Εθνολογικές παρατηρήσεις στην ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #3

Όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση, στη σημερινή τρίτη ανάρτηση της σειράς θα περιγράψω την χρήση των όρων «γένος, ἔθνος, φῦλον» για τις εθνοτικές κατηγορίες που απαντούν στην ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη και τους εθνοτικούς δείκτες (ethnic indicia) που χρησιμοποιεί για να σχηματίσει τα εθνοτικά τοιχία (ethnic boundaries) που διαχωρίζουν αυτές τις κατηγορίες. Χρησιμοποίησα τον όρο εθνοτικές κατηγορίες (ethnic categories) για να τονίσω πως πρόκειται για «φαντασιακές κοινότητες» που περιγράφει ο Σιμοκάττης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι πραγματικοί πληθυσμοί που χαρακτηρίζονται από τον Σιμοκάττη ως μέλη αυτών των κοινοτήτων ήταν όντως φορείς της συλλογικής ταυτότητας που τους προσάπτει ο Σιμοκάττης.

Το «Ῥωμαϊκόν» και το «βάρβαρον»

Ο Σιμοκάττης, όπως και κάθε άλλος κλασικίζων Ρωμαίος ιστοριογράφος, περιγράφει έναν κόσμο που είναι θεμελιωδώς διαιρημένος σε «Ρωμαίους» και «βάρβαρους». Στην ιστορία του Σιμοκάττη το ουδέτερο επίθετο «Ῥωμαϊκὸν» συχνά αντιπαραβάλλεται στο «βάρβαρον» και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το ουδέτερο ουσιαστικό που υπονοείται είναι ο όρος «στράτευμα». Ωστόσο, υπάρχουν τουλάχιστον δύο περιπτώσεις όπου το ουδέτερο που υπονοείται είναι κάποιος από τους όρους της τριάδας «γένος/ἔθνος/φῦλον».

Ο Μαυρίκιος είπε στον Πρίσκο πως το «βάρβαρον» βορείως του Δούναβη θα συνέχιζε την επιδρομική του δραστηριότητα όσο το «Ῥωμαϊκὸν» [γένος/έθνος/φύλο] δεν περιφρουρούσε «ἐς τὰ μάλιστα» (εντατικά) τον Ίστρο. Στο συγκεκριμένο χωρίο η συλλογικότητα «βάρβαρον [γένος/έθνος/φύλον]» περιλαμβάνει όλα τα βάρβαρα έθνη (Άβαροι, Σκλαυνηνοί κλπ) που κατοικούν βορείως του Δούναβη και λεηλατούν τα ρωμαϊκά εδάφη.

[6.6.2] ἔφασκε γὰρ ὁ αὐτοκράτωρ τῷ Πρίσκῳ, οὐκ ἂν ἠρεμοίη τὸ βάρβαρον, εἰ μὴ τὸν Ἴστρον ἐς τὰ μάλιστα τὸ Ῥωμαϊκὸν περιφρουρήσοιτο.

Όταν οι πρέσβεις των Φράγγων Βόσος και Βέττος είπαν στο Μαυρίκιο πως ο δυνάστης του έθνους τους Θεοδώριχος απαιτούσε δώρα και «πάκτα» (τακτικές χρηματικές αντιδόσεις, λατ. pactum = «συνθήκη, συμφωνία» > αγγλικό pact, ιταλικό patto κλπ) προκειμένου να συμμαχήσει με το «Ῥωμαϊκόν» [γένος/έθνος/φύλο] κατά των Αβάρων, ο Μαυρίκιος απέρριψε την πρόταση μη ανεχόμενος την αργυρολογία του «Ῥωμαϊκού» [γένους/έθνους/φύλου] «ὑπὸ τῶν βαρβάρων».

[6.3.6-8] τρίτη δὲ ἡμέρα, καὶ οἱ τῆς Κελτικῆς Ἰβηρίας πρέσβεις ἐς τὸ βασίλειον παραγίγνονται ἄστυ· (Φράγγοι δὲ ἄρα οὗτοι τῇ νεωτέρᾳ γλώττῃ κατονομάζονται) αἱ δὲ προσηγορίαι τοῖς πρέσβεσι Βόσος καὶ Βέττος. τούτους ὁ τοῦ ἔθνους δυνάστης (ὄνομα δὲ Θεοδώριχος αὐτῷ) ἐς βασιλέα ἐξέπεμπεν ἠξίου τε συνθήκαις φορολογίας τῷ Ῥωμαϊκῷ συμμαχῆσαι καὶ δώροις ἀνελέσθαι πρὸς τὸν Χαγάνον τὸν πόλεμον. ὁ μὲν οὖν αὐτοκράτωρ τοὺς πρέσβεις φιλοφρονησάμενος δώροις ἀπόμισθον τὴν ξυμμαχίαν ἐκέλευσε Φράγγοις παρέχεσθαι, ἀργυρολογεῖσθαι τὸ Ῥωμαϊκὸν ὑπὸ τῶν βαρβάρων οὐκ ἀνεχόμενος.

Στο παραπάνω χωρίο το «Ῥωμαϊκόν» [γένος/ἔθνος/φῦλον] αντιπαραβάλλεται στο βάρβαρο έθνος των Φράγκων. Ο Σιμοκάττης περιγράφει το «έθνος Φράγκων» ως πολιτικά ενοποιημένη κοινότητα, της οποίας δυνάστης είναι ο Θεοδώριχος Β΄. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Θευδέριχος εκείνη την εποχή ήταν ηγεμόνας της Βουργουνδίας (το Βουργουνδικό βασίλειο κατακτήθηκε από τους Φράγκους μετά τη μάχη του Αυγουστουδούνου το 532) και ήταν σε διαρκή πόλεμο με τον αδελφό του Θευδέβερτο Β΄ (ηγεμόνας της Αυστρασίας) και τον ξάδελφό του Χλοθάριο Β΄ (ηγεμόνας της Νευστρίας, το γερμανικό όνομα Hlut-har = «Κλυτόστρατος/Κλεόστρατος» είναι ο πρόδρομος του μεταγενέστερου ονόματος Λοθάριος/Lothair). Ο πληθυσμός της Γαλλίας εκείνη την εποχή αποτελούνταν από ένα λατινόφωνο γαλλορωμαϊκό υπόστρωμα και ένα περισσότερο ή λιγότερο εκρωμαϊσμένο γερμανικό επίστρωμα (οι τωόντι Φράγκοι).

Ο «μιξοβάρβαρος» Φωκάς και οι οιωνοί του Σιμοκάττη

Ανάμεσα στο «Ῥωμαϊκὸν» και το «βάρβαρον» βρίσκεται το «μιξοβάρβαρον». Ο Σιμοκάττης χαρακτηρίζει «μιξοβάρβαρο» τον σφετεριστή Φωκά, προφανώς γιατί μέρος της προπαγάνδας του καθεστώτος Ηρακλείου-Σεργίου ήταν η αμαύρωση του Φωκά. Τόσο στον εισαγωγικό διάλογο Φιλοσοφίας και Ιστορίας όσο και παρακάτω στην διήγηση ο Φωκάς χαρακτηρίζεται ως «μιξοβάρβαρος ἄνθρωπος/τύραννος», «Καλυδώνιος τύραννος», «ἀσελγέστατος Κένταυρος», ανήκων στο «Κυκλώπειον γένος» και «Θρᾷξ Ἄνυτος».

[Διάλογος, 1.4-5, μιλάει η «Φιλοσοφία» στην κόρη της «Ιστορία»] πολλοῦ γὰρ χρόνου ἐτεθνήκεις, ὦ παῖ, ἐξ ὅτου εἰσήρρησε τῇ βασιλίδι αὐλῇ ὁ Καλυδώνιος τύραννος σιδήρῳ περίφρακτος, μιξοβάρβαρος ἄνθρωπος, τὸ κυκλώπειον γένος, ὁ τῆς σώφρονος ἁλουργίδος ἀσελγέστατος Κένταυρος, βασιλεία οἰνοφλυγίας ἀγώνισμα. τὸ γὰρ ἕτερον σιωπήσομαι αἰδοῖ τῆς ἐμῆς εὐκοσμίας τῆς τε τῶν ἀκουόντων σεμνότητος. κἀγὼ δὴ τότε τῆς βασιλέως στοᾶς ἐξωστρακίσθην, ὦ θύγατερ, καὶ τῆς Ἀττικῆς ἐπιβαίνειν οὐκ ἦν, ὁπότε τὸν ἐμὸν βασιλέα Σωκράτην ὁ Θρᾲξ ἐκεῖνος διώλεσεν Ἄνυτος.

[8.10.4] πάντων τοιγαροῦν γενομένων πρὸς τὸν Καλυδώνιον τύραννον, τὸν τῆς σώφρονος ἁλουργίδος ἀσελγέστατον Κένταυρον (πρέπει γὰρ οὕτω τὸν Φωκᾶν ὀνομάζεσθαι), ἔδοξεν ὁ μιξοβάρβαρος τύραννος κατειρωνευόμενος Γερμανὸν ἀναγορεύειν ἐθέλειν.

Ο χαρακτηρισμός «Θρᾲξ Ἄνυτος» (= ο Θράκας Άνυτος) δηλώνει την θρακική καταγωγή του Φωκά και την ιδιότητά του ως «φωτοσβέστη» (ο Άνυτος ήταν ένας από τους τρεις κατήγορους του Σωκράτη, η «Φιλοσοφία» κατηγορεί τον Φωκά ότι «σκότωσε» την Ιστορία και «εξωστράκισε» την ίδια).

Ο χαρακτηρισμός «Καλυδώνιος τύραννος» παραπέμπει τον αναγνώστη στον Καλυδώνιο κάπρο, ώστε να μπορέσει να καταλάβει αργότερα δύο «οιωνούς» με αγριογούρουνα που προμηνύουν το πραξικόπημα του Φωκά.

Στον πρώτο από τους δύο οιωνούς, ένα μεγάλο αγριογούρουνο παμμεγέθης ὗς») επιτέθηκε στον έφιππο «Καίσαρα» (Μαυρίκιος) και ταράζει το άλογό του, το οποίο ο Μαυρίκιος καταφέρνει να ξανακάνει πειθήνιο. Εδώ το αγριογούρουνο που επιτέθηκε στον Μαυρίκιος, ρίχνοντάς τον από την κάθεδρά του είναι ο σφετεριστής Φωκάς, ο «βασίλειος ίππος» που ταράζεται παροδικά είναι η Πολιτεία των Ρωμαίων και ο Μαυρίκιος που καταφέρνει να ξανακάνει πειθήνιο τον βασίλειο ίππο είναι ο Ηράκλειος.

[5.16.12] ὑπὸ δὲ δευτέραν ἕω θηρίον παμμέγεθες (ὗς δὲ τοῦτο ἐτύγχανεν ὂν) ἐχώρει κατὰ τοῦ Καίσαρος. Τοῦ τοίνυν βασιλείου ἵππου ὑποταραχθέντος τῇ ἀθρόᾳ τοῦ θηρίου ἀφίξει, τῆς καθέδρας ἀποβαλεῖν τὸν βασιλέα τὸν ἐπιβάτην κατεστασίαζεν. Τοῦ δὲ βασιλέως λίαν ἐπόχως ἐχομένου τοῦ χαλινοῦ, γίνεται ἄκων ὁ ἵππος πειθήνιος, τά τε τῆς ὄψεως ἀποβαλόμενος δείματα καὶ τὴν γνώμην μετέβαλλεν αὖθις ταῖς ἡνίαις οἰκονομούμενος.

Στον δεύτερο οιωνό, ένα μεγάλο αγριογούρουνο μέγιστος σῦς») επιτίθεται στον αδελφό του Μαυρίκιου Πέτρο, ο οποίος αργότερα θανατώθηκε από τον Φωκά.

[7.2.11-12] τῇ δὲ ὑστεραίᾳ κυνηγετεῖν ὁ Πέτρος πειρώμενος γίνεται πρὸς ἄλσος βαθύ. Συὸς τοίνυν μεγίστου ἐν τούτῳ τῷ τέμπει κατεμφωλεύοντος, καὶ τῆς ὑλακῆς τῶν κυνῶν γενομένης μεγάλης, τὸ θηρίον τοῦ ἑδράσματος ἐξανίσταται καὶ κατὰ τοῦ Πέτρου χωρεῖ. ὁ δὲ στρατηγὸς πρὸς φυγὴν ἀναστρέψας τὸν ἵππον τὸν εὐώνυμον πόδα ἐξέθλιψεν, δένδρῳ ὑψιτενεῖ προσραγείς.

Οι χαρακτηρισμοί «κυκλώπειον γένος» και «ἀσελγέστατος Κένταυρος» δηλώνουν την «βαρβαρότητα» του Φωκά, γιατί τόσο οι Κύκλωπες όσο και οι Κένταυροι είναι μυθικά σύμβολα για απολίτιστους και αθέμιστους πληθυσμούς. Επιπρόσθετα, ο χαρακτηρισμός «κυκλώπειον γένος» μπορεί να σημαίνει ότι Φωκάς ήταν από την επαρχία του Ιλλυρικού (Θράκας από το Ιλλυρικόν, δηλαδή «Βέσσος» από τη διοίκηση Δακίας) επειδή, σύμφωνα με την γενεαλογία του Αππιανού, ο Ιλλυριός και ο Κελτός ήταν αδελφοί και γιοι του Κύκλωπα Πολύφημου και της νύμφης Γαλατείας (Γαλάται = Κελτοί).

