον 12ο αιώνα.

kti

Υπάρχει, όμως, ένα ενδιαφέρον δεδομένο που δείχνει ότι η ανομοίωση /pt/>/ft/ ήταν ενεργή στη Μυσία ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα.

Εκτός από την Ελληνική, η ανομοίωση /pt/>/ft/ είναι τυπική και της Αλβανικής (και ενίοτε απαντά και στην Βλαχική). Επιπρόσθετα, στην Πρωτο-Αλβανική συνέβη η απλοποίηση /kt/>/t/, η οποία μπορεί να εξηγηθεί ως /kt/>/χt/>/t/, αν η ετυμολογία του αλβανικού όρου lehtë = «ελαφρός, εύκολος» ευσταθεί (*h1lenghw-to- > PAlb lenkta > lenχta > leχta > αλβ. lehtë).

Στην Αλβανική η τροπή /pt/>/ft/ συνέβη τόσο στο πρωτογενές λατινικό /pt/ όσο και στο δευτερογενές /pt/ που προέκυψε από την ΑΒΡ (Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική) τροπή /kt/>/pt/ (λ.χ. λατ. noctem > ΑΒΡ nopte > βλαχικό noapti ~ ρουμανικό noapte).

Το πρωτογενές λατινικό /pt/ στην Αλβανική:

λατ. aptus > αλβ. aftë

Το δευτερογενές ΑΒΡ /kt/>/pt/ στην Αλβανική:

λατ. lucta > ΑΒΡ luptə (λ.χ. ρουμανικό luptă) > αλβ. luftë (εδώ και βλαχικό l(j)uftã)

λατ. tructa > ΑΒΡ tropta > αλβ. troftë

λατ. cotōneum > PAlb *këtōnjë > *ktōnj > ptōn(j) > ftōn αλβ. τοσκ. ftua ~ γκεγκ. ftue (παναλβανικός πληθυντικός ftonj = «κυδώνια»)

Γράφει ο Vladimir Orel (CHAG & AED) για τους παραπάνω όρους:

alb-ft

Παραδείγματα της πρωτοαλβανικής απλοποίησης /kt/ > [/χt/ ???] > /t/:

IE *nokwt-is > PAlb *nakti > αλβ. natë

ΙΕ *mug-to- > PAlb *mukta > αλβ. mut

IE *k’uk-to- > PAlb. *tsuktā > *tšuktā > tšutë (> ρουμαν. ciută) > αλβ. sutë

IE *dl.h1ngh-to- > PAlb. *dlankta > [*glanhtë > *glʲahtë ?] > glʲatë > gjatë

Γράφει ο Orel για τα παραπάνω:

alb-kt

Είναι ξεκάθαρο ότι η αλβανική τροπή /kt/> [/χt/ ???] > /t/ είχε ήδη συμβεί πριν τον σχηματισμό του δευτερογενούς /kt/ στο cotōneum > *këtōnjë > *ktōnj > ptōn > ftōn > ftua ~ ftue, γιατί δεν υπάρχει πρώιμο πρωτοαλβανικό */kt/ (λ.χ. *nokwt-is > *nakti > natë) που να εξελίσσεται σε /ft/. Επίσης, είναι ξεκάθαρο πως η ΑΒΡ παρέλαβε το PAlb *tšuktā, με το σύμπλεγμα /kt/ ήδη απλοποιημένο, διότι διαφορετικά ο Ρουμανικός όρος θα ήταν **ciuptă (λ.χ. noctem > noapte) και όχι ciută.

Επομένως, οι αλβανικές τροπές /pt/>/ft/ και /kt/> [/χt/???] > /t/ πρέπει να είχαν ήδη ολοκληρωθεί κατά την ύστερη αρχαιότητα.

Με μεγάλη έκπληξη, λοιπόν, παρατήρησα ότι η Δακο-Μυσική της Μυσίας δείχνει την τροπή /pt/>/ft/ ήδη από τον 2° μ.Χ. αιώνα!

Ένα ιδιαίτερα συχνό πρώτο συνθετικό των θρακικών ανθρωπωνυμίων είναι το Ἐπται- ~ Ἐπτη- ~ Ἐπτε- ~ Ἐπτα- (λ.χ. Ἐπταίκενθος). Η εναλλαγή «αι»~ «η» ~ «ε» ~ «α» μάλλον έχει να κάνει με την διαδικασία μονοφθογγοποίησης της διφθόγγου /ay/ (/ay/>/ē/>/e/, με παράλληλη τροπή /ē/>/ā/>/a/ που είναι γνωστή στην Θρακική, λ.χ. Τήρης > Τάρας και Ρηβου- > Ρβου-, με την τροπή /ē/>/ā/>/o/ να είναι τυπική της Αλβανικής, λ.χ. μήτε ~ mos, μῆτις ~ mot , πλήρης/complētus ~ plo και *rātsa > ro, αλλά ρουμανικό rață). Το πρώτο συνθετικό Ἐπται- θυμίζει τα ελληνικά ὁδός > ὁδοί-πορος, παλαιός > παλαί-φατος και κραταιός > κραται-γύαλος κλπ.

