Ο τσαγκάρης και οι tubrugi birrei των Λομβαρδών

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω μια ποικιλία ενδυματικών όρων της ύστερης αρχαιότητας, επειδή οι δύο από αυτούς απαντούν σε γειτονικά άρθρα του Θεοδοσιανού Κώδικα, ο οποίος εκδόθηκε το 438 επί βασιλείας Θεοδοσίου Β΄.

Η τζάγγα, το τζαγγίον κι ο τσαγκάρης

Όλοι ξέρετε ότι τσαγκάρης είναι ο παπουτσάς, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο γνωρίζετε την ετυμολογία του όρου τσαγκάρης. Ο όρος «τζαγγάριος ~ τζαγκάριος» είναι αυτός που φτιάχνει «τζάγγες ~ τζάγκες» ή «τζαγγία ~ τζαγκία» («τζ»=/τσ/, κατά το ειωθός στην μεσαιωνική Ελληνική).

Η «τζάγγα/τζάγγη» ή «τζαγγίον» ήταν είδος μαλακού περσικού (για την ακρίβεια παρθικούυποδήματος και αυτός που έφτιαχνε αυτά τα υποδήματα λεγόταν «τζαγγάριος ~ τζαγκάριος» ή «σαγγάριος». Η τζάγγη απαντά στην ύστερη λατινική ως zanca ~ zanga. Ο όρος «τζαγγάριος» είναι ένα τυπικό nomen professionis σε -ārius > -άριος (βλ. την ανάρτηση για το όνομα Βελισάριος), ενώ η απαλοιφή/απάλειψη -άριος > -άρις > -άρης, είναι τυπική της Ελληνικής της ύστερης αρχαιότητας και του πρώιμου μεσαίωνα (βλ. ἀλεκτόριον > ἀλεκτόριν εδώ και κιόνιον > Κιόνιν εδώ, καθώς και τους ονοματικούς τύπους Γεώργιος > *Γιώργις > Γιώργης, Διονύσιος > Διονύσης, Θεοδόσιος > Θεοδόσης).

Η πρώτη απάντηση του όρου «τζάγγα» στην λατινική γραμματεία είναι στον Βίο του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Γοτθικού στην Historia Augusta. Υπάρχει η παράδοση ότι αυτό το κεφάλαιο της Historia Augusta (HA) έχει συγγραφεί από τον Τρεβέλλιο Πολλίωνα, που ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ωστόσο, η πλειοψηφία των μελετητών χρονολογεί την συγγραφή της ΗΑ στο διάστημα 350-450 μ.Χ. Το χωρίο περιγράφει λίστα δώρων (dōna mīsī = «δώρα που έστειλα») που ο αυτοκράτορας Γαλλιηνός έστειλε στον φίλο (και αργότερα διάδοχό του) Κλαύδιο.

[ΗΑ, Vita Divi Claudii, 17] Item epistula Gallieni, cum nuntiatum esset per frumentarios Claudium irasci, quod ille mollius viveret: “Nihil me gravius accepit quam quod notaria tua intimasti Claudium, parentem amicumque nostrum,[…] ipse ad eum dona misi, […], paragaudem triuncem unam, zanchas de nostris Parthicas paria tria, singiliones Dalmatenses decem, chlamydem Dardanicam mantuelem unam, paenulam Illyricianam unam, bardocucullum unum, cucutia villosa duo, oraria Sarabdena quattuor, aureos Valerianos centum quinquaginta, trientes Saloninianos trecentos.” 

Στα δώρα περιλαμβάνονται δέκα singiliōnēs Dalmatēnsēs (η λεγόμενη δαλματική, την οποία -αν θυμάμαι καλά- μας είχε αναφέρει κάποτε ο Simplizissimus ως ευρύτατα διαδεδομένη φορεσιά κατά την ύστερη αρχαιότητα), μια chlamys mantuēlis Dardanica (= Δαρδανική κάπα, άραγε μπαρούτσα; Στον κλασικό ελληνικό κόσμο η χλαμύς ήταν θεσσαλομακεδονικής προέλευσης), μια paenula Illyriciana (Ιλλυρικιανή κάπα), έναν bardocucullus (κελτικό κάλυμμα των βαρδών, cucullus/cucullaκουκούλα), δύο cucutia villōsa (τρίχινες/μαλλιαρές κουκούλες, δηλαδή γούνινες) και, για να μη βγω εκτός θέματος, zanchas de nostris Parthicas paria tria = «τρία ζευγάρια zanchae Parthicae/Παρθικές τζάγγες από τις δικές μας».

