Η διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες #3

Συνεχίζω από εκεί που σταμάτησα στην προηγούμενη ανάρτηση, την οποία έκλεισα αναφέροντας την πρώτη λατινική προστριβοποίηση /tj/>/tsʲ/.

Ε.3. Η εξέλιξη του πρωτορωμανικού /dj/

Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης (~630 μ.Χ.) γράφει “solent Itali dicere ozie pro hodie = «οι Ιταλοί συνηθίζουν να λένε /oddžʲe/ αντί για hodie» και τον επιβεβαιώνουν οι επιγραφικές απαντήσεις oze < hodie και ziaconus < diaconus.

hodie

λατ. hōc diēm > hōdiē «σήμερα» > PR odje > ιταλικό oggi (/oddži/), ισπανικό hoy (/oj/), προτογαλικό hoje, γαλλικό hui (/ɥi/) κλπ

λατ. diēs ~ diurnus = «ημέρα, ημερίσιος» > PR dje ~ djorno > ιταλικό giorno/giornata (/orno/), ισπανικό jornada (/χornaδa/), γαλλικό jour/journée (/žuʀ/), βλαχικό dz, ρουμανικό zi/ziua

λατ. medius/mediānus > PR mεdjo/mεdjano > ιταλικό mezzo/mezzano (/meddzo/, βορειοϊταλικός συμφωνισμός), γαλλικό mi- /moyen, βλαχικό njedzu, ρουμανικό miez κλπ.

*πόδιον > λατ. podium > PR podjo > ιταλικό poggio (/pod.o/), ισπανικό poyo, μέσο γαλλικό puie κλπ.

λατ. radius > PR radjo > ιταλικό raggio, ισπανικό rayo, γαλλικό rai ~rayon, βλαχικό (a)radzã, ρουμανικό rază κλπ.

VL *sediola > PR sedjola > ιταλικό seggiola (και διαλεκτικό νοτιοϊταλικό sedia > seggia)

λατ. merīdiēm > PR meridjo > ιταλικό pomeriggio (< post merīdiēm = μετά μεσημβρίας ~ απόγευμα), βλαχικό amiridzu (= σκιερό μέρος για να περάσουν το μεσημέρι τα πρόβατα), ρουμανικό meriză (ίδια σημασία με τον βλαχικό όρο) κλπ.

λατ. hordeum > PR hordjo > ιταλικό orzo (/ordzo/, βορειοϊταλικός συμφωνισμός), γαλλικό orge (/ɔʁž/), βλαχικό ordzu, ρουμανικό orz κλπ.

Ο γενικός κανόνας είναι πως τα πρωτορωμανικά /j/ και /dj/ συγχωνεύτηκαν, επειδή συμπεριφέρονται παρόμοια στις θυγατρικές ρωμανικές γλώσσες.

Στην Ιταλική η τυπική εξέλιξη είναι /dj/>/(d)dž/ = «(g)gi» (ο διπλασιασμός  σε μεσοφωνηεντική θέση) αν και υπάρχουν και σποραδικοί βορειοϊταλισμοί (/(d)dz/, mezzo, mezzano, orzo)

Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική η εξέλιξη ήταν /dj/>/dz/ το οποίο διατηρείται στην Βλαχική, ενώ έχει αποπροστριβοποιηθεί (/dz/>/z/) στη Ρουμανική (λ.χ. njedzu/ordzu ~ miez/orz).

Στην Ισπανική το /dj/ συμπεριφέρεται όπως και το /j/ (jornada ~ José, rayo ~ Mayo κλπ)

Στην Γαλλική το /dj/ κατέληξε /ž/ σε αρκτική και μετασυμφωνική θέση (jour, orge) και /y/ μεσοφωνηεντικά (moyen, rayon).

E.4. H εξέλιξη των ουρανωμένων υπερωικών /kʲ/,/gʲ/

Η προστριβοποίηση των υπερωικών συμφώνων /k/,/g/ πριν από /i/,/e/ είναι η τελευταία χρονικά πρωτορωμανική προστριβοποίηση. Οι γλωσσολόγοι χρονολογούν στον 5° μ.Χ. αι. την γενίκευσή της στις χαμηλές κοινωνιολέκτους, με τις «υψηλότερες» κοινωνιολέκτους να αντιστέκονται μέχρι και τον 6° αιώνα.

Η Σαρδηνική και εν μέρει η Δαλματική είναι οι μόνες γλώσσες που απέφυγαν την προστριβοποίηση των υπερωικών που συνέβη σε όλες τις άλλες ρωμανικές γλώσσες. Ο λόγος είναι προφανώς η γεωγραφική απομόνωση αυτών των ποικιλιών.

