Quiz IE γλωσσολογίας #3

Μετά το πρώτο και το δεύτερο Quiz, στη σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω το τρίτο Quiz IE γλωσσολογίας.

1.  Στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβονική απαντά ο όρος žlědica = «χιονόνερο» (λ.χ. σλοβενικό žled) που είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού όρου χάλαζα ~ χαλάζι. Μπορείτε να αναδομήσετε την κοινή ΙΕ ρίζα των δύο όρων;

2. Όταν κάποιος διδάσκεται Αραία Ελληνικά μαθαίνει την αντίθεση μεταξύ «συλλαβικής» παρελθοντικής αύξησης των συμφωνόαρκτων ρημάτων (λ.χ. ο παρατατικός φέρω > φερον) και «χρονικής» παρελθοντικής αύξησης (α>ᾱ>η, ε>η, ο>ω, ι>ῑ, υ>ῡ) των φωνηεντόαρκτων ρημάτων (λ.χ. οι παρατατικοί ἀγοράζω > γόραζον, ἐλπίζω > λπιζον, οἰκέω > *ωἰκεον > κεον ~ κουν κλπ). Ωστόσο, υπάρχουν μερικά «ανώμαλα» ρήματα που αρχίζουν με /ε/, τα οποία έχουν παρελθοντική αύξηση σε «ει» αντί για «η» (λ.χ. οι παρατατικοί ἕρπω > εἷρπον, ἔχω > εἶχον, ἐργάζομαι > εἰργαζόμην [παλαιότερος τύπος του μεταγενέστερου «κανονικοκοποιημένου» ργαζόμην]).

α. Κοιτώντας από το πρίσμα της ΙΕ γλωσσολογίας, έχει κάποια σημασία η διάκριση μεταξύ «συλλαβικής» και «χρονικής» παρελθοντικής αύξησης ή μπορούμε να μιλάμε μόνο για σκέτη παρελθοντική αύξηση;

β. Πως ερμηνεύεται η «ανώμαλη» παρελθοντική αύξηση σε «ει» των παρατατικών εἷρπον, εἶχον και εἰργαζόμην;

3. Ο λατινικός όρος nox «νύχτα» (με αιτιατική ενικού noctem και ονομαστική πληθυντικού noctēs) συνεχίζει στην Ιταλική ως notte/notti, στην Ισπανική ως noche/noches, στην Γαλλική ως nuit/nuits, στη Βλαχική/Αρουμανική ως noapti/noptsã (προφέρεται /noptsə/) και στην Ρουμανική ως noapte/nopți (προφέρεται /noptsʲ/), όλα «νύχτα/νύχτες».

α. Υπάρχει μια τροπή που συνέβη σε όλες τις ρωμανικές γλώσσες και, κατά συνέπεια, θεωρείται παρρωμανική/πρωτορωμανική. Ποια είναι;

β. Υπάρχει ένα ισόγλωσσο που χωρίζει τον ρωμανικό κόσμο σε «δυτικό» γαλλοϊβηρικό και «ανατολικό» (ιταλοβαλκανικό). Ποιο είναι; (εντοπίστε το απλά, χωρίς να το ερμηνεύσετε)

γ. Υπάρχουν 4 ισόγλωσσα που είναι αποκλειστικά της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής, δηλαδή απαντούν μόνο σε Βλαχική και Ρουμανική. Ποια είναι;

4. Αν σας πω ότι το ελληνικό ρήμα ζώννῡμι, το αλβανικό ρήμα gjesh και το σύνθετο ρήμα po-jasati της Εκκλησιαστικής Παλαιοσλαβονικής (όλα «ζώνομαι») είναι ΙΕ συγγενείς, μπορείτε να αναδομήσετε την κοινή ΙΕ ρηματική ρίζα;

5. Στα ελληνικά πατήρ, μήτηρ (μη αττικοϊωνικό μάτηρ [/‘μᾱτηρ/]) και φράτηρ (/‘φρᾱτηρ/ = αδελφός, ιωνικό φρήτηρ) αντιστοιχούν οι αρμενικοί συγγενικοί όροι hayr, mayr και elbayr.