Ο Θεοδοσιανός Κώδιξ, λοιπόν, απαγορεύει την είσοδο στη Ρώμη (Urbs venerabilis = σεβαστή Πόλις) με «τζάγγες» (tzangae> tzangarum = «τζαγγών») και «βράκες» (bracae > bracarum = «βρακών»).

[Th.C., 14.10.2] Usum tzangarum adque bracarum intra urbem venerabilem nemini liveat = Δεν επιτρέπουμε σε κανέναν την χρήση τζαγγών και βρακών εντός της σεβαστής Πόλεως

14.10.2

Impp. Arcadius et Honorius aa. ad populum.

Usum tzangarum adque bracarum intra urbem venerabilem nemini liveat. Si quis autem contra hanc sanctionem venire temptaverit, sententia viri illustris praefecti spoliatum eum omnibus facultatibus tradi in perpetuum exilium praecipimus. Et cetera.

Στην ελληνική γραμματεία ο όρος «τζάγγα ~ τζάγκα» απαντά στην ελληνική μετάφραση των συριακών κειμένων του Εφραίμ του Συρού (4ος μ.Χ. αι.) και στο Πασχάλιο Χρονικό (~650 μ.Χ.).

Στην ελληνική μετάφραση ενός χωρίου του Εφραίμ του Συρού διαβάζουμε:

[Ασκητικός Λόγος, 1.126] Μὴ σήμερον ἀνυπόδετος, αὔριον δὲ τζάγγην ἢ καλίγην ἐπιζητεῖς

Η «καλίγη» είναι φυσικά η λατινική caliga, η «αρβύλα» των Ρωμαίων Λεγεωναρίων μέχρι τον 2° μ.Χ. αι. Ο όρος συνέχισε να χρησιμοποιείται κατά την ύστερη αρχαιότητα, δηλώνοντας όμως άλλο είδος στρατιωτικών υποδημάτων. Ο όρος «καλίγη/caliga» είναι η πηγή του ρήματος καλιγώνω = «πεταλώνω [άλογο]» και του nomen professionis καλιγωτής. Στην βυζαντινή γραμματεία η καλίγη απαντά και ως καλίκιον, γι΄αυτό ο Διγενής Ακρίτας στο έπος φοράει «καλίτσια» (καλίκια). Έχω αναφερθεί στην καλίγη/caliga σε παλαιότερη ανάρτηση για τα μουζάκια, τα τσερβούλια και τα καλίτσια.

Το Πασχάλιο Χρονικό (το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ) περιγράφει τη στέψη του Τζαθίου Α΄ ως βασιλιά της Λαζικής από τον Ιουστίνο Α΄ (τον βάπτισε χριστιανό και του έδωσε ως σύζυγο την Ρωμαία Βαλεριανή) αναφέροντας πως φορούσε «ρούσαια τζαγγία εγχώριας κατασκευής και περσικού σχήματος, που είχαν μαργαρίτες (~μαργαριτάρια)» («τὰ γὰρ τζαγγία αὐτοῦ ἦν ἀπὸ τῆς χώρας αὑτοῦ ῥουσαῖα, Περσικῷ σχήματι, ἔχοντα μαργαρίτας»).

[Πασχ. Χρον., 614] καὶ δεχθεὶς ὁ Τζάθιος παρὰ τοῦ αὐτοῦ βασιλέως Ἰουστίνου ἐφωτίσθη· καὶ χριστιανὸς γενόμενος ἔγημε γυναῖκα Ῥωμαίων, ἔκγονον Ὀνίνου τοῦ πατρικίου τοῦ ἀπὸ κουροπαλατῶν, Οὐαλεριανήν. ἥντινα εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ χώραν λαβὼν ἀπήγαγεν, προχειρισθεὶς καὶ στεφθεὶς βασιλεύς Λαζῶν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ἱουστίνου βασιλέως, φορέσας στέφανον Ῥωμαίων καὶ χλαμύδιν ἄσπρον ὁλοσηρικόν, […] τὰ γὰρ τζαγγία αὐτοῦ ἦν ἀπὸ τῆς χώρας αὑτοῦ ῥουσαῖα, Περσικῷ σχήματι, ἔχοντα μαργαρίτας·

Παραθέτω την παρακάτω σελίδα με όλα όσα σχολίασα για τις «τζάγγες» και τα «τζαγγία».

tzanga

Οι tubrugi birrei των Λομβαρδών

 Ο Λαγγοβαρδός/Λομβαρδός ιστοριογράφος Παύλος ο Διάκονος έγραψε την Historia Langobardorum στα τέλη του 8ου μ.Χ. αιώνα. Θα αρχίσω την συζήτηση με λίγα λόγια για την ιστορία των Λομβαρδών.

