Η διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες #2

Στην προηγούμενη πρώτη ανάρτηση της σειράς έδειξα την «πρωτορωμανική» (ακριβέστερα ηπειρωτική δυτικοευρωπαϊκή ρωμανική) Μεγάλη Φωνηεντική Συγχώνευση (λατ. i,ē> PR /e/, λατ. u,ō> PR /o/, εν αντιθέσει με τα λατ. e> PR /ε/ και λατ. o> PR /ɔ/) και τι ρόλο αυτή έπαιξε στον καθορισμό των φωνηέντων που υπέστησαν διφθογγοποίηση και, στη συνέχεια, τελείωσα την ανάρτηση περιγράφοντας τη μοίρα των τριών λατινικών διφθόγγων «ae,oe,au» στην Ύστερη Δημώδη Λατινική.

Α. Δημώδης Λατινική Συγκοπή

Με τον όρο συγκοπή, στη γλωσσολογία εννοείται η απώλεια ενός (κατά κανόνα άτονου) φωνήεντος στο εσωτερικό μιας λέξης. Η συλλαβή που κατά κανόνα υφίσταται συγκοπή είναι η ανοιχτή/ελαφρά παραλήγουσα, επειδή οι λέξεις που την περιέχουν τονίζονται στην προπαραλήγουσα (λ.χ. stábulum > PR stablo > στάβλος). Μια γρήγορη ματιά στο Appendix Probi μας δείχνει αμέσως πόσο συχνή διαδικασία ήταν η συγκοπή στην Δημώδη Λατινική του 4ου μ.Χ. αιώνα:

Appendix Probi:

speculum non speclum
masculus non masclus

calida non calda
frigida non fricda

tribula non tribla
viridis non virdis

Όπως έδειξα και στην πρώτη ανάρτηση, είναι οι κατάκριτοι συγκεκομμένοι όροι αυτοί που κατά κανόνα συνεχίζουν σήμερα στις ρωμανικές γλώσσες:

λατ. cálidus > PR caldo > ιταλικό caldo, ισπανικό caldo, βλαχικό caldu κλπ.

λατ. víridis > PR verdε > ιταλικό verde, ισπανικό verde (/berδe/), βλαχικό veardi κλπ.

Σε ορισμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις η συγκοπή δημιούργησε καινούρια παράξενα συμφωνικά συμπλέγματα, τα οποία επιλύθηκαν με διαφορετικό τρόπο στις διάφορες ρωμανικές γλώσσες.

A.1. λατ. domina > PR dɔmna

Από πολύ νωρίς, ο λατινικός όρος domina = «δέσποινα > γυναίκα» υπέστη συγκοπή στην Δημώδη Λατινική και έγινε PR dɔmna.

Το συγκεκομμένο θέμα του PR dɔmna γρήγορα εισήλθε και στα παράγωγα του όρου dominus ~domina, ανεξαρτήτως του τονισμού τους. Η σύζυγος του αυτοκράτορα Ουάλεντος/Βάλεντος (Ουάλης/Βάλης, Valēns/Valentem) ονομαζόταν Αλβία Δομινίκη (Álbia Domínica) και ήδη οι πηγές της εποχής της μας παραθέτουν το όνομά της συγκεκομμένο ως Dómnica/Δομνίκα.

[Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, 7.1.2] ῥητὸν γὰρ ἐκ τοῦ δημοσίου μισθὸν αὐτοῖς χορηγούσης Δομνίκης τῆς Οὐάλεντος γαμετῆς,

[Θεοφάνης, Χρονογραφία, AM 5860, 367/8 μ.Χ.] τινὲς δέ φασιν, ὅτι Δομνίκα, ἡ γυνὴ Οὐάλεντος, ἔπεισεν αὐτὸν ἀρειανίζειν οὕτω σφοδρῶς.

Το προκύψαν από τη συγκοπή σύμπλεγμα /mn/ διατηρήθηκε αυτούσιο στην Aνατολική Βαλκανική Ρωμανική (λ.χ. βλαχικό doamnã και ρουμανικό doamnă), στην Ιταλική υπέστη υποχωρητική αφομοίωση (regressive assimilation, mn>nn, donna και mea domina > madonna και San Donnino = Άγιος Δομνίνος, όπως pōnēre > *ponerε > *ponrε > ιταλ. porre), ενώ στην Γαλλική υπέστη προχωρητική αφομοίωση (progressive assimilation, mn>mm>m, dame, λ.χ. «ντάμα», όπως hōminēs > homnes > hommes και fēmina > *femna > femme). Στην Ισπανική συνέβη υποχωρητική αφομοίωση, όπως και στην Ιταλική, αλλά το προκύψαν mn>nn τράπηκε κανονικά σε nn>/ɲ/ = «ñ» (dɔmna > dwɔnna > dueña , όπως annus > año).