[Αππιανός, Ιλλυρικοί Πόλεμοι, 2] φασὶ δὲ τὴν μὲν χώραν ἐπώνυμον Ἰλλυριοῦ τοῦ Πολυφήμου γενέσθαι: Πολυφήμῳ γὰρ τῷ Κύκλωπι καὶ Γαλατείᾳ Κελτὸν καὶ Ἰλλυριὸν καὶ Γάλαν παῖδας ὄντας ἐξορμῆσαι Σικελίας, καὶ ἄρξαι τῶν δι᾽ αὐτοὺς Κελτῶν καὶ Ἰλλυριῶν καὶ Γαλατῶν λεγομένων. καὶ τόδε μοι μάλιστα, πολλὰ μυθευόντων ἕτερα πολλῶν, ἀρέσκει. Ἰλλυριῷ δὲ παῖδας Ἐγχέλεα καὶ Αὐταριέα καὶ Δάρδανον καὶ Μαῖδον καὶ Ταύλαντα καὶ Περραιβὸν γενέσθαι, καὶ θυγατέρας Παρθὼ καὶ Δαορθὼ καὶ Δασσαρὼ καὶ ἑτέρας, ὅθεν εἰσὶ Ταυλάντιοί τε καὶ Περραιβοὶ καὶ Ἐγχέλεες καὶ Αὐταριεῖς καὶ Δάρδανοι καὶ Παρθηνοὶ καὶ Δασσαρήτιοι καὶ Δάρσιοι. Αὐταριεῖ δὲ αὐτῷ Παννόνιον ἡγοῦνται παῖδα ἢ Παίονα γενέσθαι, καὶ Σκορδίσκον Παίονι καὶ Τριβαλλόν, ὧν ὁμοίως τὰ ἔθνη παρώνυμα εἶναι. καὶ τάδε μὲν τοῖς ἀρχαιολογοῦσι μεθείσθω,

Στο συγκεκριμένο χωρίο ο Αππιανός αναφέρει ως απογόνους του κυκλωπογενούς Ιλλυριού τους επώνυμους γεννάρχες τριών θρακομυσικών φύλων (Δάρδανος, Μαίδος, Τριβαλλός). Αν ο Σιμοκάττης είχε κατά νου αυτό το χωρίο όταν χαρακτήρισε τον «Θρᾷκα ἐκεῖνον Ἄνυτον» Φωκά ως «ἐκ τοῦ Κυκλωπείου γένους», τότε είναι πολύ πιθανόν να εννοεί πως ο Φωκάς ήταν «Βέσσος» από την Διοίκηση Δακίας του Ιλλυρικού (η περιοχή που περιείχε τα εδάφη όπου κατά την αρχαιότητα κατοικούσαν οι Δάρδανοι, οι Τριβαλλοί και οι Μαίδοι). Σε αυτήν την περίπτωση, ο Φωκάς χαρακτηρίζεται «μιξοβάρβαρος» επειδή ήταν από μια παραδουνάβια περιοχή όπου το «Ῥωμαϊκὸν» είχε αναμειχθεί με το «βάρβαρον».

Ο τρίτος οιωνός που παραθέτει ο Σιμοκάττης για την αδικία που έπραξε ο Φωκάς και τον Ηράκλειο που τον τιμώρησε, φαίνεται να υπονοεί την [μερική; ] Γεπιδική/Γηπαιδική καταγωγή του Φωκά, κάτι που ταιριάζει για κάποιον από την Διοίκηση Δακίας, την οποία ο Δούναβης χώριζε από την «Γεπιδία». Στον τρίτο αυτό οιωνό ένας «βάρβαρος Γήπαις» που υπηρετούσε στο Ρωμαϊκό στρατό, σκότωσε έναν από τους «δορυφόρους» (σωματοφύλακες) του αυτοκράτορα (ο Μαυρίκιος ήταν Κόμης Εξκουβιτώρων πριν γίνει αυτοκράτορας) με τον οποίο κυνηγούσε ένα ελάφι και έκλεψε τη λαμπρή και χρυσή του ζώνη (ρωμαϊκό στέμμα). Αργότερα, όμως, «επειδή η θεία φροντίδα και δραστική πρόνοια βλέπει τα πάντα με ακάματο οφθαλμό» ο βάρβαρος Γήπαις «πιάστηκε στο δίχτυ της δίκης», όταν προσπάθησε να διαχωνεύσει την χρυσή ζώνη σε τεχνίτη της Κωνσταντινούπολης (η ιστορία αυτής της θείας δίκης υπονοεί φυσικά τον Ηράκλειο ως τιμωρό του Φωκά και επιτιμήτωρα του αδικημένου Μαυρίκιου). Ο τεχνίτης μόλις συνειδητοποίησε ότι το «λίαν επίδοξον» της χρυσής ζωνής ήταν κάτι που δεν ταίριαζε με την ποιότητα του μούτρου του βαρβάρου, υποπτεύθηκε κλοπή και παρέδωσε τον βάρβαρο στο δικαστήριο. Και εκεί που ο βάρβαρος και παλαμναίος Γήπαις φονευτής παραλίγο να γλίτωνε διηγούμενος ψεύδη, τελικά αναγκάστηκε να ομολογήσει και τιμωρήθηκε με θηροβορία και κάψιμο στην πυρά.

[6.2.4-6] ἡλίου τε δυομένου, καὶ τῆς ἐλάφου ἐξαλλομένης καὶ τῷ τάχει τῶν ποδῶν ἀποκλινούσης τὴν θήραν, οἱ μὲν ἄλλοι ἐπαύοντο, τῶν δὲ τῷ βασιλεῖ τις δορυφόρων καὶ Γήπαις τὸ γένος ἀνὴρ εἴχοντο τῆς διώξεως. ἐπί τινα τοίνυν δρυμὸν χωρησάσης ἐκείνης αὐτῆς τῆς ἐλάφου τῇ τοῦ δρόμου ὠκύτητι ἐγκρυπτομένης τε τῷ κατακόμῳ τῆς λόχμης, καὶ οἱ ἄνδρες ἐς τὸ πρόσω ἐχώρουν τῷ φιλονίκῳ τῆς θήρας παροτρυνόμενοι μᾶλλον πρὸς τὴν ἐπίτευξιν. ὁ μὲν οὖν Γήπαις τὸν νεανίαν ὁρῶν ἐσθῆτα περιβεβλημένον λαμπρὰν ζώνην τε χρυσῆν ἐμπορπησάμενον οὐκ ἄκομψον, τόν τε ἵππον αὐτοῦ χρυσοχάλινον, ἀνεῖλε τὸν δείλαιον δολοφονήσας αὐτὸν ὑπό τινα φάραγγα.

Η θεία τιμωρία του Γήπαιδος:

[6.10.4-18] Ἐν ταύταις τοιγαροῦν ταῖς ἡμέραις θείᾳ φροντίδι τινὶ ὁ τὸν φόνον ἐπὶ τὴν ᾿Αγχίαλον ποιησάμενος, ὅτε τῆς ἐλάφου πολλῶν περὶ τὸν αὐτοκράτορα δίωξις ἐγεγόνει· (οὐκ ἀπὸ δὲ τρόπου καὶ τὴν αἰτίαν διεξελθεῖν τῆς δραστικῆς προνοίας, τῆς περὶ τὴν οἰκουμένην διατρεχούσης ὁσημέραι ἀκαμάτῳ τε ὀφθαλμῷ ἐπισκοπούσης τὰ τῇδε τάς τε ἀντιδόσεις τῶν βεβιωμένων πρὸς τοῖς ἀνθρώποις πρυτανευούσης ἀεί.) ἥλω τῷ δικτύῳ τῆς δίκης ὁ τοῦ φόνου πατήρ. μετὰ χρόνον γὰρ ἐπὶ τὸ βασίλειον ἄστυ γενόμενος τὰ τῆς χρυσῆς ζώνης ἐπίσημα χρυσουργῷ τεχνίτῃ τινὶ διαχωνεῦσαι παρείχετο. ὁ μὲν οὖν τεχνίτης τὰ μέλη τῆς ζώνης κατανοήσας λίαν ἐπίδοξα τό τε σχῆμα τῆς ἀφηλώσεως βίαιον τήν τε τοῦ προσώπου ποιότητα βάρβαρον κλοπὴν δρασθῆναί τινα ὑπὸ τοῦ ἀνδρὸς ὑπειλήφει παραπεμψάμενος τοίνυν ἐκ τοῦ λεγομένου πραίτωρος τῶν δήμων ἄνδρας ἑπτὰ παρεδίδου τῷ δικαστηρίῳ τὸν βάρβαρον. […] ὁ μὲν οὖν φονευτὴς (Γήπαις δὲ οὗτος ἄρα ἐτύγχανεν ὤν) λίαν σοφιστικῶς τὴν ἀπολογίαν παρείχετο· […] τῆς τοίνυν γλώττης ἀντιθέτους ποιούσης τοὺς λόγους, τῶν τε κολάσεων κατεπειγουσῶν πρὸς τὰ εἰκότα τὸν βάρβαρον, ὁ φονευτὴς αὐτοκατάθετος γίνεται, καὶ παραγυμνοῦνται τὰ σφάλματα ἐξαγορευθέντος τοῦ ἐγχειρήματος. ὁ μὲν οὖν παλαμναῖος ἐκεῖνος καὶ βάρβαρος δίκας τῆς ὠμότητος εἰσπραττόμενος ὀδοῦσι θηρίων παρεδίδοτο ψήφοις, εἶτα τῷ παμφάγῳ πυρὶ παρείχετο παρανάλωμα.

Η αποκωδικοποίηση των μυθικών και κλασικών χαρακτηρισμών που ο Σιμοκάττης προσάπτει στον Φωκά (Θρᾷξ Ἄνυτος, μιξοβάρβαρος τύραννος/ἄνθρωπος, κυκλώπειον γένος = Ἰλλυρικός) σε συνδυασμό με τις επιπλέον πληροφορίες των τριών «οιωνών» (Καλυδώνιος τύραννος > ὗς/σῦς, μιξοβάρβαρος > βάρβαρος Γήπαις) δείχνει πως ο Σιμοκάττης θεωρούσε τον Φωκά «μιξοβάρβαρο» επειδή ήταν Θράκας/«Βέσσος» από μια περιοχή του Ιλλυρικού όπου το «Ρωμαϊκόν» είχε αναμειχθεί με το «βάρβαρον» Γεπιδικό γένος.

Το «Ῥωμαϊκὸν ἔθνος» στο λόγο του Κομεντίολου

Ο Σιμοκάττης βάζει στον Κομεντίολο που στάλθηκε ως πρέσβης μαζί με τον Ελπίδιο στον Χαγάνο των Αβάρων έναν λόγο που εξυμνύει το «Ῥωμαϊκὸν ἔθνος».

[1.4.6-7] τριῶν δἐπιγενομένων μηνῶν πρεσβεύονται Ῥωμαῖοι πρὸς Χαγάνον καὶ τὸν πόλεμον ἀπεκηρυκεύσαντο, λπίδιον ἐκπέμψαντες, ἄνδρα ἐς συγκλήτου βουλὴν ἀναγόμενον, τῆς τε Σικελίας ἡγεμονεύσαντα καὶ τῶν τοῦ πραίτωρος ἐπιβάντα βημάτων· ἀρχὴ δέ τις αὕτη παρὰ Ῥωμαίοις οὐκ ἄκομψος. ξυνωρικεύουσι δαὐτῷ καὶ Κομεντίολον, ἄνδρα τῶν σωματοφυλάκων τοῦ βασιλέως ὑπερφερόμενον, ὃν σκρίβωνα τῇ Λατινίδι φωνῇ Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν. ἧκον γοῦν ἄμφω παρὰ τὸν Χαγάνον ἐπὶ τὴν Ἀγχίαλον καὶ περὶ σπονδῶν ἠξίουν ὡς προσετάχθησαν.

Ο Κομεντίολος έδειξε μεγαλόφρονα την ευγένεια της γλώσσας του και την Ρωμαϊκή ελευθερία, μιλώντας στον Χαγάνο ευθέως χωρίς «μοιχικές κολακείες».

[1.4.9] Κομεντίολος μεγαλοφρόνως τὴν τῆς γλώττης εὐγένειαν ἐπεδείκνυτο τήν τε Ῥωμαϊκὴν ἐλευθερίαν δίκην σώφρονος δεσποίνης τινὸς ἄχραντον θαλαμεύων καὶ μὴ διαφθείρων μοιχικαῖς κολακείαις, τῶν ἀξιολογωτέρων τῶν Ἀβάρων ἅμα τῷ Χαγάνῳ παρόντων, τοῖσδε προσεχρήσατο ῥήμασιν.

Ο λόγος του Κομεντίολου:

[1.5.2] Ἐδόκουν σε Ῥωμαῖοι, Χαγάνε, τούς τε πατρῴους θρησκεύειν θεοὺς καὶ τοὺς ἅλας τῶν ὅρκων αἰσχύνεσθαι καὶ δεξιὰς καὶ συνθήκας μηδαμῶς ἀποσείεσθαι, μηδὲ τὸν τῆς εἰρήνης ἄξονα διὰ σοῦ καταβάλλεσθαι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δώρων βασιλικῶν μεμνῆσθαι πολλῶν καὶ φιλοφροσύνης Ῥωμαϊκῆς, καὶ τῆς περὶ τοὺς σοὺς προγόνους εὐεργείας, ταὐτὸν δὲ φιλοξενίας εἰπεῖν, ἐπιλήσμονα μὴ γεγενῆσθαί ποτε, μήτε δἑτέρων τῶν ὑπὸ σοῦ τεταγμένων ἀδικούντων Ῥωμαίους ἀνέχεσθαι·

Οι Ρωμαίοι νόμιζαν ότι: ο Χαγάνος ήταν άνθρωπος που:

  1. πίστευε στους πατρώους θεούς του στους οποίους είχε ορκιστεί, όταν έκανε σπονδές με τους Ρωμαίους
  2. δεν θα λησμονούσε την Ρωμαϊκή φιλοφροσύνη που ευεργέτησε τόσο αυτόν όσο και τους προγόνους του, στους οποίους προσέφερε φιλοξενία
  3. δεν θα επέτρεπε στους υποτελείς του να αδικήσουν τους Ρωμαίους

Το τι εννοεί ο Σιμοκάττης, όταν γράφει πως οι Ρωμαίοι είχαν προσφέρει φιλοξενία στους προγόνους του Χαγάνου θα φανεί παρακάτω.

