Η διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες #4

Έκλεισα την προηγούμενη ανάρτηση με την εξέλιξη των λατινικών χειλοϋπερωικών συμφώνων «qu» και «gu». Στη σημερινή ανάρτηση θα προσπαθήσω να περιγράψω τις σημαντικότερες φωνολογικές εξελίξεις από αυτές που δεν περιέγραψα στις τρεις πρώτες αναρτήσεις, ώστε να μπορέσω να κλείσω την ρωμανική φωνολογία ως θέμα.

A. Τα συμπλέγματα /kt/ και /ks/

Δεν υπάρχει ρωμανική γλώσσα που να έχει διατηρήσει αυτούσια τα λατινικά συμπλέγματα /(n)kt/ και /(n)ks/, προφανώς επειδή αυτά κάποια στιγμή θεωρήθηκαν προβληματικά από τους ομιλητές της πρωτορωμανικής περιόδου. Ας δούμε πως εξελίχθηκαν αυτά τα συμπλέγματα στις διάφορες ρωμανικές γλώσσες.

Α.1. /kt/

λατ. octō = «οκτώ» > PR ɔcto > ιταλικό otto, ισπανικό ocho (/oo/), πορτογαλικό oito (/ojto/), γαλλικό huit (/ɥit/), βλαχικό optu, ρουμανικό opt, μογλενίτικο uopt, δαλματικό (g)uapto

λατ. nox/noctem = «νύχτα» > PR nɔctε > ιταλικό notte, ισπανικό noche, πορτογαλικό noite, γαλλικό nuit, βλαχικό noapti, ρουμανικό noapte, δαλματικό nuat

λατ. lac/lactem = «γάλα» > PR lactε > ιταλικό latte, ισπανικό leche, πορτογαλικό leite, γαλλικό lait, βλαχικό lapti, ρουμανικό lapte

λατ. factus = «πεποιημένος» > PR facto > ιταλικό fatto, ισπανικό hecho, πορτογαλικό feito, γαλλικό fait, βλαχικό faptu, ρουμανικό fapt

λατ. dīrectus = «ευθύς, ορθός» > dirεcto > ιταλικό diretto, ισπανικό derecho, πορτογαλικό direito, γαλλικό droit, βλαχικό dreptu, ρουμανικό drept, δαλματικό drat

Η Ιταλική πραγματοποίησε υποχωρητική αφομοίωση (/kt/>/tt/, otto, notte, latte, fatto, diretto), τη συνήθη λύση της στα προβληματικά συμπλέγματα (λ.χ. domina > dɔmna >  donna, βαπτίζω > baptizō > battezzo κλπ).

Η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, Βλαχική/Αρουμανική, Μογλενιτική και Ρουμανική) προαγματοποίησε την «παθογνωμονική» της τροπή /kt/>/pt/ [opt(u), noapti/noapte, lapti/lapte. fapt(u), drept(u)]. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός που έγραψε γύρω στο 440 μ.Χ. αναφέρει τον Θείο του Αττίλα Όκταρο ως Ούπταρο, κάτι που σημαίνει ότι το ουννικό αυτό όνομα έφτασε στο Σωκράτη μέσα από ΑΒΡ μεσολάβηση και, κατά συνέπεια, ότι η ΑΒΡ τροπή /kt/>/pt/ ήταν ήδη ενεργή στο πρώτο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα.

[Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, 7.30] Τοῡ γὰρ βασιλέως τῶν Οὔννων ὑπὸ ἀδηφαγίας ἐν νυκτὶ διαρραγέντος, ὄνομα Οὔπταρος ἦν,

[Ιορδάνης, Getica, XXXV/180] Is namque Attila patre genitus Mundzuco, cuius fuere germani Octar et Roas, qui ante Attilam regnum tenuisse narrantur, quamvis non omnino cunctorum quorum ipse.

Η «πέραν των Άλπεων» Γαλλοϊβηρική Ρωμανική (δηλαδή η δυτικά των Άλπεων ρωμανική, χωρίς την Γαλλοϊταλική ρωμανική) έλυσε το προβληματικό σύμπλεγμα με τροπή /kt/>/jt/, με το προκύψαν /jt/ να διατηρείται μέχρι σήμερα αυτούσιο στην Πορτογαλική (oito, noite, leite, feito, direito). Η Ισπανική έκανε ένα επιπλέον βήμα προχωρητικής ουράνωσης /jt/>/tj/>/tš/ = «ch» (ocho, noche, leche, hecho, derecho). Προσέξτε την κοινή Ιβηρική εξέλιξη (Πορτογαλική και Ισπανική) τροπή a>e (yod-induced vowel raising, φωνηεντική εξύψωση προκληθείσα από το yod) στο σύμπλεγμα /akt/>/ajt/>/ejt/ (lactem, factus > leite/leche, feito/hecho), τροπή που απαντά και στους παρακάτω όρους:

λατ. bāsium/cāseus («φιλί/τυρί») > PR basjo/casjo > IBR *bajsjo/kajsjo > … > ισπανικά beso/queso και πορτογαλικά beijo/queijo

Οι τελίτσες περιλαμβάνουν μια πολύπλοκη διαδικασία προστριβοποίησης /sj/>/tš/ (λ.χ. ιταλικά bacio/cacio) > /ts/, ηχηροποίησης /ts/>/dz/, αποπροστριβοποίησης dz>z και, τελικά στην νεότερη Ισπανική, απηχηροποίησης z>s. Θυμίζω τα γαλλικά bāsiāre > … > baiser = /bɛ.ze/ και coquīna > PR cɔcīna > kɔtsina > kɔjdzina > kɥjzine = γαλλ. cuisine = /kɥi.zin/.

Η εξέλιξη της Γαλλικής ύστερα από την μεταλπική τροπή /kt/>/jt/ είναι πιο μπερδεμένη εξαιτίας του πολύπλοκου φωνηεντισμού της γλώσσας. Πάντως και στην Γαλλική εν τέλει συνέβη τροπή /ajt/ > /εt/, μιας και τα laite, fait προφέρονται αντίστοιχα /lε/και /fε/, όπως το προρρηθέν baiser = /bɛ.ze/. Στα nɔcte/ɔcto > nɔjte/ɔito > … > nuit/huit συνέβη η ίδια εξέλιξη με το προρρηθέν kɔkina > kɔjtsina > kɔjdzina > kɥjzine > cuisin και, τέλος, στο d(i)rεkto > droit, συνέβη η εξέλιξη drεjto (παλαιό γαλλικό dreit)> drojto > drt > drt > /dʁwa/ = «droit».

