Η διάσπαση της Λατινικής σε ρωμανικές γλώσσες #6

Στην προηγούμενη ανάρτηση εξήγησα την απλοποίηση του ονοματικού κλιτικού συστήματος της ύστερης δημώδους Λατινικής και πως προέκυψαν οι ρωμανικοί πληθυντικοί. Στη σημερινή τελευταία ανάρτηση της σειράς θα περιγράψω την γένεση του οριστικού άρθρου, τους περιφραστικούς χρόνους και, τέλος, θα εστιάσω σε κάποια θέματα της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ).

Α. Η γένεση του οριστικού άρθρου

Α.1. Γενικά

Η Κλασική Λατινική ΔΕΝ διέθετε οριστικό άρθρο. Αυτό το καταλαβαίνουμε αμέσως από τη λατινική μετάφραση της παρακάτω τριαδικής φόρμουλας:

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

in nomine Patris et Filii et Spiritus Sancti

Η παραπάνω τριαδική φόρμουλα σε Ιταλική και Ισπανική έχει ως εξής:

Ιταλική: Nel nome del Padre e del Figlio e dello Spirito Santo (nel= in+il, del = di+il)

Ισπανική: en el nombre del Padre, y del Hijo, y del Espíritu Santo (del = de+el)

Βλέπουμε ότι σε αντίθεση με την Κλασική Λατινική, οι Ρωμανικές γλώσσες έχουν αποκτήσει οριστικό άρθρο.

Η διαδικασία σχηματισμού του οριστικού άρθρου στην ύστερη Λατινική ξεκινάει τον 4° μ.Χ. αιώνα και ολοκληρώνεται στο τέλος της αρχαιότητας. Οι ρωμανιστές διαιρούνται σήμερα σε δύο ομάδες. Η μία θεωρεί ότι το λατινικό οριστικό άρθρο προέκυψε από «συντακτική μίμηση» της Ελληνικής, ενώ η άλλη θεωρεί ότι η γένεση του ρωμανικού οριστικού άρθρου ήταν μια μακροχρόνια διαδικασία που ήταν ουσιαστικά ανεξάρτηση από την όποια επίδραση της Ελληνικής.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, η ύστερη Λατινική χρησιμοποίησε τις δεικτικές αντωνυμίες ille/illa/illud = «εκείνος, εκείνη, εκείνο» και ipse/ipsa/ipsum = «αυτός, αυτή, αυτό» (λ.χ. ipsο facto = «από αυτό το δεδομένο [συμπεραίνω ότι …]») για να σχηματίσει οριστικά άρθρα. Με την εξαίρεση της Σαρδηνικής, όλες οι άλλες Ρωμανικές γλώσσες χρησιμοποίησαν την αντωνυμία ille,illa,illud για οριστικό άρθρο. Η Σαρδηνική χρησιμοποίησε για οριστικό άρθρο την αντωνυμία ipse,ipsa,ipsum που στην Ιταλική εξελίχθηκε στην αντωνυμία esso, essa = «αυτός, αυτή».

σαρδηνική σελίδα της Βικιπαίδειας για την Σαρδηνική γλώσσα αρχίζει με την φράση:

Su sardu est una de sas limbas romanzas, faeddada mescamente in su logu de orìgine, sa Sardigna,

της οποίας η Ιταλική μετάφραση είναι:

Il sardo è una delle lingue romanze, parlata principalmente nel logo di origine, la Sardegna,

Βλέπουμε ότι στα Ιταλικά οριστικά άρθρα il,la,le αντιστοιχούν τα σαρδηνικά su,sa,sas (de sas = delle = de+le, in su = nel = in+il)

Ο τίτλος «Το Ὀνομα του Ρόδου» του βιβλίου του Ουμπέρτο Έκο στις διάφορες ρωμανικές γλώσσες είναι:

Ιταλικά:Il nome della rosa

Ισπανικά:El nombre de la rosa

Γαλλικά: Le Nom de la rose

Ρουμανικά: Numele trandafirului

Στη ρουμανική μετάφραση βλέπετε και ένα από τα «παθογνωμονικά» στοιχεία της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής, δηλαδή το επιτασσόμενο οριστικό άρθρο, το οποίο η ΑΒΡ (Βλαχική/ΑρουμανικήΡουμανική και Μογλενορωμανική) συμμερίζεται με την Αλβανική, την Βουλγαρική και τη Σλαβομακεδονική. Παραδοσιακά εξηγείται ως υποστρωματική (δακοθρακική) επίδραση στην ΑΒΡ η οποία, με τη σειρά της, άσκησε υποστρωματική επίδραση στη σλαβική γλώσσα που εξελίχθηκε στη μεσαιωνική Βουλγαρική (σημερινή Βουλγαρική και Σλαβομακεδονική).

Αλβανική: vajzë = «κοπέλα», vajza = «η κοπέλα»

Ρουμανική: fată = «κοπέλα», fata = «η κοπέλα»

Βλαχική: featã = «κοπέλα», feata = «η κοπέλα»

Βουλγαρική: žená = «γυναίκα», ženáta = «η γυναίκα»

Σλαβομακεδονική: žéna = «γυναίκα», žénata = «η γυναίκα»

Μπορούμε να δούμε τον σταδιακό σχηματισμό του ρωμανικού οριστικού άρθου στα παρακάτω παραδείγματα:

def-art

Ήδη κατά τον 4° αιώνα στην «Μουλαροϊατρική Χείρωνος» (Mulomedicina Chironis) και στo «Προσκύνημα της Αιθερίας» (Peregrinatio Aetheriae, περιγραφή του ταξιδιού στους Αγίους Τόπους μιας χριστιανής κατά την περίοδο 381-384 μ.Χ.) βρίσκουμε παραδείγματα χρήσης των αντωνυμιών ως οριστικά άρθρα.

[Mulomedicina Chironis, 470] optimum est non movere illum iumentum de loco

μετάφραση: «καλό είναι να μην μετακινείται το υποζύγιο από τη θέση»

[Peregrinatio Aetheriae, 5,9] ostensus est nobis et ille locus, in quo confixum [a] Moyse est primitus tabernaculum

μετάφραση: «μας έδειξαν και το σημείο όπου ο Μωυσής έστησε το πρώτο σκήνωμα»

[Peregrinatio Aetheriae, 11,2] Illos sanctos monachos, qui ibib manebant

μετάφραση: «οι άγιοι μοναχοί που κατοικούσαν εκεί»

Α.2 Το επιτασσόμενο οριστικό άρθρο της ΑΒΡ

Όπως ήδη ανέφερα, ένα από τα «παθογνωμονικά» χαρακτηριστικά της ΑΒΡ είναι το επιτασσόμενο άρθρο. Ενώ η Δαλματική και οι δυτικά της Αδριατικής Ρωμανικές ποικιλίες δημιούργησαν προτασσόμενο οριστικό άρθρο όπως και η Ελληνική (λ.χ. το ὄνομα > illud nomen > … > ιταλ. il nome ~ δαλμ. el naun), η ΑΒΡ δημιούργησε επιτασσόμενο οριστικό άρθρο (λ.χ. βλαχικό numã > numa, ρουμ. nume > numele). Παραθέτω για σύγκριση τον παρακάτω στίχο από το Πάτερ Ημών.