Οι Λαγγοβαρδοί (αργότερα Λομβαρδοί) ήταν ένα γερμανικό φύλο που το εθνωνύμιό τους σημαίνει «Μακροπώγωνες», λ.χ. αγγλικό long beard = «μακρό γένι» (PGmc *langaz και *bardaz, όπως το σκανδιναβικό επίθετο του θεού Όδιν Langbarðr = «Μακροπώγων»). Υπάρχει μια Origo Gentis Langobardorum που γράφτηκε στα τέλη του 7ου μ.Χ. αιώνα, η οποία ανάγει την απώτερη καταγωγή του φύλου στην Σκανδιναβία. Ωστόσο, αυτές οι Origo Gentis των γερμανικών φύλων που γράφτηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα περιέχουν πολύ αμφιλεγόμενες πληροφορίες για την απώτερη καταγωγή των γερμανικών φύλων, επειδή αντιγράφουν σε μεγάλο βαθμό την Origo Gentis Gothorum που παρουσιάζει ο Κασσιόδωρος στην Historia Gothorum, την οποία αντέγραψε και ο  Ιορδάνης στo βιβλίο του De origine actibusque Getarum ή, συντόμως, Getica (σκανδιναβική κοιτίδα > διαπεραίωση της Βαλτικής/Βόρειας θάλασσας > εγκατάσταση στα Ρωμαϊκά εδάφη).

Τα μόνα που μπορούμε να πούμε με κάποια βεβαιότητα για την απώτερη καταγωγή των Λομβαρδών είναι ότι στις αρχές του 1ου μ.Χ.αιώνα ο μεν Βελλήιος Πατέρκουλος τους αναφέρει να κατοικούν μέχρι τον ποταμό Έλβα (Ἄλβις, flumen Albis) και να διαθέτουν «περισσότερη από τη συνήθη Γερμανική αγριότητα» (gens Germana feritate ferociore), ο δε Στράβων αναφέρει ότι οι Λαγκοβαρδοί κατοικούσαν εκατέρωθεν του ποταμού Έλβα (καὶ πέραν τοῦ Ἄλβιος). Τόσο ο Στράβων όσο και ο Τάκιτος αργότερα (που ίσως τον αντιγράφει) θεωρούσαν τους Λομβαρδούς υποφύλο των Σουήβων.

[Στράβων, 7.1.3] Μέγιστον μὲν οὖν τὸ τῶν Σοήβων ἔθνος· διήκει γὰρ ἀπὸ τοῦ Ῥήνου μέχρι τοῦ Ἄλβιος· μέρος δέ τι αὐτῶν καὶ πέραν τοῦ Ἄλβιος νέμεται, καθάπερ Ἑρμόνδοροι καὶ Λαγκόβαρδοι·

[VP, Historia, II.106] Fracti Langobardi, gens etiam Germana feritate ferocior; denique quod numquam antea spe conceptum, nedum opere temptatum erat, ad quadringentesimum miliarium a Rheno usque ad flumen Albim,

Γλωσσικά, οι Λομβαρδοί σχεδόν σίγουρα μιλούσαν μια δυτική γερμανική ποικιλία. O Παύλος ο Διάκονος αναφέρει την «ίδια», «πάτρια» και «βαρβαρική» γλώσσα των Λομβαρδών (lingua propria, sermo barbaricus, patria verba) και την ονομάζει έτσι, επειδή στις μέρες του η πλειοψηφία των Λομβαρδών ήταν πια λατινόφωνη (λ.χ. η σημερινή lengua Lumbarda που μιλάνε στη Λομβαρδία της βόρειας Ιταλίας είναι γαλλοϊταλική ρωμανική, όπως όλα τα ιταλικά ρωμανικά ιδιώματα βορείως της γραμμής La Spezia-Rimini).

Παραθέτω μια σελίδα από το κεφάλαιο του Walter Pohl στο βιβλίο Strategies of Distinction: Construction of Ethnic Communities 300-800για τα παραπάνω:

lingua-propria

Η πάτριος (γερμανική) Λομβαρδική γλώσσα υπέστη την Άνω Γερμανική Συμφωνική Μετάθεση (HGCS), όπως οι νότιες (ορεινές) διάλεκτοι της Γερμανικής (λ.χ. η Αυστρο-Βαυαρική Γερμανική).

Η HGCS χαρακτηρίζεται από τις παρακάτω εξελίξεις των πρωτογερμανικών (PGmc) συμφώνων:

PGmc *b,d,g > HGmc p,t,k (λ.χ. στο αγγλικό day αντιτοιχεί το γερμανικό Tag, στο παλαιότερο αγγλικό brigge = bridge αντιστοιχεί το γερμανικό Brücke, στα πρότυπα γερμανικά Berg, bist αντιστοιχούν τα βαυαρικά Perg, pist).