Έτσι ενώ τα λατινικά decem = «δέκα» και gener/generem = «γαμπρός» απαντούν προστριβοποιημένα στις άλλες γλώσσες (λ.χ. ιταλικά dieci = /djetši/, genero = /dženero/), στη Σαρδηνική απαντούν ως *dece  > dege = /dege/ και generu = /generu/.

Η Δαλματική, από την άλλη, ενώ προστριβοποίησε κανονικά τα k,g πριν από /i/, απέφυγε την προστριβοποίηση των συλλαβών /ce/,/ge/ με την τροπή e>aj.

λατ. quīnque > PR cinque > δαλμ. čenc = /tšenk/

αλλά

λατ. cēna «δείπνο» > PR cena > δαλμ. caina = /kajna/ (αλλά ιταλικό cena = /tšena/)

λατ.cēra > «κερί» > PR cera > δαλμ. caira = /kajra/ (αλλά ιταλικό cera = /tšera/)

Παρατηρούμε την προστριβοποίηση των υπερωικών στο δημώδες λατινικό τοπωνύμιο «Μουτζιανικάστελλον» (< Mutšani Castellum < Mūciānī Castellum = «Κάστρο του Μουκιανού») που ο Προκόπιος αναφέρει στη Μεσόγειο Δακία στο «Περί Κτισμάτων», καθώς η διήγησή του κινείται από την Παυταλία στη Ρεμεσιανή:

Ὑπὸ πόλιν Γέρμεννε,

νέον μὲν Σκαπλιζώ. ἀνενεώθη δέ· Γερμάς. Κανδαράς. Ῥολλιγεράς. Σκινζερίες. Ῥιγινοκάστελλον. Σουεγωγμένσε.

Ὑπὸ πόλιν Παυτά·

Τάρπωρον. Σουάβαστας. Χερδούσκερα. Βλέβοις. Ζεαπουρίες.

Ἐν χώρᾳ Σκασσετάνᾳ·

Ἄλαρον. Μαγιμιάς. Λουκουνάντα. Βάλαυσον. Βούττις.

Ὑπὸ πόλιν δὲ …

νέα μέν· Καλβεντία. Φαράνορες. Στρανβάστα. Ἄλδανες. Βαραχτέστες. Σάρματες. Ἄρσενα. Βράρκεδον. Ἐραρία. Βερκάδιον. Σαβινίριβες. Τιμίανα. Κάνδιλαρ. Ἄρσαζα. Βικούλεα. Καστέλλιον. Γρόφφες. Γάρκες. Πίστες. ∆ούσμανες. Βράτζιστα. Ὁλόδορις. Κασσία. Γράνδετον. Οὐρβρίανα. Νώγετο. Γούρβικον. Λαύτζονες. ∆ουλίαρες. Μεδίανα. Τιούγκωνα. Καστέλλιον. Ἀνενεώθη δέ· Ἕρκουλα. Μουτζιανικάστελλον. Βούρδωπες. Κάλις. Μιλλάρεκα. ∆έδβερα. Χεσδούπαρα.

Ἐν χώρᾳ Ῥεμισιανισίᾳ· […]

Επεσήμανα και την πόλη του Βελισαρίου Γέρμη/Γερμάν(ν)η/Γερμανία (σημερινά Σαπάρεβα Μπάνια), γιατί οι Βούλγαροι μέχρι σήμερα λένε το ποτάμι της περιοχής Džermen, κάτι που δείχνει ότι οι Σλάβοι κληρονόμησαν τον προστριβοποιημένο ρωμανικό τύπο German(i)a > *Džermenja (ή μήπως τον προστριβοποιημένο θρακικό, λ.χ. αλβαν. IE *gwherm- > PAlb *džerma > zjarm ?? Το χαρακτηριστικό της περιοχής ήταν και είναι οι θερμές πηγές που τροφοδοτούν τα «Μπάνια») από τους λατινόφωνους γηγενείς (λ.χ. λατ. margō/marginem > VL margina > βλαχ. mardzi και το θρακικό ποταμωνύμιο «Τόνζος» > βουλγ. Tuna).

dzermen

Γεώργιος > λατ. Geōrgius > PR Gjorgjo > ιταλικό Giorgio (/oro/), ισπανικό Jorge (/χorχe/), γαλλικό Georges (/žɔʁž/) κλπ

λατ. gelū/gelidus «παγετός/παγωμένος» > PR gelo/gelido > ιταλικό gelido (/dželido/), ισπανικό hielo (/yelo/) και lido (/χeliδo/), γαλλικό gel (/žεl/), βλαχικό dzeru (/dzeru/) και ρουμανικό ger (/er/).