α. Ποιοι είναι οι αναδομημένοι ΙΕ όροι που κρύβονται πίσω από τα τρία αυτά συγγενικά ζεύγη;

β. Με ποιες φωνολογικές διαδικασίες προέκυψαν οι αρμενικοί όροι;

γ. Γιατί στο αττικοϊωνικό μήτηρ αντιστοιχεί το μη αττικοϊωνικό μάτηρ (/‘μᾱτηρ/, δωρικό, αιολικό, αρκαδοκυπριακό);

δ. Γιατί στο ιωνικό φρήτηρ αντιστοιχεί το αττικό φράτηρ (φρᾱτηρ);

6. Οι αττικοϊωνικοί όροι (ἡ) κρήνη και (ὁ) κρουνός είναι ομόρριζοι και αμφότεροι σημαίνουν «πηγή». Στον αττικοϊωνικό τύπο κρήνη αντιστοιχεί ο δωρικός τύπος κράνᾱ (/‘κρᾱνᾱ/) και ο αιολικός τύπος κράννᾱ (/‘κραννᾱ/). Ο αλβανικός αρσενικός όρος τοσκ. krua ~ γκεγκ. krue = «πηγή» (πληθυντικός αμφοτέρων kronj) είναι ΙΕ συγγενής.

α. Ποια είναι η κοινή ΙΕ ρίζα και πως εξηγείται η διαφορά των φωνηέντων η/ου στο θέμα των αττικοϊωνικών όρων κρήνη και κρουνός;

β. Ποιες είναι οι αναμενόμενες διαλεκτικές μορφές του αττικοϊωνικού όρου κρουνός στις αυστηρά Δωρικές (Doris Severior/Severe Doric, δωρική Λακωνίας και Κρήτης) και στις Αιολικές διαλέκτους;

γ. Αναδομείστε τον EPA όρο (Early Proto-Albanian, Πρώιμος Πρωτο-Αλβανικός) σε ενικό και πληθυντικό και εξηγείστε τα φωνολογικά βήματα που οδήγησαν στην διαλεκτική αλβανική διτυπία του ενικού krua ~ krue και στον κοινό πληθυντικό τύπο kronj;

7. Ο πρωτογερμανικός όρος *brūδiz = «νύφη» (λ.χ. αγγλικό bride) έχει υποστεί τον νόμο του Verner και απαντά κατά την ύστερη αρχαιότητα αποκλειστικά σε λατινικές επιγραφές των Βαλκανίων ως brūtis = «σύζυγος Ρωμαίου στρατιώτη». Ποιος γλωσσολογικός συλλογισμός επιβεβαιώνει την ιστορική μας υποψία ότι ο δανειστής είναι ειδικά η Γοτθική και όχι κάποια άλλη Γερμανική γλώσσα;

brutis

8. Ο λατινικός όρος caupō = «έμπορος, καταστηματάρχης» εισήλθε ως δάνειο στις πρώιμες Γερμανικές γλώσσες, οι οποίες έφτιαξαν το ρήμα *kaupōną (λ.χ. γοτθικό kaupōn) με τη σημασία «αγοράζω» που είναι ο πρόγονος του σημερινού γερμανικού ρήματος kaufen. Το πρώιμο γερμανικό ρήμα, με τη σειρά του, κάποια στιγμή εισήλθε ως δάνειο στην Πρωτοσλαβική δίνοντας το σλαβικό ρήμα kupiti.

α. Γιατί το σημερινό γερμανικό ρήμα Kaufen έχει /f/ αντί για /p/;

β. Γιατί το πρωτοσλαβικό ρήμα *kupiti έχει /u/;

9. Οι λατινικοί όροι (via) strāta = «στρωμένη οδός», mūtus = «μουγκός», cognātus = «συγγενής»  και catena = «αλυσίδα» απαντούν ως δάνεια σήμερα στη Νεοελληνική ως στράταμούτος, κουνιάδος και καδένα. Γιατί οι δύο πρώτοι όροι έχουν «τ» και οι δύο τελευταίοι «δ», όταν όλοι οι λατινικοί όροι έχουν /t/;

10. Οι λατινικοί όροι cancellus και cilium απαντούν σήμερα στη Νεοελληνική ως κάγκελο και τσίλια αντίστοιχα. Από που ξέρουμε ότι ο όρος cancellus εισήλθε στην Ελληνική πριν από το ~450 μ.Χ.;

Συμπλήρωμα: Απαντήσεις

Παραθέτω εδώ τις απαντήσεις, τις οποίες έχει ήδη ξεκινήσει ο Χρήστος στα σχόλια.