[1.5.3] τοιγαροῦν διὰ τὴν ἐκ τῆς εἰρήνης εὔνοιαν ἀμνημονοῦσι Ῥωμαῖοι τῶν ὑπὸ σοῦ προϋπηργμένων δεινῶν καὶ πολλῶν ἀδικημάτων γεγόνασιν ἐπιλήσμονες, καὶ φιλανθρωπίᾳ πάντων τῶν ἐθνῶν διαφέροντες οὐ πρὸς ὄρεξιν ἀντιλυπήσεως κεκινήκασιν ὅπλα·

Οι Ρωμαίοι, διαφέροντας σε φιλανθρωπία από όλα τα έθνη, για χάρη της ειρήνης είναι προδιατεθειμένοι να ξεχάσουν τα πολλά αδικήματα του Χαγάνου και να μην τον πολεμήσουν.

[1.5.6-9] οὐκ ἐπιλήσονται Ῥωμαῖοι τῆς ἑαυτῶν ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ μέγιστον κομιδῇ κατὰ σοῦ συστήσονται πόλεμον, καὶ φόνον πολὺν χειρουργήσουσιν. προσηνέστερος γὰρ αὐτοῖς τῆς εἰρήνης ὁ πόλεμος, ὅτε μὴ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάσοιτο τὸ πολέμιον. τί γὰρ Ῥωμαίων τῶν πώποτε γῆς εὐκλεέστερον ὑπὲρ ἐλευθερίας ἀθλούντων καὶ δόξης καὶ πατρίδος καὶ παίδων; εἰ γὰρ ὄρνισιν εὐτελεστάτοις τισὶν ὑπὲρ τοῦ μὴ ἡττηθῆναι ἑκάτερον μήτε εἶξαι θατέρῳ τὸν ἕτερον πόλεμος καρτερὸς καὶ μαινόλις ἔστι παράταξις, τί δῆτα ἀνθρώπους οἴει καὶ Ῥωμαίους, ἔθνος τε μαχιμώτατον καὶ βασιλείαν ὀνομαστοτάτην; ἧς οὐ ῥᾴδιον καταφρονεῖν, εἰ μή γε μόνον αὐταῖς ταῖς ἐνάρξεσιν. μὴ τοίνυν μεγαλαύχει ἐπὶ τοῖς κακῶς διατεθεῖσι καὶ ἀπίστως τὸ τήμερον· ἐπὶ γὰρ τοῖς κατωρθωμένοις τὸ μέγαφρονεῖν ἴσως ἐπαινετόν· τὸ δἐπὶ κακίᾳ βρενθύεσθαι ἐν ὕβρεως μοίρᾳ, οὐκ ἐν εὐκλείᾳ προσήκει χαρακτηρίζεσθαι. μεγάλα σοι τὰ πρὸ μικροῦ τῆς ἀγνωμοσύνης ἀνδραγαθήματα· ἀλλὰ μεγίστη καὶ τῶν Ῥωμαίων ἡ δύναμις, ἥ τε τοῦ Καίσαρος ἐπιμέλεια, καὶ τῶν ὑποφόρων ἐθνῶν τὸ ἐπίκουρον, ἥ τε τῶν χρημάτων ῥοπή, τό τε τῆς θρησκείας παρὰ πάντα τὰ τῆς οἰκουμένης ἔθνη εὐσεβέστατον καὶ διὰ τοῦτο καὶ δυνατώτατον.

Οι Ρωμαίοι, όμως, επειδή δεν λησμονούν ποτέ την [πολεμική] αρετή τους, θα κάνουν στους Αβάρους τρανό πόλεμο, επειδή θεωρούν «προσηνέστερο» της ειρήνης τον πόλεμο, όταν το πολέμιον δεν ασπάζεται την ησυχία. Κανένα από τα έθνη της γης δεν είναι ευκλεέστερο των Ρωμαίων στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας, της δόξας, της πατρίδας και των παίδωνΟι Ρωμαίοι είναι «ἔθνος τε μαχιμώτατον» και διαθέτουν «βασιλείαν ὀνομαστοτάτην.» Η δύναμη των Ρωμαίων είναι μέγιστη εξαιτίας της επιμέλειας του Καίσαρος (Μαυρίκιος), της επικουρίας των υποφόρων εθνών, της ισχύος των χρημάτων τους και, τέλος, λόγω του ότι οι Ρωμαίοι είναι το ευσεβέστατο σε θρησκεία από όλα τα έθνη της οικουμένης και ως εκ τούτου το δυνατώτατον.

Σε αυτό το χωρίο, λοιπόν,  το «ἔθνος Ῥωμαίων» έχει «ὑποφόρα ἔθνη» ως επίκουρους/συμμάχους. Ο Σιμοκάττης αναφέρει τρία τέτοια «ὑποφόρα/σύμμαχα ἔθνη.» Το πιο συχνά αναφερόμενο είναι οι Χριστιανοί Γασσανίδες Άραβες, το άλλο είναι οι «Ὁμηρῖται» της Υεμένης, που περιγράφονται ως «Ἰνδικὸν γένος», προφανώς επειδή η χώρα τους βρεχόταν από τον Ινδικό Ωκεανό και το τελευταίο είναι οι Άντες Σλάβοι, που κατοικούσαν βορείως από το δέλτα του Δούναβη.

Οι Γασσανίδες περιγράφονται ως «ἐπικουρον Σαρακηνικὸν φῦλον», «τὸ συμμαχικὸν ἀπὸ τῶν ἐθνῶν» και ως «νομάδες βάρβαροι» του «ἀπιστότατου και ἀλλοπρόσαλλου Σαρακηνικοῦ φῦλου», ενώ αναφέρονται ο βασιλιάς τους Φλάβιος Αλαμούνδαρος, ο διερμηνέας Ανδρέας που μεσίτευε τη συνενόηση Γασσανιδών και Ρωμαίων και ότι οι Γασσανίδεςτὰ νομαδικὰ ἔθνη») είχαν παράδοση λατρείας του μάρτυρα Σεργίου (τα λείψανα του οποίου υποτίθεται πως φυλάσσονταν στη Σεργιούπολη).

[2.10.6] ἐδίδου ὁ στρατηγὸς τὰς μὲν δύο μοίρας τῆς Ῥωμαϊκῆς πάσης δυνάμεως Ἡρακλείῳ τῷ Ἡρακλείου πατρὶ τοῦ αὐτοκράτορος, τὸν δἅτερον ἀποδασμὸν Θεοδώρῳ τῷ Τουραβδηνῷ καὶ Ἀνδρέᾳ· (ἑρμηνεὺς δἄρα οὑτοσὶ τοῦ Σαρακηνικοῦ φύλου τοῦ ἐπικουροῦντος Ῥωμαίοις)

[5.1.7] καὶ ἠντιβόλει τὸν ἀοίδιμον ἐν μάρτυσι Σέργιον, ὃν καὶ τὰ νομαδικὰ πρεσβεύειν ἔθνη εἰώθασιν,

[3.12.8] ὁ δαὐτοκράτωρ ἔτι δυνάμεις συνήθροιζε καὶ τὸ συμμαχικὸν ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἠρανίζετο μεγάλαις χρημάτων ἀποβολαῖς τὰς ἐπιβολὰς τῆς παρατάξεως ἀνανταγωνίστους ἐμπορευόμενος.

[3.17.7] συνείπετο δὲ τούτῳ τῶν νομάδων βαρβάρων ἡγούμενος, Ἀλαμούνδαρος ὄνομα αὐτῷ· ὅν φασι κατάδηλον τῷ Περσῶν βασιλεῖ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἐπιστασίαν ποιήσασθαι· ἀπιστότατον γὰρ καὶ ἀλλοπρόσαλλον τὸ Σαρακηνικὸν φῦλον καθέστηκε πάγιόν τε τὸν νοῦν καὶ τὴν γνώμην πρὸς τὸ σῶφρον ἱδρυμένην οὐκ ἔχον.

[8.1.1-2] ἔθνη περὶ τὴν ᾿Αραβίαν πολλά τε καὶ διάφορα πέφυκεν· τούτους Σαρακηνοὺς ἔθος τοῖς ὄχλοις ἀποκαλεῖν. ἐκ τούτων δὴ τῶν ἐθνῶν ἔνιά τινα τοῖς Ῥωμαίοις σύμμαχα ἦν,

Οι «Ὁμηρῖται»:

[3.9.6] καταιτιῶνται δὲ Ῥωμαῖοι τοὺς Πάρθους καὶ τοῦ πολέμου δημιουργοὺς ἀνεκήρυττον, φάσκοντες τοὺς Ὁμηρίτας (Ἰνδικὸν δὲ τὸ γένος καὶ Ῥωμαίοις ὑπήκοον) πρὸς ἀπόστασιν ὑπαὐτῶν ὑποπείθεσθαι,

Οι «Ἄνται» αναφέρονται ως σύμμαχοι των Ρωμαίων, στην περιγραφή της μοιραίας Αβαρικής επίθεσης που τους «κατέστρεψε» (είναι η τελευταία φορά που οι Άντες αναφέρονται στις βυζαντινές πηγές):

[8.5.13] ἀτὰρ τὰς Ῥωμαίων ἐφόδους ὁ Χαγάνος μεμαθηκὼς τὸν Ἀψὶχ μετὰ στρατοπέδων ἐξέπεμπεν, ὅπως τὸ τῶν Ἀντῶν διολέσειεν ἔθνος, ὃ σύμμαχον Ῥωμαίοις ἐτύγχανεν ὄν.

Επιστρέφω τώρα στο τελευταίο μέρος του λόγου του Κομεντίολου προς τον Χαγάνο.

[1.5.11-14] αἰδέσθητι πρὸ τῆς σῆς κορυφῆς τὸ Ῥωμαϊκὸν τουτὶ καὶ ἡμέτερον ἔδαφος· τοῦτό σοι σωτήριον γέγονε καὶ μετανάστην ἐνηγκαλίσατο καὶ ξένον καὶ ἔπηλυν εἰσῳκίσατο, ὅτε τῆς ἕω τοῦ τε ἀρχεγόνου φύλου ὁ σὸς ἀποδασμὸς ἀπερρωγὼς διεσχίζετο. μὴ τὸν καλὸν τῆς φιλοξενίας διαλύσῃς θεσμόν, καὶ κατείπωσι φιλανθρωπίας οἱ ἄνθρωποι, καὶ διδάξῃς τοὺς ἀκούοντας ὡς αἰτίαν κακῶν βδελύττεσθαι τὴν εὐσέβειαν. εἰ δὲ καὶ χρημάτων ἐρᾷς, ἤδη σοι τοῦτο παρὰ Ῥωμαίοις διήνυσται· φιλότιμον γὰρ τὸ ἔθνος, καὶ θησαυρὸς αὐτῷ τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ φιλόδωρον. ἔστι δέ σοι καὶ γῆ εὐρεῖά τε καὶ πολλῷ τῷ μήκει τὴν ἐπίδοσιν ἔχουσα, ὡς μήτε στενοχωρεῖσθαί ποτε τοὺς οἰκήτορας μήτε θρύψεως ἀπορεῖν τοὺς ἐπιβαίνοντας. ἐπάνηκε τοίνυν ἐπὶ τὴν σαυτοῦ, ἣν καὶ σοὶ Ῥωμαῖοι πεφιλοτίμηνται, καὶ περαιτέρω τῶν σῶν ὅρων τὴν σὴν μὴ μετοχέτευε δύναμιν.

Σε αυτό το χωρίο ο Σιμοκάττης εξηγεί τι εννοούσε όταν παραπάνω γράφει ότι οι πρόγονοι του Χαγάνου είχαν ευεργετηθεί από την φιλοξενία των Ρωμαίων. Η Παννονία στην οποία κατοικούν οι Άβαροι περιγράφεται ως Ρωμαϊκό έδαφος που οι Ρωμαίοι χάρισαν στους Άβαρους, όταν οι τελευταίοι ήρθαν από την ανατολή ως «μετανάστες, ξένοι και επήλυδες», επειδή είχαν διαφύγει από τις Στέπες για να γλιτώσουν την υποδούλωση στους Γαλάζιους/Ουράνιους Τούρκους (ὅτε τῆς ἕω τε ἀρχεγόνου φύλου ὁ σὸς ἀποδασμός). Σύμφωνα με τον Μένανδρο τον Προτήκτωρα, οι Τούρκοι είχαν θυμώσει που οι Ρωμαίοι είχαν προσφέρει φιλοξενία στους Άβαρους, τους οποίους θεωρούσαν «δούλους» τους. Οι Ρωμαίοι, με τη σειρά τους, επέτρεψαν στους Άβαρους να εγκατασταθούν στην Παννονία, ως σύμμαχοί τους εναντίον των Γεπίδων/Γηπαίδων.