Ελληνική: ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου

Λατινική: sanctificetur Nomen Tuum

Ιταλική: sia santificato il tuo nome

Δαλματική: sait santificuot el naun to

Ρουμανική: sfințească-se numele tău

Βλαχική: si ayisiascã numa a Ta

Αντί για τον προτασσόμενο τύπο ille lupus/illa capra (= «ο λύκος/η γίδα», λ.χ. ιταλ. il lupo/la capra), η ΑΒΡ χρησιμοποιούσε τον επιτασσόμενο τύπο lupus ille/capra illa:

lupus ille > lupu-le/lu > ρουμανικό lupul και βλαχικό luplu

capra illa > capra-lla > caprawa > capraa > βλαχικό και ρουμανικό capra (το διπλό /ll/ χάθηκε μέσα από την εξέλιξη -alla > -ala > -awa- > -aa > -a, όπως στα stella > *steallə > *stealə > *steawə > βλαχικό steauã και ρουμανικό stea και sella > *sjεallə > sjawə > šawə > βλαχικό shauã και ρουμανικό șa)

Οι Alkire-Rosen δίνουν την παρακάτω σελίδα για τον σχηματισμό του επιτασσόμενου οριστικού άρθρου της Ρουμανικής. Κάτω από τη σελίδα των Alkire-Rosen παραθέτω τα αντίστοιχα πινακάκια που η Mišeska-Tomić δίνει για την Βλαχική (Aromanian) και τη Μογλενίτικη (Megleno-Romanian) στο βιβλίο της για το Βαλκανικό Sprachbund:

ppda-dr

ppda-ar-mr

Οι δύο πτώσεις της ΑΒΡ προέκυψαν από τη συγχώνευση Ονομαστικής-Αιτιατικής και Δοτικής-Γενικήςδεύτερη συγχώνευση είναι χαρακτηριστικό του βαλκανικού Sprachbund, λ.χ. έδωσα στον Γιώργο ~ έδωσα του Γιώργου).

Ιταλική: ho dato a lui = έδωσα σ΄αυτόν, ho dato a loro = έδωσα σ΄αυτούς

Ξαναπαραθέτω την ρουμανική μετάφραση του τίτλου «Το Όνομα του Ρόδου»:

Numele trandafirului

nume = «όνομα»

numele = «το όνομα»

trandafir = «τριαντάφυλλο»

trandafirul = «το τριαντάφυλλο»

trandafirului = «του τριαντάφυλλου/στο τριαντάφυλλο»

Ρουμανική: lama cuțitului plesni = «έσπασε η λεπίδα του μαχαιριού»

lamă = «λάμα/λεπίδα»

lama = η λάμα/λεπίδα

cuțit = «μαχαίρι»

cuțitul = «το μαχαίρι»

cuțitului = «του μαχαιριού/στο μαχαίρι» (~ ιταλ. a lui = «σ΄αυτόν»)

cuțite = «μαχαίρια»

cuțitele = «τα μαχαίρια»

cuțitelor = «των μαχαιριών/στα μαχαίρια» (~ ιταλ. a loro = «σ΄αυτούς»)

Βλαχική:

om = «άνθρωπος»

omlu = «ο άνθρωπος»

omlui = «του ανθρώπου/στον άνθρωπο»

ominj = «άνθρωποι»

ominjlji = «οι άνθρωποι» (λ.χ. ιταλ. gli uomini, gli = /ʎi/)

ominjlor = «των ανθρώπων/στους ανθρώπους»

Και αυτή η σύγκριση Βλαχικής και Ρουμανικής εδώ:

Βλαχική: Vocala easti un son dit zburãreaa omlui, faptu cu tritsearea sonorã, libirã sh-fãrã cheadicã, a vimtului prit canalu sonor

Ρουμανική: Vocala este un sunet din vorbirea omului, făcut cu trecerea sonoră, liberă și fără piedică, a aerului prin canalul sonor

Αγγλική: The vowel is a sound in human speech, made by the sonorous, free and unhindered passing of the air through the sound channel

Ελληνική: Το φωνήεν είναι ένας ήχος του λόγου του ανθρώπου, παραγόμενο από το ηχηρό, ελεύθερο και ανεμπόδιστο πέρασμα του αέρα μέσα από το φωνητικό κανάλι.

Β. Οι περιφραστικοί ρωμανικοί χρόνοι

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει την ρωμανική γραμματική από την κλασική λατινική είναι οι νέοι περιφραστικοί χρόνοι.

B.1. Ο περιφραστικός μέλλοντας

Ο μέλλοντας της κλασικής Λατινικής, όπως και ο αρχαιοελληνικός, ήταν συνθετικός, δηλαδή είχε τα δικά του ληκτικά μορφήματα. Στην Αρχαία Ελληνική και την Σανσκριτική ο μέλλοντας σχηματιζόταν με το ΙΕ ευκτικό μόρφημα *-h1s-.

Ελληνιστική Κοινή: ἄγω > ἄξω = «θα αγάγω», δείκνῡμι > δείξω = «θα δείξω», μένω > μενέω = «θα μείνω» (*deyk’-h1s-oh2 > deyksō > δείξω, *men-h1s-oh2 > *menehō > μενέω).

Στην Κλασική Λατινική υπήρχαν τέσσερα διαφορετικά είδη μέλλοντα:

α) Ο μέλλοντας του ρήματος «είμαι» είναι θεματικός όπως ο αντίστοιχος αρχαιοελληνικός: *h1s-oh2 > *ezō > erō ~ *h1s-o-may > ἔσομαι

β) Υπάρχουν μερικά παραδείγματα σιγματικών μελλόντων αλλά, παρά την φαινομενική ομοιότητα δεν σχετίζονται με τους ελληνο-αρίους σιγματικούς μέλλοντες που χρησιμοποιούν το ευκτικό μόρφημα *-h1s-: *dhh1k-yō > faciō = «κάνω», *dhh1k-s-ō > faxō = «θα κάνω».