1. žlědica/χάλαζα.

Ο ελληνικός όρος χάλαζα είναι θηλυκό τύπου Devī και το «ζ» είναι προιόν ουράνωσης ενός «γ» (λ.χ. φυγή > φύγ-jα > φύζα) ή «δ» (λ.χ. τραπέδ-jα > τράπεζα). Από τη στιγμή που το θέμα του σλαβικού όρου περιέχει /d/ (žlěd-ica) τότε η χάλαζα είναι προφανώς χάλαδ-jα.

Το παχύ /ž/ του παλαιοσλαβονικού όρου δείχνει ότι έχει συμβεί νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών (želd- > žlěd-) και, δεδομένου του ελληνικού «χ», ο βασικός σκελετός της ΙΕ ρίζας πρέπει να είναι *gheld-. Ωστόσο αυτός δεν εξηγεί τα δύο «α» της ελληνικής (ο μηδενικός βαθμός μπορεί να δώσει μόνο χαλδ- ή χλαδ-) . Σε αυτό το σημείο πρέπει να υποψιαστούμε ότι η δομή -άλα- είναι πλειοφωνική, δηλαδή προέρχεται από την ΙΕ δομή *-l.h2- (λ.χ. *tl.h2-ti- > ταλασίφρων ~ τλᾱσικάρδιος > τλησικάρδιος) και, κατά συνέπεια, η ΙΕ ρίζα είναι *ghelh2d-:

μηδενικός βαθμός *ghl.h2d-ih2 > khaladya > χάλαζα

πλήρης ε-βαθμός *ghelh2d- > … > želd- > žd- > ždica

Το λαρυγγικό δεν φαίνεται στον σλαβικό όρο επειδή στον βαλτοσλαβικό κλάδο (το «…» της παραπάνω γραμμής) οι δομές *vRHC ακολούθησαν την εξέλιξη *vRHC > v̄RC > vRC (η τελική βράχυνση οφείλεται στο νόμο του Osthoff). Η μόνη ένδειξη ότι κάποτε το φωνήεν ήταν μακρό (v̄ και άρα ότι υπήρχε λαρυγγικό Η) είναι ο διαφορετικός τονισμός στην Σερβοκροατική (λ.χ. *bherHg’- > brȅza, αλλά *melko > mléko).

ghelh2d

2. Παρελθοντική αύξηση

α. Από το πρίσμα της ΙΕ γλωσσολογίας δεν έχει κανένα νόημα η διάκριση μεταξύ «συλλαβικής» και «χρονικής» αύξησης, γιατί αμφότερες είναι διαφορετικές εκφάνσεις της μίας ελληνο-άριας παρελθοντικής αύξησης *e-.

*h2eg’- > ἄγω με παρατατικό *e-h2eg’-om > ah2ag’om > aagom > āgom > γον

*h1leudh- > ἐλευθερόω, με παρατατικό *e-h1leudh- > *ēleuth- > λευθέρουν

β. Οι «ανώμαλες» χρονικές αυξήσεις σε «ει» συμβαίνουν επειδή τα ρήματα αυτά δεν είναι τωόντι φωνηεντόαρκτα, αλλά συμφωνόαρκτα που έχασαν το δίγαμμα ή την δασεία μεταμυκηναϊκά. Υπάρχει ένα όριο εντός της περίοδου ~1300-1000 π.Χ., όπου ο πρόγονος της αττικοϊωνικής άλλαξε την ποιότητα των πρωτοελληνικών μακρών φωνηέντων *ē και *ō. Η σημασία αυτού του ορίου είναι τα διαφορετικά προϊόντα των συνιζήσεων ε+ε και ο+ο πριν και μετά του ορίου. Οι συνιζήσεις που συνέβησαν πριν από το όριο έδωσαν προϊόντα που στην αλφαβητική περίοδο συμβολίζονται ως «η» και «ω». Οι συνιζήσεις που συνέβησαν μετά το όριο, είχαν ως προϊόντα τις λεγόμενες «νόθες διφθόγγους» «ει» και «ου».