λατ. germānus = «αδελφός» > PR germano > ιταλικό germano (/džermano/), ισπανικό germano (/χermano/), γαλλικό germain (/žɛʁ.mɛ̃/)

λατ. gener/generem = «γαμπρός» > PR n(ε)rε > ιταλικό genere (/dženere/), ισπανικό yerno, γαλλικό gendre (/žɑ̃dʁ), βλαχικό dziniri, ρουμανικό ginere (/džinere/).

λατ. margō/marginem «άκρο, σύνορο» > PR margenε ~ marginε > ιταλικό margine (/mardžine/), ισπανικό margen (/marχen/), γαλλικό marge (/maʁž/), βλαχικό mardzi, ρουμανικό margine (/mardžine/)

λατ. argentum > PR arnto > ιταλικό argento (/ardžento/), ισπανικό argento (/arχento/), γαλλικό argent (/aʁ.žɑ̃/, βλαχικό arzintu (< *ardzintu), ρουμανικό argint (/ardžint/).

γύψος > λατ. gypsum > VL gipso > PR gepso > ιταλικό gesso (/esso/), ισπανικό gis/yeso (/χis/,/yeso/)

πλαγία (λ.χ. πλαγιά) > λατ. plágia > PG plagja «ακτή» > ιταλικό piaggia (/pjaddža/), ισπανικό playa (/playa/), γαλλικό plage (/plaž/, η «πλάζ» που λέμε)

λατ. mergēre > PR mεrgerε > ιταλικό mergere (/merdžere/) και, με σημασιακή αλλαγή «βυθίζομαι» > «πηγαίνω» στην ΑΒΡ, βλαχικό njergu/njardziri και ρουμανικό a merge (/merdže/)

Η Ιταλική έκανε την τυπική τροπή της // > /(d)dž/, η Γαλλική τη δική της τυπική τροπή //> // > /ž/ και η Iσπανική κυμαίνεται τυπικά μεταξύ /y/~/χ/ (λ.χ. /yelo/~/χeliδo/ και /χis/~/yeso/). Τέλος, κρίνοντας από τα βλαχικά λήμματα του βικιλεξικού, ενώ η Ρουμανική δείχνει το αναμενόμενο /dž/, η Bλαχική φαίνεται να το έτρεψε σε /dz/ (λ.χ. dzeru, dziniri, mardzinã, njergu/njardziri, arzintu και όχι «ge/gi» = /dže,dži/, όπως λ.χ. στο iocus > giocu).

Πάμε τώρα να δούμε την εξέλιξη του //.

λατ. faciēs > VL facia >R fakja > ιταλικό faccia (/fattša/), ισπανικό faz~haz (/(f)aθ/), γαλλικό face (/fas/ > αγγλικό face), βλαχικό fatsã, ρουμανικό față (/fatsă/).

βραχίων > λατ. bracchium > PR brakjo > ιταλικό braccio (/brattšo/), ισπανικό brazo (/braθo/, γαλλικό bras (/bra/ < παλαιό γαλλικό brace = /bras/, λ.χ. αγγλικό embrace), βλαχικό bratsu, ρουμανικό braț

λατ. cinis/cinerem > PR kenεrε > ιταλικό cenere (/tšenere/), ισπανικό *cinisia > ceniza (/θeniθa/), γαλλικό *cenrε > cendre (/sɑ̃dʁ/) και VL *cinusia > βλαχικό cinushi ~ tsinushã (/tšin-/ ~ /tsin-/) και ρουμανικό cenușă (/tšenuša/)

λατ. cīvitās/cīvitātem > PR kivetatε > ιταλικό città (/tšitta/), ισπανικό ciudad (/θjuδaδ/< θiβδaδ), γαλλικό cité (/site/, λ.χ. αγγλικό city), βλαχικό tsitati, ρουμανικό cetate (/tšetate/).