γ) Τα ρήματα σε -īre κατά κανόνα έχουν μέλλοντα σε -am: λ.χ. fugīre > fugiō = «φεύγω», fugiam = «θα φύγω»

δ) Τα ρήματα σε -āre και -ēre σχηματίζουν το μέλλοντα με το ληκτικό μόρφημα -bō το οποίο, σύμφωνα με τον Andrew Sihler, ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *bhuH- «είμαι» (λ.χ. OCS byti, ελλην. φύω) η οποία συμμετέχει στην ανώμαλη κλίση του λατινικού ρήματος «είμαι» (λ.χ. sum = «είμαι», fuī = «ήμουν», λ.χ. VL *fiō «είμαι» > ρουμανικό fi και βλαχικό hiu).

cant-āre > cantō = «τραγουδώ», cantā = «θα τραγουδήσω» (~ φαλισκικό PIPAFO = «θα πιω»)

tim-ēre > timeō = «φοβάμαι», timē = «θα φοβηθώ»

pipafo

Στην ύστερη δημώδη Λατινική καθιερώθηκαν νέοι περιφραστικοί μέλλοντες που χρησιμοποιούσαν διάφορα βοηθητικά ρήματα (λ.χ. habeō = «έχω», volō = «θέλω», dēbeō = «οφείλω»), όπως η πρώιμη μεσαιωνική Ελληνική χρησιμοποιούσε διάφορα βοηθητικά ρήματα (ἔχω, ἐθέλω, μέλλω) μέχρι να κατασταλάξει στο «ἐθέλει ἵνα» > «θέλει να» κατά τον 10° αιώνα.Το αντίστοιχο καταστάλαγμα της ρωμανικής ήταν προς το ρήμα habeō = «έχω», αν και ορισμένες ρωμανικές ποικιλίες (λ.χ. ΑΒΡ και ορισμένες γαλλικές ποικιλίες) καταστάλαξαν στο ρήμα volō = «θέλω».

Ο ρωμανικός μέλλοντας που προέκυψε στην Ιταλική, Ισπανική, Πορτογαλική και Γαλλική είναι ο τύπος ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ+habeō

Ιταλική: λατ. habeo/habēs > ΕPR avjo/avi > ιταλ. ho/hai = «έχω/έχεις» και cantāre+ho/hai > cantarò/canterai = «θα τραγουδήσω/τραγουδήσεις»

Ισπανική: he/has = «έχω/έχεις» > cantar+he/has > cantaré/cantaras = «θα τραγουδήσω»

Γαλλικήai/as = «έχω/έχεις» > chanter+ai/as > chanterai/chanteras = «θα τραγουδήσω»

Η απαρχή αυτού του περιφραστικού μέλλοντα ήταν οι φράσεις του τύπου «έχω κάτι να σου πω», όπως στην παρακάτω φράση από το Κατά Λουκάν ευαγγέλιο:

[7:40] καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν.

[7:40] Simeon, habeo tibi aliquid dicere

habeo-future

Η Βλαχική, από την άλλη, όπως και όλες οι βαλκανικές γλώσσες που ήρθαν σε στενή επαφή με την Μεσαιωνική Ελληνική, έχει περιφραστικό μέλλοντα του τύπου «θέλω+υποτακτική»:

Μεσαιωνική Ελληνική (10ος αι. και έπειτα): θέλει ἵνα γράψω > θενα/θανα/θαλα γράψω > θα γράψω

Τοσκική Αλβανική: do = «θέλει», të shkruaj = «να γράψω» (υποτακτική) > do [] shkruaj = «θα γράψω» (κατά λέξη «θέλει ἵνα γράψω»), αλλά γκέγκικο kam me shkruem = ἔχω+απαρέμφατο (όπως το ιταλικό scrībēre+habeō > scriverò)

Βλαχική: va = «θέλει», si scriu = «να γράψω» (υποτακτική) > va si scriu = «θα γράψω» (κατά λέξη «θέλει ἵνα γράψω»), αλλά πρότυπο ρουμανικό am să scriu = «θα γράψω» (κατά λέξη «έχω να γράψω» ~ γκεγκ. kam me shkruem)

PSlv tʲe = «θέλει» > βουλγαρικό šte ~ σλαβομακεδονικό kʲe και υποτακτική da+pisa > βουλγ. šte [da] pisa/σλαβομακ. kʲe+[da] pisa = «θα γράψω» (κατά λέξη «θέλει ἵνα γράψω»)

Β.2. Ο περιφραστικός παρακείμενος

Η Κλασική Λατινική συγχώνευσε τον ΙΕ παρακείμενο και τον ΙΕ σιγματικό αόριστο σε έναν υβριδικό παρακείμενο που είχε τη διπλή λειτουργία παρακειμένου και αορίστου.

λατ. canō = «τραγουδώ» > cecinī = «έχω τραγουδήσει/τραγούδησα» (< IE *ke-kan-, όπως λείπω > λέλοιπα)

λατ. dīcō = «λέω» > dīxī = «έχω πει/είπα» (< IE *deyk’-s-, όπως δείκνῡμι > ἔδεικ-σα > ἔδειξα)

Οι Ρωμανικές Γλώσσες διατήρησαν τον κλασικό λατινικό παρακείμενο ως «απλό αόριστο» (preterite = ιταλικό passato remoto, ισπανικό pretérito, πορτογαλικό pretérito perfeito, γαλλικό passé simple, ρουμανικό perfect simplu):

λατ. dīxit = «είπε/έχει πει» > ιταλικό disse, ισπανικό dije, πορτογαλικό disse, ρουμανικό zise και βλαχικό dzãsi (λ.χ. dīxit cum voce > βλαχ. dzãsi cu boatsi = «είπε με φωνή ~ είπε φωναχτά»).

Ταυτόχρονα, όμως, οι ρωμανικές γλώσσες δημιούργησαν έναν νέο περιφραστικό υβριδικό παρακείμενο, χρησιμοποιώντας ως βοηθητικό το ρήμα habeō «έχω», όπως ο νεοελληνικός παρακείμενος λέλοιπα > έχω λείψει. Στην Ιταλική ο περιφραστικός αυτός «αόριστος» λέγεται passato prossimo (ho fatto = «έχω κάνει/έκανα»), στην Πορτογαλική pretérito perfeito composto, στην Γαλλική passé composé και στη Ρουμανική perfect compus.

VL habeō cantātum = «έχω τραγουδήσει/τραγούδησα» > ιταλικό ho cantato, ισπανικό he cantado, γαλλικό j’ai chanté κλπ

perifrastic-prf

Ο κλασικός λατινικός πρόδρομος αυτού του περιφραστικού παρακειμένου είναι φράσεις όπως η παρακάτω του Μάρκου Τερεντίου Βάρρωνα:

[De Lingua Latina, 5.15] caput cinctum habebant filo = είχαν το κεφάλι τους ζωσμένο με ταινία

Με τον καιρό η φράση «είχαν ζωσμένο το κεφάλι τους» έγινε ισοδύναμη με την φράση «είχαν ζώσει το κεφάλι τους» και έτσι η περιφραστική αυτή δομή απέκτησε λειτουργία παρακειμένου.