Γι΄αυτό ο Σιμοκάττης βάζει τον Κομεντίολο να πει στον Χαγάνο να σεβαστεί «τὸ Ῥωμαϊκὸν τουτὶ καὶ ἡμέτερον ἔδαφος», το οποίο αποδείχτηκε «σωτήριον» για τους «ἐπήλυδες» Άβαρους, και να μην διαλύσει «τὸν καλὸν τῆς φιλοξενίας θεσμόν». Αν πάλι ο Χαγάνος θέλει χρήματα, οι Ρωμαίοι θα του τα δώσουν επειδή είναι έθνος φιλότιμο και φιλόδωρο και διαθέτουν μεγαλοπρεπή θησαυρό. Ο Κομεντίολος καταλήγει ζητώντας από τον Χαγάνο να επιστρέψει στη γη του («ἐπάνηκε τοίνυν ἐπὶ τὴν σαυτοῦ»), την οποία του χάρισαν οι Ρωμαίοι («ἣν καὶ σοὶ Ῥωμαῖοι πεφιλοτίμηνται»), και να μην μετοχετεύει την δύναμή του πέρα από τα όριά του, δηλαδή να μην επιδράμει σε ρωμαϊκό έδαφος.

Το υποτιθέμενο ρωμαϊκό «χάρισμα» της Παννονίας στους Αβάρους, έγινε σε μια εποχή που κύριοι της Παννονίας ήταν οι Γέπιδες/Γήπαιδες. Οι Ρωμαίοι κατάφεραν να πείσουν τους Λομβαρδούς και τους Αβάρους να κινηθούν κατά των Γεπίδων, κάτι που οδήγησε στην οριστική Γεπιδική ήττα το 567 και στο μοίρασμα της «Γεπιδίας» μεταξύ Ρωμαίων (πήραν πίσω το Σίρμιον) και Αβάρων (πήραν την υπόλοιπη «Γεπιδία»). Η συμφωνία αποδείχτηκε δώρον άδωρον για τους Ρωμαίους, γιατί οι Άβαροι αναδείχτηκαν χειρότεροι των Γεπίδων αντίπαλοι των Ρωμαίων (οι Λομβαρδοί ήδη το 568 αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ιταλία για να μην υποδουλωθούν στους Αβάρους) και το 581 οι Άβαροι εκπόρθησαν το Σίρμιον, μετά από πολιορκία 3 ετών.

Ο Σιμοκάττης γράφει για την αβαρική κατάκτηση του Σιρμίου, το οποίο χαρακτηρίζεται «μέγιστον πόλισμα», «περίδοξον ἄστυ» και «περιλαλούμενον» από τους ανά την Ευρώπη Ρωμαίους.

[1.3.2-3] Οὖννοι δοὗτοι, προσοικοῦντες τῷ ῎Ιστρῳ, ἀπιστότατον ἔθνος καὶ ἀπληστότατον τῶν νομάδην βιούντων οὗτοι πρεσβεύονται πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιον οὐχ ἥκιστα τοῦ μεγίστου πολίσματος γενόμενοι κάτοχοι. Σίρμιον δὲ τοῦτο ὠνόμαστο, ἄστυ τε περίδοξον ἦν, τοῖς ἀνὰ τὴν Εὐρώπην οἰκοῦσι Ῥωμαίοις περιλαλούμενον καὶ ᾀδόμενον.

Υπάρχει ακόμα ένα χωρίο όπου ο Σιμοκάττης επαναλαμβάνει πως οι Άβαροι ζουν σε χώρα που τους χάρισαν οι Ρωμαίοι. Όταν ο Χαγάνος πολιορκούσε τον Πρίσκο στο Διδυμότειχο και την Τζουρουλλό, ο Μαυρίκιος έδωσε σε έναν σωματοφύλακά του μια ψεύτικη επιστολή δήθεν προς τον Πρίσκο και του σήτησε να πιαστεί επίτηδες από τους Αβάρους, ώστε να την διαβάσει ο Χαγάνος. Η επιστολή έγραφε ότι οι Ρωμαίοι ήταν έτοιμοι να επιδράμουν στην «ὑπὸ Ῥωμαίων αὐτῷ ἀφιερωθεῖσαν χώραν» (στην χώρα που οι Ρωμαίοι αφιέρωσαν στον Χαγάνο) και να αιχμαλωτίσουν τις φαμίλιες των Αβάρων, τώρα που ο Χαγάνος και ο στρατός του ήταν απασχολημένοι στη Θράκη. Ο Χαγάνος διαβάζοντας την επιστολή αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πολιορκία του Πρίσκου και να επανέλθει ταχίστως στην χώρα του.

[6.5.12] τῶν γὰρ σωματοφυλάκων τινὰ μετάκλητον ποιησάμενος ἑκοντὶ ἁλῶναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἐκέλευε φάσκειν τε αὐτοκρατορικὰς ὡς τὸν Πρίσκον ἐπιστολὰς ἐπιφέρεσθαι, ὅπως οἱ βάρβαροι καθά πού τι ἕρμαιον ταύτας ἀναλεξάμενοι τῆς τῶν ἐγγεγραμμένων δυνάμεως αὐτήκοοι γένοιντο κἀντεῦθεν ἐκδειματούμενοι τὴν πρὸς τὰ οἴκοι ἀνάζευξιν φενακισθέντες ποιήσωνται. τοιαῦτα δὲ ἄρα ἐνεκεχάρακτο γράμματα.

[6.5.13-15] «Πρίσκῳ τῷ ἐνδοξοτάτῳ στρατηγῷ τῆς περὶ τὴν Θρᾴκην ἑκατέρας δυνάμεως. ἡ τῶν ἀλιτηρίων βαρβάρων ἐγχείρησις θρῦλον τὸ παράπαν οὐκ ἐνεποίησε τῇ ἡμῶν εὐσεβείᾳ· τοὐναντίον μὲν οὖν καὶ ἐπιμελεστέρους πρὸς τὴν τούτων ἀπώλειαν ἀπειργάσατο. καὶ τοῦτο γινωσκέτω ἡ σὴ ἐνδοξότης, ὅτι ἀπαισίως μεταἰσχύνης καὶ πολλοὺς ἀποβαλόμενος ἔχει ὁ Χαγάνος ἀποχωρῆσαι εἰς τὴν ὑπὸ Ῥωμαίων αὐτῷ ἀφιερωθεῖσαν χώραν. διὰ τοῦτο ἅμα τῷ εὐτυχεστάτῳ στρατῷ καρτερήσει ἡ σὴ ἐνδοξότης ἐν Τζουρουλλῷ τῇ πόλει καὶ δόξει περιρρεμβεῖν τοὺς ἐπικαταράτους Ἀβάρους. ἐπέμψαμεν γὰρ διὰ θαλάσσης πλοῖα καὶ στρατόν, ἵνα ἀνέλθωσιν εἰς τὰς φαμιλίας αὐτῶν καὶ πάσας αἰχμαλωτεύσωσιν, καὶ ἐντεῦθεν ἀναγκασθῇ μετὰ αἰσχύνης καὶ μεγάλης ζημίας ὁ ἐπικατάρατος τῶν Ἀβάρων ἡγούμενος εἰς τὴν ἑαυτοῦ γῆν ὑποστρέψαι ἀπὸ τῆς καθἡμᾶς πολιτείας

Ωστόσο, ο Σιμοκάττης βάζει στο στόμα του Χαγάνου τα παρακάτω λόγια, στα οποία ο Χαγάνος είπε στον Πρίσκο πως ο Ίστρος ήταν πια ξένος και πολέμιος για τους Ρωμαίους, επειδή τον είχαν κατακτήσει οι Άβαροι με τα όπλα τους.

[7.10.4-5] φασὶ τοιγαροῦν τῆς διαλέξεως τὸν Χαγάνον ἀπάρξασθαι, εἰπεῖν δὲ τῷ Πρίσκῳ·

«τί ὑμῖν, Ῥωμαῖοι, καὶ τῇ γῇ τῇ ἐμῇ; τί περαιτέρω τοῦ πρέποντος πόδας ἐκτείνετε; ξένος ὁ Ἴστρος ὑμῖν, τὸ ῥόθιον τούτου πολέμιον. ὅπλοις ἐκτησάμεθα τοῦτον· τῷ δόρατι τοῦτον ἐδουλωσάμεθα. ἄπαγε τῆς ἀτοπίας, ὦ Πρίσκε. […]»

Το «Ῥωμαϊκόν έθνος» και οι τηλεδαποί Σκλαυηνοί «Τουρίστες»

Καθώς ο Μαυρίκιος οδηγούσε τα στρατεύματα από την Ηράκλεια/Πέρινθο στην Αγχίαλο, λίγο πριν περάσει τον ποταμό Ξηρόγυψο (παραπόταμος του Εργινία) συνάντησε τρεις άνδρες Σκλαυηνούς το γένος που κουβαλούσαν κιθάρες αντί για όπλα. Οταν ο Μαυρίκιος τους ρώτησε σε ποιο έθνος ανήκαν και τι γύρευαν στους ρωμαϊκούς τόπους, οι επήλυδες απάντησαν πως ήταν Σκλαυηνοί το έθνος από τον «δυτικό ωκεανό» (μάλλον από την ακτή της Βαλτικής θα ήταν) που είχαν έρθει στην Παννονία ως πρέσβεις στον Χαγάνο και αποφάσισαν να επισκεφτούν τη Θράκη, επειδή είχαν ακούσει ότι το «Ῥωμαϊκὸν ἔθνος» ήταν ευκλεέστατον σε πλούτο και φιλανθρωπία. Ο λόγος που κουβαλούσαν κιθάρες αντί για όπλα ήταν πως στα μέρη τους ο σίδηρος και η έννοια του πολέμου ήταν άγνωστα.

[6.2.10-16] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἄνδρες τρεῖς Σκλαυηνοὶ τὸ γένος μηδέν τι σιδήρου περιβαλλόμενοι ἢ ὀργάνων πολεμικῶν ἑάλωσαν ὑπὸ τῶν τοῦ βασιλέως ὑπασπιστῶν· κιθάραι δὲ αὐτοῖς τὰ φορτία, καὶ ἄλλο τι οὐδὲν ἐπεφέροντο. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς διηρώτα τί τὸ ἔθνος αὐτῶν, καὶ ποῖ τὰς διατριβὰς ἐκληρώσαντο, τήν τε αἰτίαν τῆς περὶ τοὺς Ῥωμαϊκοὺς τόπους ἀναστροφῆς. οἱ δὲ τὸ μὲν ἔθνος ἔφασαν πεφυκέναι Σκλαυηνοὶ πρὸς τῷ τέρματί τε τοῦ δυτικοῦ ᾠκηκέναι Ὠκεανοῦ, τὸν δὲ Χαγάνον μέχρι τῶν αὐτόθι πρέσβεις ἐκπέμψασθαι ἐπὶ συλλογῇ μαχίμου δυνάμεως δῶρά τε πολλὰ τοῖς ἐθνάρχαις φιλοτιμήσασθαι. τοὺς μὲν οὖν δεξαμένους τὰ δῶρα τὴν συμμαχίαν αὐτῷ ἀπανήνασθαι, ἀποκναίειν τε αὐτοὺς τὰ μήκη τῆς ὁδοιπορίας διισχυριζομένων, ὡς δὲ τὸν Χαγάνον ἐπαποστείλασθαι αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς ἑαλωκότας ἀπολογίας ὑπόθεσιν ἔχοντας· πεντεκαίδεκά τε μησὶ τὴν ὁδὸν διανύσαι. τὸν δὲ Χαγάνον ἐπιλαθόμενον τοῦ νόμου τῶν πρέσβεων δογματίσαι κωλύμην αὐτοῖς τῆς ἀναζεύξεως. αὐτούς τε τῶν Ῥωμαίων ἔθνος ἀκηκοότας ἐπί τε πλούτῳ καὶ φιλανθρωπίᾳ λίαν, ὡς ἔστιν εἰπεῖν, εὐκλεέστατον, ἐμπορευσαμένους τὴν εὐκαιρίαν πρὸς τῇ Θρᾴκῃ ἀναχωρῆσαι. κιθάρας τε ἐπιφέρεσθαι διὰ τὸ μὴ ἐξησκῆσθαι ὅπλα τοῖς σώμασι περιβάλλεσθαι, τῆς χώρας αὐτοῖς ἀγνοούσης τὸν σίδηρον κἀντεῦθεν τὸν εἰρηναῖον καὶ ἀστασίαστον παρεχομένης τὸν βίον αὐτοῖς, λύραις τε καταψάλλεσθαι περιλαλεῖν οὐκ εἰδότας ταῖς σάλπιγξιν· οἷς γὰρ ὁ πόλεμος ἦν ἀνιστόρητος, εἰκότως ἂν ἔφασκον ἀγρότερά πως ὑπεῖναι τὰ τῆς μουσικῆς μελετήματα.

Ο Μαυρίκιος, θαυμάζοντας τόσο τα λόγια των Σκλαυηνών όσο και το μέγεθος του σώματός τους και τα μεγαλοφυή τους άκρα, έκρινε πως οι βάρβαροι ήταν άξιοι φιλοξενίας και τους παρέπεμψε στην Ηράκλεια.

[6.2.16] ὁ μὲν οὖν αὐτοκράτωρ ἐπὶ τοῖς ῥηθεῖσι τὸ φῦλον ἀγάμενος φιλοξενίας ἠξίου ἐκείνους αὐτοὺς τοὺς ἀπὸ τῶν βαρβάρων ἐντετυχηκότας αὐτῷ, θαυμάσας τούτων τῶν σωμάτων τὸ μέγεθος τό τε μεγαλοφυὲς τῶν μελῶν ἐς τὴν ῾Ηράκλειαν τούτους παρεπέμπετο.