Επομένως:

IE *serp- > παρατατικός *e-serp-om > *eherpon > eerpon > εἷρπον (γιατί η δασεία χάθηκε μετά το όριο)

IE *werg’- > παρατατικός *e-werg’- > *ewerg- > eerg- > εἰργαζόμην (γιατί το δίγαμμα χάθηκε μετά το όριο)

3. nox/noctēs

α. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των ρωμανικών ποικιλιών είναι ότι χάθηκε η αθεματική ονομαστική nox, λόγω πτωτικής απλοποίησης και όλοι οι ρωμανικοί ενικοί προέρχονται από την αιτιατική noctem (όπως συνέβη και στην Ελληνική ἡ νύξ/τὴν νύκτα > η νύχτα.

β. Το βασικό ισόγλωσσο που χωρίζει τις ρωμανικές γλώσσες σε «δυτικές» (γαλλοϊβηρικές) και «ανατολικές» (ιταλοβαλκανικές) είναι η δυτική διατήρηση του τελικού /s/ στον πληθυντικό noctēs (ισπ. noches, γαλλ. nuits) και η ανατολική τροπή s>i/j σε αυτή τη θέση (λ.χ. το λατινικό nōs = «εμείς» συνεχίζει με /s/ στις δυτικές ρωμανικές γλώσσες [ισπ. nos, γαλλ. nous, σαρδ. no(i)s] και ως noi στις ανατολικές [ιταλική, Δαλματική, Βλαχική, Ρουμανική]). Όποια γλώσσα έχει πληθυντικούς σε -s έχει και «εμείς» σε -s (λ.χ. τα σαρδηνικά no(i)s και Sardu = «Σαρδήνιος»/Sardus = «Σαρδήνιοι» = Ιταλ. Sardi), ενώ όποιος έχει πληθυντικούς σε -i έχει και noi για «εμείς».

Ο ανατολικός/ιταλοβαλκανικός πληθυντικός σε -i δημιουργήθηκε ως εξής:

noctēs > nōctes > nōctei/nōctej > nōctī > nōct(γι΄αυτό η Ισπανική λ.χ. έχει noches, αλλά η Ιταλική έχει notti και η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική *noptsi).

γ. Τα τέσσερα αποκλειστικά ισόγλωσσα της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ) που συνδέουν την Βλαχική με τη Ρουμανική είναι:

  1. Διφθογγοποίηση του τονισμένου δευτερογενούς μακρού φωνήεντος στον ενικό nōcte > nuopte > noapte
  2. Έλλειψη αυτής της διφθογγοποίησης στον πληθυντικό, λόγω του τελικού /i/, που αποτρέπει την διφθογγοποίηση (nōcti > noptsi)
  3. Τυπική ΑΒΡ τροπή ct>pt, όπως στο dīrectus > dreptu.
  4. Γιοντοποίηση του τελικού ανατολικού/ιταλοβαλκανικού /i/ >/j/ με συνακόλουθη προστριβοποίηση tj>tsʲ , η οποία απέκτησε λειτουργία σήμανσης του πληθυντικού (λ.χ. βλαχικά munti = «βουνό», αλλά muntsã = «βουνά» ~ ρουμανικά munte/munți)

4. ζώννῡμι/gjesh/po-jasati

Το ελληνικό ρήμα έχει ενεστωτικό δείκτη -νῡ- και το διπλό -νν- προέκυψε από την αφομοίωση -σν-> -νν-. Άρα η ρηματική ρίζα είναι ζωσ-. Το αρχικό ελληνικό «ζ» μπορεί να προέρχεται από τρεις πηγές (*dy, *gw(h)y- ή y-). Η σλαβική ρίζα jas- δείχνει ότι το ελληνικό «ζ» προέρχεται από *y, ενώ το σλαβικό /a/ προέρχεται από το ίδιο μακρό ΙΕ *ō που έδωσε το ελληνικό «ω» (λ.χ. δρον/γιγνώσκω ~ da/znati. Επομένως, η κοινή ΙΕ ρηματική ρίζα είναι *yeh3s- ~ *yōs-, από την οποία προκύπτει κανονικότατα και το αλβανικό ρήμα gjesh (*y>gj, *ō>e, *s>sh, όπως στα λατινικά δάνεια iūnctūra > jūmptūra > gjymtyrë, pōmum > pe και socius > shok).