Η Ιταλική και η Γαλλική δείχνουν μια ιδιαιτερότητα . Τα αμετάβατα ρήματα χρησιμοποιούν ως βοηθητικό το ρήμα «είμαι» και όχι το «έχω»:

Νεοελληνική: έχω τραγουδήσει, έχω πάει/έρθει

Ιταλική: ho cantato”, αλλά “sono andato/venuto” (ho = «έχω», sono = «είμαι»)

Γαλλική: “j’ai chanté”, αλλά “je suis venu” (ai = «έχω», suis = «είμαι»)

1) Η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) συμφωνεί με την Νεοελληνική στην καθολική χρήση του βοηθητικού ρήματος «έχω».

Ιταλικό sono venuto”, αλλά βλαχικό am vinitã”, μογλενίτικο am vinit” και ρουμανικό am vinit”, όπως το ελληνικό «έχω πάει».

Ωστόσο, όπως η Βλαχική δάνεισε στην δυτική Σλαβομακεδονική τον «έχω»-παρακείμενο (ima-παρακείμενο), με τη σειρά της δανείστηκε από την σλαβομακεδονική τον σλαβικό «είμαι»-παρακείμενο (sum- παρακείμενο). Έτσι οι μεν δυτικοί Σλαβομακεδόνες είναι οι μόνοι Σλάβοι που διαθέτουν και επιπλέον «έχω»-παρακείμενο, ενώ οι Βλάχοι που ήρθαν σε έντονη επαφή με τους σλαβομακεδόνες έχουν αποκτήσει και επιπλέον «είμαι/escu»-παρακείμενο:

Δυτική Σλαβομακεδονική που ήρθε σε έντονη επαφή με τη Βλαχική: sum večeral > imam večerano = «έχω δειπνήσει»

Βλαχική που ήρθε σε έντονη επαφή με την Σλαβομακεδονική: habeō cēnātumamu tsinatã > escu tsinatã = «έχω δειπνήσει»

Friedman ima perfect

Golab ima perfect

2) Οι Ρωμανικές ποικιλίες που ήταν σε άμεση επαφή με την Μεσαιωνική Ελληνική, χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό τον κλασικό λατινικό παρακείμενο. Αυτό εξηγείται γιατί η Ελληνική διατήρησε τον μονολεκτικό/συνθετικό αόριστο (δείκνῡμι/ἔδειξα > δείχνω/ἔδειξα, ἤλθον > ήρθα, εἶδον > είδα κλπ). Στην Ιταλία ο passato remoto (dissi, cantai) χρησιμοποιείται υπέρμετρα (ως προς την πρότυπο γλώσσα) στις νότιες διαλέκτους/γλώσσες, αντίθετα με τις αντίστοιχες βόρειες διαλέκτους/γλώσσες που πρακτικά χρησιμοποιούν μόνο τον passato prossimo (ho detto, ho cantato). Νοτίως της γραμμής Sant’EufemiaCropani στην Καλαβρία οι ρωμανικές ποικιλίες (που ανήκουν στο σικελικό γλωσσικό πόλο) χρησιμοποιούν μόνο τον μονολεκτικό/συνθετικό passato remoto (κλασικό λατινικό παρακείμενο), κάτι που έχει εξηγηθεί από την επίδραση (αρχαιοελληνική υποστρωματική ή/και βυζαντινή επιστρωματική) του ελληνικού μονολεκτικού/συνθετικού αόριστου (ἦλθον/ήρθα, εἶδον/είδα, ἔδειξα/έδειξα κλπ).

calabria

Αντίστοιχα, στις θυγατέρες της ΑΒΡ, ο κλασικός λατινικός παρακείμενος χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο στην Βλαχική (λατ. frangō/frēgit > VL franxit > βλαχ. framse = «έσπασε», λατ. trahō/trāxit > βλαχ. trapse = «τράβηξε») και μόνο σποραδικά στην Ρουμανική: Η Βλαχική χρησιμοποιεί εξίσου τα ζεύγη “am vinitã ~ vinj” («έχω έρθει, ήρθα», το βλαχικό vinj συνεχίζει τον λατινικό παρακείμενο vēnī της περίφημης καισάρειας ρήσης “vēnī, vīdī, vīcī” = «ἦλθον, εἶδον, ἐνίκησα»), “am vidzutã ~ vidzui” (έχω δει/είδα, εκ του λατινικού vīdī), “am curmatã ~ curmai” («έχω κουραστεί/κουράστηκα» ~ ιταλ. cantai < λατ. cantavī).

ebr-perfect

3) Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση, γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, η βόρεια Αλβανία τέθηκε εκτός της βυζαντινής επικράτειας και εδραιώθηκαν στην περιοχή ως γλώσσα κύρους η Εκκλησιαστική Λατινική (και οι μητρικές ρωμανικές ποικιλίες των καθολικών ιερέων) και ως εμπορική lingua franca η Βενετσιάνικη. Το αποτέλεσμα ήταν η διαίρεση της Αλβανίας σε δύο διαφορετικές ζώνες επιρροής. Στην περιοχή νοτίως του Δυρραχίου (όπου μιλιόταν η Τοσκική) η Ελληνική συνέχισε να είναι η γλώσσα εκκλησιαστικού και διοικητικού κύρους. Αντίθετα, βορείως του Δυρραχίου (όπου μιλιόταν η Γκεγκική) η Ελληνική έδωσε τη θέση της σε Εκκλησιαστική Λατινική, Ιταλική Ρωμανική και Βενετσιάνικη.