Το παλαιό γαλλικό dīrectum > dreit «δικαίωμα, νόμος» (λ.χ. βλαχικό nipdreptu = «άδικος») εμφανίζεται στους Όρκους του Στρασβούργου (842 μ.Χ.):

Παλαιό Γαλλικό “si cum om per dreit son fradra saluar dift = Iταλικό “come per diritto si deve = «όπως βάσει νόμου πρέπει (να γίνει)»

Άφησα για τελευταία την Δαλματική η οποία, ενώ σποραδικά ακολουθεί την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική στην τροπή kt/ks>pt/ps (λ.χ. octō/coxa > (g)uapto/copsa), κατά κανόνα δείχνει την τροπή /kt/>/jt/>/t/:

PR *nɔkte/drεkto > *nwɔjte/*drjejte > *nwajte/drjajte > nuat/drat (όπως θα εξηγήσω παρακάτω, τα αλβανικά δαλματικά δάνεια drej/traj δείχνουν το μεταβατικό δαλματικό στάδιο).

Α.2. /nkt/

Το /kt/ του συμπλέγματος /nkt/ κατά κανόνα συμπεριφέρεται όπως το απλό /kt/, με τη μόνη διαφορά ότι υπήρχε μια πρώιμη παρρωμανική τάση απλοποίησης /nkt/>/nt/, η οποία ευθύνεται για σποραδικές διτυπίες.

Οι Alkire-Rosen παραθέτουν τα παρακάτω παραδείγματα διαδεδομένης πρώιμης απλοποίησης /nkt/>/nt/ (τουλάχιστον στις δυτικά της Αδριατικής ποικιλίες):

nct

λατ. (dē-)pictus > VL (dē-)pinctus = «ζωγραφισμένος» > PR (de-)pento > ιταλικό dipinto, ισπανικό pinto, γαλλικό peint (> αγγλικό paint)

λατ. planctum ~ «δυστυχία/κακοπληξία» > VL plantu «κλάμα» > ιταλικό pianto, ισπανικό llanto, γαλλικό plaint (> αγγλικό complaint = «παράπονο»)

λατ. nctus = «άγιος» > PR santo > ιταλικό santo, ισπανικό santo και γαλλικό saint (> αγγλικό saint)

λατ. nctus = «εζευγμένος» > PR junto > ιταλικό giunto (/džunto/), ισπανικό junto (/χunto/) και γαλλικό joint (> αγγλικό joint)

Το μόνο που έχω να πω για τα παραπάνω παραδείγματα είναι η γαλλική τροπή /e/>/ej/ και /a/>/aj/ (λ.χ. frēnum/sānus > PR freno/sano > Fr frejno/sajno > frein/sain)

Ανατολικά της Αδριατικής, όμως, οι δύο ποικιλίες της Βαλκανικής Ρωμανικής (Δαλματική και Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική/ΑΒΡ) έχουν όρους που τυπικά προέρχονται από το πρωταρχικό λατινικό σύμπλεγμα /nkt/.

Στην Δαλματική συνέβη η εξέλιξη /nkt/>/njt/>/nt/, με το μεταβατικό στάδιο να επιβιώνει στα αλβανικά δαλματικά δάνεια που θα παραθέσω παρακάτω στο παράρτημα, ενώ στην ΑΒΡ συνέβη η εξέλιξη /nkt/>/npt/>/mpt/>/mt/ (>/nt/). Για να καταλάβετε την τροπή στην ΑΒΡ θα ξεκινήσω δείχνοντας την τροπή /mpt/>/mt/(>/nt/).

λατ. nuptiae = «έθιμα γάμου, γάμος» > VL *nupta > *numpta > βλαχικό numtã και ρουμανικό *numtă > nuntă (με αφομοίωση mt>nt, όπως στο ελληνικό βρέμω > *βρομτή > βροντή)

Για να δούμε τώρα παραδείγματα με συμπλέγματα /nkt/ στην ΑΒΡ:

λατ. strictus (λ.χ. ιταλ. stretto)> VL strinctus (λ.χ. βενετσ. strento) > ABΡ strimpto > strimtu > βλαχικό strimtu και ρουμανικό strâmt

λατ. nctus > ΑΒΡ sampto > samtu > βλαχικό mtu και ρουμανικό nt

λατ. frāctus > VL frānctus > ABΡ frampto > framtu > βλαχικό frãmtu και ρουμανικό frânt

λατ. unctum = «βούτυρο (κυριολεκτικά «αλειμμένο»)» > VL uncto > ABΡ umpto > umtu > βλαχικό umtu και ρουμανικό unt

λατ. planctus ~ «κακοπληγμένος» > ABΡ plampto > plamtu > βλαχικό plãmtu «κλαμένος»

λατ. ventus = «άνεμος» > VL *vinctus > ABΡ vimpto > vimtu > βλαχικό vimtu και ρουμανικό nt

λατ. lucta = «πάλη» > VL *lu(n)cta > ΑΒΡ lu(m)pta «μάχη» > ρουμανικό luptă και βλαχικό l(j)uftã και (a)lumtã

Α.3. /ks/

Το σύμπλεγμα /ks/ δείχνει συμπεριφορά πάνω κάτω παρόμοια με το /kt/. Η μόνη διαφορά είναι η ιταλική διτυπία /ks/>/s:/~/š:/

λατ. coxa = «γοφός» > PR kɔksa > ιταλικό coscia (/koš:a/), ισπανικό coxīnum > cojín (/koχin/, «μαξιλάρι» [μαλακό για να ακουμπάει ο γοφός], λ.χ. το γαλλογενές αγγλικό cushion), πορτογαλικό coxa (/koša/), γαλλικό cuisse (/kɥis/), δαλματικό copsa, βλαχικό coapsã, ρουμανικό coapsă

λατ. saxum = «πέτρα» > PR sakso > ιταλικό sasso (/sasso/), πορτογαλικό seixo (/seo/)

λατ. laxō = «αφήνω, χαλαρώνω» (λ.χ. relax) > PR lakso > ιταλικό lascio (/laš:o/), ισπανικό dejo (l>d, /deχo/), πορτογαλικό deixo (/deo/), γαλλικό laisse (/lɛs/), βλαχικό (a)lasu, ρουμανικό las.

λατ. taxus = «ίταμος» > PR takso > ιταλικό tasso, ισπανικό tejo (/teχo/), πορτογαλικό teixo (/teo/).