λατ. cervus > PR rvo > ιταλικό cervo (/tšervo/), ισπανικό ciervo (/θjerβo/), γαλλικό cerf (/ʁ/), βλαχικό tserbu, ρουμανικό cerb (/erb/)

λατ. carrus > carrūc(e)a > PG karrūkja > ιταλικό carrozza (/karrottsa/ > καρότσα), ρουμανικό căruță (/kărutsă/) και βλαχικό cãrutsã

Η Ιταλική κατά κανόνα δείχνει την τροπή /kj/>/(t)tš/ (ωστόσο το carrozza έχει /tts/), ενώ ολόκληρος ο Γαλλοϊβηρικός κλάδος εν τέλει κατέληξε σε ένα κοινό /ts/ που στην μεν Πρότυπο Ισπανική προφέρεται /θ/ (λ.χ. Βαρκελώνη > Barθelona) και στις σιγματικές ισπανικές διαλέκτους /s/ (/Barselona/), στη δε Γαλλική προφέρεται /s/ (προφορά που πέρασε και στην Αγγλική, λ.χ. city, cynic). Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική, το μετατονικό /kj/ έγινε /ts/ αντί για /tš/ (λ.χ. ρουμανικά rvus/fácia > cerb/față) και το /ts/ αυτό γενικεύτηκε ακόμα περισσότερο στην Βλαχική (tserbu/fatsã).

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της ρωμανικής προστριβοποίησης των υπερωικών είναι το ότι στην Γαλλοϊβηρική ρωμανική η μεσοφωνηεντική ηχηροποίηση (/p,t,k/ > /b,d,g/ > /β,δ,γ/, λ.χ.catēna > βενετσ. caδena) συνδυάστηκε με την προστριβοποίηση του // δίνοντας εν τέλει /z/ αντί για /s/. Η Ισπανική δεν δείχνει αυτή την εξέλιξη επειδή έκανε επανατροπή z>s,θ. Ωστόσο, η συμφωνία Γαλλικής, Βενετσιάνικης και Πορτογαλικής δείχνει ότι πρόκειται για κοινή γαλλοϊβηρική εξέλιξη.

λατ. vīcīnus > PR vicino > ιταλικό vicino (/vitšino/), αλλά WR *vecino > vetsino > vedzino > vezino > γαλλικό voisin (/βwa.zɛ̃/), βενετσιάνικο vesino (/vezino/) και πορτογαλικό vizinho.

λατ. coquīna > VL cona > ιταλικό cucina (/kutšina/), αλλά WR cucina > cutsina > cu(j)dzina > cu(j)zina > γαλλικό cuisin (/kɥi.zin/), βενετσιάνικο cusina (/cuzina/> νεοελληνικό κουζίνα), πορτογαλικό cozinha.

Παράρτημα: Τα απροστριβοποίητα πρώιμα λατινικά δάνεια της Ελληνικής και της Αλβανικής.

Ενδιαφέρον έχουν τα λατινικά δάνεια της Ελληνικής και της Αλβανικής (και, αν θέλουμε να διευρύνουμε το θέμα, και της Γερμανικής) που εισήλθαν στις γλώσσες αυτές ΠΡΙΝ την προστριβοποίηση των ουρανικών συμφώνων, δηλαδή πριν το ~500 μ.Χ.

Ότι τα λατινικά ονόματα Cicerō και Caesar εισήλθαν πολύ νωρίς στην Ελληνική ως Κικέρων και Καίσαρ , πολλούς αιώνες πριν τη ρωμανική προστριβοποίηση των ουρανωμένων υπερωικών (λ.χ. τα ιταλικά Cicerone = /tšitšεronε/ και Cesare = /tšezarε/ και οι γαλλoγενείς αγγλικές προφορές Cicero = /sɪsəɹəʊ/ και Caesar /siːzəɹ/), είναι τόσο γνωστό  που δεν χρειάζεται καν επισήμανση. Αρκεί να ρίξετε μια ματιά στον Πλούταρχο που έγραψε στα χρόνια του Τραϊανού (~100 μ.Χ.):

[Πλούταρχος, Καίσαρ, 1.1] τὴν Κίννα τοῦ μοναρχήσαντος θυγατέρα Κορνηλίαν, ὡς ἐπεκράτησε Σύλλας, οὔτε ἐλπίσιν οὔτε φόβῳ δυνηθεὶς ἀποσπάσαι Καίσαρος, ἐδήμευσε τὴν φερνὴν αὐτῆς. αἰτία δὲ Καίσαρι τῆς πρὸς Σύλλαν ἀπεχθείας ἡ πρὸς Μάριον οἰκειότης ἦν. Ἰουλίᾳ γὰρ, πατρὸς ἀδελφῇ Καίσαρος, ὁ πρεσβύτερος συνῴκει Μάριος, ἐξ ἧς ἐγεγόνει Μάριος ὁ νεώτερος, ἀνεψιὸς ὢν Καίσαρος,