A.2. Ομοργανικές Επενθέσεις

Ομοργανικές επενθέσεις ονομάζουμε τις επενθέσεις ml/mr > mbl/mbr και nr>ndr αντίστοιχα (λ.χ. *ἄνρες > νδρες, *μροτός > (μ)βροτός , PGmc *θunraz > θundraz > αγγλ. thunder)

Με την εξαίρεση του προρρηθέντος dɔmna > dwenna > dueña, η Ισπανική κατά κανόνα ανομοίωσε το σύμπλεγμα mn>mr και στη συνέχεια έκανε ομοργανική επένθεση mr>mbr.

λατ. fēmina > PR *femna > ισπαν. femra > fembra > hembra

λατ. hōminem > PR *omnε > ισπαν. omre > ombre = hombre

λατ. nomen > PR *nomnε > ισπαν. nomre > nombre = nombre

Η συγκοπή του λατινικού ρήματος sēminō > sēmnō  = «σπέρνω» είχε μία ενδιαφέρουσα συνέπεια στην Ισπανική πέρα από την αναμενόμενη εξέλιξη mn>mr>mbr. Με μια διαδικασία που θυμίζει τον νόμο του Osthoff, το σύμπλεγμα /mn/ προκάλεσε βράχυνση του προκείμενου μακρού φωνήεντος (sēmnō > *semnō > PR sεmno) και αυτό επέτρεψε την διφθογγοποίησή του (ισπανικό siembro).

Άλλες ομοργανικές επενθέσεις σε Γαλλική και Ισπανική

λατ. in semel > ιταλ. insieme, αλλά γαλλικό ensemble

λατ. humilem > ιταλ. umile, αλλά γαλλικό PR *umlε > humble (η πηγή του αγγλικού humble)

λατ. camera > ιταλ. camera, αλλά γαλλικό PR *camra > chambre (η πηγή του αγγλικού chamber)

λατ. tenerum > ιταλ. tenero, αλλά γαλλικό PR *tεnro > tendre (η πηγή του αγγλικού tender)

λατ. tremulō > ιταλ. tremolo, αλλά ισπανικό tiemblo (< *triemblo) και γαλλικό tremble ~ tramble (η πηγή του αγγλικού tremble)

A.3. Η Ισπανική μετάθεση nr>rn

λατ. generum > ιταλ. genero, γαλλικό και καταλανικό PR *gεnro > gendre, αλλά ισπανικό *gεnro > yerno

λατ. tenerum > ιταλ. tenero, γαλλικό *tεnro > tendre, αλλά ισπανικό *tεnro > tierno

B. Η Συγχώνευση /b/-/w/

Το λατινικό γράμμα «v» στην Κλασική Λατινική είχε ακόμα τη συμφωνική αξία του  ημιφωνικού /w/, όπως το αρχαιοελληνικό δίγαμμα. Αυτό φαίνεται από τις αντιστοιχίες Veneti = /wenetī/ ~ Ϝενετοί >Ἐνετοί, Vercingerorix ~ Οὐερκιγγέτοριξ, Gergovia ~ Γεργόουια Arverni ~ Ἀρουέρνοι κλπ.

[Στράβων, 4.2.3] πρὸς μὲν οὖν Καίσαρα περί τε Γεργοουίαν πόλιν τῶν Ἀρουέρνων ἐφ᾽ ὑψηλοῦ ὄρους κειμένην συνέστησαν οἱ ἀγῶνες͵ ἐξ ἧς ἦν ὁ Οὐερκιγγέτοριξ·

Από τον 2° μ.Χ. αιώνα άρχισε σιγά σιγά να πραγματοποιείται η τροπή /w/>/v/ και στην Ύστερη Λατινική, το λατινικό γράμμα «v» απέκτησε την φωνητική αξία με την οποία το προφέρουμε σήμερα. Έχει ενδιαφέρον ότι στο «Ἀρουέρνοι» του Στράβωνα (που έγραψε στην αρχή του 1ου μ.Χ. αιώνα) αντιστοιχεί το «Ἀρβέρνοι» του Πλουτάρχου (που έγραψε στα χρόνια της βασιλείας του Τραϊανού, έναν αιώνα μετά τον Στράβωνα).