λατ. fraxīnus = «μελία» > PR fraksino > ιταλικό frassino, ισπανικό fresno, πορτογαλικό freixo, γαλλικό fresne > frêne, βλαχικό frapsin[u], ρουμανικό frasin (διαλεκτικό frapsăn)

λατ. dīxit = «είπε/έχει πει» > PR dikse > ιταλικό disse, ισπανικό dijo (/diχo/), πορτογαλικό dissi (/ˈdi.sɨ/), γαλλικό dīxī > dis («είπα»), βλαχικό dzãsi, ρουμανικό zise (λ.χ. dzãsi cu boatsi ~ zise el tare = «είπε με δυνατή φωνή»)

λατ. trahō/traxit = «τραβώ/τράβηξε» > VL tragō/traxit > PR trakse > ιταλικό trago/trasse, βλαχικό tragu/trapsi, ρουμανικό trag/trase (λ.χ. βλαχικό trapsi ti ninti = «τράβηξε μπροστά»)

Όπως είπα παραπάνω, η Ιταλική εμφανίζει την διτυπία /ks/>/s:/~/š:/ (λ.χ. coscia/lascio, αλλά sasso/tasso), ενώ η μεταλπική γαλλοϊβηρική εμφανίζει την τυπική τροπή /ks/>/js/ που προκάλεσε εξύψωση στο προκείμενο /a/>/e/ (λ.χ. laxō > lakso > lajso > lejs(j)o > … > dejo, deixo, laisse = /lεs/, taxus > takso > tajso > tejs(j)o > tejo/teixo). Στην Ισπανική τελικά προέκυψε /χ/, στην Πορτογαλική /jš/ και στην Γαλλική /js/ (λ.χ. coxa/coxīnum > cojín, coxa, cuisse). Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική συνέβη η αναμενόμενη τροπή /ks/>/ps/, αλλά υπάρχει τάση απώλειας του /p/ (λ.χ. coxa > coapsã/coapsă, αλλά dīxīt > dzãsi/zise), όπως στο βαπτίζω > λατ. baptizō > βλαχ. tedz ~ ρουμ. boteza).

Α.4 /nks/

Δεν υπάρχουν πολλά παραδείγματα λατινικού /nx/. Στο ānxius = «αγχωμένος» συνέβη απλοποίηση /nks/>/ns/ σε Ιταλική και Ισπανική (ansia = «άγχος»).

Παράρτημα: τα Δαλματικά και ΑΒΡ δάνεια της Αλβανικής

Επειδή οι δύο ρωμανικές ποικιλίες που δάνεισαν λατινικούς όρους στην Αλβανική (Δαλματική και ΑΒΡ) δείχνουν διαφορετική εξέλιξη στα /kt/,/ks/, είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε τον δανειστή.

Τα λατινικά δάνεια που εισήλθαν στην Αλβανική από την ΑΒΡ δείχνουν τις τυπικές τροπές /kt/>/pt/>/ft/, /ks/>/ps/>/fsh/ και /nkt/>/mpt/>/mt/:

λατ. lucta > ΑΒΡ lupta > αλβ. luftë (~ ρουμ. luptă, βλαχ. ljuftã)

λατ. tructa = «πέστροφα» > ΑΒΡ tropta > αλβ. troftë

λατ. coxa > ΑΒΡ copsa > αλβ. kofshë (~ βλαχ. coapsã, ρουμ. coapsă και, στον συγκεκριμένο όρο, και δαλμ. copsa)

λατ. iūnctūra > ABΡ jūmptūra > jūmtūra > αλβ. gjymtyrë (όπως το *strinctus > βλαχ. strimtu ~ ρουμ. strâmt)

λατ. dictāre > ΑΒΡ diptāre > ftoj

λατ. traiectōrium > ABΡ traieptorio > taftar

λατ. puncta = «τρυπημένη» > ABΡ pumpta > αλβ. pumftë > puftë = «κούφια» (στην φράση arrë puftë = «κούφιο καρύδι»)

λατ. cotōneum = «κυδώνι» > αλβ. ktōnju > ptōnj > ftōn > ftua ~ ftue (πληθ. ftonj = «κυδώνια»)

Αντίθετα, τα λατινικά δάνεια που εισήλθαν στην Αλβανική από την Δαλματική, δείχνουν την τροπή /kt/>/jt/>/t/ (και nkt>njt>nt>nd):

λατ. sānctus > πρώιμο δαλμ. sanjto > αλβ. shënjtë (αλλά βλαχικό mtu)

VL strinctus > πρώιμο δαλμ. strenjto > αλβ. shtrenjtë (αλλά βλαχικό strimtu)

λατ. dīrectus > πρώιμο δαλμ. drejto > αλβ. drejtë (αλλά βλαχικό dreptu)

λατ. tractus > πρώιμο δαλμ. trajto > αλβ. trajtë (αλλά βλαχικό traptu)

λατ. frūctus > δαλμ. frūjto > frūto > αλβ. fryt (αλλά ρουμανικό frupt)

Θα κλείσω το παράρτημα με ένα ενδιαφέρον λατινικό δάνειο της Αλβανικής. Η ΙΕ ρίζα *k’onk- «κρεμάω» έδωσε το πρωτογερμανικό ρήμα *hanhaną (λ.χ. αγγλικό hang) και, με σημασιακή αλλαγή «κρεμάω» > «αφήνω εκκρεμότητες» > «αναβάλλω, καθυστερώ», το λατινικό ρήμα cunctor. Ο σώφρων Ρωμαίος δικτάτωρ (= στρατηγός-αυτοκράτωρ διορισμένος από τη Σύγκλητο για ένα εξάμηνο σε περιόδους μεγάλης κρίσης) Φάβιος Μάξιμος ανέπτυξε την περίφημη Φάβιο Στρατηγική, με την οποία απέφευγε για πολύ καιρό ν΄αντιμετωπίσει τον Αννίβα σε ανοιχτή μάχη, προτιμώντας τον οργανωμένο ανταρτοπόλεμο και την έμμεση παρακώλυση (παρεμπόδιση της προνομής κλπ). Για αυτήν την μακροχρόνια αναβολή της ανοιχτής μάχης οι Ρωμαίοι του έδωσαν το παρατσούκλι Cunctātor = «Αναβλητής, Καθυστερητής» (“Delayer”, ***σημ. όπως με πληροφόρησε ο φίλος Ριβαλντίνιο, o Δίων ο Κάσσιος απέδωσε στην Ελληνική το λατινικό παρατσούκλι cunctātor ως «μελλητής» ~ «αναβλητής, καθυστερητής, αυτός που αναβάλλει για το μέλλον»). Το λατινικό ρήμα cunctor = «αναβάλλω, καθυστερώ» εισήλθε μέσα από τη Δαλματική στην Αλβανική ως kundoj = «διστάζω».