Σε αυτά τα χωρία ο Σιμοκάττης αναφέρει το «γένος/ἔθνος Σκλαυνηνῶν» και το «ἔθνος Ῥωμαίων».

Το «Ῥωμαϊκὸν γένος»

Στο λόγο που ο Σιμοκάττης βάζει στο στόμα του Πέρση πρέσβη του Χοσρόη γίνεται αναφορά στο «Ῥωμαϊκὸν γένος» το οποίο δεν θα κερδίσει τίποτε από την καταστροφή των Περσών, γιατί κάποιο άλλο «φῦλον» θα πάρει τη θέση των Περσών ως «τύραννον» (ανατρεπτικό στοιχείο) της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας.

[4.13.13] εἰς τί τοιγαροῦν εὐδαιμονίας Ῥωμαίοις περισταίη τὰ πράγματα, Περσῶν μὲν καθαιρουμένων δυνάμεως, ἑτέρῳ δὲ παραπεμπόντων φύλῳ τὸ τύραννον; εὐδοξίας δὲ τίνα χαρακτῆρα τὸ Ῥωμαϊκὸν περιβάλλοιτο γένος, ἱκέτην ἀπαναινόμενον βασιλέα τῶν ἁπάντων γῆς ἐπιφανέστατόν τε καὶ ἀλκιμώτατον;

Η γυναίκα του Χοσρόη Σειρέμ περιγράφεται ως «γένους Ῥωμαϊκοῦ» και «θρησκείας Χριστιανῶν»:

[5.13.7] τῷ δὲ ἐπιόντι ἐνιαυτῷ ὁ τοῦ Περσικοῦ βασιλεὺς ἀναγορεύει βασίλειαν Σειρέμ, γένους Ῥωμαϊκοῦ, (ἦν δὲ θρησκείας Χριστιανῶν), εἰς ὥραν ἀνθοῦσαν γάμῳ ταύτῃ κατευνασθεὶς κἀντεῦθεν παραχαράττων τῶν Βαβυλωνίων τὰ νόμιμα.

Δυστυχώς, τόσο στις μεσαιωνικές πηγές όσο και στους σύγχρονους μελετητές υπάρχει σύγχυση στο θέμα της καταγωγής της Σειρέμ.

Το Περσικόν «ἔθνος/γένος/φῦλον»

Οι βάρβαροι Πέρσες είναι «τοξοφόρον ἔθνος» και η δύναμή τους είναι το «κατάπτερον ἀκόντιον» (βέλος):

[1.12.4-5] τὸ δὲ Περσικὸν ἀναλαμπούσης ἡμέρας ὑπὸ πρώτην ἕω συντεταγμένον τοῖς Ῥωμαίοις ἐφίστατο, τῶν τε ἵππων ἀποβάντες τῆς μάχης ἀπήρχοντο, καὶ τῷ συνεχεῖ τῆς βολῆς οἱ βάρβαροι Ῥωμαίων ἐκράτησαν. συνέχεαν γὰρ τὰς ὄψεις τῶν ἀντιπάλων ταῖς ἐκπομπαῖς τῶν βελῶν· τοξοφόρον γὰρ τὸ ἔθνος, καὶ δύναμις αὐτῷ τὸ κατάπτερον τοῦτο ἀκόντιον.

Όταν ο Σιμοκάττης αναφέρει ότι ο Χοσρόης αθέτησε τον θεσμό της φιλοξενίας, επειδή ενώ τον βοηθούσαν οι Ρωμαίοι, αυτός ετοίμαζε κρυφά σχέδια εναντίον τους, συμπληρώνει πως το «Περσικὸν φῦλον» είναι «φαῦλον» και ότι ο δόλος, ο τύφος και ο κόμπος ήταν ανέκαθεν στοιχεία της συμπεριφοράς του.

[4.13.1] οἷα δὲ κέρκωψ πεφυκὼς τὴν διάνοιαν καὶ πάντα τοῦ δόλου τιθέμενος δεύτερα, τὸν τῆς φιλοξενίας ἀθετήσας θεσμὸν καὶ τοὺς ἅλας τῆς φιλοφροσύνης ὑπὸ τὰς πτέρνας καταβαλόμενος πεμπταῖον ἐξέπεμπεν ἄγγελον τοῖς τὴν Μαρτύρων πόλιν περικαθημένοις Χαλδαίοις, ἐγκελευόμενος ἔχεσθαι τῆς φρουρᾶς κάρτα κομιδῇ καὶ τοῖς ἐς τὸ φανερὸν προσταττομένοις αὐτῷ μὴ προσέχειν τὸν νοῦν· φαῦλον γὰρ τὸ φῦλον τὸ Περσικόν, καὶ βίος αὐτῷ δόλος καὶ τῦφος καὶ κόμπος ἀνέκαθεν.

Οι Πέρσες ως «Βαβυλώνιον φῦλον»:

[4.13.6] φαίη δἄν τις, εὖ οἶδα, τῶν μὴ συνέσεως μεμυημένων μυστήρια, λυσιτελεῖν τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ τὸ Βαβυλώνιον καὶ ἡμέτερον φῦλον μακρὰν οἰμώξειν ἐς κόρακας βασιλείαν καὶ κράτος καὶ ῥώμην μεγάλην ἀποβαλόμενον,

[4.16.22] ἐξοικίζεται γὰρ τοῦ ἄστεος ὥσπερ ὗς ἐκ δρυμοῦ τὸ Βαβυλώνιον φῦλον τὸ καταπατεῖν τὰ ἅγια τοῖς ποσὶν ἐγχειροῦν καὶ τοὺς μαργαρίτας τῆς πίστεως τοῖς ὄνυξιν ὑποθραύειν καταμαινόμενον.

[5.15.6] ἕξεται δὲ τὸ Βαβυλώνιον φῦλον τῆς Ῥωμαϊκῆς πολιτείας κρατοῦν τριττὴν κυκλοφορικὴν ἑβδομάδα ἐτῶν. μετὰ δὲ τοῦτο πεμπταίαν ἑβδομάδα ἐνιαυτῶν Ῥωμαῖοι Πέρσας δουλαγωγήσητε.

Ο καθηρημένος και φυλακισμένος Πέρσης βασιλιάς Ορμίσδας Δ΄, από «εὔνοια» για την συνοχή («σύστασις») του [Περσικού] γένους ζήτησε να μιλήσει για τα «συνοίσοντα» (συμφέροντα) της Περσικής πολιτείας:

[4.3.15] τῇ δὑστεραίᾳ Ὁρμίσδας ἄγγελον ἐκ τῆς φρουρᾶς ἀποστειλάμενος παρεδήλου ὡς ἐθέλοι τὰ συνοίσοντα λέξειν τῇ Περσῶν πολιτείᾳ,

[4.4.8] οὐκ ἐπιλήσομαι τῆς βασιλικῆς ἀρετῆς, ἀλλεὐνοίᾳ τῆς τοῦ γένους συστάσεως τὰ συνοίσοντα τῇ Περσῶν πολιτείᾳ διέξειμι.

Το «ἔθνος/φῦλον» των Λαγγοβαρδών

Ο «Ἀλβοῦις» ήταν ηγεμών του «Λαγοβάρδου ἔθνους», ενώ ο υποστράτηγος του Ρωμαϊκού στρατού «Δρόκτων» (Droctulf) ήταν «Λαγόβαρδος τὸ φῦλον» (στην πραγματικότητα ήταν Σουεβός αναθρεμμένος από Λαγγοβάρδους).

[6.10.7] τοῦ Λαγοβάρδου ἔθνους Ἀλβοῦϊς τὴν ἡγεμονίαν ἐκέκτητο.

[2.17.9] ἐχειροτόνει δὲ καὶ τὸν Δρόκτωνα ὥσπερ αὐτῷ ὑποστράτηγον παρῄορόν τινα δύναμιν ἐμπιστεύσας αὐτῷ. Λογόβαρδος δοὗτος τὸ φῦλον, ἀνὴρ ἀλκιμώτατος καὶ πρὸς τὸν πόλεμον ἐμβριθέστατος.

Το «ἔθνος/φῦλον» των Αβάρων

Οι Άβαροι είναι «Οὖννοι» και απιστότατο, απληστότατο και νομαδικό «ἔθνος», το οποίο επιτέθηκε στους Ρωμαίους «οὐκ ἀναφανδὸν», αλλά μπαμπέσικα, ξαμολώντας το «ἔθνος» των Σκλαυηνών κατά «τῆς Ῥωμαίων γῆς

[1.3.2] Οὖννοι δοὗτοι, προσοικοῦντες τῷ ῎Ιστρῳ, ἀπιστότατον ἔθνος καὶ ἀπληστότατον τῶν νομάδην βιούντων.

[1.6.6] καὶ πάλιν Ῥωμαίοις τὸ τῶν Ἀβάρων ἐπιτίθεται φῦλον, ἀλλοὐκ ἀναφανδόν, ῥαδιουργικώτερον δέ πως καὶ δολερώτερον. τὸ γὰρ τῶν Σκλαυηνῶν ἔθνος ἐπαφίησιν, καὶ πλεῖστα τῆς Ῥωμαίων γῆς ἀποκείρεται,

Το «ἔθνος» των Ιουδαίων

Ξαναπαραθέτω τον αντισημιτικό λόγο του Σιμοκάττη για το «ἔθνος τῶν Ἱουδαίων». Αφού ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ουεσπασιανός κατέκτησε την Ιερουσαλήμ και κατέστρεψε το ναό τους, πολλοί Ιουδαίοι, φοβούμενοι την αλκή των Ρωμαίων, εγκατέλειψαν την Παλαιστίνη και κατέφυγαν στην «Μηδική/Περσίδα», όπου ήταν και τα «ἀρχέγονα» εδάφη τους μιας και η Μεσοποταμία ήταν η γενέθλια γη του «προπάτορά» τους Αβραάμ. Πολλοί από τους απογόνους αυτών των Ιουδαίων μεταναστών στην Περσία υποστήριξαν τον Βαχράμ στο πραξικόπημά του.

[5.7.5-9] ἕκτη δὲ ἡμέρα, καὶ πολλοὺς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἱκανῶς μετεσχηκότας τῶν ὑπὸ τοῦ Βαρὰμ νεωτερισθέντων τῷ ἀκινάκῃ διώλεσε θάνατον ἐπιθεὶς ζημίαν αὐτοῖς. οὐκ ἀναξιόλογος γὰρ ἡ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων τῷ Βαρὰμ γεγονυῖα πρὸς τὴν τυραννίδα ῥοπή. πλῆθος γὰρ τοῦ τοιούτου ἔθνους πλούτῳ κατάκομον τὸ τηνικαῦτα καιροῦ τὴν Περσίδα κατῴκει. τῶν γὰρ Ἱεροσολύμων ὑπὸ Οὐεσπασιανοῦ τοῦ αὐτοκράτορος ἁλόντων, τοῦ τε ναοῦ ἐμπιπραμένου, ὀρρωδοῦντες πολλοὶ τῶν Ἱουδαίων τὴν Ῥωμαίων ἀλκὴν ἐκ τῆς Παλαιστίνης ὡς τοὺς Μήδους μεταναστεύουσι καὶ πρὸς τὴν ἀρχέγονον τιθήνην μεταναστεύουσιν, ἐξ ἧς ὁ προπάτωρ ἐτύγχανεν ὢν Ἀβραάμ. τὰ τιμιώτατα τοίνυν οὗτοι ἐμπορευσάμενοι καὶ τὴν Ἐρυθρὰν διαπεραιούμενοι θάλατταν, περιουσίας χρηματισθέντες μεγάλας περιεβάλοντο. ἐντεῦθεν καὶ πρὸς τὰς στάσεις καὶ τὰς Βαβυλωνίας τῶν δήμων ἐκκαύσεις ἑτοιμότατα διωλίσθαινον. ἔστι γὰρ πονηρὸν τὸ ἔθνος καὶ ἀπιστότατον, φιλοθόρυβόν τε καὶ τύραννον, καὶ φιλίας ἥκιστα μνημονικόν, ζηλότυπόν τε καὶ ὑποβάσκανον, καὶ ἐς ἔχθραν ἀμετάθετόν τε καὶ ἀδιάλλακτον.

Τα δύο «μέγιστα ἔθνη» που συνιστούν το «γένος/ἔθνος» της Ταυγάστ

Όταν ο Σιμοκάττης περιγράφει την πληθυσμιακή σύσταση της Κίνας («Ταυγάστ»), γράφει πως υπάρχουν δύο μέγιστα έθνη που χωρίζονται από έναν ποταμό και πως το «μελαινοφόρον ἔθνος» στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρίκιου κατάφερε να επιβληθεί στο άλλο έθνος που φορούσε «κοκκοβαφή/ερυθρά» εσθήτα. Πιο πριν περιγράφει τους Κινέζους ως γένος με αστασίαστη αρχή και ως εύνομο και σώφρον έθνος που λατρεύει αγάλματα.