[Πλούταρχος, Ιούλιος Καίσαρ, 25.3] ἀφειστήκει μὲν οὖν πολλὰ φῦλα, πρόσχημα δὲ ἦσαν Ἀρβέρνοι καὶ Καρνουτῖνοι, τὸ δὲ σύμπαν αἱρεθεὶς κράτος εἶχε τοῦ πολέμου Οὐεργεντόριξ, οὗ τὸν πατέρα Γαλάται τυραννίδα δοκοῦντα πράττειν ἀπέκτειναν,

Ενώ θα διατηρηθεί ως λόγια παράδοση η γραφή με «Οὐ-» των κλασικών λατινικών ονομάτων σε «V-», επιγραφικά η γραφή του τύπου Valerius > Βαλέριος γίνεται συχνή από το δεύτερο μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα.

balerios

Λίγο αργότερα, στην δημώδη πάντοτε Λατινική άρχισε η τριβοποίηση του μεσοφωνηεντικού /b/>/β/ και, κατά συνέπεια, το γράμμα «b»  σε μεσοφωνηεντική θέση κατέληξε να προφέρεται παρόμοια με το γράμμα «v» (λ.χ. λατ. caballus > PR caβallo, λ.χ. ιταλ. cavallo).

Β.1. Ιβηρική Ρωμανική

Τελικά ξεκίνησε μια διαδικασία σύγχυσης των κλασικών λατινικών φθόγγων /b/ και /w/ που γενικεύτηκε στην Ιβηρική Ρωμανική. Στην Ισπανική η ύπαρξη δύο διαφορετικών γραμμάτων «v» και «b» είναι απλά ορθογραφική σύμβαση. Στην πραγματικότητα υπάρχει ένα μόνο σύμφωνο με δύο αλλοφωνικές ποικιλίες, ανάλογα με τη θέση του στη λέξη.

Σε αρκτική θέση και μετά από έρρινο ένηχο /m/ το σύμφωνο προφέρεται ως ηχηρό κλειστό /b/, ενώ στις άλλες θέσεις προφέρεται ως ηχηρό τριβόμενο /β/.

λατ. vīnum > ισπανικό /bino/, το οποίο γράφεται «vino»

λατ. vacca = «αγελάδα» > ισπανικό /baca/, το οποίο γράφεται «vaca»

λατ. ventus = «άνεμος» > ισπανικό /bjento/, το οποίο γράφεται «viento»

λατ. ambulāre = «περπατώ, βαδίζω» > ισπανικό /amblar/, το οποίο γράφεται «amblar»

λατ. ambō = «ἄμφω» > ισπανικό /ambos/ («αμφότεροι»), το οποίο γράφεται «ambos»

λατ. hībernus > PR īnvεrno > ισπανικό /imbjerno/, το οποίο γράφεται «hinvierno»

λατ. vīvus > ισπανικό /biβo/, το οποίο γράφεται «viv

λατ. caballus > PR *cavallo > ισπανικό /kaβaʎo/, το οποίο γράφεται «caballo»

λατ. caput = «κεφάλι» > WR *cabo > ισπανικό /kaβo/, το οποίο γράφεται «cabo»

λατ. barba = «γένι» > ισπανικό /barβa/, το οποίο γράφεται «barb

λατ. albus = «λευκός» > PR alba = «αυγή» > ισπανικό /alβa/, το οποίο γράφεται «alb

λατ. herba = «βότανο» > PR εrba > ισπανικό /yerβa/, το οποίο γράφεται «hierba ~ yerb

λατ. capra = «γίδα» > WR *cabra > ισπανικό /kaβra/ (λ.χ. γαλλικό chèvre), το οποίο όμως γράφεται «cabra»

Είμαι σίγουρος ότι λίγο πολύ όλοι έχετε ακούσει σε αμερικανική ταινία την κλασική ισπανική βρισιά cabrón = /kavron/ (< λατ. caper = «τράγος», *capr-ō/capr-ōnem ~ «τράγ-ων», με το επίθημα Hoffmann να το φορτίζει παρωνυμιακά, λ.χ. φύσκ-ων = «φούσκας», γάστρ-ων = «κοιλαράς»).

Β.2. Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική

Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) η σύγχυση /b/~/w/ εκδηλώνεται σε αρκτική και μεθυγρική (μετά από υγρό ένηχο /r/,/l/) θέση.