5. πατήρ/μήτηρ/φράτηρ ~ hayr/mayr/elbayr

α. Οι ΙΕ κοινοί πρόγονοι είναι οι πασίγνωστοι όροι *ph2tēr, *meh2tēr και *breh2tēr.

β. Για την κατανόηση των αρμενικών όρων πρέπει να θυμηθούμε τις αρμενικές τροπές *p,t,k > ph,th,kh (=p’, t’, k’), *ē>ī>i, την τροπή *p>ph>h(>∅) σε αρκτική θέση και την σποραδική τροπή *C>CH>H>∅ σε μεσοφωνηεντική θέση.

*patēr > phathir > hahir > hayr

*mātēr > mathir > mahir > mayr

*bhrātēr > brathir > brahir > rbayr > erbayr > elbayr

Στην λέξη elbayr πρέπει να θυμηθούμε την τυπική αρμενική μετάθεση CR>RC (C=b,d,g και R= r,l, λ.χ. *sweydr-en- > sgirden- > skirten > khirtn = «ἱδρώς»), το προτακτικό /e/ που προστίθεται πριν από αρκτικό /r/ και, τέλος, τη ρωτική ανομοίωση r..r > l..r (λ.χ. ἄροτρον > αρότριον > *αρέτριον > αλέτρι).

γ.Το πρωτοελληνικό μάτηρ έγινε αττικοϊωνικό μήτηρ, λόγω της τροπής ᾱ>η που χαρακτηρίζει αυτήν την διάλεκτο (λ.χ. PGrk μᾶκος /δᾶμος > αττικοϊωνικά μῆκος/δῆμος).

δ. Το αττικό φράτηρ έναντι του ιωνικού φρήτηρ εξηγείται από την Αττική Επανατροπή μετά από ρ,ε,ι (Attic Reversion >æ>ᾱ), η οποία ακύρωσε την τροπή ᾱ>η σε αυτήν τη θέση (λ.χ. αττικά χώρ και νενίς έναντι των ιωνικών χώρη και νεηνίης).

6. κρήνη/κρουνός/krua~krue

α. Η τριάδα κρήνη/κράνᾱ/κράννᾱ δείχνει ότι ο πρώιμος ελληνικός όρος ήταν*κράσνᾱ, ο οποίος ανάγεται στο ΙΕ *kr.s-neh2. Ο κρουνός προέρχεται από το ο-βαθμο αρσενικό *kros-nos > kronnos > κρουνός (λόγω ΑΕ1). Επομένως η ΙΕ ρίζα είναι *kers- και έχει επαυξηθεί με το επίθημα *-no-.

β. Ο αναμενόμενος αυστηρά δωρικός τύπος του αττικοϊωνικού *krosnos > κρουνός είναι **κρωνός (λ.χ. *gwolseh2 > βωλά = βουλή), ενώ ο αντίστοιχος αιολικός είναι **κρόννος (όπως κράννᾱ και με τυπικό αιολικό υποχωρητικό τονισμό, λ.χ. αιολικά στρότος/στρότᾱγος = στρατός/στρατηγός).

γ. Ο αλβανικός όρος krua~krue/kronj είναι ο ακριβής ΙΕ συγγενής του ελληνικού όρου κρουνός.

ενικός: IE *kros-nos > EPA *krasna > krāna > krānë > krān > Alb. krua ~ krue

πληθυντικός: IE *kros-noi > EPA *krasnī > krānī > Alb. kronj

Ενώ στον πληθυντικό έγινε κανονικά η τροπή ā>o (λ.χ mātrā > mātra > motër), στον ενικό, επειδή το τονισμένο ān (ή ōn) βρέθηκε σε τελική θέση, συνέβη η τυπική τοσκο-γκεγκική διτυπία ua~ue. Παράδειγμα το «κυδώνι»:

λατ. cotōneum > ctōnju > ptōnj > ftōn (όπως tructa > ΑΒΡ *tropta > truftë) > ftua ~ ftue (με πληθυντικό ftonj = «κυδώνια», όπως kronj = «πηγές»).