PGmc *p,t,k > HGmc pf~f, ts~ss, kχ~χ (λ.χ. στα αγγλικά tide, that, ship, apple, make αντιστοιχούν τα γερμανικά Zeit, dass, Schiff, Apfel, machen)

PGmc *θ,δ > HGmc d (λ.χ. στα αγγλικά that, thorn, brother αντιστοιχούν τα γερμανικά dass, Dorn, Bruder)

Μπορούμε να δούμε την HGCS στα λομβαρδικά δάνεια της Ιταλικής:

Οι ιταλικοί όροι pizza και pizzo/pizzicco = «αρπάζω, δαγκώνω» μάλλον προέρχονται από τους λομβαρδικούς απογόνους του πρωτογερμανικού *bītaną = «δαγκώνω» (λ.χ. αγγλικό bite, γερμανικό beißen, OHG bizan)

PGmc *bīt– > Lmb *pīts– > It pizza

Ο πρώτος από τους συγγενείς ιταλικούς όρους palco και balcone = «μπαλκόνι» δείχνει την τροπή b>p (PGmc *balkô > OHG balcho και palcho)

O νεοελληνικός όρος πάγκος προέρχεται από τον ιταλικό όρο panco (λ.χ. panchina, pancone δίπλα στα banco, banca), ο οποίος προέρχεται από απόγονο του πρωτογερμανικού όρου *bankiz που έδωσε το αγγλικό bench = «πάγκος».

Το Έδικτον του Λομβαρδού βασιλιά Ροθάριου (Edictum Rothari, 643 μ.Χ.) είναι γραμμένο στα Λατινικά, αλλά περιέχει πολλούς λομβαρδικούς όρους. Ένας από τους πιο σημαντικούς είναι ο όρος stolesazo, γιατί περιέχει ως πρώτο συνθετικό τον λομβαρδικό απόγονο του πρωτογερμανικού *stōlaz = «κάθεδρα, θρόνος» (λ.χ. αγγλικό stool, γερμανικό Stuhl) και ως δεύτερο συνθετικό τον λομβαρδικό απόγονο του πρωτογερμανικού όρου *sētiją = «κάθισμα» (λ.χ. αγγλικό seat και γερμανικό Gesäss/Gesäß). Εδώ βλέπουμε την ακόλουθη εξέλιξη:

PGmc *sēt- > WGmc *sāt- > Lmb *sāts- ~ saz- (η τροπή t>ts>ss ολοκληρώθηκε στο προρρηθέν γερμανικό Ge-säß/Ge-säss).

Παραθέτω και τον λομβαρδικό όρο sonopair = «ο ισχυρότερος κάπρος του κοπαδιού» που έχει ως δεύτερο συνθετικό τον πρωτογερμανικό όρο *bairaz = «κάπρος/αγριογούρουνο» (λ.χ. αγγλικό boar).

stolesazo

Tην τροπή b>p των γερμανικών δανείων pizza, panco, palco την βλέπουμε και στα λομβαρδικά ανθρωπωνύμια. Το όνομα Λιουπράνδος/Liutprand, που απαντά μόνο σε Λομβαρδούς, και το λομβαρδικής καταγωγής ιταλικό όνομα Ansprando, έχουν το ίδιο δεύτερο συνθετικό με τα ονόματα Hildebrand και Hedubrand.

Επομένως, δεν είναι τυχαίο που ο Παύλος o Διάκονος θεωρούσε τους Βαυαρούς και τους Σάξονες (αυτούς που έμειναν στην Σαξονία) ωςeiusdem lingua homines” = «ανθρώπους της ίδιας γλώσσας», για τους οποίους γράφει πως ως τις ημέρες του είχαν τραγούδια για τον Λομβαρδό βασιλιά Αλβουίνο που νίκησε τους Γέπιδες το 567. Η Λομβαρδική γλώσσα πρέπει να έμοιαζε αρκετά με την Βαυαρική.

[HL, 1.27] Alboin vero ita praeclarum longe lateque nomen percrebuit, ut hactenus etiam tam apud Baioariorum gentem quamque et Saxonum, sed et alios eiusdem linguae homines eius liberalitas et gloria bellorumque felicitas et virtus in eorum carminibus celebretur. Arma quoque praecipua sub eo fabricata fuisse, a multis hucusque narratur.