[Πλούταρχος, Κικέρων, 1.1] Κικέρωνος δὲ τὴν μὲν μητέρα λέγουσιν Ἑλβίαν καὶ γεγονέναι καλῶς καὶ βεβιωκέναι, περὶ δὲ τοῦ πατρὸς οὐδὲνἦν πυθέσθαι μέτριον, οἱ μὲν γὰρ ἐν κναφείῳ τινὶ καὶ γενέσθαι καὶ τραφῆναι τόν ἄνδρα λέγουσιν, οἱ δ᾽ εἰς Τύλλον Ἄττιον ἀνάγουσι τὴν ἀρχὴν τοῦ γένους, βασιλεύσαντα λαμπρῶς ἐν Οὐολούσκοις καὶ πολεμήσαντα Ῥωμαίοις οὐκ ἀδυνάτως.

Ας δούμε τώρα τα πιο καθημερινά απροστριβοποίητα λατινικά δάνεια σε Ελληνική και Αλβανική.

λατ. cancellus > ελληνικό κάγκελον, αλλά ιταλικό cancello (/kantšello/) και γαλλικό chancel (/šɑːnl/)

λατ. cellārium > ελληνικό κελλάριον/κελλάρι, αλβανικό qilar (και γερμανικό Keller), αλλά ιταλικό *cellārium > cellaio (/tšellaio/), βλαχικό tsilari και ρουμανικό celar = /tšelar/.

λατ. commercium > ελληνικά κομμέρκιον/κομμερκιάριος και αλβανικό kumerq (kumer), αλλά ιταλικό commercio (/kommertšo/) και γαλλικό commerce (/kɒmɜːʳs/).

Άλλα παραδείγματα από την Αλβανική είναι τα εξής:

λατ. faciēs > VL *facia > αλβ. faqe, αλλά ιταλικό faccia (/fattša/), βλαχορουμανικό fatsã/față κλπ.

λατ. caelum = «ουρανός» > PR lo > αλβανικό qiell, αλλά ιταλικό cielo (/tšʲεlo/), βλαχικό tseru , ρουμανικό cer (/tšer/) κλπ.

λατ. ēricius «σκαντζόχοιρος» > PR erikjo > αλβ. uriq/iriq, αλλά βλαχικό ariciu (/ariu/ > η πηγή του διαλεκτικού νεοελληνικού «αρίτσους») και ρουμανικό arici (/aritši/), ιταλικό riccio (/rittšo/) κλπ.

λατ. socius «φίλος, σύμμαχος» > PR sokjo > αλβ. shok/shoq, αλλά βλαχικό sotsu (/sotsu/) και ρουμανικό soț (/sots/)

λατ. centum > PR nto > αλβ. qind, αλλά ιταλικό cento (/tšεnto/)

λατ. vīcīnus «πλήσιος, διπλανός» > VL vīneus > αλβ. fqinj, αλλά ιταλικό vicino (/vitšino/, βλαχικό vitsinu ~ yitsinu κλπ.

λατ. argentum > PR argεnto > αλβ. argjend, αλλά ιταλικό argento (/ardžento/), δαλματικό arziant (/arzjant/), ρουμανικό argint (/ardžint/) κλπ.

λατ. pāx/pācem = «ειρήνη, συνθήκη» > PR pa > αλβ. paqe, αλλά ιταλικό pace (/patše/), ισπανικό paz = /paθ/, παλαιό γαλλικό pais (/pajs/ > αγγλικό peace) κλπ.

λατ. grex/gregem = «κοπάδι» > PR grε > αλβ. gregj(ë), αλλά ιταλικό gregge (/greddže/) κλπ.

λατ. lēx/lēgem = «νόμος» > PR le > αλβ. ligj, αλλά ιταλικό legge (/leddže/), βλαχικό leadzi κλπ.

λατ. circāre = «τριγυρίζω» > PR kerkare = «ψάχνω, γυρεύω» > αλβανικό rkoj (λ.χ. kërkoj gjak = «γυρεύω αίμα», δηλαδή «γυρεύω να πάρω το αίμα μου πίσω» με βεντέτα/εκδίκηση), αλλά ιταλικό cercare (/tšerkare/), ρουμανικό a cerca (/tšerka/) κλπ.

λατ. calix/calicem > PR kalike > αλβ. kalike > kelike > qelq (και γερμανικό Kelch), αλλά ιταλικό calice (/kalitše/), ισπανικό cáliz (/kaliθ/) κλπ.