Αρκτική θέση, /w/>/b/

λατ. vōx/vocem > PR *voce > ΑΒΡ *boce > βλαχικό boatsi ~ ρουμανικό boace

λατ. veterānus > VL vetrānus (λ.χ. ο στρατηγός Βετρανίων) > ΑΒΡ *betrano > βλαχικό bitãrnu ~ ρουμανικό bătrân

Όταν ο Μαγνέντιος σφετερίστηκε τον τίτλο του δυτικού αυτοκράτορα, ο στρατηγός των βαλκανικών στρατευμάτων Βετρανίων («Βρετανίων» στον Θεοφάνη) από την Άνω Μυσία ανακηρύχθηκε με τη σειρά του αυτοκράτορας μόνο και μόνο για να διατηρήσει τα βαλκανικά στρατεύματα πιστά στον ανατολικό αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄ που έλειπε στην Ασία. Όταν ο Κωνστάντιος έφτασε στα Βαλκάνια, συναντήθηκε με τον Βετρανίωνα στη Σερδική και μαζί απευθύνθηκαν στα βαλκανικά στρατεύματα στη Ναϊσσό, εξηγώντας πως ο Κωνστάντιος ήταν ο πραγματικός αυτοκράτορας. Στη συνέχεια τα ασιατικά και βαλκανικά στρατεύματα ενωμένα αντιμετώπισαν και νίκησαν τα δυτικά στρατεύματα του Μαγνεντίου στην εμφύλια μάχη της Μούρσας (351), όπου συνολικά αποδεκατίστηκαν περίπου τα 2/3 του ρωμαϊκού στρατού.

[Aurelius Victor, De Caesaribus, 41] Namque Magnentii, utpote gentis barbarae, diro atrocique ingenio, simul his, quae post accidere, adeo exstincta omnia sunt, ut illud imperium haud iniuria desideraretur; tum quia Vetranio litterarum prorsus expers et ingenio stolidior idcircoque agresti vecordia pessimus, cum per Illyrios peditum magisterio milites curaret, dominationem ortus Moesiae superioris locis squalidioribus improbe occupaverat.

[Χρονογραφία Θεοφάνους, AM 5848 ~ 355/6] ὃς συμβαλὼν τῷ Μαγνεντίῳ ἐν Ῥώμῃ ἀναιρεῖται ὑπαὐτοῦ βασιλεύσας μῆνας τρεῖς. πρὶν ἢ δὲ φθάσαι ἀπελθεῖν τὸν βασιλέα ἐν Ῥώμῃ, Κωνσταντία, ἡ καὶ Ἑλένη, ἡ Κωνσταντίου ἀδελφή, ἀνηγόρευσε Βρετανίωνα εἰς βασιλέα, ἄνδρα ἔντιμον, καὶ ἀντέστησε τῷ Μαγνεντίῳ πρὸς τὴν μάχην. φθάσας δὲ Κωνστάντιος ἐν Ῥώμῃ καὶ ἀποδεξάμενος τὸν Βρετανίωνα μετὰ πολλῆς τιμῆς, ἐπολέμησαν ἄμφω τὸν Μαγνέντιον περὶ Μοῦρσαν.

Μεθυγρική θέση, /rw~lw/>/rb~lb/

λατ. cervus > ΑΒΡ cεrbo > βλαχικό tserbu ~ ρουμανικό cerb

λατ. corvus >ABΡ corbo > βλαχικό corbu ~ ρουμανικό corb (> αλβ. korb)

λατ. curvus > ABΡ curba = «καμπύλη, curva» > ρουμανικό curbă (υποθέτω πως υπάρχει και το αντίστοιχο βλαχικό curbã, γιατί υπάρχει το νεοελληνικό δάνειο κούρμπα)

λατ. ferv > ABΡ fεrbo > βλαχικό hjerbu ~ ρουμανικό fierbe

λατ. malva = «μολόχα» > ΑΒΡ malba > nalba > βλαχικό nalbã ~ ρουμανικό nalbă

λατ. pulvis/pulverem > ABΡ *pulbεrε > βλαχικό pulbiri ~ ρουμανικό pulbere (> ελλην. μπούρμπερη, αλβ. bulbër)

λατ. alveus = «κυψέλη, κοιλότητα» > ΑΒΡ *albina = «μέλισσα» > ρουμανικό albină ~ βλαχικό alghinã (με τυπική βλαχική τροπή bi>gi, λ.χ. bine > ghini)

λατ. silvāticus = «άγριος, δασόβιος» (λ.χ. γαλλικό sauvage > αγγλικό savage) > ABΡ selbatico > ρουμανικό sălbatic (υπάρχει κάτι παρόμοιο στη Βλαχική; Όποιος γνωρίζει ας το σχολιάσει)

B.3 Το μεσοφωνηεντικό /b/>/β/

Αυτή η τροπή μπορεί να θεωρηθεί παρρωμανική.