λατ. cunctārī > δαλμ. cunjt– > cunt– > αλβ. kundoj (όπως λ.χ. cantō > ndoj)

Παραθέτω δύο σελίδες από τον Orel για τις παραπάνω δύο κατηγορίες δανείων (ΑΒΡ και Δαλματικά):

alb-ct

Β. Το λατινικό σύμπλεγμα «gn»

Αντίθετα με την τρέχουσα αγγλική προφορά του λατινικού «gn» ως /gn/ (λ.χ. dignity = /dɪɡnɪti/ και ignition = /ɪɡnɪʃən/), είναι πολύ πιθανόν (αλλά όχι πλήρως ξεκαθαρισμένο) πως ήδη στην Κλασική Λατινική, το «gn» προφερόταν ως /ŋn/. Στις Ελληνικές επιγραφές η απόδοση του ονόματος Gnaeus ως «Ναῖος» (αντί για «Γναῖος») είναι αρκετά συχνή για να πρόκειται για σύμπτωση. Παραθέτω μια σελίδα από το Vox Latina του W. Sidney Allen.

gn

Μην μπερδέψετε το /ŋn/ με το ουρανωμένο /ɲ(ɲ)/ που συμβολίζει η γραφή «gn» στη σημερινή Ιταλική και Γαλλική (λ.χ. Spagna = Espagne). Η προφορά του «gn» ως /ɲ(ɲ)/ σε Ιταλία, Γαλλία και Ιβηρική προέκυψε κατά την ύστερη αρχαιότητα και η Ισπανική χρησιμοποιεί το γράμμα «ñ» για το νέο φθόγγο που προέκυψε (λ.χ. cognātus  = /coŋnātus/> cuñado = /kuɲaδo/, όπως España). Ενώ δυτικά της Αδριατικής το λατινικό «gn» κατέληξε να προφέρεται ως /ɲ(ɲ)/, στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική συνέβη η τροπή «gn» > /mn/, όπως δείχνουν τα παρακάτω παραδείγματα:

λατ. cognātus > βλαχικό cumnatu, ρουμανικό cumnat και δαλματικό comnut

λατ. lignum = «ξύλο» > PR legno > βλαχικό lemnu, ρουμανικό lemn, αλλά δαλματικό lanc

λατ. signum = «σημάδι» (λ.χ. in hoc signo vinces = ἐν τούτῳ νίκα) > PR segno > βλαχικό semnu και ρουμανικό semn

λατ. dīgnus = «άξιος» > PR degno > ρουμανικό demn, αλλά δαλματικό denj (~ ιταλικό degno = /deɲɲo/)

λατ. agnellus = «αρνάκι» > PR agnεllo > ΑΒΡ amnjelo > ρουμανικό miel και βλαχικό *mjelu > njelu (όπως medius/mergo > njedzu/njergu, το παλιό /m/ της Βλαχικής επιβιώνει στο νεοελληνικό δάνειο μλιόρι < βλαχ. miljur ~ ρουμ. mioară).

Γ. Ο «σεφ» και το «ζαμπόν»

Η Γαλλική είναι η μόνη ρωμανική γλώσσα που προστριβοποίησε τα υπερωικά ακόμα και πριν από /a/. Η Νορμανδική κατάκτηση της Αγγλίας, μετά τη μάχη του Χέιστιγκς το 1066, είχε ως αποτέλεσμα τη μαζική εισροή γαλλικών δανείων στην μεσαιωνική Αγγλική. Τα δάνεια αυτά εισήλθαν στην Αγγλική με τα /ka/,/ga/ ήδη προστριβοποιημένα /tša/, /dža/. Λίγο αργότερα, κατά το 13° αιώνα, στην Γαλλία ξεκίνησε η αποπροστριβοποίηση (deaffrication/tša/,/dža/ > /ša/,/ža/ που χαρακτηρίζει την σημερινή Γαλλική. Τα γαλλικά δάνεια της Αγγλικής διακρίνονται σε προστριβοποιημένα (πριν από το 1200) και αποπροστριβοποιημένα (μετά το 1200).

Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα παλαιά λατινικά δάνεια της Αγγλικής που διατηρούν αυτούσιο το λατινικό /ka/. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η διτυπία /ka/~/tša/ στις λέξεις capitālis > cattle ~ chattel ~ «κεφάλια ζώων, βιος». Στη σημερινή Γαλλική ο όρος είναι cheptel = /šɛp.tɛl/.

Ο κλασικός λατινικός όρος caput = «κεφάλι» εξελίχθηκε στον πρωτορωμανικό όρο PR capo, ο οποίος ακολούθησε την εξής πορεία στην Γαλλική:

PR capo > ajβə > ejf Παλαιό Γαλλικό chief = /ief/ > Γαλλικό chef = /šεf/

Η αγγλική λέξη chief = «αρχηγός» προέρχεται από την παλαιά προστριβοποιημένη μορφή του γαλλικού «κεφαλιού», ενώ ο διεθνής όρος chef = «σεφ, αρχιμάγειρας» προέρχεται από τον νεότερη αποπροτριβοποιημένη γαλλική μορφή.

λατ. capitāneus > tšajβtajnə > παλαιό γαλλικό tšeβtajn > αγγλικό chieftain = «φύλαρχος»

λατ. catēna = «αλυσίδα» > tšajδejna > ajejnə > ainə > ejnə (> αγγλικό chain) > γαλλικό chaîne = /šεn/

λατ. capra = «γίδα» > tšajβrə > eβrə (λ.χ. παλαιό γαλλικό chievre) > γαλλικό chèvre = /šɛvʁ/

λατ. caballus > PR kaβallo > tšajβalə > παλαιό γαλλικό cheval (/eval/) > Γαλλικό cheval (/šəval/)

λατ. carricāre = «φορτώνω» > PR karikarε > karigarε > tšaridžarə > Παλαιό Γαλλικό chargier (/areʁ/ > αγγλικό charge = «φορτίζω») > γαλλικό charger = /šarže/

λατ. castellum > tšastel (λ.χ. παλαιό γαλλικό chastel) > γαλλικό château = /šɑto/

ύστερο λατινικό gamba = «πόδι» (λ.χ. ιταλ. gamba) > džambe > γαλλικό jambe = /žambe/ και jambon = «ζαμπόν» (επειδή το κρέας προέρχεται από τον μηρό του γουρουνιού)

Άνω Γερμανικό Karl > Carolus > Παλαιό Γαλλικό arləs (> αγγλικό Charles) > Γαλλικό Charles = /šaʁl/ και Charlotte = /šaʁ.lɔt/

λατ. campānia = «πεδινή επαρχία με αγρούς» > PR kampanja >tšampaɲə > Champagne/champagne > σαμπάνια