Σε αυτούς τους πολέμους με τους Γέπιδες, οι Λομβαρδοί λίγο πολύ πολεμούσαν ως socii ~ foederati («σύμμαχοι, φίλοι») των Ρωμαίων, όπως γράφει και ο Ιορδάνης στην Romana (έγραψε αυτή την ιστορία λίγο μετά το 550 μ.Χ.), όπου γράφει για τον πρώτο Λομβαρδο-Γεπιδικό πόλεμο του 547 πως οι Λομβαρδοί πολεμούσαν ως socii των Ρωμαίων «εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων Γεπίδων» (constra aemulos Romanorum Gipedas):

[Romana, 386] Langobardorum gens, socia Romani regni principibus, et Theudahathi sororis filiam (dante sibi imperatore) in matrimonio jungens regi suo, contra æmulos Romanorum Gipedas, una die pugna commissa, eorum pæne castra pervasit, cecideruntque ex utraque parte amplius LX milia;

O Florin Curta στο “The Making of the Slavs” γράφει τα εξής για τις μάχες Λομβαρδών και Γεπίδων κατά την εικοσαετία 547-567:

lombards

Ένα χρόνο μετά τη μάχη του 567, οι Λομβαρδοί του Αλβουίνου, πιεζόμενοι από τους μέχρι τότε συμμάχους τους Αβάρους, εγκατέλειψαν την Παννονία και μετανάστευσαν στην βόρειο Ιταλία.

Ένα χρόνο πριν τη μάχη του 567, δηλαδή το 566, ο Αλβουίνος παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά των Γεπίδων/Γηπαίδων Κουνιμούνδου Ροσαμούνδη.

Με αυτόν τον γάμο Αλβουίνου και Ροσαμούνδης ξεκινάω το γλωσσολογικό μέρος για τους tubrugos birreos (αιτιατική του “tubrugi birrei”) των Λομβαρδών.

Ο Παύλος ο Διάκονος γράφει πως στο γλέντι του γάμου ένας Γήπαις πρίγκιπας προσέβαλε τους Λομβαρδούς λέγοντάς τους ότι με τις “candidae fasciolae τους (λευκά περιειλήματα κνήμης, puttee) οι Λομβαρδοί μοιάζουν σαν τις βρομερές φοράδες που έχουν άσπρες μόνο τις κνήμες. Ο Λομβαρδός απάντησε στον Γήπαιδα λέγοντάς του να πάει στο πεδίο του Άσφελντ (campus Asfeld, όπου οι Λομβαρδοί είχαν νικήσει τους Γήπαιδες μια δεκαετία πριν) και να δει τα σκόρπια κόκαλα του αδελφού του (tui dispersa sunt ossa germani) που παραμένουν άθαφτα σαν να ήταν κόκαλα ευτελούς υποζυγίου (vilis iumenti).

[HL, 1.24] Tunc regis alter qui aderat filius, patris sermone stimulatus, Langobardos iniuriis lacessere coepit, asserens eos, quia a suris inferius candidis utebantur fasceolis, equabus quibus crure tenus pedes albi sunt similes esse, dicens: «Fetilae sunt equae, quas similatis». Tunc unus e Langobardis ad haec ita respondit: «Perge» ait «in campum Asfeld, ibique procul dubio poteris experiri, quam valide istae quas equas nominas praevalent calcitrare; ubi sic tui dispersa sunt ossa germani quemadmodum vilis iumenti in mediis pratis».

equa

Παραθέτω την περιγραφή του χωρίου από τον Walter Pohl το προρρηθέν βιβλίο “Strategies of Distinction”:

candida-fasceola

Στη συνέχεια ο Walter Pohl παραθέτει ένα άλλο χωρίο από την HL, όπου ο Παύλος ο Διάκονος γράφει πως οι Λομβαρδοί των ημερών του όταν εφίππευαν κάλυπταν τις “osae” τους (< hosae < PGmc *husǭ = “leggings” ~ παντελόνια) με “tubrugos birreos,” ένα έθιμο (cōnsuētūdō) που πήραν από τους Ρωμαίους (Sed hoc de Romanorum consuetudine traxerant):

[HL, 4.22] Vestimenta vero eis erant laxa et maxime linea, qualia Anglisaxones habere solent, ornata institis latioribus vario colore contextis. Calcei vero eis erant usque ad summum pollicem pene aperti et alternatim laqueis corrigiarum retenti. Postea vero coeperunt osis uti, super quas equitantes tubrugos birreos mittebant. Sed hoc de Romanorum consuetudine traxerant.

Ο Walter Pohl δεν είναι σίγουρος για ο τι είναι αυτοί οι tubrugi birrei,” αλλά οι ερμηνείες των άλλων μελετητών που παραθέτει (“woolen greaves” = «μάλλινες περικνημίδες», “gambali di panno“, birrus = “thick, coarse wool” = «χονδρό, ακατέργαστο μαλλί») νομίζω καθιστούν βέβαια την εξίσωση tubrugi birrei = «(σιάργκαβα) μπιάλια».

tubrugi-birrei

Το επίθετο birreus είναι παράγωγο του λατινικού ουσιαστικού birrus ~ byrrus = «μεταξένιο ή μάλλινο κάλυμμα», το οποίο και ο Pohl και το LSJ το ετυμολογούν από το ελληνικό επίθετο πυρρός = «πυρρόξανθος».