λατ. caballus > PR caβallo > ιταλ. cavallo, ισπανικό caballo (/kaβaʎo/), γαλλικό cheval, ΑΒΡ cavallo > calo > βλαχικό cal[u] ~ ρουμανικό cal (και αλβανικό kalë)

λατ. bibō > PR beβo > ιταλ. bevo, ισπαν. bebo (/beβo/), παλαιό γαλλικό boif (λ.χ. clāvem > clef), ABΡ beavo > βλαχικό beau ~ ρουμανικό beau

λατ. b > PR deβo > ιταλ. devo, ισπαν. debo (/deβo/), γαλλικό devoir κλπ

B.4 Τα /b/,/w/ ως πηγή δευτερογενών διφθόγγων

παραβολή > λατ. parabola > PR *paraβola «κουβέντα, λέξη» > *paraβla (λ.χ. ισπανικό palabra) > *parawla (λ.χ. δαλματικό palaura) > ιταλ. parola (με aw>o, όπως aurum/paucus > oro/poco) και γαλλικό parole (όπως aurum > or και fabrica > faβriga > fawrige > forge)

λατ. avica = «χήνα» > PR *avca > awca (λ.. δαλματικό jauca) > ιταλικό oca

λατ. faber > PR *fabro > faβro > fawro (λ.χ. βλαχικό favru) > ρουμανικό faur (όπως aurum > aur)

λατ. avis strūtheus = «στρούθιος ὄρνις» > PR *awstrūtju > παλαιό γαλλικό ostruce (η πηγή του αγγλικού ostrich)

Γ. Η απλοποίηση ns>s

Μία άλλη παρρωμανική τροπή είναι η απώλεια του /n/ στα συμπλέγματα /ns/. Η δημώδης απλοίηση ns>s, που θυμίζει την μεσαιωνική ελληνική απλοποίηση nF>F (όπου F=τριβόμενο, λ.χ. νύμφη > νύφη, ὀμφαλός > αφαλός, κογχύλιον > κοχύλι, σπλάγχνον > σπλάχνο, ἀκάνθιον > αγκάθι, κολοκύνθιον > κολοκύθι, conventus > κουβέντα), προκάλεσε ένα αντίθετο ρεύμα υπερδιόρθωσης s>ns (λ.χ. cisterna > κινστέρνα). Το Appendix Probi περιέχει παραδείγματα και από τις δύο διαδικασίες:

ns>s :

ansa non asa

mensa non mesa

υπερδιόρθωση s>ns :

Hercules non Herculens

formosus non formunsus

occasio non occansio

λατ. īnsula «νησί» > PR isula (λ.χ. κορσικο-σαρδηνικό isula, αλβ. ishull) > isola (λ.χ. ιταλ. isola) και συγκεκομμένο isla > ισπανικό isla ~ γαλλικό isle > île

λατ. nsis/mēnsem = «μήνας» > PR mesε > ιταλικό mese, ισπανικό mes, γαλλικό mois, βλαχικό mes κλπ

λατ. spōnsa «νύφη» > PR sposa > ιταλ. sposa, ισπανικό esposa, γαλλικό espose > épouse

λατ. nsa «τραπέζι με φαΐ» > PR mesa > ισπανικό mesa, πορτογαλικό mesa, βλαχικό measã, ρουμανικό masă (το ιταλικό mensa είναι λόγιο δάνειο)

λατ.nsis/-ēnsem (επίθημα που σχηματίζει συσχετιστικά επίθετα, λ.χ. Αthēniēnsis = αθηναϊκός) > PR -esε > ιταλικό -ese (λ.χ. Milanese = «Μιλανέζος»), ισπανικό s, γαλλικό -ois (λ.χ.  Astérix le Gaulois = Αστερίξ ο Γαλάτης)

Δ. Η «ψίλωση» h>∅

Το λατινικό /h/ προέρχεται από ΙΕ *gh/g’h (λ.χ. *g’hel(h3)-wos > helvus, *weg’h-oh2 > vehō κλπ). Σποραδική «ψίλωση» παρατηρείται ήδη στα κλασικά λατινικά *g’hans- > *hānser > ānser = «χήνα» και *g’hēr- > *hēr- > ēricius «σκαντζόχοιρος» ενώ, όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση, σύμφωνα με τον Μάρκο Τερρέντιο Βάρρωνα οι επαρχιώτες του Λατίου έλεγαν ēdus αντί για haedus = «κατσίκι», το οποίο δείχνει ότι η «ψίλωση» ήταν ήδη τυπική της Δημώδους Λατινικής κατά τον 1° π.Χ. αιώνα. Στη μεταγενέστερη Δημώδη Λατινική η «ψίλωση» έγινε καθολική, ώστε να θεωρείται παρρωμανικό φαινόμενο. Μετά την Αναγέννηση, οι Γάλλοι και Ισπανοί λόγιοι επενέφεραν το λατινικό /h/ ως ορθογραφική διακόσμηση, χωρίς να το προφέρουν (λ.χ. λατ. honōrem > PR ɔnorε > ιταλικό onore, παλαιό ισπανικό onor > σύγχρονο ισπανικό honor κλπ).