7. *brūδiz > brūtis

Ο λόγος που προδίδει την γοτθική καταγωγή του γερμανικής καταγωγής βαλκανικού λατινικού brūtis = «σύζυγος Ρωμαίου στρατιώτη» είναι το /t/. Έδωσα ως δεδομένο το ότι το πρωτογερμανικό *brūδiz έχει υποστεί το νόμο του Verner (που σημαίνει ότι ήταν brūθiz). Εδώ ο γνώστης της γοτθικής φωνολογικής ιστορίας γνωρίζει ότι η Γοτθική είναι η μόνη γερμανική γλώσσα που έκανε επανατροπή δ>θ , ακυρώνοντας όλα τα «δ» που δημιούργησε ο νόμος του Verner. Έτσι PGmc *brūδiz > Γοτθικό brūθs (όπως γοτθ. gulθ = αγγλικό gold). Στην δημώδη Λατινική το /θ/ των άλλων γλωσσών αποδίδεται ως /t/ (λ.χ. τα δάνεια της Ιταλικής θέατρον > teatro και θeuδiskaz > theudiscus > tedesco, όπως Θευδέριχος ~ ιταλ. Teoderico). Αν το δάνειο είχε εισέλθει από άλλη γερμανική γλώσσα θα ήταν **brūdis (~tedesco, Teoderico). Ο D.H. Green αναφέρει και απάντηση του γοτθικού όρου brūθs στην «Νεοελληνική» (υποθέτω εννοεί βυζαντινή ελληνική) ως βροῦτις, το οποίο δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω.

broutis

8. caupō > kaupōną> kupiti

α. Το γερμανικό kaufen έχει /f/ εξαιτίας της Άνω Γερμανικής Συμφωνικής Μετατόπισης.

β. Το σλαβικό kupiti έχει /u/ επειδή αυτή είναι η εξέλιξη της Κοινής Βαλτο-σλαβικής διφθόγγου *au (*au>ou>ū>u, λ.χ. IE *dhrowg-os > ΚΒΣ *draugas > λιθουανικό drgas ~ OCS dru = «φίλος, σύντροφος»).

9. στράτα/μούτος/κουνιάδος/καδένα

Τα στράτα και μούτος έχουν /τ/ επειδή έχουν εισέλθει νωρίς και απευθείας από την Λατινική.

Τα κουνιάδος και καδένα έχουν /δ/ επειδή έχουν εισέλθει αργά και εμμέσως από την Βενετσιάνικη η οποία, όπως και οι λοιπές γαλλορωμανικές ποικιλίες, σε μεσοφωνηεντική θέση έχει κάνει την τροπή p,t,k > b,d,g > v,δ,γ (λ.χ. λατ. mūtus > ισπανικό mudo = /muδo/ = «μούτος»).

10. κάγκελο/τσίλια

Το cancellus > κάγκελον εισήλθε στην Ελληνική πριν το ~450 μ.Χ., επειδή δεν δείχνει την ύστερη λατινική ~ πρωτορωμανική ουράνωση και προστριβοποίηση ke>kʲe>tše, του ιταλικού cancello.