Ο Θεοδοσιανός Κώδιξ επιτρέπει σε δούλους (servus) και τους κυρίους τους που δεν τελούν στρατιωτική θητεία (dominosmilitiae non teneri) να φοράνε byrrus και cucullus (aut byrris uti permittimus aut cucullis) στη Ρώμη:

[Th.C., 14.10.1.2] Servos sane omnium, quorum tamen dominos sollicitudine constat militiae non teneri, aut byrris uti permittimus aut cucullis.

Παραθέτω και μια αγγλική μετάφραση, όπου το byrrus μεταφράζεται ως “shaggy coat” = «μάλλινο/γούνινο κάλυμμα».

byrrus

Επομένως, το επίθετο birreus που χρησιμοποιεί ο Παύλος ο Διάκονος σημαίνει σίγουρα «μάλλινος, γούνινος.» Πάμε τώρα στον άλλο όρο tubrugus.

Ο όρος tubrugus (πληθυντικός tubrugi) είναι ακόμα πιο ενδιαφέρων. Πρόκεται για τον γερμανικό όρο *θeuh-brōk- > *θjuh-brōk- = «γκέτα» (PGmc *þeuhą , *brōks > αγγλικά thigh, breeches) που κρύβεται πίσω από το ρουμανικό tureac/turetcă και το αλβανικό tirq. Ο πρωτογερμανικός όρος *brōks, μάλλον είναι πρώιμο κελτικό δάνειο (κελτ. *ā > PGmc ō) στην πρωτογερμανική (και το λατινικό brācae κελτικό δάνειο είναι).

Κάποιος απόγονος του πρωτογερμανικού *θeuh-brōk- εισήλθε στην ύστερη Λατινική ως tybrōcus ~ tubrūcus. Ο τύπος tubrugus του Παύλου Διακόνου δείχνει την τυπική γαλλορωμανική ηχηροποίηση -c->-g- (λ.χ. focus > ιβηρ. fuego, ιταλ. pacare ~ pagare , braca/bracae > ιταλ. braca/brache ~ braga/braghe).

 Ο αλβανικός και ο ρουμανικός όρος κατάγονται από μια ΑΒΡ εκδοχή του tybrōcus > *tyrecu, η οποία έχει υποστεί:

  1. Απλοποίηση -br- > -vr-/-wr- > -r- (λ.χ. faber/fabrum > ρουμ. faur, fabrica > αλβ. *faurika > farkë , cōnsōbrīnus > *cusuvrinu > βλαχ. cusurin[u] ~ αλβ. kushëri , Februārius > *Fevruarju > ρουμ. urar ~ αλβ. Fruar > Fror
  2. Το ρουμανικό tureac προέκυψε από την διφθογγοποίηση του tyrécu (λ.χ. géna > gea), κάτι που σημαίνει ότι στον γερμανικό όρο συνέβη πρώτα η αλβανική τροπή ō>e (λ.χ. pōmum > pe, timōrem > tmerr , terraemōtus > tërmet)
  3. To /ju/=/ü/=/y/ της πρώτης συλλαβής ιωτακίστηκε στην αλβανική (λ.χ. *mūs > my > mi), ενώ στην Ρουμανική τράπηκε σε απλό /u/ (λ.χ. martyr > martur, stylus > stur)

Παραθέτω τα λόγια του Vladimir Orel για το αλβανικό tirk/tirq και το ρουμανικό tureác/turéci (στον πληθυντικό, το τελικό /i/ απέτρεψε την διφθογγοποίηση, λ.χ. noapte ~ nopți).

tirk

Παραθέτω και την γνώμη του Peter Heather ότι ο ρουμανικός όρος απαιτεί αλβανική διαμεσολάβηση (ō>e) για να εξηγηθεί.

tureci

Αφού παρέθεσα όλα τα παραπάνω, επαναλαμβάνω πως, κατά τη γνώμη μου, τα tubrugi birrei που οι Λομβαρδοί υιοθέτησαν από τους Ρωμαίους στην ιππασία, δεν είναι παρά τα «(σιάργκαβα) μπιάλια

Advertisements

24 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Μεσαίωνας

24 responses to “Ο τσαγκάρης και οι tubrugi birrei των Λομβαρδών

  1. Simplizissimus

    Τα τσαγγία, Σμερδαλέε, διαπέρασαν όλη τη βυζαντινή ιστορία. Τα βρίσκουμε στην ύστατη σκηνή της, όταν ο νεκρός του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δραγάση-Παλαιολόγου αναγνωρίζεται ανάμεσα στους νεκρούς της Άλωσης από τα ερυθρά τσαγγία που φοράει.