λατ. capitulum = «κεφάλαιο (βιβλίο)» > PR kapitlo > tšapitrə > παλαιό γαλλικό chapitre (> αγγλικό chapter) > γαλλικό chapitre = /ša.pitʁ/

λατ. cappella = «παρεκκλήσι» > WR capela > tšapelə > παλαιό γαλλικό chapele (> αγγλικό chapel) > γαλλικό chapelle = /ša.pɛl/

Δ. Το σύμπλεγμα /lC/ στην γαλλοϊβηρική ρωμανική

Δ.1. Η γαλλική τροπή /ɫC/>/wC/

Μία από τις πιο τυπικές εξελίξεις της Γαλλικής είναι η ημιφωνοποίηση /ɫ/>/w/ του υπερωικού «σκοτεινού» /ɫ/. Πρόκεται γι΄αυτό που λέμε «σαλονικιώτικο» /ɫ/, το οποίο είναι και η συνήθης σλαβική προφορά του /L/ (εκτός πριν από /j/,/i/). Το τυπικό σημείο ευρέσως του αλλοφωνικού /ɫ/είναι πριν από υπερωικά σύμφωνα (k,g,χ κλπ), αλλά στην Γαλλική -όπως και σε άλλες γλώσσες- η αλλοφωνική αυτή προφορά γενικεύτηκε σε όλες τις προσυμφωνικές θέσεις και, στη συνέχεια, το υπερωικό αυτό /ɫ/ τράπηκε σε ημιφωνικό /w/ (/ɫC/>/wC/).

λατ. alter = «άλλος» > PR altro > awtrə > γαλλ. autre (προφέρεται /otʁ/, επειδή το δευτερογενές /aw/ μονοφθογγοποιήθηκε, όπως το πρωτογενές, λ.χ. aurum > or)

λατ. altus = «ψηλός» > PR alto > awtə > γαλλ. haute

λατ. caballicāre = «καβαλλικεύω» > PR caβalicare > caβalcare > tšajβawtšarə > γαλλικό chevaucher

λατ. cultellus = «μαχαίρι» > PR coltello > cowtelə > γαλλικό couteau

λατ. calidus = «ζεστός» > PR caldo > tšawdə > γαλλικό chaud

Η ίδια εξέλιξη  /lC/>/ɫC/>/wC/ ήταν τυπική της αρχαίας κρητικής διαλέκτου, όπως μαρτυρούν τα λήμματα του Ησυχίου και ο τρόπος γραφής στις επιγραφές.

πρωτοελληνικό ἀλκά = «δύναμη» > aɫkā > awkā > κρητικό «ακά»

Ο Ησύχιος παραθέτει τα παρακάτω κρητικά λήμματα:

αὐκάν· ἀλκήν. Κρῆτες

αὐκυόνα· ἀλκυόνα. Κρῆτες

αὖσος· ἄλσος. Κρῆτες

θεύγεσθαι· θέλγεσθαι. Κρῆτες

Επιγραφική επιβεβαίωση είναι τα κρητικά καυχός = καλχός = χαλκός, ἀδευφιός = ἀδελφεός, ἐπευθών/πορτῆυθον = ἐπελθών/προσῆλθον. Παραθέτω τις παρακάτω επιγραφές από την Γόρτυνα.

gortyna

Η τροπή /ɫ/>/w/ απαντά ως σποραδικό φαινόμενο και στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική, ως εξέλιξη του λατινικού διπλού /ll/ που κάποια στιγμή βρέθηκε μεταξύ ομοίων φωνηέντων.

λατ. sella > PR sεlla > sjella > ΑΒΡ sjalla > šaɫa > šawa > βλαχικό shauã και ρουμανικό șa (šawə> šaə > șa)

λατ. υποκοριστικό επίθημα -ellus/-ella/-ellum > PR -εlla > ΑΒΡ -eɫa > -eaɫa > -eawa > βλαχικό -eauã και ρουμανικό -ea (-eawə > eaə > -ea, λ.χ. λατ. furca/furcella > ρουμ. furcă/furcea ~ ιταλ. forcella)

Δ.2. Η Ιβηρική τροπή /lt/>/jt/

Στην Ιβηρική ρωμανική το σύμπλεγμα /lt/ σε μερικές περιπτώσεις έδωσε τα ίδια αποτελέσματα με το /kt/, επειδή αμφότερα συνέπεσαν σε /jt/.

λατ. octō > PR ɔkto > IBR ojto > πορτογαλικό oito και ισπανικό ocho

λατ. multus = «πολύς» > PR molto > IBR mojto > mujto > πορτογαλικό muito και ισπανικό mucho

λατ. cultellus «μαχαίρι» > PR coltεllo > IBR coltjejʎo > cojtiʎo > cujtiʎo ισπανικό cuchillo

Η τυπική ισπανική προστριβοποίηση (/jt/>«ch») ΔΕΝ συνέβη στο σύμπλεγμα /ltr/ που αναγκαστικά «πάγωσε» σε /jtr/:

λατ. vultur/vulturem = «αρπαχτικό όρνιο» > IBR boltrε > bojtrε > bujtrε > ισπανικό buitre και πορτογαλικό abuitre > abutre (uj>u)

E. Η μεταβατική Γαλλοϊβηρική τρίφθογγος /jej/

Τα λατινικά sella, cultellus, castellum και cappella απαντούν πρώτα ως siella, cuchiello, castiello και capiella στην Παλαιά Ισπανική και, αργότερα, ως silla, cuchillo, castillo (λ.χ. Καστίλη) και capilla στη νεότερη Ισπανική. Αυτό που μας λείπει για να κατανοήσουμε τη μετάβαση είναι η γαλλοϊβηρική μεταβατική τρίφθογγος /jej/ και η απλοποίησή της σε /jej/>/i/.