[7.9.2-5] ὁ δὲ τῆς Ταυγὰστ κλιματάρχης Ταϊσὰν ὀνομάζεται, ὅπερ υἱὸς θεοῦ ταῖς Ἑλληνικαῖς φωναῖς ἐνσημαίνεται. ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς Ταυγὰστ οὐ στασιάζεται· γένος γὰρ αὐτοῖς τὴν χειροτονίαν τοῦ ἡγεμόνος παρέχεται. τούτῳ δὲ τῷ ἔθνει θρησκεία ἀγάλματα, νόμοι δὲ δίκαιοι, καὶ σωφροσύνης ἔμπλεος ὁ βίος αὐτοῖς. ἔθος δὲ τούτοις νόμον μιμούμενον, μηδέποτε κόσμῳ χρυσῷ καλλωπίζεσθαι ἄρρενας, καίτοι ἀφθονίας πολλῆς ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ κύριοι καθεστῶτες διὰ τὰς μεγάλας καὶ ἐπωφελεῖς ἐμπορίας. ταύτην τὴν Ταυγὰστ ποταμὸς διορίζει. πάλαι τοίνυν ποτὲ δύο μεγίστοις ἔθνεσιν ὁ ποταμὸς ἐμεσίτευεν ἀντιθέτοις ἀλλήλοις·  ἐσθὴς δὲ τῷ μὲν ἑνὶ μέλαινα, τῷ δὲ ἑτέρῳ κοκκόβαφος. ἐν τοῖς χρόνοις τοίνυν τοῖς καθἡμᾶς, Μαυρικίου τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα ἐπέχοντος, καὶ τὸ ἔθνος τῶν μελαινοφόρων τοῖς τὴν ἐρυθρὰν περιβεβλημένοις ἐσθῆτα διαπεραιωσάμενον τὸν ποταμὸν συνίστησι πόλεμον, εἶτα νενικηκὸς τῆς ὅλης ἡγεμονίας γίνεται κύριον.

Οι «μελαινοφόροι κατακτητές» είναι μάλλον οι Βόρειοι Zhou που το 577 επέκτειναν την εξουσία τους πέρα από τον Κίτρινο Ποταμό και κατέκτησαν τους Βόρειους Qi.

taugast

Η Ρωμανία ως «πατρίς» του «ἔθνους Ῥωμαίων»

Ο Σιμοκάττης χρησιμοποιεί τον όρο «πατρίς» με δύο διαφορετικές σημασίες.

Η φράση «ἡ τε πατρὶς καὶ τὸ γένος Βαρὰμ» περιγράφει την προσωπική καταγωγή και τον γενέθλιο τόπο του «τυράννου» (σφετεριστή) Βαχράμ, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της Ραζακηνής και από τον οίκο του Μιρράμου.

[3.18.5] ἀλλεἰρήσθω μὲν πρότερον ἥ τε πατρὶς καὶ τὸ γένος Βαρὰμ […]

[3.18.6] ἀπὸ μὲν τῆς Ῥαζακηνῆς οὕτω καλουμένης ὁρμᾶσθαι μοίρας τὸν Βαράμ, οἰκαρχίας δὲ τῆς τοῦ Μιρράμου γεγονέναι τὸν Πέρσην ἐκεῖνον τὸν τύραννον,

Ωστόσο, ο όρος «πατρίς» έχει και μια άλλη σημασία. Στον λόγο του Κομεντίολου προς τον Χαγάνου που περιέγραψα παραπάνω, ο Σιμοκάττης βάζει στο στόμα του Κομεντίολου τα λόγια:

[1.5.6] τί γὰρ Ῥωμαίων τῶν πώποτε γῆς εὐκλεέστερον ὑπὲρ ἐλευθερίας ἀθλούντων καὶ δόξης καὶ πατρίδος καὶ παίδων;

«Ποιο από τα έθνη της γης είναι ευκλεέστερο των Ρωμαίων στον αγώνα υπέρ ελευθερίας, δόξας, πατρίδας και παίδων;» Εδώ ο όρος «πατρίς» δεν είναι ο γενέθλιος τόπος ενός ανθρώπου, αλλά ο γενέθλιος τόπος του «ἔθνους Ῥωμαίων», δηλαδή, η Ρωμανία ως «Ῥωμαίων πολιτεία

Το επόμενο χωρίο στο οποίο ο Σιμοκάττης χρησιμοποιεί τον όρο «πατρίς» με αυτή τη σημασία είναι στην προδοσία του Σίττα. Σημειώνω εδώ ότι το όνομα Σίτ(τ)ας είναι θρακικό. Υπήρχε ένας σύγχρονος και φίλος του Βελισάριου στρατηγός Σίττας, ένας βασιλιάς Σίτας των Δενθηλητών που αναφέρεται το 29 π.Χ., ένας Θράκας ιππέας Ρούφος Σίτας που υπηρέτησε την θητεία του στην Αγγλία και το όνομα απαντά επιγραφικά στην Δαρδανία, όπου η πλειοψηφία των ανθρωπωνυμίων είναι θρακομυσικά. Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι κατά πόσο το όνομα Σίτ(τ)ας είναι υποκοριστικός τύπος του ονόματος Σιτάλκης (λ.χ. Ἔχέμαχος > Ἔχεμος/Ἐχέμμας).

sita

Ο Σιμοκάττης αναφέρει έναν Σίττα ως Ρωμαίο διοικητή της Μαρτυρουπόλεως, ο οποίος παρέδωσε την πόλη στους Πέρσες στους οποίους αυτομόλησε. Μία από τις προϋποθέσεις που έθεσαν αργότερα οι Ρωμαίοι στον Χοσρόη προκειμένου να τον βοηθήσουν ήταν η παράδοση του προδότη Σίττα. Όταν ο Χοσρόης παρέδωσε το Σίττα στους Ρωμαίους, ο Κομνετίολος τον έκαψε στην πυρά ενώπιον όλου του οπλιτικού. Όταν παρέδωσαν στον Κομεντίολο και άλλους «συνομοσαμένους τοῖς βαρβάροις Ῥωμαίους ἐς τὴν τοῦ ἄστεος ἅλωσιν», ο στρατηγός τους υποσχέθηκε τιμωρίες αντάξιες «τῶν κατὰ τῆς πατρίδος διαπεπραγμένων» τους.

[3.5.11-12] ἡ δὲ Μαρτύρων πόλις τότε δὴ τότε ἥλω ὑπὸ Περσῶν, οὐ τοῖς ἐκ πολέμων νόμοις, προδοσίας δὲ δόλοις, οἷς εἴωθε κλέπτεσθαι τὰ μὴ δυνάμενα παρὰ τῶν ἀντιπάλων κατεργάζεσθαι μάχαις. ὁ δὲ τοῦ δόλου πατὴρ Σίττας ἐτύγχανεν ὤν. οὗτος αὐτομολήσας πρὸς Πέρσας ὑποπείθει σιδηροφορῆσαι τετρακοσίους τοῦ βαρβαρικοῦ ὑποκρίνεσθαί τε προσχωρήσειν Ῥωμαίοις, παραφανῆναι δὲ τῇ πόλει.

[4.15.13-18] ὤφθη καὶ Σίττας ἐκεῖνος ἀναμεμιγμένος αὐτοῖς, ὁ τὴν Μαρτύρων πόλιν ῾Ορμίσδᾳ, τῷ Περσῶν βασιλεῖ, παρασχόμενος δόλῳ. ὁ μὲν οὖν Δομετιανὸς διεστείλατο Χοσρόῃ ὡς οὐχ ὅσια εἰς εὐεργέτας καὶ Ῥωμαίους διεγχειρεῖ ἀνεχόμενος ἀνδρὸς προδότου πολλὰ εἰς Ῥωμαίους κακὰ διανύσαντος, ἀναμιμνήσκων ὡς καὶ τῷ Βαρὰμ φίλος Σίττας γεγένηται, καὶ ἥκιστα συνοίσειν αὐτῷ περὶ πολλοῦ ποιουμένῳ ἄνδρα παλαμναῖον καὶ ἀπιστότατον, μή πού γε τὰ Ῥωμαίων πλήθη συστραφέντα αὐτὸν Χοσρόην καὶ τὸν Σίτταν διαχρήσονται, καὶ τὰ τῆς ἀγωνίας τῷ Βαρὰμ λάβοι ἀνάπαυλαν. Χοσρόης καὶ τὸν παρόντα καιρὸν κολακείαις ἀποπριάμενος ἔκδοτον Κομεντιόλῳ Σίτταν καθίστησιν. ἐπὶ τούτοις συνιδὼν ὁ δευτέρᾳ δἡμέρᾳ ὁ στρατηγὸς ἐπὄψεσι τοῦ ὁπλιτικοῦ αἰκισάμενος τοῦτον τῷ πυρὶ παρεδίδου κατανθρακεύσας τε ταῖς φλοξὶ δίκην τῶν ἡμαρτημένων τὸν Σίτταν εἰσέπραττεν. ὁ μὲν οὖν Δομετιανὸς ἱεροπρεπῶς ἐς τὰ περὶ τὴν ἀνάληψιν τοῦ ἄστεος διεπονεῖτο ὡς ἐνῆν ἐς τὰ μάλιστα, τούς τε συνομοσαμένους τοῖς βαρβάροις Ῥωμαίους ἐς τὴν τοῦ ἄστεος ἅλωσιν Κομεντιόλῳ παρεδίδου τῷ στρατηγῷ. τούτων τοίνυν ἀξίας ὑποσχομένων δίκας τῶν κατὰ τῆς πατρίδος διαπεπραγμένων αὐτοῖς,

Εδώ ο Σίττας χαρακτηρίζεται «ἀνὴρ προδότης πολλὰ εἰς Ῥωμαίους κακὰ διανύσας», «ἀνὴρ παλαμναῖος καὶ ἀπιστότατος», ενώ οι συνεργοί του χαρακτηρίζονται ως «συνομοσάμενοι τοῖς βαρβάροις Ῥωμαῖοι ἐς τὴν τοῦ ἄστεος ἅλωσιν», οι οποίοι διέπραξαν εγκλήματα «κατὰ τῆς πατρίδος».

Η «πατρίς» την οποία πρόδωσαν ο Σίττας και οι συνεργοί του είναι φυσικά η Ρωμανία. Ο Σιμοκάττης σε αυτό το χωρίο παρουσιάζει την «πατρίδα» Ρωμανία ως το αντικείμενο δέουσας αφοσίωσης των Ρωμαίων. Αυτοί που δεν συμπεριφέρονται δεόντως είναι «ἀπιστότατοι ἄνδρες προδότες» που εγκληματούν «κατὰ τῆς πατρίδος». Σε αυτό το χωρίο η «πατρίς Ῥωμανία» και το «ἔθνος Ῥωμαίων» ταυτίζονται ως αντικείμενα συλλογικής αφοσίωσης, γιατί ο μεν Σίττας ήταν «ἀνὴρ προδότης πολλὰ εἰς Ῥωμαίους κακὰ διανύσας» (προδότης που έβλαψε το «ἔθνος Ῥωμαίων»), οι δε συνεργοί του ήταν «συνομοσάμενοι κατὰ τῆς πατρίδος».

Η Ρωμαϊκή ταυτότητα που προωθεί ο Σιμοκαττής σε αυτό το χωρίο δεν διαφέρει από τις νεωτερικές εθνικές ταυτότητες, στις οποίες το έθνος και η  πατρίδα είναι το βασικό αντικείμενο δέουσας συλλογικής αφοσίωσης. Η διαφορά των δύο είναι ότι στα νεωτερικά έθνη υπάρχει μια διευρυμένη μέση αστική τάξη που ενστερνίζεται αυτήν την δέουσα αφοσίωση και ένας ανεπτυγμένος μηχανισμός ομογενοποίησης των μαζών (κρατική παιδεία, ΜΜΕ κλπ) που προωθεί την διάχυση αυτού το αισθήματος δέουσας αφοσίωσης.

Οι Ρωμαίοι ως Χριστιανοί και «Νοητός Ισραήλ»

Το «ἔθνος/γένος Ῥωμαίων» του Σιμοκάττη είναι μονόθρησκο. Ο Σιμοκάττης δεν φαντάζεται Ρωμαίους που να μην είναι Χριστιανοί. Αυτό φαίνεται σε φράσεις όπως «οι Ρωμαίοι λατρεύουμε την Παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο», «οι Ρωμαίοι πιστεύουν αρρήτως στον Χριστό ως Θεό» κλπ. Σε αυτές τις φράσεις ο όρος «Ῥωμαῖοι» είναι πρακτικό συνώνυμο του όρου «Χριστιανοί», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι Χριστιανοί είναι Ρωμαίοι.

Οι Γασσανίδες Άραβες ήταν Χριστιανοί, αλλά θεωρούνται βάρβαροι σύμμαχοι των Ρωμαίων και όχι Ρωμαίοι. Ξαναπαραθέτω τα χωρία γιατους Γασσανίδες συμμάχους των Ρωμαίων:

[2.10.6] ἐδίδου ὁ στρατηγὸς τὰς μὲν δύο μοίρας τῆς Ῥωμαϊκῆς πάσης δυνάμεως Ἡρακλείῳ τῷ Ἡρακλείου πατρὶ τοῦ αὐτοκράτορος, τὸν δἅτερον ἀποδασμὸν Θεοδώρῳ τῷ Τουραβδηνῷ καὶ Ἀνδρέᾳ· (ἑρμηνεὺς δἄρα οὑτοσὶ τοῦ Σαρακηνικοῦ φύλου τοῦ ἐπικουροῦντος Ῥωμαίοις)

[5.1.7] καὶ ἠντιβόλει τὸν ἀοίδιμον ἐν μάρτυσι Σέργιον, ὃν καὶ τὰ νομαδικὰ πρεσβεύειν ἔθνη εἰώθασιν,

[3.12.8] ὁ δαὐτοκράτωρ ἔτι δυνάμεις συνήθροιζε καὶ τὸ συμμαχικὸν ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἠρανίζετο μεγάλαις χρημάτων ἀποβολαῖς τὰς ἐπιβολὰς τῆς παρατάξεως ἀνανταγωνίστους ἐμπορευόμενος.