λατ. hospēs/hospitem > PR ɔspitε > ιταλικό ospite, ισπανικό huésped, γαλλικό oste > hôte, ρουμανικό oaspete/oaspe, βλαχικό oaspi κλπ

λατ. hospitium > PR ɔspitjo > ιταλικό ospizio, βλαχικό uspets[u], ρουμανικό ospăț, νεοελληνικό ὀσπίτιον > σπίτι και αλβανικό *shpeti > shtëpi

λατ. haedus = «κατσίκι» > PR εdo ~ edo > βλαχικό ed[u], ρουμανικό ied κλπ.

λατ. vehiculum = «όχημα» > PR vεicolo > ιταλικό veicolo, ισπανικό vehículo κλπ

λατ. hirundō/hirundinem = «χελιδόνι» > PR erondine > rondine > ιταλικό rondine, παλαιό γαλλικό *ronda > aronde, βλαχικό *rond-ula > alãndurã, ρουμανικό *rondun-ella > rândunea κλπ

Ο ποιητής Γάϊος Βαλέριος Κάτουλλος (fl. ~75 π.Χ.) διέσωσε ένα ενδιαφέρον παράδειγμα υπερδιόρθωσης, όταν μέμφεται τον νεόπλουτο Άρριο για το ότι νόμιζε πως μιλούσε σωστά Λατινικά, ενώ έλεγε chommodum αντί για commodum και hinsidia αντί για insidia.

Ο Άρριος προερχόταν από τα «χαμηλά» κοινωνικά στρώματα που χρησιμοποιούσαν μια «ψιλωτική» χαμηλή κοινωνιόλεκτο της Λατινικής. Ως νεόπλουτος αριστοκράτης, προσπαθούσε να δείξει την αριστοκρατική του θέση, προσαρμόζοντας την ομιλία του στα πρότυπα της αριστοκρατίας. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε ν΄αρχίσει να προφέρει το λατινικό /h/, χωρίς όμως να γνωρίζει ποιες λέξεις άρχιζαν με /h/, κάτι που τον οδήγησε στην υπερδιόρθωση insidia > hinsidia.

Σύμφωνα με τα αριστοκρατικά πρότυπα που ο Άρριος προσπαθούσε να μιμηθεί, τα ελληνικά δάνεια που περιείχαν «φ,θ,χ» προφέρονταν ως δασέα /ph,th,kh/ από τους ελληνομαθείς αριστοκράτες, ενώ η «πλέμπα» τα πρόφερε ως απλά κλειστά /p,t,k/ (λ.χ. ιταλικά θέατρον > teatro, χάος > caos). Νομίζοντας, λοιπόν, ότι το λατινικό commodum ήταν ελληνικό δάνειο με «χ», ο Άρριος το πρόφερε chommodum. Το παράδειγμα του Αρρίου δείχνει ότι ήδη στο πρώτο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα, οι χαμηλές κοινωνιόλεκτοι της Λατινικής ήταν ήδη «ψιλωτικές».

Chommoda dicebat, in quando commoda

vellet dicere, et hinsidias Arrius insidias,

et tum mirificet sperabat se esse locutum,

cum quantum poterat dixerat hinsidias.

Μετάφραση: Ο Άρριος, όποτε ήθελε να πει commoda ελεγε chommoda και hinsidias αντί για insidias,

και ήταν βέβαιος πως είχε μιλήσει θαυμάσια, όταν έλεγε φωναχτά hinsidias!

catullus

E. Η Συνίζηση /iV/>/jV/ και οι Πρωτορωμανικές προστριβοποιήσεις

Στην Κλασσική Λατινική η λέξη iūstitia = «δικαιοσύνη» ήταν πεντασύλλαβη (/i.ū.sti.ti.a/). Στη μεταγενέστερη Δημώδη Λατινική η λέξη αυτή προφερόταν ως τρισύλλαβη /jūs.ti.tja/. Η διαδικασία /iV/>/jV/ (V=φωνήεν) ονομάζεται συνίζηση (λ.χ. ἐλευθερία > λευτεριά) και είναι ο συχνότερος από τους τρεις τρόπους με τους οποίους η Δημώδης Λατινική απέφυγε την χασμωδία (hiatus). Οι άλλοι δύο τρόποι είναι η συγκοπή και η ημιφωνική επένθεση.