Τα λατ. sella, cultellus, castellum, cappella έδωσαν τα PR sεlla, coltεllo, castεllo, cappεlla τα οποία διφθογγοποιήθηκαν κανονικά σε sjella, cuchjello, castjello capjella στην παλαιά Ισπανική. Επειδή όμως η Ισπανική έτρεψε το λατινικό διπλό /ll/ σε ουρανωμένο /ʎ/ (λ.χ. annus > año), η προουράνωση δημιούργησε ένα επιπλέον /j/ πριν από τον ουρανωμένο αυτό φθόγγο και έτσι δημιουργήθηκε η μεταβατική τρίφθογγος /jej/.

sjella, cuchjello, castjello, capjella > sjejʎa, cuchjejʎo, castjejʎo, capjejʎa

Η εξέλιξη αυτής της τριφθόγγου ήταν η απλοποίηση /jej/>/i/:

sjejʎa, cuchjejʎo, castjejʎo, capjejʎa > siʎa, cuchiʎo, castiʎo, capiʎa = silla, cuchillo, castillo, capilla

Η ίδια απλοποίηση /jej/>/i/ συνέβη και στην Γαλλική, όποτε εμφανίστηκε η μεταβατική τρίφθογγος /jej/:

λατ. catēna > PR catena > GR tšajδejnə > tšajejnə (/δ/>∅) > tšainə > tšejnə (λ.χ. το παλαιό γαλλικό chaine και το αγγλικό chain) > γαλλικό chaîne

λατ. pretium = «τιμή» > PR prεtjo > GR prjetsə > prjejtsə > prits > παλαιό γαλλικό pris (σημερινό prix = /pʁi/)

λατ. decem = «δέκα» > PR dεkε > GR djetsə > djejtsə > dits > παλαιό γαλλικό dis (σημερινό dix = /dis/)

λατ. imperium > PR empεrjo > GR empjerjo > empjejrə (λόγω μετάθεσης /rj/>/jr/, λ.χ. -ārius > –arjo > –ajrə > γαλλ. aire) > empirə > γαλλικό empire = /ɑ̃piʁ/που πέρασε στα αγγλικά ως empire

Γράφουν οι Alkire-Rosen:

jej

ΣΤ. Η ΑΒΡ τροπή /e,o/>/i,u/ πριν από έρρινο ένηχο /n,m/

Τα έρρινα ένηχα /n,m/ έχουν την τάση να εξυψώνουν τα προκείμενα /e,o/ σε /i,u/ σε πολλές γλώσσες και διαλέκτους. Παραδείγματα είναι οι αρκαδοαιολικοί τύποι στόμα > στύμα, ὅμοιος > ὕμοιος, ἐν > ἰν, Ἐνυάλιος > Ἰνυάλιος και οι λατινικοί όροι *penkwe > kwenkwe > kwinkwe > quīnque, *h1enteros > enteros > interior και *bher-ont- > ferunt (~ φέρονσι > αττ-ιων. φέρουσι).

Παραθέτω ως παράδειγμα μία αρκαδική επιγραφή από τον Ορχομενό (μέσα 4ου π.Χ. αι.) στην οποία συνυπάρχουν τα Ἐρχομένιοι/Ὀρχομένιοι > Ἐρχομίνιοι, ἐνἰν, ὅμοιος > ὕμοιος και Ἐνυάλιος > Ἰνυάλιος.

inyalios

Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική, η εξύψωση των τονισμένων /e,o/>/i,u/ πριν από έρρινα ένηχα έγινε αρκετά νωρίς, ώστε να αποτρέψει την αναμενόμενη πρωτορωμανική ή μεταφωνική ΑΒΡ διφθογγοποίησή τους (/ε/>//, /o/>/o̯a/). Είχε ήδη συμβεί τον 6° μ.Χ. αιώνα, γιατί ο Προκόπιος και ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης μας παραθέτουν τα δημώδη λατινικά τοπωνύμια «Γεμελλομοῦντες», «Καλβομοῦντις» και «Ἀρῖνα» (Montēs Gemellī = «Δίδυμα Όρη», Mōns Calvus/Montem Calvum = «Φαλακρόν Όρος», Arena = «Ἄμμος») στην ευρύτερη Μυσία, τα οποία δείχνουν την εξέλιξη λατ. *mōns/montem > PR mοntε > ΑΒΡ muntε (λ.χ. βλαχικό munti και ρουμανικό munte) και λατ. arēna > PR arena > ΑΒΡ arina (λ.χ. βλαχικό arinã και ρουμανικό arină).

[Προκόπιος, Περί Κτισμάτων]

Τὰ Θρᾳκῶν λειπόμενα.

Παρά τε τὸν Εὔξεινον πόντον καὶ ποταμὸν Ἴστρον, κἀν τῇ μεσογείᾳ, οὕτως. Μυσίας παρὰ μὲν ποταμὸν Ἴστρον·

Ἐρκούλεντε. Σκατρῖνα. Ἀππίαρα. Ἐξεντάπριστα. ∆εονίανα. Λιμώ. Ὀδυσσός. Βίδιγις. Ἀρῖνα. Νικόπολις. Ζικίδεβα. Σπίβυρος. Πόλις Κάστελλον. Κιστίδιζος. Βαστέρνας. Μέταλλος. Βηρίπαρα. Σπαθιζός. Μαρκέρωτα. Βόδας. Ζισνούδεβα. Τουρούλης. Ἰουστινιανούπολις. Θερμά. Γεμελλομοῦντες. Ἀσίλβα. Κούσκαυρι. Κούσκουλι. Φοσσᾶτον. Βισδίνα. Μαρκιανούπολις. Σκυθιάς. Γραψώ. Νονώ. Τροσμής. Νεαϊοδουνώ. Ῥεσιδίνα. Κωνσταντιανά. Καλλάτις. Βασσίδινα. Βελεδίνα. Ἄβριττος. Ῥουβοῦστα. ∆ινισκάρτα. Μοντερεγῖνε. Βέκις. Ἀλτῖνα. Μανροβάλλε. Τίγρα. Σκεδεβά. Νόβας.

[Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, 2.15.3] κατῆραν τοίνυν τοῦ Αἵμου ἐπὶ Καλβομοῦντις καὶ Λιβιδουργὸν πολεμησείοντες

Για να δείξω την αποτροπή της διφθογγοποίησης πριν από έρρινο ξεκινάω πρώτα με μερικές τυπικές ΑΒΡ διφθογγοποιήσεις των τονισμένων /ε/,/ɔ/σε άλλες θέσεις:

πέτρα > λατ. petra > PR pεtra > ΑΒΡ pjetra > pjatra > ρουμανικό piatră και βλαχικό chiatrã (με τυπική βλαχική τροπή /pj/>/kj/, λ.χ. lupu = «λύκος», αλλά lu > lu = «λύκοι» και rapiō > arachiu)

λατ. herba > PR εrba > ΑΒΡ jerba > je̯arba > jarbə > βλαχικό iarbã και ρουμανικό iarbă (~ ισπαν. yerβa)

λατ. porta > ABΡ po̯arta > po̯artə > βλαχικό poartã και ρουμανικό poartă (~ ισπαν. puerta)

λατ. nox/noctem > ΑΒΡ no̯actε > no̯apte > βλαχικό noapti και ρουμανικό noapte

Προσέξτε τώρα τι γίνεται στα τονισμένα λατινικά /e,ē,o,ō/ στην ΑΒΡ πριν από τα έρρινα ένηχα /n,m/:

λατ. argentum > PR argεnto > ΑΒΡ arginto > βλαχικό arzintu και ρουμανικό argint (όχι όπως το δαλματικό arziant = /ardžʲant/)

λατ. gener/generem = «γαμπρός» (σύζυγος κόρης) > PR gεnεrε > ΑΒΡ ginere > βλαχικό dziniri και ρουμανικό ginere (/džinere/)

λατ. ventus > PR vεnto > ΑΒΡ vincto > vimptu > βλαχικό vimtu και ρουμανικό vânt (όχι όπως το δαλματικό viant και το ισπανικό viento)

λατ. dēns/dentem > PR dεntε > ΑΒΡ dintε > βλαχικό dinti και ρουμανικό dinte (όχι όπως το δαλματικό diant και το ισπανικό diente)

λατ. mēns/mentem > PR mεntε > ΑΒΡ mintε > βλαχικό minti και ρουμανικό minte

λατ. arēna > PR arena > ΑΒΡ arina > βλαχικό arinã και ρουμανικό arină

λατ. vēndō > PR vendo > ΑΒΡ vindo > βλαχικό vindu και ρουμανικό vinde/vând

λατ. catēna > PR catena > ΑΒΡ catina > βλαχικό cãtinã και ρουμανικό cătină

λατ. bene > PR bεnε > ΑΒΡ binε > ρουμανικό bine και βλαχικό ghini (/bi/>/gi/ όπως albi > alghi) (όχι όπως το γαλλικό bien και το ισπανικό bien)

λατ. mōns/montem > ΑΒΡ montε > muntε > βλαχικό munti και ρουμανικό munte (όχι όπως τα noapti/noapte)

λατ. pōns/pontem > ΑΒΡ pontε > puntε > βλαχικό punti και ρουμανικό punte (όχι όπως το δαλματικό puant και το ισπανικό puente)

λατ. bonus > ΑΒΡ bono > buno > βλαχικό bunu και ρουμανικό bun (όχι όπως το ιταλικό buono και το ισπανικό bueno)

λατ. cotōneum > ΑΒΡ cotonjo > gotunjo > βλαχικό gutunju και ρουμανικό gutuie (nj>j όπως στο cuneus > cunju > cui)

λατ. pastiō/pastiōnem > ΑΒΡpastjonε > paštjunε > pašunε > βλαχικό pãshuni και ρουμανικό pășune

λατ. tītiō/tītiōnem > ΑΒΡ titjonε > titšunε > βλαχικό tãciuni και ρουμανικό tăciune

Z. Η βλαχική τροπή /Pj/>/Kj/

Μετά την διάσπαση της ΑΒΡ, στην Βλαχική συνέβη μια τροπή που δεν απαντά στην Ρουμανική. Όλα τα χειλικά σύμφωνα πριν από /i/,/j/ τράπηκαν στα αντίστοιχα υπερωικά.

/pj/>/kj/

λατ. petra > ΑΒΡ pjatra (ρουμ. piatră) > βλαχ. chiatrã (/kjatrə/)

λατ. rapiō > ΑΒΡ rapjo > βλαχ. arachiu (/arakju/)

λατ. pectus > ΑΒΡ pjepto (ρουμ. piept) > βλαχ. chieptu (/kjeptu/)

λατ. lupus/lupī > ΑΒΡ lupo/lupj (ρουμ. lup/lupi = /lupj/) > βλαχ. lupu/luchi = /lukj/

/bj/>/gj/

λατ. bene > ΑΒΡ bine (ρουμ. bine) > βλαχ. ghini

λατ. alveus = «κυψέλη» > ΑΒΡ albina = «μέλισσα» (ρουμ. albină) > βλαχ. alghi

/fj/>/hj/

λατ. ferrum > ΑΒΡ fjero (ρουμ. fier) > βλαχ. hieru

λατ. fīlius > ΑΒΡ filjo (ρουμ. fiu) > βλαχ. hilju

λατ. fīcus > ΑΒΡ fico/fica > βλαχ. hic/hi

λατ. (iecur) fīcātum > ΑΒΡ ficato (ρουμ. ficat) > βλαχ. hicatu

/vj/>/jj/~/j/

λατ. vīnum >  ΑΒΡ vino > βλαχ. yinu

λατ. vītis = «αμπέλι» > VL ta > βλαχ. ayi

λατ. vītea «αμπέλ(ε)ια» > PR vitja > ΑΒΡ vitsa = «αμπέλι» (ρουμ. viță ) > βλαχ. yitsã

λατ. vespa > ΑΒΡ *vespis > vjespe (ρουμ. viespe) > βλαχ. yiaspi

λατ. vespārium = «σφηκοφωλιά» > ΑΒΡ *visparjo > βλαχ.  yispar

λατ. vīctus > ΑΒΡ vipto (ρουμ. vipt) > βλαχ. yiptu

λατ. vīgintī > PR viginti > ΑΒΡ vigintsʲ > βλαχ. yinghits (με επιπλέον μετάθεση του /n/, όπως στο νεοελληνικό ἄκανθος > ἀκάνθιον > ανκάθιον > αγκάθι)

Advertisements

7 Comments

Filed under Uncategorized

7 responses to “Η διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες #4

  1. Ρωμηός=Γραικός=Έλληνας. Όλα δικά μας ήταν (πριν τον Σμερδαλέο). :)

    Φάβιος Μάξιμος Αναβλητής

    Χαχα στα ελληνικά τον είπαν και “μελλητή” λέει :

    https://books.google.gr/books?id=GvgTAwAAQBAJ&pg=PA211&dq=%CF%8E%CF%82+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82+%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CE%B9&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwiglNnlvvHPAhWDmBoKHUvmCDUQ6AEIHDAA#v=onepage&q=%CF%8E%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82%20%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CE%B9&f=false

    https://books.google.gr/books?id=kWkGAAAAQAAJ&pg=PA191&dq=%CE%A6%CE%AC%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82+%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwj5kdS3vvHPAhUFWBoKHbHwAvkQ6AEIIjAB#v=onepage&q=%CE%A6%CE%AC%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82%20%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82&f=false

    Μάλλον από αυτήν την λέξη :

    http://greek_greek.enacademic.com/93565/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CF%82

    Και μια παρόμοια νεότερη περίπτωση που μου θύμισε :