Ενώ η Τοσκική Αλβανική συμφωνεί με την Ελληνική και την ΑΒΡ στην καθολική χρήση του βοηθητικού ρήματος «έχω» στον περιφραστικό παρακείμενο των ενεργητικών ρημάτων, η Γκεγκική Αλβανική, όπως η Ιταλική και η Γαλλική, χρησιμοποιεί ως βοηθητικό ρήμα το «είμαι» στα αμετάβατα ρήματα:

Ιταλική: ho scritto/sono venuto

Γκεγκική: jam shkue = «έχω φύγει» (jam = είμαι = sono)

Τοσκική: kam shkuar = «έχω φύγει» (kam = έχω)

Ελληνική: έχω γράψει/έχω έρθει

friedman

Γ. Ορισμένες διευκρινίσεις στην ΑΒΡ

Γ.1. Η απουσία της ΜΦΣ σε Σαρδηνική, Σικελική και ΑΒΡ

Όπως εξήγησα στην πρώτη ανάρτηση της σειράς, συχνά η Μεγάλη Φωνηεντική Συγχώνευση (ΜΦΣ, i/ē>e και u,ō>o) περιγράφεται ως πρωτορωμανικό χαρακτηριστικό. Αυτή η απλούστευση ισχύει μόνο για την πρωτορωμανική της ηπειρωτικής δυτικής Ευρώπης (ηπειρωτική Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική, Πορτογαλική) από την οποία προέκυψε το 96% των σημερινών ομιλητών ρωμανικών γλωσσών. Μόλις όμως εστιάσουμε την προσοχή μας στην «περιφερική» Ρωμανική του 4% (Σαρδηνική, Σικελική και ΑΒΡ), τότε παρατηρούμε ότι η ΜΦΣ δεν συνέβη.

Το λατινικό siccus = «ξερός» έγινε PR *secco μόνο στην δυτικο-ηπειρωτική ρωμανική (ιταλικό secco, ισπανικό seco, πορτογαλικό seco, γαλλικό sec). Το σαρδηνικό sicu και το σικελικό siccu , όπως και το σαρδηνοσικελικό pilu (< λατ. pilus = «τρίχα»), δείχνουν ότι οι τροπές i>e, u>o δεν συνέβησαν ποτέ σε αυτές τις γλώσσες.

Αντίστοιχα, στην ΑΒΡ δεν συνέβη ποτέ η τροπή u>o, ενώ συνέβη η τροπή i>e (λ.χ. siccus/pilus > βλαχ. secu/peru):

λατ. furca/porta > ιταλικό forca/porta, αλλά βλαχικό furcã/poartã και ρουμανικό furcă/poartă (όπως νεοελληνικό φούρκα/πόρτα, σαρδηνικό furca/porta και σικελικό furca/porta)

Το άλλο παράδοξο της ΑΒΡ είναι πως, ενώ συνέβη η διφθογγοποίηση λατ. /é/>/ε/>/jε/ (λ.χ. pectus > ρουμανικό piept βλαχικό *kjeptu > ch(i)eptu), δεν συνέβη ποτέ η τροπή o>ɔ και, κατά συνέπεια, ούτε η διφθογγοποίηση /ó/>/ɔ/>//:

λατ. focus > ιταλικό fuoco, ισπανικό fuego, αλλά βλαχικό focu και ρουμανικό foc (σαν το σικελικό focu και το σαρδηνικό fogu)

Γ.2. Η μεταφωνία της ΑΒΡ

Η διφθογγοποίηση rota > roa της ΑΒΡ είναι ένα εντελώς διαφορετικό φαινόμενο από την διφθογγοποίηση rɔta>rta που συνέβη στο ιταλικό ruota και στο ισπανικό rueda. Στην ΑΒΡ συνέβη μεταφωνία μόνον όταν το ακόλουθο φωνήεν είναι /a/,/o/,/e/. Η μεταφωνία δεν συνέβη όταν το ακόλουθο φωνήεν της ΑΒΡ ήταν /u/ και /i/.

λατ. noctem > nocte > ΑΒΡ noapte > βλαχικό noapti και ρουμανικό noapte, αλλά πληθυντικός noctēs > noctes > noctej > nocti > ABΡ nopti > noptsʲ > βλαχικό noptsã και ρουμανικό nopți

λατ. rota > ΑΒΡ roatə > βλαχικό (a)roa και ρουμανικό roa, αλλά λατ. focus > focu > ABΡ focu > βλαχικό foc(u) και ρουμανικό foc.

λατ. camisia > VL camesja > ΑΒΡ cameša > cameašə > βλαχικό cãmeashã και ρουμανικό cămașă, αλλά λατ. siccus > ΑΒΡ secu > βλαχικό sec(u) και ρουμανικό sec.

Στα αρσενικά secu/negru (< λατ. αιτ. siccum/nigrum) αντιστοιχούν τα θηλυκά seacə/neagrə (λατ. αιτ. siccam/nigram)

Τι συμβαίνει όταν η διφθογγοποίηση /ε/>/jε/ συναντιέται με την ΑΒΡ μεταφωνία;

Το αποτέλεσμα είναι η μεταβατική τρίφθογγος /jεa/ που απλοποιήθηκε σε /ja/.

λατ. septem > VL sεptε > sjεptε > ΑΒΡ sjεaptε > sjaptε > šaptε (/s/+/y/>/š/) > βλαχικό shapti και ρουμανικό șapte

πέτρα > λατ. petra > VL pεtra > ptra > ΑΒΡ pjeatrə > pjatrə > ρουμανικό piatră και βλαχικό chiatrã (η παλαιά τρίφθογγος επιβιώνει στην εναλλακτική προφορά cheatrã = /kʲεatrə/)

λατ. equa > VL εkwa > jεkwa > ΑΒΡ jεakwa > japə > βλαχικό ia και ρουμανικό ia (η παλαιά τρίφθογγος επιβιώνει στην εναλλακτική προφορά jεapã > ea)

Μια διαφορά Βλαχικής και νεότερης Ρουμανικής είναι η νεορουμανική επανατροπή (reversion«ea»>/e/ πριν από /e/.

λατ. sitis = «δίψα» > VL sete > ΑΒΡ seate > βλαχικό seati, παλαιό ρουμανικό seate, αλλά νεορουμανικό sete

jea

Γ.3. Ο βορειοελλαδικός φωνηεντισμός της Βλαχικής

Τέλος, όταν κάποιος εξετάζει τον φωνηεντισμό της Βλαχικής, πρέπει να συνυπολογίσει και τον βορειοελλαδικό φωνηεντισμό, τον οποίο εφαρμόζει και η Βλαχική. Τα άτονα /e/,/o/ στις βόρειες ελληνικές διαλέκτους τρέπονται σε /i/,/u/ και τα άτονα /i/,/u/ συγκόπτονται.

λευτεριά > βορειοελλαδική προφορά λιυτιριά

Λευτέρης > βορειοελλαδική προφορά Λιυτέρς

άρρωστος > βορειοελλαδική προφορά άρρουστους

αρρώστια > βορειοελλαδική προφορά αρρώστια

λατ. pilus = «τρίχα» και pilōsus = «τριχωτός»

VL pέlu/pεlósu > ΑΒΡ péru/perósu > βλαχική per(u)/piros(u) (όπως το Λιυτέρς/λιυτιριά)

λατ. focus = «φλόγα» και VL *focōsus = «φλογερός» (λ.χ. ιταλ. focoso, ρουμαν. focos)

ΑΒΡ fócu/focósu >  βλαχική foc(u)/fucos(u) (όπως το αρρώστια/άρρουστους)

νύχτες > βορειοελλαδίτικη προφορά νύχτις

λατ. nocte > ABΡ noapte > βλαχική noapti

Εδώ κλείνω και την τελευταία ανάρτηση για τις ρωμανικές γλώσσες.