Aποφυγή χασμωδίας με συγκοπή:

λατ. pars/partem = «τοίχος, τοίχωμα» > PR paretε (συγκοπή iē>ē>e) > ιταλικό parete, ισπανικό pared, γαλλικό paroi (θυμίζω pilus > PR pelo > Fr. poil)

Αποφυγή χασμωδίας με ημιφωνική επένθεση:

λατ. vidua = «χήρα» > PR widuwa > vedova > ιταλικό vedova, γαλλικό veδove > veuve, ρουμανικό văduvă κλπ.

λατ. rna = «καταστροφή, όλεθρος» > PR ruwīna > rovina > ιταλικό rovina

λατ. Mantua > PR Mantuwa > Mantova > Ιταλικό Mantova

Αποφυγή χασμωδίας με Συνίζηση:

λατ. stitia > PR stitja

λατ. puteus = «πηγάδι» > PR potjo

λατ. Māius = «Μάιος» > PR Majo

λατ. pretium = «τιμή» > PR  pretjo

Ε.1. Η εξέλιξη του αρκτικού και μεσοφωνηεντικού /j/ στις ρωμανικές γλώσσες.

Αρκτικό:

λατ. iūstus > PR jūsto > ιταλικό giusto (/usto/), ισπανικό justo (/χusto/), γαλλικό juste (/žyst/), βλαχικό giustu (/ustu/)

λατ. iocus > PR jɔco > ιταλικό gioco, ισπανικό juego (/χweγo/), γαλλικό jeu (/žø/), βλαχικό gioc[u] (/ok[u]/), ρουμανικό joc (/žok/)

λατ. iaceō > PR jak(j)o > ιταλικό giaccio (/attšo/), ισπανικό yacer (/yaθer/), γαλλικό gésir (/žezir/), βλαχικό dzac[u] (/dzak[u]/), ρουμανικό zăcea (/zatsea/)

λατ. Iānuārius > PR Jenarjo > ιταλικό Gennaio (/ennayo/), ισπανικό Enero, γαλλικό janvier (/žɑ̃vje/), ελληνικό Γεννάρης (> βλαχ. yinar)

Στην Ιταλική συνέβη παντού η εξέλιξη /j/>/dž/ και στην Γαλλική η εξέλιξη /j/>/dž/>/ž/. Σε μια επιγραφή του 4ου αιώνα από το Λάτιο διαβάζουμε Zanuarius = /anuarius/ = Ianuarius.

Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική υπάρχει η εξής διάκριση: πριν από /o/,/u/ βλαχ. /j/>/dž/ και ρουμ. /j/>/dž/>/ž/, ενώ πριν από /a/ βλαχ. /j/>/dz/ και ρουμ. /j/>/dz/>/z/.

Τέλος, η Ισπανική δείχνει την πιο πολύπλοκη κατάσταση. Πριν από /o/,/u/ συνέβη τροπή /j/>/χ/ (λ.χ. Ἰωσήφ ~ José = /χose/, Ἰωάννης > Juan = /χwan/), πριν από /a/ το ημιφωνικό διατηρήθηκε αυτούσιο (yacer), ενώ πριν από άτονο /e/ το ημιφωνικό διατηρήθηκε μόνο για να αποβληθεί αργότερα (Γενάρης ~ Yenero > Enero και iūniperus > PR jenepero > enebro).

Μεσοφωνηεντικό:

λατ. Māius > PR Majo > ιταλικό Maggio (/maddžo/), ισπανικό Mayo, γαλλικό Mai (/mε/, aj>ε), βλαχικό Maiu (~ Μάιος)

Για να μην πολυλογώ, με την εξαίρεση της Ιταλικής που κάνει τυπική διπλασιαστική προστριβοποίηση (-y->/ddž/ = «ggi»), οι άλλες γλώσσες τείνουν να διατηρήσουν το μεσοφωνηεντικό /j/.

Ενδιαφέρον έχουν οι λίγοι Ιταλικοί όροι που δείχνουν βορειοϊταλικό συμφωνισμό, όπως το ιχθυώνυμο raia «σαλάχι» > razza (= /raddza/, λ.χ. ισπαν. raya και το γαλλογενές αγγλικό ray).

Ε.2. Η προστριβοποίηση /tj/>/tsʲ/

Ήδη από τον 2° μ.Χ. αιώνα υπάρχουν επιγραφικές μαρτυρίες σποραδικής προστριβοποίησης /tj/>/tsʲ/ στις «χαμηλές» κοινωνιολέκτους (λ.χ. Crescentsianus = Crescentianus), αν και το φαινόμενο μάλλον άρχισε να διεισδύει στις «υψηλές» κοινωνιολέκτους από τον 4° αιώνα και έπειτα, όταν και γίνονται συχνές οι αναφορές των γραμματικών στην «λανθασμένη» προφορά /tsʲ/.

zanuarius

latin-tj

Στην βυζαντινή γραμματεία το βλέπουμε λ.χ. στα δημώδη λατινικά τοπωνύμια που αναφέρει ο Προκόπιος στο «Περί Κτισμάτων»:

Ὑπὸ πόλιν Σαρδικήν· Σκούπιον. Στένες. Μαρκίπετρα. Βρίπαρον. Ῥωμανιανά. Στρούας. Πρωτίανα. Μακκουνιανά. Σκοπέντζανα.