    Από αυτό το birrus / byrrus πρέπει να κατάγεται και η μάλλινη μπιρέτα, που ήταν σκληρό κάλυμμα της κεφαλής στο Μεσαίωνα για τους λαϊκούς, προτού καταλήξει να γίνει καπελίνο των ιερέων της Καθολικής Εκκλησίας.

    Άξια σχολιασμού βρίσκω επίσης τα λευκά «καλτσάκια» / «σοσόνια» που «φορούν» τα άλογα. Είναι τόσο κοινό και εντυπωσιακό το στοιχείο, που είμαι βέβαιος ότι σε όλες τις γλώσσες θα υπάρχει ειδικός όρος γι’ αυτό. Και στα ελληνικά υπάρχει, άλλο αν έχει σήμερα ξεχαστεί (βλ. σχετική αναζήτηση στο φόρουμ Λεξιλογία, για τη λέξη «τρίπληκτρος», από το σχόλιο 9 κ.εξ.).

    Α, και: Βελλήιος Πατέρκουλος.

    • Καλώς τον Simp. με τα δώρα!

      Ήξερα ότι στα λατινικά ήταν Patérculus, αλλά το τόνισα ελληνιστί όπως τα Graéculus > Γραικύλος και Calígula > Καλιγούλας.

      • Πάντως βλέπω ότι ο Δίων αποδίδει το Bíbulus απαράλλαχτο ως Βίβουλος και όχι Βιβύλος. Επομένως, θ΄αλλάξω το Πατερκύλος σε Πατέρκουλος.

  2. Μανούσος

    Η πίτσα και η πίττα, δεν νομίζω να έχουν καμμία σχέση με την γερμανική ρίζα που αναφέρεις αλλά μάλλον με την εβραϊκή (και αραμαϊκή) ρίζα παττ και σε σύζευξη πιττι- πληθυντικός πιττίμ, και πεττότ, το οποίο σημαίνει κλάσμα ψωμιού. Βλ. λεξικό William Holladay, A Concise Hebrew and Aramaic Lexicon of the Old Testament, σελ. 300. E. J. Brill. Leiden 1971.
    https://books.google.ca/books?hl=el&id=Urc3AAAAIAAJ&q=morsel+%28of+bread%29+Gn+18#v=onepage&q&f=false
    (Βάλε αναζήτηση μέσα στο βιβλίο morsel (of bread) Gn 18 και είναι η πρώτη στήλη κάτω-κάτω. Δεν κατάφερα να σου στείλω φωτογραφία)

    • Γειά σου Μανούσο.

      Έγραψα morsel και μου βγήκε αυτή η σελίδα:

      Σε αυτήν την σελίδα αναφέρεσαι ή υπάρχει κάποια άλλη σελίδα στο βιβλίο που προτείνει την συσχέτιση με την pizza;

      Γιατί σε όλα τα λεξικά που κοίταξα έχει δύο πιθανότητες: ή από την πίτα ή από το λομβαρδικό bit- > pitz-.

      Από τα δύο μόνο το δεύτερο εξηγεί το διπλό προστριβόμενο -zz- του όρου pizza.

      • Μανούσος

        σε αυτήν. Η ρίζα π-τ έχει στην αραμαϊκή αντίστοιχη διπλό τ dew kai http://www.dukhrana.com/lexicon/PayneSmith/page.php?p=469 πάλι κάτω αριστερά πρώτη στήλη. Σημειωτέον ότι αντίστοιχη είναι και η λέξη πιττάκιον, δηλ επιστολή η άλλο κείμενο σε επίπεδη μορφή σαν φάκελλος και όχι κύλινδρος.
        Δεν ξέρω αν ίσως έχει σχέση με κάποιον τρόπο και ο Πιττακός

      • Ok. Λοιπόν παιδιά, λέω σ’αυτό το σχόλιο μια γενική πληροφορία για όλους τους αναγνώστες. Επειδή υπάρχει ένα πρόβλημα με την σύνδεση στο σπίτι και ο τεχνικός είπε ότι θα το λύσει μέχρι την Παρασκευή, μέχρι τότε πρέπει να μπαίνω στα κλεφτά από αλλού.

        Επομένως, μη ανησυχείτε αν βλέπετε αυτές τις ημέρες ότι τα σχόλιά σας καθυστερούν να δημοσιευτούν. Θα μπαίνω σίγουρα μια φορά την ημέρα και θα δημοσιεύω τα σχόλιά σας.