Advertisements

10 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

10 responses to “Η διάσπαση της Λατινικής σε ρωμανικές γλώσσες #6

  1. Ο βορειοελλαδικός φωνηεντισμός προέρχεται από κάποια υποστρωματική ή γειτνιάζουσα γλώσσα;

    • Υποστρωματική επίδραση δεν υπάρχει, γιατί εμφανίζεται αργά (μετά το 1100) και δεν είναι χαρακτηριστικό κάποιας προϋπάρχουσας γλώσσας.

      Από εκεί και μετά, εφαρμόστηκε και σε άλλες γλώσσες που μιλιόταν στις ίδιες περιοχές με τα βορειοελλαδίτικα. Η Βλαχική την δείχνει σίγουρα, η Σλαβομακεδονική στην επίσημη εκδοχή της όχι, αλλά δεν ξέρω τι γίνεται στις νοτιότερες διαλέκτους που ήταν σε καθημερινή επαφή με την Ελληνική και την Βλαχική. Η σλαβομακεδονική διάλεκτος της Βοβοστίτσας-Δρενόβου λ.χ. δείχνει φωνολογική επίδραση που δεν είναι τυπική της σλαβικής, αλλά των άλλων τριών γλωσσών (αλβανική, βλαχική, ελληνική) με τις οποίες ήρθε σε στενή επαφή (λ.χ. mblaδo čjando = mlado čedo = νεαρό παιδί, με ομοργανική επένθεση ml>mbl και τριβοποίηση του μεσοφωνηεντικού d>δ που δεν απαντούν στις σλαβικές γλώσσες, αλλά απαντούν στις προρρηθείσες τρεις γλώσσες (λ.χ. flammula > *flamura > flambura = φλάμπουρο, *amla > *ambla > αλβ. ëmbël κλπ).

      Σλαβική επίδραση πρέπει, κατά τη γνώμη μου (χωρίς να είμαι βέβαιος), να είναι το σαλονικιώτικο «σκοτεινό λ», που είναι η τυπική σλαβική προφορά του «λ» (παντού εκτός πριν από i,y).

      • Αναρωτήθηκα για υποστρωματικές επιδράσεις γιατί ακριβώς ο φωνηεντισμός αυτός απέχει πολύ από τον πιο “παραδοσιακό” ελληνικό φωνηεντισμό, ίσως γιατί ιστορικά αυτές οι περιοχές βρίσκονταν αναμεμειγμένες με σλαβόφονους πληθυσμούς. Διαισθητικά τουλάχιστον, θυμίζουν σλαβική, ανατολική ρωμανική ή γερμανική γλώσσα όταν μιλάνε πολύ γρήγορα και κόβουν τελευταίες συλλαβές και φωνήεντα.
        Πιο πιθανό νομίζω είναι το “σκοτεινό” λ να είναι τούρκικη επίδραση, παρά σλαβικοί. Οι Τούρκοι προφέρουν το λ όπως ακριβώς οι Θεσσαλονικείς, ενώ οι Σλάβοι το προφέρουν ακόμα πιο έντονα.

      • γιατί ακριβώς ο φωνηεντισμός αυτός απέχει πολύ από τον πιο “παραδοσιακό” ελληνικό φωνηεντισμό

        Για πες μου σε παρακαλώ τι είναι αυτός ο «παραδοσιακός ελληνικός φωνηεντισμός» που ανακάλυψες και ποιες είναι οι διαφορές του βορειοελλαδίτικου φωνηεντισμού που «διαισθητικά θυμίζουν σλαβική ή γερμανική» γλώσσα από αυτόν;

        Για δώσε μας και κάποιο απτό παράδειγμα σλαβικής ή γερμανικής γλώσσας (ή από την ρουμανική αν βρεις), η οποία όταν δεν τονίζει τα /o,e/ τα τρέπει σε /i,u/ και αποβάλλει τα άτονα i,u;

        Οι αρχαίοι Θεσσαλοί λ.χ. που συστηματικά απέδιδαν τα αττικά «η,ω» ως «ει,ου» (λ.χ. Πετθαλοῦν καὶ τοῦν ἄλλουν Ἑλλάνουν = Θεσσαλῶν καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων) και οι «ευρύτερες αιολικές» διάλεκτοι (αιολικές, αρκαδική, κυπριακή) που έτρεπαν τα e,o σε i,u πριν από τα έρρινα ένηχα n,m (λ.χ. στύμα = στόμα, ὕμοιος = ὅμοιος, ἰν/Ἰνυάλιος = ἐν/Ἐνυάλιος, Ἐρχομίνιοι = Ὀρχομένιοι) ανήκουν ή δεν ανήκουν σε αυτόν τον «παραδοσιακό ελληνικό φωνηνεντισμό» που ανακάλυψες;

        Υπάρχει κάποια σλαβική γλώσσα που προφέρει λ.χ. την κατάληξη -ovo ως -uvu επειδή τα /ο/ δεν τονίζονται;

        Υπάρχει κάποια σλαβική γλώσσα που προφέρει λ.χ. το επίθημα -òvina (π.χ. Herzegovina, Bukovina) ως -ovna, συγκόβοντας το άτονο /i/;

      • Τώρα για το «σκοτεινό» (υπερωικό) «λ» και την φωνολογική επίδραση της αλβανικής και της ελληνικής στην σλαβομακεδονική διάλεκτο Βοβοστίτσας-Δρενόβου, όπως την περιέγραψε ο σλαβιστής Andre-Mazon μπορείς να διαβάσεις αυτήν την ανάρτηση.

      • Λοιπόν σου παραθέτω ως δείγμα της αρχαίας Θεσσαλικής διαλέκτου, την επιγραφή που είχα κατά νου όταν σου ανέφερα τον θεσσαλικό φωνηεντισμό «Πετθαλοῦν καὶ τοῦν ἄλλουν Ἑλλάνουν».

        Για να μην παρεξηγηθώ, δεν ισχυρίζομαι ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στον αρχαίο θεσσαλικό φωνηεντισμό και τον νεώτερο βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό (αν και Έλληνες γλωσσολόγοι το έχουν υποστηρίξει), επειδή μου φαίνεται μεγάλη η χρονική απόσταση των δύο φαινομένων. Ο Horrocks λ.χ. χρονολογεί την διαμόρφωση του βορειοελλαδικού φωνηεντισμού μετά το 1100 μ.Χ. Σου την παραθέτω μόνο και μόνο γιατί γέλασα με «τον «παραδοσιακό ελληνικό φωνηεντισμό» που έγραψες.