Υπάρχουν, λοιπόν, μερικές λατινικές επιγραφές από την Μυσία όπου το Επτ- αποδίδεται γραπτά ως Eft-! Η μία από αυτές που βρέθηκε στην Καπιδάβα, χρονολογείται το 168 μ.Χ.!

[Capidava, 168 μ.Χ.] posuit Eftacentus Biti = Ἐπταίκενθος Βείθυος

[Zlatna Panega, αχρονολόγητη] heredes Eftecenthi Coci = (τοῦ) Ἐπταίκενθου [υἱοῦ τοῦ] Κόκου

[Νικόπολις η προς Ίστρον, αχρονολόγητη] Ef<te>po<r>[i]s Bi<t>i = Ἐπταίπορις Βείθυος

eftacentus

Το θηλυκό όνομα Ziftia (uxor = σύζυγος του γράψαντος, ο οποίος φέρει το όνομα Ithazis Dada) απαντά πάντοτε κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα στο Ulmetum (= Πτελεών = τόπος με φτελιές, ulmus + συλλογικό επίθημα -etum, λ.χ. ιταλ. frutteto = δενδρόκηπος, βλαχικό brãdet ~ ρουμανικό brădet = ελατ-ών) της Μικράς Σκυθίας:

ziftia

Advertisements

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Η τροπή pt»ft στη ρωμαϊκή Μυσία

  1. Νίκος

    Διαβάζω συνεχώς για ινδοευρωπαϊκές ρίζες από τις οποίες προέρχονται λέξεις της ελληνικής και άλλων γλωσσών. Μπορείς να με διαφωτίσεις πως γνωρίζουμε αυτές τις ρίζες, αφού δεν υπάρχουν γραπτά κείμενα ινδοευρωπαίων; Καπου διάβασα ότι η λέξις ψήφος προέρχεται από την ΙΕ “bha”. Πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν 1ον, οι ΙΕ ήταν νομαδικός λαός και συνεπώς δεν είχαν σχέση με ψηφοφορίες και 2ον πως εξήχθη το συμπέρασμα προελεύσεως της λέξεως ψήφος από το “bha” όταν δεν υπάρχει γραπτή μαρτυρία; Είναι απλώς υποθέσεις ή βασίζεται κάπου αλλού. Δεν μπορώ να βγάλω ακρη.

    • Γεια σου Νίκο.

      Ο μόνος τρόπος που διαθέτουμε για την αναδόμηση του Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκού (ΠΙΕ) λεξιλογίου είναι η εφαρμογή της συγκριτικής μεθόδου στις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες.

      Προσπαθώ να εξηγήσω τον τρόπο εδώ, ενώ εδώ εφαρμόζω την Συγκριτική Μέθοδο για να αναδομήσω τις λέξεις *wl.kw-os = «λύκος» και *dhugh2ter- = «θυγάτηρ».

      Τώρα για την λέξη «ψῆφος» που ρώτησες. Σωστά ρωτάς πως γίνεται οι ΠΙΕοι να είχαν ορολογία για ψηφοφορία, αφού δεν διέθεταν την πολιτική οργάνωση πόλεως.

      Αυτό που σου ξέφυγε είναι ότι στην παλαιότερη Ελληνική ο όρος ψῆφος σημαίνει «χαλίκι, σπασμένη/γυαλισμένη πέτρα» και παράγεται από το ρήμα ψάω = «τρίβω, γυαλίζω».

      Επειδή οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τέτοιες ψήφους = «σπασμένες πέτρες» για να ψηφίσουν (λ.χ. όστρακο > εξοστρακισμός), στην Ελληνική ο όρος ανέπτυξε επιπλέον μια καινούρια, ειδική πολιτική σημασία, αυτή που καταλαβαίνουμε εμείς σήμερα όταν ακούμε τους όρους ψηφίζω και ψήφος.

      Το ρήμα ψάω = «τρίβω, γυαλίζω», από το οποίο προέκυψε ο όρος ψήφος = «κομμένη/γυαλισμένη πέτρα», προέρχεται από την ΙΕ ρηματική ρίζα *bhes- «τρίβω, διαλύω», επειδή είναι συγγενές με το σανσκριτικό ρήμα *bhs- > psati και διπλασιασμένο *bhe-bhes-tey > babhasti που σημαίνει «διαλύω, συνθλίβω».

      Η ρίζα *bhes- προκύπτει από την εφαρμογή της Συγκριτικής μεθόδου στους όρους ψάω και psati/babhasti. Η συγκριτική μέθοδος δείχνει ότι οι όροι είναι συγγενείς (τηρείται ο κανόνας αντιστοιχίας στον φωνηεντισμό τους και η σημασία τους είναι αρκετά κοντά ώστε να είναι λογική η συσχέτισή τους) και είναι πάντοτε η Συγκριτική Μέθοδος που μας οδηγεί στην αναδόμηση της ΙΕ ρηματικής ρίζας *bhes-.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s