[3.17.7] συνείπετο δὲ τούτῳ τῶν νομάδων βαρβάρων ἡγούμενος, Ἀλαμούνδαρος ὄνομα αὐτῷ· ὅν φασι κατάδηλον τῷ Περσῶν βασιλεῖ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἐπιστασίαν ποιήσασθαι· ἀπιστότατον γὰρ καὶ ἀλλοπρόσαλλον τὸ Σαρακηνικὸν φῦλον καθέστηκε πάγιόν τε τὸν νοῦν καὶ τὴν γνώμην πρὸς τὸ σῶφρον ἱδρυμένην οὐκ ἔχον.

[8.1.1-2] ἔθνη περὶ τὴν ᾿Αραβίαν πολλά τε καὶ διάφορα πέφυκεν· τούτους Σαρακηνοὺς ἔθος τοῖς ὄχλοις ἀποκαλεῖν. ἐκ τούτων δὴ τῶν ἐθνῶν ἔνιά τινα τοῖς Ῥωμαίοις σύμμαχα ἦν,

Οι Φράγκοι ήταν χριστιανοί, αλλά ο Σιμοκάττης τους αντιπαραβάλλει ως «βάρβαρον ἔθνος» στο «ἔθνος Ῥωμαίων». Ξαναπαραθέτω το χωρίο.

[6.3.6-8] τρίτη δὲ ἡμέρα, καὶ οἱ τῆς Κελτικῆς Ἰβηρίας πρέσβεις ἐς τὸ βασίλειον παραγίγνονται ἄστυ· (Φράγγοι δὲ ἄρα οὗτοι τῇ νεωτέρᾳ γλώττῃ κατονομάζονται) αἱ δὲ προσηγορίαι τοῖς πρέσβεσι Βόσος καὶ Βέττος. τούτους ὁ τοῦ ἔθνους δυνάστης (ὄνομα δὲ Θεοδώριχος αὐτῷ) ἐς βασιλέα ἐξέπεμπεν ἠξίου τε συνθήκαις φορολογίας τῷ Ῥωμαϊκῷ συμμαχῆσαι καὶ δώροις ἀνελέσθαι πρὸς τὸν Χαγάνον τὸν πόλεμον. ὁ μὲν οὖν αὐτοκράτωρ τοὺς πρέσβεις φιλοφρονησάμενος δώροις ἀπόμισθον τὴν ξυμμαχίαν ἐκέλευσε Φράγγοις παρέχεσθαι, ἀργυρολογεῖσθαι τὸ Ῥωμαϊκὸν ὑπὸ τῶν βαρβάρων οὐκ ἀνεχόμενος.

Στις εκστρατείες βορείως του Δούναβη κατά των Σκλαυηνών, οι Ρωμαίοι βοηθήθηκαν από έναν «Γήπαιδα» που ήταν κάποτε χριστιανός και πλέον ζούσε μαζί με τους Σκλαυηνούς. Το ότι κάποτε ήταν Χριστιανός δεν αρκεί για να κάνει τον Γήπαιδα Ρωμαίο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον Σιμοκάττη ως βάρβαρος που βοηθάει τους Ρωμαίους εναντίον άλλων βαρβάρων.

[6.8.13] τοίνυν Γήπαις ἀνήρ, ἐκ τῶν Χριστιανῶν θρησκείας πάλαι ποτὲ πεφυκώς, μετὰ τῶν βαρβάρων ὑπῆν. οὗτος πρὸς τοὺς Ῥωμαίους αὐτομολῶν δακτυλοδεικτεῖ καὶ τὴν εἴσοδον.

[6.9.3] γίνεται γοῦν πρὸς τὸν στρατηγὸν ὁ Γήπαις ἐκεῖνος ὁ βάρβαρος καὶ διέξεισι Πρίσκῳ τὰ τῶν βαρβάρων διανοήματα,

Αντιθέτως, οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι που ζούσαν εδώ και χρόνια στην Αντιόχεια της Περσίας, στους οποίους ο Πέσης στρατηγός Μεβόδης έστειλε δέλτο γραμμένη σε «Ῥωμαϊκά γράμματα», παραμένουν Ρωμαίοι έστω κι αν ζουν εκτός Ρωμανίας.

[5.6.11] ὁ δὲ Μεβόδης ἐς Ἀντιόχειαν τὴν Περσῶν πτυκτίον ἐξέπεμπε γραμμάτων ῾Ρωμαϊκῶν. ἡ δὲ δέλτος εἶχεν ἐπὶ λέξεως τάδε· καλὸν γὰρ οἶμαι καὶ αὐτῆς τῆς συνθήκης τῶν ῥημάτων τὴν ἔκθεσιν, ὡς ἔχει φύσεως, προενέγκασθαι.

«Ῥωμαῖοι πιστοὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν τοῖς τὴν Ἀντιόχειαν τῆς Περσίδος χαίρειν. […]»

Αφού ελπίζω να εξήγησα ότι ο Σιμοκάττης ΔΕΝ θεωρεί όλους τους Χριστιανούς Ρωμαίους, αλλά θεωρεί όλους τους Ρωμαίους Χριστιανούς, παραθέτω τα χωρία όπου οι Ρωμαίοι περιγράφονται ως Χριστιανοί και «Νοητός Ισραήλ» (~Νέος Ισραήλ).

Ο Σιμοκάττης γράφει πως «εμείς οι Ρωμαίοι λατρεύουμε την Παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο», πως «ο Ιησούς τον οποίο εμείς λατρεύουμε έλαβε από τον Πατέρα του ως κληρονομιά της οικουμένη» και πως ο Μαυρίκιος εκκλησιάστηκε «κατὰ τὸ εἰωθός».

[8.5.1-3] καὶ οὖν ὁ βασιλεὺς ὑπὸ τῶν σωματοφυλάκων διασώζεται μὴ δεδωκὼς ἐγκοπὴν τῷ λιτανεύματι. εἶτα πρὸς τὸν τῆς θεομήτορος νεὼν παρεγένοντο, ὃν Λακέρνας ἀποκαλοῦσι τιμῶντες Βυζάντιοι. τὸ δὲ τέμενος τοῦτο τῶν σεβασμίων λίαν καθέστηκε θρησκεύεταί τε ὑπὸ τοῦ ἄστεος ἐς τὰ μάλιστα· λέγεται γὰρ περιστόλια τῆς παρθένου Μαρίας, ἣν θεοτόκον κυρίως καὶ μόνην οἱ Ῥωμαῖοι πρεσβεύομεν, ἐν σηκῷ χρυσοπάστῳ ἀποτεθῆναι ἐνταῦθα. ἅπασαν τοιγαροῦν τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν ἐν τούτῳ δὴ τῷ ναῷ κατὰ <τὸ> εἰωθὸς ὁ βασιλεὺς λατρεύσας πρὸς τὰ βασίλεια γίνεται.

[7.15.1] Ἐν ταύταις τοιγαροῦν ταῖς ἡμέραις τὸ κατὰ πάντων τῶν ἐθνῶν κράτος αὐτοῦ ὁ ἡμέτερος πιστούμενος Ἰησοῦς, εἰς κληρονομίαν τε παρὰ τοῦ πατρὸς τὴν οἰκουμένην λαβὼν κατάσχεσίν τε τὰ πέρατα τῆς γῆς,

Στον λόγο του Κομεντίολου προς τον Χαγάνο το «ἔθνος Ῥωμαίων» είναι:

[1.5.8] τό τε τῆς θρησκείας παρὰ πάντα τὰ τῆς οἰκουμένης ἔθνη εὐσεβέστατον καὶ διὰ τοῦτο καὶ δυνατώτατον.

Ο «ἱεροφάντης Μωσῆς» όρισε το Σάββατον ως μέρα ανάπαυλας των Ιουδαίων, αλλά ο Φιλιππικός υποπτεύθηκε ότι η περσική επίθεση θα γινόταν την Κυριακή, επειδή οι Πέρσες γνώριζαν ότι το «Ῥωμαϊκόν» κάνει ανάπαυλα «τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ Σαββάτου ἡμέραν» (Κυριακή) «αἰδοῖ τοῦ σεβάσματος» (λόγω αιδούς/σεβασμού για το θρήσκευμα/σέβασμά του).

[2.2.6-7] σάββατον δὲ τοῦτο τῷ ἱεροφάντῃ Μωσῇ κατωνόμασται. ἐπεὶ δὲ τῷ Ῥωμαϊκῷ ταῦτα ἀνηγγέλθη συντάγματι, εἰς τὸν στρατηγὸν ὑπόνοιά τις εἰσέρχεται ὡς τῇ ἐπιούσῃ ἀποπειραθήσεται τὸ πολέμιον ἐπιτίθεσθαι, οἷα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ τὴν ἡμέραν γεραίροντος πόνων ἀνάπαυλαν, αἰδοῖ τοῦ σεβάσματος.

Οι Ρωμαίοι λατρεύουν «ἀρρήτως» τον Χριστό ως Θεό και το «ἀχειροποίητον εἴκασμά» του ως άγιο αντικείμενο:

[2.3.4-8] Φιλιππικὸς τὸ θεανδρικὸν ἐπεφέρετο εἴκασμα, λόγος ἕκαθεν καὶ εἰς τὰ νῦν διηχεῖ θείαν ἐπιστήμην μορφῶσαι, οὐχ ὑφάντου χεῖρας τεκτήνασθαι ἢ ζωγράφου μηλιάδα ποικῖλαι. διά τοι τοῦτο καὶ ἀχειροποίητος παρὰ Ῥωμαίοις καθυμνεῖται καὶ τῶν ἰσοθέων πρεσβειῶν ἠξίωται· ἀρχέτυπον γὰρ ἐκείνου θρησκεύουσι Ῥωμαῖοί τι ἄρρητον.

Όταν ο Πρίσκος ήθελε να ηρεμήσει το ανάστατο Ρωμαϊκό στράτευμα, έδωσε στον Ειλιφρέδα να περιφέρει το «ἀχειροποίητον θεανδρικὸν ἴνδαλμα», επειδή γνώριζε ότι η περιφορά θα ταπείνωνε τον θυμό «αἰδοῖ τοῦ σεβάσματος» (λόγω σεβασμού/αιδούς για την θρησκεία (σέβασμά) του):

[3.1.11] τῷ μὲν οὖν Εἰλιφρέδᾳ τὸ θεανδρικὸν ἴνδαλμα παραγυμνώσας ἐδίδου (ἀχειροποίητον δὲ τοῦτο Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν), περινοστεῖν προστάξας τὸ στράτευμα, ὅπως αἰδοῖ τοῦ σεβάσματος ταπεινωθείη μὲν ὁ θυμός, τὰ δὲ τῆς ἀκοσμίας πρὸς τὸ σῶφρον τὴν μεταβολὴν ἀπενέγκοιτο.

Σε ενθαρρυντικό προ μάχης λόγο ο Ρωμαίος στρατηγός υπενθυμίζει τους στρατιώτες του ότι, αντίθετα με τους Πέρσες, οι Ρωμαίοι δεν έχουν «ἐψευσμένη θρησκεία», δεν λατρεύουν «νόθους θεούς» ως Κυρίουςἡγεμόνες»), δεν χειροτονούνε ίππο κατά το λάτρευμά τους και δεν προσκυνούνε θεό εν είδει φωτιάς.

[3.13.14] οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἐψευσμένη θρησκεία, οὐ νόθους θεοὺς ἡγεμόνας προεστησάμεθα. οὐκ ἔστιν ἡμῖν θεὸς μαστιζόμενος· οὐ γὰρ ἵππον χειροτονοῦμεν εἰς λάτρευμα. οὐ προσκυνοῦμεν θεὸν πρὸς τέφραν μετατιθέμενον, σήμερον φλεγόμενον καὶ μετὀλίγον μηδὲ φαινόμενον. οὐ καπνὸς καὶ ὕλη τὴν θεολογίαν συνίστησιν,

Οι Ρωμαίοι ως Χριστιανοί είναι ο «Νοητὸς Ἰσραὴλ» που έχει ως στόχο την «Ἄνω Ἱερουσαλήμ» (παράδεισος). Ο «θριάμβος σταυρός» είναι το σύμβολο με το οποίο ξενηλατείται το «βάρβαρον» και εισοικίζεται το «Ῥωμαϊκόν»:

[4.16.16-20] προτάξωμεν ἡγεμόνα τῆς εὐφροσύνης τὸν κύριον, ἵνα μὴ τῆς ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐπιλαθώμεθα καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν κολληθείη τῷ λάρυγγι ὡς κακῶς μὴ μεγαληγοροῦσα τοῦ θεοῦ τὰ παράδοξα. […] τελειοῦται γὰρ αὕτη διαθήκη δευτέρα μὴ ἀντιταλαντεύειν τῷ κακῷ τὴν ἀντίδοσιν εἰσηγουμένη τῷ νοητῷ Ἰσραήλ, […] ὁ γὰρ Ἰησοῦς ὁ Χριστός, ὁ παλαιὸς ἡμερῶν καὶ πρεσβύτερος, εὐσεβέστερον θυσίας οἶδε τὸν ἔλεον, καὶ τὴν πατρῴαν βασιλείαν κατακληροδοτεῖ τοῖς οἰκτείρμοσιν, […] καὶ μεταφοιτᾷ πρὸς ἀνάστασιν, καὶ πάντα παθὼν κατησμένισεν, […] καὶ νόμος ἀνακαινίζεται πάτριος, καὶ ῥώννυται πίστις ἀκίβδηλος, καὶ τὸν ἐγκαινίζοντα βλέπω Χριστὸν ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας τῶν τροπαίων τὰ σύμβολα ἐπὶ τῶν ὤμων περιφερόμενον. ὁ δὲ θρίαμβος ὁ σταυρός, διοὗ ξενηλατεῖται τὸ βάρβαρον, τὸ δὲ Ῥωμαϊκὸν εἰσοικίζεται.