        Ευχαριστώ

      • Μανούσος

        Νομίζω ότι τόσο η φωνολογική ομοιότητα όσο και η σημασιολογική, δίνουν καλές πιθανότητες στην σημιτική προέλευση, με δεδομένη την πλούσια παράδοση σε διάφορα είδη πίττας της Μέσης Ανατολής
        Η αντίστοιχη αραβική ρίζα ftt σημαίνει και πάλι κομμάτια ψωμιού ή κάποια είδη σούπας με κομμάτια ψωμιού.

  3. JohnnieR

    Τα “tsoarits” των Βλάχων έχουν καμιά σχέση με τα “tubrigi” άραγε;

  4. JohnnieR

    Ήταν κάτι υφαντά εφαρμοστά μπατζάκια που καλύπτανε όλο το πόδι από το μπούτι μέχρι τον αστράγαλο

  5. Βασιλ'Μάκος

    Καλησπέρα Σμερδαλέε, και συγχαρητήρια για την εξαιρετική δουλειά σου. “τσιαμπράκα” (όπου -σι- το παχύ σίγμα) σε Ηπειρώτικη διάλεκτο του χωριού μου στην ορεινή Θεσπρωτία ειναι ένα από τα σχέδια της μάλλινης γυναικείας κάλτσας (η οποία ειναι ουσιαστικά μια γκέτα από τον αστράγαλο ως το γόνατο) και πιο συγκεκριμένα το σχέδιο ζιγκ-΄ζαγκ. Φαίνεται να σχετίζεται με τα tubrugus και *θeuh-brōk- > *θjuh-brōk- και μάλλον περισσότερο με τον γερμανικό ΄όρο (ενώ δεν μοιάζει καθόλου με το βλάχικο tsoarits και το αλβανικό tirq των άμεσων γειτόνων στην περιοχή). Ποιά είναι η γνώμη σου;

    • Γεια σου Βασίλη και καλωσήρθες στο ιστολόγιο!

      Ο όρος έτσι όπως τον περιγράφεις ανάγεται στον πρώιμο λατινικό τύπο tybrucus, με το /y/ = /ju/. Από εκεί και μετά, η μεν αλβανική ολοκλήρωσε τον ιωτακισμό y>i, ενώ η ΑΒΡ έκανε την τυπική τροπή y>u («στρογγύλωση/rounding» νομίζω το λένε οι γλωσσολόγοι), όπως στο λατ. stylus > stur(u).

      Η ποικιλία τσιαμπράκα που λες εσύ δείχνει ουράνωση/ουρανίκωση ty = tju > tšubruk-, όπως το κυλώ > τσουλώ (kju>tšu) και περίεργο φωνηεντισμό (y..u > a..a), για την ερμηνεία του οποίου αυτή τη στιγμή έχω μόνο κάτι πρόχειρες ιδέες. Θα το ψάξω περισσότερο και θα σου απαντήσω πιο λεπτομερέστερα.

      • Βασιλ'Μάκος

        δεν είχα πρόσεξει στην ανάρτηση (και δεν το γνώριζα καλά ) το /y/ = /ju/ το οποίο δίνει πολύ λογικά το παχύ š . Ο πρώιμος λατινίκος τύπος tybrōcus που δίνεις στην ανάρτηση ίσως θα μπορούσε να δώσει πιο εύκολα και το δεύτερο α, δεν γνωρίζω όμως καλά εάν ο πρώιμος αυτός τύπος θα έπρεπε να υποστεί τον ελληνικό ιωτακισμό στο ty εάν είρθε πρώιμα στα ελληνικά χώρις διαμεσολάβηση τρίτης γλώσσας όπως δύο πιθανά παραδείγματα από την ηπειρώτικη διάλεκτο που μου έρχονται στο νου: τšικλίδια (= κυκλίδια;; εαν ειναι ελληνικη η προέλευση) που είναι οι μπούκλες στα μαλλιά και τšικλάμιδα = κυκλάμινα. Ευχαριστώ πολύ και αναμένω νεότερα για τον φωνηεντισμό.

      • Βασίλη,

        Η πιο εύκολη ερμηνεία για τον φωνηεντισμό που έχω μέχρι στιγμής είναι η ετυμολογική σύγχυση του όρου τσιουμπρούκια με τον όρο βράκα (λατ. braca).

        τσιουμπρούκια > τσιουμπράκια και μετά αφομοίωση u..a > a..a (λ.χ. ελαφρός > αλαφρός) τσιουμπράκια τσιαμπράκια.

  6. Βασιλ'Μάκος

    και κατι που ξέχασα, είναι πιθανη μια σλαυική διαμεσολάβηση;

  7. Βασιλ'Μάκος

    φαίνεται αρκετά πιθανό. Ευχαριστώ πολύ, και καλές γιορτές!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s