        Ανάμεσα στα υπογραμμισμένα μπλε ή επιγραφή επεναλαμβάνει μια επιστολή που έστειλε αττικιστί ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Ε΄. Από εκεί και κάτω απαντούν οι Λαρισαίοι θεσσαλιστί.

        Ο Φίλιππος γράφει «Θεσσαλῶν καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων» και «Λαρισαῖοι», οι Λαρισαίοι γράφουν «Πετθαλοῦν καὶ τοῦν ἄλλουν Ἑλλάνουν» και «Λασσαῖοι» (Λαρισαίοι > Λαρσαίοι > Λασσαίοι, λόγω συγκοπής του άτονου /i/).

        «τὰν χούραν» = «τὴν χώραν»
        «τοῖ Ἄπλουνος» = «τοῦ Ἀπόλλωνος» (το πρώιμο ελληνικό *τοῖο έγινε αττικοϊωνικό τόο > τοῦ, αλλά θεσσαλικό τοῖ)
        «Τιμουνίδας» = «Τιμωνίδης» (παρέθεσα και τον τυπικό βοιωτικό τύπο Τιμώνδᾱς ~ Επαμεινώνδας, που δείχνει συγκοπή του άτονου /i/, όπως το Λαρισαῖοι > Λαρσαῖοι > Λασσαῖοι).
        «κατ τὰ ὁ βασιλεὺς ἔγραψε» = «κατά τα [ὅσα] ὁ βασιλεὺς ἔγραψε» (αποκοπή προθέσεως κατὰ > κατ, με το τελικό «τ» να αφομοιώνεται από το επόμενο φωνήεν, λ.χ. κατάμορος > κάτμορος > κάμμορος, καταβάλλω > κατβάλλω > καββάλλω).

        Πρόσεξε στην επιγραφή και το βόρειο αθεματικό απαρέμφατο «κατθέμεν» = αττικοϊωνικό «κατατιθέναι» της επιγραφής, σαν άλλο απαρ΄δειγμα αποκοπής προθέσεως.

  2. Αγνοούσα την περίπτωση της Θεσσαλικής, αν και είχα διαβάσει στο παρελθόν ότι η παμφυλιακή διάλεκτος είχε παρόμοιο φωνηεντισμό. Παρόλα αυτά οι περιπτώσεις αυτές δε συνέβαλαν στη μετέπειτα πορεία της ελληνικής. Ο «παραδοσιακός» ελληνικός φωνηεντισμός είναι αυτός που προήλθε από την ελληνιστική κοινή και διατηρείται στη νότια Ελλάδα και στα νότια νησιά. Μετά την τροπή του υ και του οι σε ι το δέκατο αιώνα, μείναμε με τα πέντε βασικά φωνήεντα α, ε, ι, ο, ου, τα οποία προφέρονται καθαρά. Σήμερα δεν έχουμε ούτε ιδιαίτερα κλειστά ούτε ασαφή σύμφωνα.
    Όταν έλεγα για ομοιότητα βορειοελληνικών διαλέκτων με σλαβικές και γερμανικές γλώσσες επικεντρωνόμουν κυρίως στο πλήθος των συμφώνων, παρά στις τροπές των φωνηέντων. Για παράδειγμα στην πρότυπη νέα ελληνική οι λέξεις επιτρέπονται να καταλήγουν μόνο σε ν και ς εάν καταλήγουν σε σύμφωνο, ενώ στις βόριες διαλέκτους μπορούν να καταλήγουν σε οποιοδήποτε σύμφωνο, ή και σε πάνω από ένα σύμφωνο.
    Και στα λατινικά επίσης έγινε αυτή η τροπή, ιδίως στα άτονα ε και ο, σε ι και ου αντίστοιχα.
    Δε γνωρίζω τους φωνολογικούς κανόνες κάποιας σλαβικής γλώσσας, πάντως στα γερμανικά πολλές φορές το e, ιδίως όταν είναι το λεγόμενο «μακρό» προφέρεται σαν κάτι ανάμεσα σε ε και ι, σαν το αττικό ει, ενώ το o συνήθως προφέρεται πιο κλειστό, σαν το ου. Αυτή είναι μια ομοιότητα με τις βόρειες ελληνικές διαλέκτους, αν και μάλλον οι αλλαγές έγιναν ανεξάρτητα. Επίσης, όπως και στις γερμανικές και προφανώς και στις σλαβικές γλώσσες, συχνά άτονες συλλαβές στο τέλος των λέξεων απορρίπτονται στις βόρειες ελληνικές διαλέκτους.
    Από ό,τι φαίνεται, η ελληνική σε όλη την ιστορία της είχε μεγάλο πλούτο διαλέκτων. Δυστυχώς η αττικολαγνεία που μας δέρνει από την ελληνιστική εποχή δε μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε πλήρως τη γλώσσα μας. Οι Θεσσαλικές διάλεκτοι σε ποια ομάδα κατατάσσονται;

    • 1) Και στα λατινικά επίσης έγινε αυτή η τροπή, ιδίως στα άτονα ε και ο, σε ι και ου αντίστοιχα.

      Η τροπή e,o>i,u στα Λατινικά δεν έχει καμία σχέση με τον τόνο, αλλά με τη θέση του φωνήεντος. Στο εσωτερικό της λέξης συνέβη πριν από έρρινα ένηχα (n,m) ασχέτως τονισμού, όπως λ.χ. και στις ευρύτερες αιολικές διαλέκτους.

      Παραβάλλω τα τονισμένα παραδείγματα:

      *pènkwe > kwènkwe > kwìnkwe > quinque (όπως ατο αρμενικό *penkwe > phinge > hing)

      *òmsos > *òmezos > ùmerus > umerus (λ.χ. αρκαδοαιολικό ὅμοιος > ὕμοιος)

      2) Επίσης, όπως και στις γερμανικές και προφανώς και στις σλαβικές γλώσσες, συχνά άτονες συλλαβές στο τέλος των λέξεων απορρίπτονται στις βόρειες ελληνικές διαλέκτους.
      —-

      Εδώ τώρα δεν ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω για την αδαημοσύνη σου.

      α) Δεν υπάρχει σλαβική γλώσσα που να δείχνει γενικευμένη συγκοπή των ατόνων φωνηέντων. Δεν θα βρεις λ.χ. κάποια σλαβική γλώσσα που να κάνει συγκοπή στα άτονα φωνήεντα των καταλήξεων -òvina, –ovo ή της κατάληξης –ica όταν είναι άτονη (λ.χ. Bogoròdica = Θεοτόκος).