Advertisements

10 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

10 responses to “Quiz IE γλωσσολογίας #3

  1. Χρήστος

    Μ’ αρέσουν πολύ τα quiz. Θα κάνω μόνο το ένα απόψε και τα υπόλοιπα αύριο.
    Το ž προέρχεται από ένα ΠΙΕ g, gh, gwh, gw το οποίο ουρανικοποιήθηκε μπροστά από το μπροστινό e (ΣΟ1), πριν την νότια μετάθεση των υγρών. (Τα ουρανικά αντίστοιχα δεν παίζουν ρόλο αφούούτως ή άλλως έχουμε ουρανικοποίηση). Δηλαδή ge> ž . Και η μετάθεση των υγρών žel>žlē>žlě. Επειδή τα g, gh, gwh, gw συγχωνεύτηκαν όλα σε g, δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιό από όλακρύβεται από πίσω. Αυτό θα το ξεχωρίσει η ελληνική.
    Στην ελληνική το /χ/ προκύπτει είτε από gh,είτε από gwh πριν και μετά από /υ/ ή πριν από /ι/. Αφού στην λέξη χαλάζα δεν έχουμε υ,ι τότε μπορεί να προέλθει μόνο από gh.
    Το ελλ. /ζ/ προκύπτει από d+ja>ζα. Οπότε μένει το /λ/. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι μια πλειοφωνική ανάπτυξη ενός συλλαβικού /ḷ/. Δηλαδή ḷ>αλα. (Το ελληνικό /ḷ/ αναπτύσσει με /α/ το φωνηεντικό του μέρος).
    Άρα έχουμε.
    Σλαβικό: PIE *gheld- > BS geld > EPS želd > LPS žlěd.

    Και το ελληνικό PIE *ghḷd- > ελλ. χαλαδ-

    Άρα η ΠΙΕ είναι *gheld και η μεν σλαβική λέξη βρίσκεται στον e βαθμό, η δε ελληνική βρίσκεται στον μηδενικό βαθμό.

    • Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι μια πλειοφωνική ανάπτυξη ενός συλλαβικού /ḷ/. Δηλαδή ḷ>αλα.

      Ολόσωστη η υποψία σου, αλλά για να έχεις πλειοφωνία στην Ελληνική χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από σκέτο συλλαβικό /l./.

      Δεν το λέω γιατί είμαι σίγουρος ότι θα το βρεις αμέσως μόλις διαβάσεις το σχόλιό μου.

  2. Χρήστος

    Το δεύτερο είναι γρήγορο.
    2α ναι μπορούμε να μιλάμε για σκέτη παρελθοντική αύξηση. Δεν έχει σημασία η διάκριση αυτή.
    2β Τα ρήματα αυτά είχαν κι ένα s ή w στην αρχική τους θέση. δηλ. το έχω ήταν sεχ- ενώ το εργάζομαι ήταν wεργ-. Αυτά αποβλήθηκαν και έγινε η Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση που στις δωρικές διαλέκτους έδωσε μακρά φωνήεντα (η,ω) στηναττικοιωνική έδωσε νόθους διφθόγγους (ει, ου). Έτσι προκύπτουν λοιπόν τα “ανώμαλα” ει.

  3. Χρήστος

    Να βάλω λαρυγγικά μήπως? Τα λαρυγγικά δεν επιδρούν στην σλαβική, αλλά επιδρούν στην ελληνική.
    σλαβικό ghh2elh2d>geld > želd > žlěd
    ελληνικό ghh2elh2d>χαλαδ-

    Το έβαλα μπροστά από το /e/ το λαρυγγικό h2 ώστε να μου δώσει βραχύ /α/ και όχι μακρό, γιατί το μακρό θα έδινε /η/ στην αττικοιωνική.
    (Ενώ το έφτιαξα ωραία στο word το h2 όταν το αντιγράφω εδώ το χαλάει).

    • *ghelh2d- και είσαι μια χαρά. Ο μηδενικός βαθμός σου δίνει *ghl.h2d-ih2 > khaladya > khaladza > χάλαζα.

      Στη σλαβική η δομή vRHC > v̄RC > vRC (λόγω Osthoff). Η μόνη ένδειξη ύπαρξης λαρυγγικού είναι η διαφορά τόνου στην σερβοκροατική. Επομένως, το *ghelh2d- θα συμπεριφερθεί ομοίως με το *gheld- με μόνη διαφορά τον διαφορετικό τονισμό στην σερβοκροατική (λ.χ. brȅza, αλλά mléko).

  4. Χρήστος

    3.α Δεν βλέπω κάποια ιδιαίτερη τροπή. Το /n/ συνεχίζει σε όλες τις γλώσσες. Το /ο/ επίσης. Το kw συνεχίζει ως c (k) και τέλος το /t/. Δεν ξέρω

    3.β Απ’ ότι βλέπω το ισόγλωσσο είναι το σύμπλεγμα ct που στην ανατολική ρωμανική τρέπεται σε pt.