    Κατόπιν τούτων ἐπῆλθεν ἡ ἀποκήρυξις τοῦ ἀρματολοῦ Χρήστου Μηλιόνη ὡς κλέφτου, ἥτις δὲν ἐβράδυνε νὰ πεμφθῇ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως.
    Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, διὰ νὰ ἀποδεικνύηται ἑκάστοτε ἀληθεύουσα ἡ ἀρχαία ἐπὶ διχονοίᾳ μομφή, διὰ νὰ μὴ ἐκλίπῃ ποτὲ ἡ πατροπαράδοτος ἐκείνη ἐθνικὴ ἀρά, εὑρέθη καὶ εἷς χριστιανὸς προεστώς, ὁ Πάνος Μαυρομάτης, πρόθυμος νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Οὗτος συνεξεστράτευσε μετὰ τοῦ Δερβέναγα τῆς Ἀκαρνανίας Μουχτάρ, τοῦ ἐπιλεγομένου Κλεισούρα, κατὰ τοῦ ἡμετέρου ἀνδρείου κλέφτου.
    Ἀγνοεῖται ὁ λόγος δι᾽ ὃν ἀπεδόθη τὸ ἐπίθετον τοῦτο εἰς τὸν εἰρημένον Μουχτάρ. Ἀλλ᾽ ἂν ἐπεκλήθη οὕτω, διότι ἦτο ἐπιτήδειος εἰς τὸ νὰ πολιορκῇ εἰς κλεισωρείας τοὺς ἐχθροὺς οὓς ἐπολέμει, οὐδὲν ἀτυχέστερον παρωνύμιον ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ. Πιθανώτερον εἶναι ὅτι ὁ εἰρημένος Μουχτὰρ Κλεισούρας ἠξιώθη τοῦ ἐπιθέτου τούτου, διότι μᾶλλον ἠγάπα νὰ ἀποκλείῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην πρὸς τοὺς πολεμίους συμπλοκήν. 🙂
    Τεκμήριον τούτου ἦτο ὅτι ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ δεκαεννέα ἡμέρας, καθ᾽ οὓς ὑπεκρίνετο ὅτι κατεδίωκεν τὸν Χρῆστον Μηλιόνην εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἀκαρνανίας, οὐδεμίαν ἁψιμαχίαν κατώρθωσε νὰ συνάψῃ πρὸς αὐτόν.

    Ὁμολογητέον ὅμως ὅτι δὲν ἦτο τόσον εὔκολον τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ἐφαρμογήν, ὅσον φαίνεται λεγόμενον. Ἁψιμαχία κατὰ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη ἦτο δυσχερέστατον καὶ τραχύτατον ἔργον. Διότι ὁ Χρῆστος πλὴν τῆς προσωπικῆς ἀνδρείας καὶ ἐμπειρίας του εἶχε τοὺς μονομάτους, τοὺς τρομεροὺς ἐκείνους σκοπευτάς, οἵτινες ἐθέριζον τοὺς Τούρκους τόσον κανονικῶς, ὡς νὰ κατεῖχον εἰς χεῖρας τὸ δρέπανον τοῦ Χάρου, τοῦ μόνου ἀρματολοῦ τῆς ἀρχαίας Ἠπείρου.
    Περὶ μέσα Ἀπριλίου τοῦ εἰρημένου ἔτους εἶχε στήσει ὁ Χρῆστος τὸ λημέρι του ἐπὶ ὑψηλοῦ ζυγοῦ ἑνοῦντος δύο ἐξηρμένας κορυφάς. Ἡ θέσις ὠνομάζετο Ζυγουριά. Τὸ μέρος τοῦτο ἀπετέλει μικρὰν κοιλάδα, ἔχουσαν ἑκατὸν βημάτων περίμετρον, περιεχομένην μεταξὺ τεσσάρων φυσικῶν προμαχώνων. Οὗτοι ἐσχηματίζοντο ἐκ τεσσάρων ὑψηρεφῶν σκοπιῶν, ἐφ᾽ ὧν συνηλλάσσοντο τέσσαρες ἑκάστοτε ἄγρυπνοι φρουροί, κρατοῦντες τὰ καρυοφύλλια. Αἱ σκοπιαὶ αὗται ἐκαλοῦντο μὲ λατινικὸν ὄνομα βίγλες· ἐπ᾽ αὐτῶν ἐβίγλιζον, ἤτοι ἐφρούρουν, ἐξ ὑπαμοιβῆς οἱ γενναῖοι ἄνδρες τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Προσεδοκᾶτο δὲ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἡ ἐπίθεσις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ.
    Ἀλλ᾽ εἰς μάτην ἐβίγλιζον οἱ κλέφται ἐξ ὑπαμοιβῆς, καὶ εἰς μάτην οἱ σύντροφοί των ἐκοιμῶντο ἀνήσυχοι ἐπὶ τῶν καρυοφυλλίων. Ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας πολὺ ἔμελλε νὰ βραδύνῃ ὅπως ἐφορμήσῃ κατὰ τοῦ ὀρεινοῦ στρατεύματος, ἂν ἔμελλεν ἐντοσούτῳ νὰ ἐφορμήσῃ ποτέ!

    http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/79-02-01-christos-milionis-1885

    • Τέλειο το «μελλητής» που βρήκες Ριβαλντίνιο !!! Σημαίνει ακριβώς cunctator ~ «αναβλητής, αυτός που αναβάλλει για το μέλλον» !!! Άρε Δίωνα άπιαστε!

      (θα σε προσθέσω στην ανάρτηση)

  2. JohnnieR

    Πάντως εγώ σκέφτηκα το “αμελλητί” που πάει να πει αμέσως, να μην αφεθεί για το μέλλον, να μην αναβληθεί… Σωστά;

    • Σωστά.

      [Θουκ., 1.86] καὶ τοὺς ξυμμάχους, ἢν σωφρονῶμεν, οὐ περιοψόμεθα ἀδικουμένους οὐδὲ μελλήσομεν τιμωρεῖν·

      Δεν θα καθυστερήσουμε να τιμωρήσουμε.

  3. Για την επόμενη ανάρτηση θα χρειαστώ μια μικρή πληροφόρηση.

    Όποιος ξέρει τους βλαχικούς τύπους του δεύτερου ενικού προσώπου «(εσύ) πλένεις», «(εσύ) πουλάς» (λ.χ. ιταλ. lavi/vendi και ρουμαν. lai, vinzi) ας τους παραθέσει. Υποθέτω ορθά ότι είναι lai και vindzi;

    Ευχαριστώ

    • JohnnieR

      Νομίζω έτσι είναι. Tini lai, tini vindz (αν δεν κανω λάθος δεν ακούγεται το i)

      • Έτσι είναι όπως το λες, δεν ακούγεται το /i/, επειδή τράπηκε σε ημιφωνικό /j/ που προστριβοποίησε το /d/ σε /dj/>/dz/.

        Ευχαριστώ Johnnie.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s