Πρωτίανα, αλλά *Σκοπεντίανα > Σκοπέντιανα > Σκοπέντζανα (/ntia/>/ntja/>/ntsʲa/)

λατ. pretium > PR pretjo > pretsʲo > ιταλικό prezzo (/prettso/), ισπανικό precio (/preθjo/), γαλλικό pris (/pris/) > prix, ρουμανικό preț (/prets/) κλπ

λατ. puteus > PR potjo > potsʲo > ιταλικό pozzo, ισπανικό pozo (/poθo/), γαλλικό puis > puits, βλαχικό putsu, ρουμανικό puț κλπ

πλατεῖα > λατ. platēa > PR platja > platsʲa > ιταλικό piazza, ισπανικό plaza, γαλλικό place (/plas/ > αγγλικό place = «τοποθεσία») κλπ

λατ. patientia > PR patjεntja > patsʲεntsʲa > ιταλικό pazienza, ισπανικό paciencia (/paθjenθja/), γαλλικό patience (/pasjɑ̃s/ > αγγλικό patience)

λατ. hospitium > PR ɔspitjo > ɔspitsʲo > ιταλικό ospizio, ισπανικό hospicio (/ospiθjo/), γαλλικό hospice (/hɑspɪs/), ρουμανικό ospăț, βλαχικό uspets[u] κλπ

Η Ιταλική έκανε τυπική διπλασιαστική προστριβοποίηση σε μεσοφωνηεντική θέση (/tj/>/tts/ = «zz», αν και όχι πάντοτε λ.χ. ospizio), η Ισπανική προστριβοποίησε σε /ts/το οποίο έγινε /θ/ ή /s/ αναλόγως με την διάλεκτο (η πρότυπος Ισπανική ανήκει στις /θ/-διαλέκτους), ενώ στην Γαλλική προέκυψε /tj/>/ts/>/s/, όπως και στις ισπανικές /s/-διαλέκτους. Η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική διατηρεί το /ts/ σε άτονη συλλαβή (λ.χ. βλαχ. putsu = ρουμ. puț), αλλά το τρέπει σε // σε τονισμένη συλλαβή, λ.χ. *feteolus > PR fetjólo > ABΡ fetšoro βλαχ. ficior ~ ρουμ. fecior και tītiōnem > PR titjóne > ιταλ. tizzone, αλλά ABΡ titšúne > βλαχ. ciuni ~ ρουμ. ciune.

To «σπίτι» και η «ματιά»:

Εκτός από την πανελλήνια σημασία του όρου «ματιά» = «κοίταγμα» (ὄμμα > ὀμμάτιον > μάτι ~ ματιά), στις βόρειες ελληνικές διαλέκτους ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει το «γεμιστό λουκάνικο από παχύ έντερο γουρουνιού». Η ρίζα αυτής της δεύτερης «ματιάς» είναι ο ύστερος δημώδης λατινικός όρος *matia = «έντερο» που κρύβεται πίσω από το βλαχικό mats[u], το ρουμανικό maț (και εδώ) και το ναπολιτάνικο mazza = “intestini, budella” (= έντερα). Όπως ο όρος hοspitium > ὀσπίτιον > σπίτι, έτσι και ο όρος *matia > ματιά εισήλθε στην Ελληνική πριν από την δημώδη λατινική προστριβοποίηση /tj/>/tsʲ/.

mazza

O Δημήτριος Δελιόπουλος στο βιβλίο του «Το Ρουμλουκιώτικο Ιδίωμα» γράφει στο λήμμα ματιά:

ματιά* (ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον αστερίσκο για να δηλώσει την προφορά χωρίς το «χ», /matya/ όχι /matχʲa/) = Είδος λουκάνικου που γίνεται με περίβλημα το παχύ έντερο του γουρουνιού

Οι Τζιτζιλής-Παπαδοπούλου στο βιβλίο τους «Το γλωσσικό Ιδίωμα της Ορεινής Πιερίας» γράφουν στο λήμμα ματιά:

ματιά = χοιρινό παχύ έντερο που το γέμιζαν με συκώτι, καρδιά, ρύζι κλπ

matia

Θα συνεχίσω στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s