    3.γ Τα ισόγλωσσα της ΑΒΡ είναι: 1 Διφθογγισμός o>oa, 2 το σύμπλεγμα ct>pt, 3 συριστικοποίηση του t που προφέρεται τς. Τέταρτο δεν βρίσκω

  5. Χρήστος

    4. Αν σας πω ότι το ελληνικό ρήμα ζώννῡμι, το αλβανικό ρήμα gjesh και το σύνθετο ρήμα po-jasati της Εκκλησιαστικής Παλαιοσλαβονικής (όλα «ζώνομαι») είναι ΙΕ συγγενείς, μπορείτε να αναδομήσετε την κοινή ΙΕ ρηματική ρίζα;

    Το 4 είναι το πιο ωραίο γιατί τώρα έχω διαβάσει και σλαβικά και αλβανικά.

    Πρώτα για την δομή της λέξης. Στο ζώννυμι η ρίζα είναι το ζως-. Το -νυ που ακολουθεί είναι ένα ενεστωτικό επίθημα και το -μι είναι η κατάληξη πρώτου προσώπου. Το /σ/ της ρίζας αφομοιώνεται στο /ν/. Άρα κρατάμε την ρίζα ζως= zōs.
    Στην σλαβική από το jasati κρατάμε την ρίζα jas. Το -ti είναι η γραμματική μορφή του απαρέμφατου.
    Και η αλβανική έχει μια συλλαβή ίσα-ίσα την ρίζα και πολύ είναι χαχαχα. οπότε gjesh.

    Ο καλύτερος τρόπος είναι να ξεκινήσει κάποιος από την ελληνική που συνήθως έχει τις λιγότερες αλλαγές και σίγουρα διατηρεί καλύτερα τα ΠΙΕ φωνήεντα. Δηλ. εδώ έχουμε ελλ. /ō/, σλαβ /a/ και αλβ. /e/. Οπότε το ελλ. είναι το original ΠΙΕ και θα το επιβεβαιώσουμε στην πορεία ερμηνεύοντας τις αλλαγές στις άλλες δυο γλώσσες.
    Στην EPS το ō > ā και αργότερα στην LPS ā>a. Άρα το ΠΙΕ ō επαληθεύτηκε στην σλαβική όπως προυποθέσαμε.
    Στην αλβανική το ō διατηρήθηκε στην πρώιμη πρωτο-αλβανική αλλά αργότερα ō > e και στην συνέχεια το e διθφογγοποιήθηκε δηλ e>je. Άρα εξηγείται και το j στην λέξη gjesh. Άρα επαληθεύει και η αλβανική το ΠΙΕ ō.

    Το /s/ παραμένει στην ελληνική ως /σ/ και στην σλαβική ενώ στην αλβανική παχαίνει σε /sh/. Άρα παίρνουμε ΠΙΕ /s/.

    Άφησα για το τέλος το πρώτο γράμμα που έχει περισσότερο ζουμί.
    Στην αρχή σκέφτηκα ένα χειλουπερωικό, αλλά ούτε /ζ/ θα μας έδινε στα ελληνικά ούτε /j/ στα σλαβικά. Αυτά τα παίρνουμε μόνο από το συμφωνικό μέρος του ημιφώνου /i/ö δηλαδή ένα j. Στα ελληνικά σε αρχική θέση δίνει /ζ/. Το συμφωνικό ημίφωνο /i/ στα αλβανικά δίνει gj. Οπότε δεν χρειάζεται και το δεύτερο στάδιο e>je.

    Ανακεφαλαιώνοντας.
    Ελληνικά: PIE *jōs > ελλ. ζως
    Σλαβικά: PIE *jōs > EPS jās > LPS jas
    Albanıkά: ΠΙΕ *jōs > EPA gjōs > αλβ. gjesh

    Άρα η ρίζα είναι *jōs

  6. Έχω παραθέσει τις απαντήσεις του Quiz στην ανάρτηση ως συμπλήρωμα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s