Σε όλα τα παραπάνω λατινικά δάνεια της Αλβανικής, που εισήλθαν στην γλώσσα πριν από το ~500 μ.Χ., αντιπαραβάλλονται τα μεταγενέστερα προστριβοποιημένα τοπωνύμια Δυρράχιον/Durrachium > PR *Durrakjo > *Durratso (λ.χ. ιταλικό Durazzo ~ *karrukja > carrozza) > Durrës (λ.χ. puteus > putjo > putso > αλβ. pus ~ ιταλ. pozzo) και Suacium > Swakjo > Swatso > Shas = σλαβ. Svač ~ Ιταλ. Suacia/Soazio). Την ενδεχόμενη ιστορική σημασία της διαφοράς των μεταγενέστερων δανείων Durrës/Shas ως προς το παλαιότερο στρώμα λατινικών δανείων (faqe, qiell, kumerq, iriq, shok, qind, fqinj, argjend, paqe, gregj, ligj, rkoj, qelκλπ) την αναλύει ο αυστριακός αλβανιστής Joachim Matzinger στις σελίδες που παραθέτω παρακάτω. Προκύπτει το αναπόφευκτο ερώτημα κατά πόσο οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών γνώριζαν το τοπωνύμιο Δυρράχιον/Durrachium ΠΡΙΝ από το ~500 μ.Χ.

Matzinger-Dyrrachium

 

ΣΤ. Η Γαλλοϊβηρική φωνολογία

Η Γαλλοϊβηρική ρωμανική εμφανίζει δύο βασικές φωνολογικές διαδικασίες:

  1. προτακτικό sC- > isC- > esC-
  2. μεσοφωνηεντικη εξασθένιση (lenition): /p,t,k/ > /b,d,g/ > /β,δ,γ/ (>)

ΣΤ.1. Το προτακτικό sC- >isC-> esC-

Έχω περιγράψει αυτήν την διαδικασία σε παλαιότερη ανάρτηση. Εδώ απλά θα πω ότι συνέβη γιατί, από ένα σημείο και έπειτα, η Γαλλοϊβηρική ρωμανική δεν μπορούσε να ξεκινήσει συλλαβή με το σύμπλεγμα /sC/ (C= σύμφωνο) και, το προτακτικό #i- της επέτρεψε να το σπάσει και να το μοιράσει σε δύο συλλαβές  (sCv- > is.Cv-). Κατά τη μετάβαση από τη Μέση στη Νέα Γαλλική, η γλώσσα έχασε το /s/ του συμπλέγματος, επειδή όλα τα γαλλικά /s/ στο τέλος προσυμφωνικής κλειστής συλλαβής αποβλήθηκαν μέσα από τη διαδικασία /s/>/χ/>∅. Η ρυθμιστική γραμματική Orhthographia Gallica διέσωσε τη μεταβατική προφορά με /χ/. Προσέξτε επίσης το γαλλικό αντιδάνειο στην Άνω Γερμανική foresta > foreht (σημερινό γαλλικό forêt).

[Orthographia Gallica] Quant /s/ est joynt [a la /t/] ele avera le soun de /h/, come est, plest secront sonez eght,pleght.

Όταν το /s/ προτάσσεται του /t/, τότε θα έχει την προφορά /χ/, έτσι ώστε τα est,plest να προφέρονται /εχt/,/plεχt/.

orthographia

σπάθη > λατ. spatha > PR spata > WR ispada > espaδa > ισπανικό espada (/es.pa.δa/), γαλλικό espee > épée

Στέφανος > λατ. Stephanus > PR Stεfanɔ > WR Isteβano > Esteβano > ισπανικό Esteban (/Es.te.βan/) και γαλλικό Étienne

σχολή > λατ. schola > PR skɔla > WR iskɔla > eskɔla > ισπανικό escuela, γαλλικό escole > école

λατ. spōnsa > PR sposa > WR isposa > esposa > ισπανικό esposa, γαλλικό espose > épouse

Και η Παλαιά Ιταλική είχε προτακτικό sC-> isC-, το οποίο στη συνέχεια σταδιακά αποβλήθηκε. Tο προτακτικό /isC-/ πρέπει να ήταν τυπικό των βορείων ιταλικών διαλέκτων. Τελικά επιβλήθηκαν οι απρότακτοι τύποι των νοτίων διαλέκτων (isposa/sposa > sposa).

ispada

ΣΤ.2. Η Γαλλοϊβηρική εξασθένιση (lenition)

Με τον όρο εξασθένιση (lenition) εννοούμε τη διαδικασία που αυξάνει την ενηχότητα (sonority) των συμφώνων.