      Το μόνο παράδειγμα σλαβικής συγκοπής που γνωρίζω είναι η συγκοπή του /i/ στα απαρέμφατα σε -ti σε δυτική (Τσεχοσλοβακική και Πολωνική) και ανατολική σλαβική (Ρωσική, Ουκρανική, Λευκορωσική).

      Λ.χ. το πρωτοσλαβικό voziti παρέμεινε αυτούσιο στην σερβοκροατική, αλλά στην ρωσική έγινε vozítʹ και στην τσεχική vozit.

      β) Στις βορειοελληνικές διάλεκτους δεν χάνονται εν γένει «άτονες συλλαβές», αλλά μόνο τα άτονα i,u που συγκόβονται. Δεν χάνονται ποτέ τα άτονα a,o,e. Τα άτονα e,o απλά τρέπονται σε i,u.

      μανιτάρι > μαν΄τάρ΄

      ελευθερία > λιυτιριά

      βελανιδιά > βιλαν΄διά

      φοβερός > φουβιρός

      άρρωστος/άνθρωπος > άρρουστους/άνθρουπους, αλλά στον πληθυντικό που κατεβαίνει ο τόνος, αρρώστοι > αρρώστ΄, ανθρώποι > ανθρώπ΄

      Τώρα αν θέλεις μια ιστοσελίδα για να εκθέσεις την αμπελοφιλοσοφία σου, σου συνιστώ το phorum.gr. Εκεί μπορείς να ανοίξεις ό,τι συζήτηση θέλεις για την ενδεχόμενη εξ αποστάσεως φωνολογική αλληλεπίδραση Ελληνικής και Γερμανικής, Ελληνικής και Αζτεκικής κλπ. Αν αποφασίσεις να ανοίξεις εκεί κάποια συζήτηση αμπελοφιλοσοφίας, μην ξεχάσεις να θίξεις τo σενάριο αλληλεπίδρασης των ιθαγενών γλωσσών Cholan στο Μεξικό με την Αρμενική, διότι αμφότερες δείχνουν την τροπή ē>i και ō>u (λ.χ. δώμα ~ αρμ. tun, μή ~ αρμ. mi).

      • Εάν οι σλαβικές γλώσσες δεν απάλειψαν τελικές συλλαβές, τότε πού είναι οι χαρακτηριστικές ινδοευρωπαϊκές καταλήξεις σε -ος για παράδειγμα, όπως τις συναντούμε στα δευτερόκλιτα αρσενικά και θηλυκά στα αρχαία ελληνικά ή στη γενική των τριτόκλιτων;

      • Τα τελικά φωνήεντα έγιναν yer (υπερβραχέα φωνηέντα τύπου schwa) τα οποία, αναλόγως με τη θέση τους μέσα στη λέξη, ταξινομούνται σε «ισχυρά» (διατηρήθηκαν και τράπηκαν σε πληρες φωνήεν) και «ασθενή» τα οποία χάθηκαν.

        Ο κανόνας είναι πως σε τελική θέση το yer είναι πάντοτε «ασθενές» και χάνεται, ενώ το προκείμενο του τελικού yer είναι σε ισχυρή θέση και εξελίσσεται σε πλήρες βραχύ φωνήεν, διαφορετικό σε κάθε γλώσσα.

        Παραδείγματα:

        Wl.kw-os = λύκ-ος, λατ. lup-us, λιθουανικό vilkas, αλλά πρωτοσλαβικό vĭlk-ŭ και παλαιοσλαβονικό vlĭk-ŭ.

        *ghost-is = «ξένος, φιλοξενούμενος» > λατινικό host-is, αλλά πρωτοσλαβικό και παλαιοσλαβωνικό gost-ĭ.

        Τα yer σε τελική θέση χάθηκαν ως «ασθενή» και οι σημερινές σλαβικές γλώσσες έχουν vuk,volk κλπ και gost.

        Πάμε τώρα να δούμε τι γίνεται σε «ισχυρή» θέση:

        πρωτοσλαβικά και παλαιοσλαβονικά *dĭnĭ = «ημέρα» και *otĭcĭ = «πατέρας»

        Εδώ το τελικό yer χάνεται ως «ασθενές» και το προκείμενο yer ως «ισχυρό» φωνηεντοποιείται σε /a/ στην σερβο-κροατική (dan, otac) και /e/ στην βουλγαρική και τη σλαβομακεδονική (den, otec).

        Στην περίπτωση του «ισχυρού» ŭ, η σερβοκροατική το κάνει πάντα /a/, ενώ η σλαβομακεδονική το κάνει /o/ (αλλά η βουλγαρική το κάνει schwa):

        πρωτοσλαβικό και παλαιοσλαβονικό *sŭn-ŭ = «όνειρο» > σερβοκροατικό san, σλαβομακεδονικό son, βουλγαρικό sən

        Τώρα αν αναρωτιέσαι αν η σλαβική απώλεια των τελικών yer έχει σχέση με την βορειοελλαδική συγκοπή των i,u, η μεν σλαβική περίπτωση αφορά απώλεια υπερβραχέων φωνηέντων, η δε βορειοελληνική αφορά συγκοπή κανονικών φωνηέντων i,u.

        Η μεν σλαβική αποτελεί μέρος της γενικότερης εξέλιξης των yer (ισχυρά, ασθενή) η δε βορειοελληνική είναι μέρος της γενικότερης μετατόπισης:

        άτονα > o,e > i,u
        άτονα i,u>∅

        Πιο κοντά στην σλαβική αποβολή είναι η αλβανική αποβολή των τελικών schwa (επίσης υπερβραχέα φωνήεντα), αλλά και αυτή είναι ανεξάρτητο φαινόμενο:

        λ.χ. *wl.kw-os > πρωτοαλβανικό *wulka > πρώιμο αλβανικό ulkə > ulk = ujk

        λατ. canis/canem > αλβανικό kane > kenə > qen

        λατ. spleneticum > *shplərèticə > shpretkë

        Η βορειοελλαδική συγκοπή συνέβη με απευθείας αποβολή του φωνήεντος, χωρίς την διαμεσολάβηση υπερβραχέος φωνήεντος, όπως λ.χ. η υστερολατινική συγκοπή:

        oculus > oclu > oclju (βλαχ. oclju, ιταλικό occhio)
        subula > subla > ελληνικό σούβλα, ιταλικό subbia
        stabulum > stablum > ελληνικό στάβλος
        παραβολή > parabola > paravola > paravla > parawla > ιταλικό parola (με τροπή aw>o, όπως στο aurum > oro
        domina > domna > βλαχικό doamnã, ιταλικό donna.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s