Σε σειρά αύξουσας ενηχότητας, τα σύμφωνα κατανέμονται ως εξής:

διπλά > άηχα κλειστά, ηχηρά κλειστά > ηχηρά τριβόμενα > ∅

pp>p>b>β>∅

tt>t>d>δ>∅

kk>k>g>γ>∅

Στην Γαλλοϊβηρική ρωμανική (WR, Western = δυτική) συνέβησαν οι εξής αλυσιδωτές διαδικασίες σε μεσοφωνηεντική θέση:

  1. Τα διπλά άηχα σύμφωνα τράπηκαν σε μονά (λ.χ. /pp,tt,kk/>/p,t,k/, λ.χ. bucca > /boka/)
  2. Τα άηχα κλειστά σύμφωνα τράπηκαν πρώτα σε ηχηρά κλειστά και μετά σε ηχηρά τριβόμενα (/p,t,k/>/b,d,g/>/β,δ,γ/)
  3. Στην Γαλλική (και ενίοτε στην Ισπανική) τα ηχηρά τριβόμενα αποβλήθηκαν (/β,γ,δ/>, λ.χ. διάβολος/ὑπάγω > διάολος/πάω)

#1

λατ. bucca > WR boka > ισπανικό boca, γαλλικό bouche (boka > bua > buš)

λατ. cappella = «παρεκκλήσι» > WR capεlla > ισπανικό capilla (/capiʎa/, γαλλικό chapelle (> αγγλικό chapel)

#2,3

λατ. vīta > PR vita > WR vida > viδa > ισπανικό vida (/biδa/) και πρώιμο γαλλικό *viδe

λατ. focus > PR fɔco > WR fɔgo > fɔγo > ισπανικό fuego (/fweγo/) και πρώιμο γαλλικό *fweγə

λατ. amīcus > PR amico > WR amigo > amiγο > ισπανικό amigo (/amiγo/), και πρώιμο γαλλικό *amiγə

λατ. mūtus > PR mūto > WR mūdo > mūδo > ισπανικό mudo (/muδo/) και πρώιμο γαλλικό *myδə

λατ. catēna > PR catena > WR cadena > caδena > ισπανικό, οξιτανικό και βενετσιάνικο cadena (/caδena/) και πρώιμο γαλλικό *tšajδejne

λατ. medicus > PR mεdeco > WR mεdego > mεδeγο > βενετσιάνικο m(i)edego (/m(j)eδeγo/) και πρώιμο γαλλικό mεδeγə

λατ. nomen agentis -ātor/-ātōrem > PR -atorε > WR -adorε > -aδorε, λ.χ. cantātor > ιταλικό cantatore, αλλά ισπανικό και πορτογαλικό cantador και το βενετσιάνικο δάνειο κανταδόρος

λατ. -ātus/-āta > PR -ato/ata > WR -ado/-ada > -aδo/-aδa, λ.χ. cognātus > ιταλικά cognato/limonata, αλλά ισπανικά cuñado/limonada και τα αντίστοιχα βενετσιάνικα δάνεια κουνιάδος/λεμονάδα της Νεοελληνικής.

#4. Πρώιμη Γαλλική > Γαλλική

*viδe > vie (δ>∅)

*fweγə > feu (γ>∅)

*amiγə > ami (γ>∅)

*myδə > παλαιό γαλλικό mu (σημερινό muet = /mɥɛ/, /δ/>)

*tšajδene > tšajejne > chaîne (/šεn/ και αγγλικό chain, /δ/>, η δευτερογενής γαλλοϊβηρική τρίφθογγος /jej/ γίνεται /i/, λ.χ. ισπαν. sε-lla > sjejʎa > siʎa).

*mεδeγə > παλαιά γαλλικά mege, meie κλπ (δ,γ>∅)

Επειδή οι βορειοϊταλικές διάλεκτοι συμμετείχαν στην γαλλοϊβηρική εξασθένιση, η Ιταλική απέκτησε διτυπίες του τύπου:

λατ. pacāre > ιταλ. pacare ~ pagare

λατ. brāca «βράκα» > ιταλ. braca ~ braga

Ζ. Η ουράνωση του συμπλέγματος CL

Το μεσοφωνηεντικό σύμπλεγμα /CL/ υπέστη ουράνωση (Cl>C) στην πρωτορωμανική περίοδο, που διατηρείται στην Βλαχική, ενώ στην Ιταλική έδωσε τη θέση του σε /(C)Cj/:

λατ. oculus > PR οclo > οclʲo > βλαχικό oclju ~ ιταλικό occhio

λατ. vetulus > PR vetlo > veclo >veclʲo > βλαχικό veclju ~ ιταλικό vecchio

λατ. excloppus («κουτσός») > ΑΒΡ sclopu > scopu > βλαχικό shcljopu ~ ρουμανικό șchiop

Στην Ισπανική έγινε η τροπή cl > clʲ > -j- (/χ/): ojo = /oχo/, viejo = /bjeχo/ (πιθανόν –cul– > –gul–  > –gl– > –glʲ– > –– > –χ-, όπως marginem > margen = /marχen/)

Οι γαλλικοί συγγενείς œil και  vieux είναι πιο πολύπλοκη ιστορία.

λατ. planta «φυτό» > PR planta > ρουμανικό plântă, ιταλικό pianta, παλαιό ισπανικό llanta (/ʎanta/)

λατ. flamma = «φλόγα» > PR flamma > βλαχικό fljamã> fleamã, ιταλικό fiamma, παλαιό ισπανικό llama

λατ. flōs/flōrem = «άνθος» > PR florε > ισπανικό flor, γαλλικό fleur, βλαχικό floari, ιταλικό fiore (λ.χ. «Το φιόρο του Λεβάντε» που μπορείτε να δείτε εδώ) κλπ

Παραθέτω μερικά επιπλέον παραδείγματα για να δείξω την ιταλική εξέλιξη /Cl/>/C/>/(C)Cj/:

λατ. nebula > PR nεbla > ισπανικό niebla και ιταλικό nebbia

λατ. sūbula > PR subla > ελληνικό σούβλα και ιταλικό subbia

λατ. duplus > PR doplo > ισπανικό doble και ιταλικό doppio

λατ. circulus > PR cerclo > βλαχικό tserclju και ιταλικό cerchio

λατ. situla = «κουβάς» > PR setla > secla > ιταλικό secchia

λατ. clāmō > PR clamo > ισπανικό llamo, βλαχικό cljem, ιταλικό chiamo

λατ. plēnus > PR pleno > ισπανικό lleno, βλαχικό plinu, ιταλικό pieno

PGmc *blankaz & *blundaz > blond- > ιταλικά bianco, biondo

Η. Τα χειλοϋπερωικά

Η Λατινική διέθετε τους χειλοϋπερωικούς φθόγγους «qu» και «gu».

λατ. aqua = «νερό» > PR akwa > ιταλικό acqua, ισπανικό agua, βλαχικό apã, ρουμανικό apă

λατ. equa = «φοράδα» > PR εkwa > ισπανικό yegua, βλαχικό iapã, ρουμανικό iapă

λατ. quattuor > PR kwattro > ιταλικό quattro, ισπανικό cuatro, βλαχικό patru, ρουμανικό patru

λατ. lingua > PR lingwa > ιταλικό lingua, ισπανικό lengua, βλαχικό limbã, ρουμανικό limbă

Πριν από /a,o/ το χειλοϋπερωικό «qu» διατηρείται σε Iταλική και Iσπανική (στην οποία μεσοφωνηεντικά ηχηροποιείται kw>gw), ενώ στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική συνέβη τροπή kw>p (λ.χ. βλαχορουμανικό patru). Το ηχηρό /gw/ πριν από /a,o/ διατηρείται σε Ιταλική και Ισπανική, ενώ στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική συνέβη τροπή gw>b (λ.χ. βλαχορουμανικό limbã~limbă).

Η Σαρδηνική τρέπει τα χειλοϋπερωικά σε χειλικό /b/ παρόμοια με την ΑΒΡ (λ.χ. lingua > σαρδ. limba, aqua > σαρδ. abba).

Πάμε παρακάτω.

λατ. quīnque > PR kinkwe > ιταλικό cinque (/inkwe/, ισπανικό cinco (/θinko/), βλαχικό tsintsi, ρουμανικό cinci (/tšintšʲ/)

λατ. coquīna > VL cona > ιταλικό cucina, ισπανικό cocina (/koθina/), γαλλικό cuisine (/kwɪˈziːn/), πορτογαλικό cuzinha

Αντίθετα, πριν από /i/ το χειλοϋπερωικό /kw/ ταυτίζεται πλήρως με το απλό κλειστό /k/, ενώ πριν από /e/ τα δύο σύμφωνα ενίοτε μένουν ξεχωριστά (λ.χ.ιταλ. cinque, ισπαν. cinko).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s