Κατά την υποτιθέμενη θρησκευτική του μετάνοια, ο Χοσρόης ομολόγησε ως μέγιστο θεό «τὸν παρὰ Ῥωμαίοις Χριστὸν θρησκευόμενον καὶ τιμώμενον», εξοβελίζοντας την παλαιά του θρησκεία:

[5.2.4] ὅτε γοῦν ὁ Χοσρόης τούτων δῆτα τῶν ἀνδραγαθημάτων τὴν συμφωνίαν στέφουσαν αὐτὸν ἐθεάσατο, ἐκ τῶν ἤδη φθασάντων ἐνέχυρον τῶν ἐσομένων λαβὼν ὡμολόγει μέγιστον εἶναι ἁπάντων θεὸν τὸν παρὰ Ῥωμαίοις Χριστὸν θρησκευόμενον καὶ τιμώμενον, καὶ ἀπυλώτῳ τῷ στόματι τὴν πάλαι θρησκείαν ὠβέλιζεν.

Οι εθνοτικοί δείκτες του Σιμοκάττη

Στο χωρίο όπου ο Σιμοκάττης αναφέρει το «ἑτερογενές ἄθροισμα ταλαιπωρημένων ἀνδρῶν» που κατοικούσε στην «Ειρκτή της Λήθης» του Φρουρίου Γιλιγέρδων, παραθέτει μερικούς από τους εθνοτικούς δείκτες (ethnic indicia), με τους οποίους έχει δομήσει τα εθνοτικά τοιχεία (ethnic boundaries) των εθνοτικών κατηγοριώνν της ιστορίας του. Τα διάφορα γένη που κατέληξαν να συζούν εκεί διέφεραν σε «γένος» (καταγωγή), «νόμο» (έθιμα) και «γλῶττα» αλλά, εξαιτίας της οικειότητας που ανέπτυξαν ως «αδελφοί στα βάσανα», όταν οι εξ αυτών Ρωμαίοι αποφάσισαν να απελευθερωθούν και να επιστρέψουν «εἰς τὴν Ῥωμαίων [γῆν]», απελευθέρωσαν και τους [μη Ρωμαίους] «κοινωνοὺς τῶν ἀτυχημάτων» τους.

[3.5.2-7] Φρούριον, Γιλιγέρδων ὄνομα αὐτῷ, ἐνδοτέρω δὲ τοῦτο τῆς Μηδικῆς ᾠκοδόμηται, ἐν χώρᾳ ἐπιλεγομένῃ Βιζαῇ, οὐ πόρρω Βενδοσαβόρων τῆς πόλεως. πρόσεστι δὲ τούτῳ καί τις εἱρκτή· Λήθην δὲ ὀνομάζουσι ταύτην οἱ βάρβαροι. δὲ χῶρος ὥσπερ γῆ θεῷ ὀργὰς βασιλικῷ θυμῷ ἀνατίθεται, καὶ τέμενος δυσμενείας ἀποκαλῶν τις τὸ φρούριον οὐκ ἂν ἁμάρτοι τοῦ πρέποντος. ἐναποκλείονται τοίνυν ἐνθάδε ὅσοι τοῖς δικτύοις τῆς τοῦ βασιλέως λύπης ἁλίσκονται, τοῦτο μὲν ὑπήκοοι, τοῦτο δὲ καὶ δορίκτητοι. ουστίνου γε οὖν τοῦ νεωτέρου τῆς Ῥωμαϊκῆς πολιτείας ἡγεμονεύοντος, παρεστήσατο τὴν πόλιν τὴν λεγομένην Δαρὰς ὁ τῶν Περσῶν βασιλεύς. ἔδοξε γοῦν τῷ βασιλεῖ, καὶ γίνονται Δαρηνοὶ τοῦ φρουρίου τούτου οἰκήτορες. ὑπῆσαν δὲ καὶ Καδασηνοὶ ἐν αὐτῷ, (βάρβαρον δὲ τὸ φῦλον τῆς Μηδικῆς) οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἕτεροι τὸ κακοπραγεῖν κληρωσάμενοι, καὶ κοινὸν ἄθροισμα ταλαιπωρουμένων ἀνδρῶν τὸ φρούριον ἐνηγκάλιστο. γίνεται γοῦν τοῖς ἑτερογενέσιν εἰς συμφωνίαν τὰ κοινὰ δυστυχήματα, καὶ οὓς γένος καὶ νόμος καὶ γλῶττα διείλετο, συνῆψεν ἡ τῶν παθημάτων οἰκείωσις τῷ ἀδελφῷ τῆς ἀνάγκης καταμελετήσασα τὴν ὁμόνοιαν. ἐξάρχουσι δῆτα τῆς ἀνδρείας οἱ Δαρηνοὶ καὶ αὐτοβοεὶ τοῖς ἐν ποσὶν ὀργάνοις πολέμου χρησάμενοι ἀναιροῦσι τοὺς φύλακας. καὶ τοῦ φόνου ἐκκαιομένου πρὸς τὸ λαβρότερον, (πλῆθος γὰρ ὑπῆν στρατιᾶς περιφρουρούσης τὸ φρούριον) νικῶσι Ῥωμαῖοι καὶ συνεξάγουσι τοῦ φρουρίου καὶ τοὺς τῶν ἀτυχημάτων αὐτοῖς κοινωνοὺς καὶ πολλὰ παθόντες καὶ δράσαντες εἰς τὴν Ῥωμαίων ἐπανέζευξαν.

Οι ετερογενείς, λοιπόν, τους οποίους χώριζαν το γένος, ο νόμος και η γλώσσατοῖς ἑτερογενέσιν […] οὓς γένος καὶ νόμος καὶ γλῶττα διείλετο») συνδέθηκαν μεταξύ τους από τα κοινά τους δυστυχήματα και παθήματα και ομονόησαν («εἰς συμφωνίαν τὰ κοινὰ δυστυχήματα […] συνῆψεν ἡ τῶν παθημάτων οἰκείωσις τῷ ἀδελφῷ τῆς ἀνάγκης καταμελετήσασα τὴν ὁμόνοιαν).

Η τριάδα «γένος», «νόμος» και «γλῶττα» είναι τριάδα εθνοτικών δεικτών. Αν ξαναεξετάσουμε τις εθνοτικές κατηγορίες του Σιμοκάττη θα δούμε ότι δομούνται με βάση αυτήν την τριάδα.

Η «πάτριος γλῶττα»

Κάθε εθνοτική κατηγορία έχει την δική της «πάτριο γλώσσα». Ο Σιμοκάττης αναφέρει πολλάκις τη Λατινική ως την «πάτριο φωνή» των Ρωμαίων, όπως αναφέρει την Περσική ως «πάτριο φωνή» των Περσών και την «Αβαρική» ως «πάτριο φωνή» των Αβάρων. Αναφέρεται η «βάρβαρος φωνή» των Σκλαυηνών και η ανάγκη μεσολάβησης διερμηνέα για την συνενόηση των Ρωμαίων με τους «βάρβαρους νομάδες» Γασσανίδες συμμάχους και τον βάρβαρο Γήπαιδα που καταδικάστηκε για τον φόνο και την κλοπή της χρυσής ζώνης.

Στην κοινή περσορωμαϊκή εκστρατεία κατά του Βαχράμ, αναφέρεται η «πάτριος φωνή» τόσο των Ρωμαίων όσο και των Περσών.

Η «πάτριος φωνή» των Περσών στην οποία ο χοσροϊκός Πέρσης φενάκισε την φρουρά βαχραμικών Περσών:

[5.1.12-13] προθέειν προσέταττέ τινα τῆς δυνάμεως λέξοντα τῷ στρατηγῷ ὑπὸ Βαρὰμ ἔσεσθαι ἄγγελον, καὶ ἐπίθετον αὐτῷ ἐπι φέρεσθαι δύναμιν. ὁ μὲν οὖν ἐπὶ τὸ ὡσανεὶ φρούριον γεγονὼς μεσούσης νυκτός, τῇ πατρίῳ φωνῇ τοὺς περιφρουροῦντας φενακισάμενος ἠξίου τῷ στρατηγῷ διαὐτῶν περιηχηθῆναι τὸ ἄκουσμα.

Ωστόσο ο Πέρσης στρατηγός Μεβόδης διέταξε τους Ρωμαίους συμμάχους του να επιτεθούν αλαλάζοντας και μιλώντας στην δική τους «πάτριο φωνή» (Λατινική/Ρωμαϊκή):

[5.6.7] ἡμέρα δὲ δευτέρα, καὶ ὁ Μεβόδης ἄφρακτον ἀκηκοὼς τὴν Σελεύκειαν προσβάλλει ταύτῃ νυκτός, προστάξας τοῖς Ῥωμαίοις τῇ πατρίῳ φωνῇ ἀλαλάζειν τε καὶ διαλέγεσθαι παίειν τε τῷ ξίφει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὸν ἐντυγχάνοντα.

Ο Χαγάνος των Αβάρων,  για να μπορέσει να διαβάσει την φενακίζουσα επιστολή που του έστειλε ο Μαυρίκιος, χρειάστηκε διερμηνέα να την μεταφράσει στην δική του [Αβαρική] «πάτριο φωνή»:

[6.5.16] ὁ δὲ Χαγάνος τὰ ἐμφερόμενα ἐν αὐταῖς ὑπὸ ἑρμηνέως τῇ πατρίῳ φωνῇ διαγνοὺς ὑπὸ τῶν λόγων ἀλωπεκίζεται, καὶ περιδεὴς γεγονώς, συνθήκας πρὸς τὸν Πρίσκον διαθέμενος ἐπὀλιγίστῳ χρυσίῳ ἐς τὴν ἑαυτοῦ ὡς τάχιστα ἐπανέζευξεν. ἡ γὰρ τῆς φενάκης ἰσχὺς λίαν ἐγκρατῶς ἀπεβουκόλει τὸν βάρβαρον.

Ο Σιμοκάττης ακολουθεί την ίδια συγχυσμένη πηγή που ακολουθεί και το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου, σύμφωνα με την οποία οι Σκλαυνηνοί ονόμαζαν τον ηγεμόνα τους Μουσώκιο «ῥῆγα» στην βάρβαρη [πάτριο] φωνή τους. Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι οι Σλάβοι δανείστηκαν τον λατινικό όρο rēx/rēgem (ενώ δανείστηκαν το λατινικό όρο Caesar > *cěsarĭ και τον γερμανικό όρο *kuningaz > *kŭnędzĭ).

[6.9.1] ὁ δὲ Γήπαις διεξῄει τε ἅπαντα καὶ διήλεγχεν ἐξ ἐπιλέπτου τὰ πράγματα, φάσκων ὑπὸ Μουσώκιον τὸν λεγόμενον ῥῆγα τῇ τῶν βαρβάρων φωνῇ τοὺς ἐζωγρημένους ὑπεῖναι,

Ο βάρβαρος Γήπαις που φόνευσε τον δορυφόρο του βασιλιά και έκλεψε την χρυσή του ζώνη ανακρίθηκε με διερμηνέα:

[6.10.6-7] παραπεμψάμενος τοίνυν ἐκ τοῦ λεγομένου πραίτωρος τῶν δήμων ἄνδρας ἑπτὰ παρεδίδου τῷ δικαστηρίῳ τὸν βάρβαρον. οἱ μὲν οὖν ὑψαυχενιζόμενον καὶ λίαν καταστασιάζοντα ἐν τῷ οἴκῳ τῶν ἐγκλημάτων τὸν βάρβαρον διεκόμιζον ἑρμηνέα τε προστησάμενοι κατεπυνθάνοντο πόθεν αὐτῷ ζώνης περιβλέπτου καὶ λίαν μεγαλοπρεποῦς ὕπεστι λείψανα. ὁ μὲν οὖν φονευτὴς (Γήπαις δὲ οὗτος ἄρα ἐτύγχανεν ὤν) λίαν σοφιστικῶς τὴν ἀπολογίαν παρείχετο·

Ο διερμηνέας Ανδρέας αναφέρεται ως μεσάζων για την συνενόηση των Ρωμαίων με τους Γασσανίδες Άραβες συμμάχους τους.

[2.10.6] ἐδίδου ὁ στρατηγὸς τὰς μὲν δύο μοίρας τῆς Ῥωμαϊκῆς πάσης δυνάμεως Ἡρακλείῳ τῷ Ἡρακλείου πατρὶ τοῦ αὐτοκράτορος, τὸν δἅτερον ἀποδασμὸν Θεοδώρῳ τῷ Τουραβδηνῷ καὶ Ἀνδρέᾳ· (ἑρμηνεὺς δἄρα οὑτοσὶ τοῦ Σαρακηνικοῦ φύλου τοῦ ἐπικουροῦντος Ῥωμαίοις)

Τα «πάτρια νόμιμα»

Ο δεύτερος δείκτης της τριάδας του Σιμοκάττη είναι ο «νόμος», δηλαδή τα έθιμα ή νόμιμα. Το κυριότερο από αυτά είναι βέβαια η θρησκεία, αλλά θα προσθέσω σε αυτά και την ενδυμασία.

Ενδυμασία:

Σημειώνω εδώ τον όρο ἡ ἐσθής/τὴν ἐσθῆτα που χρησιμοποιεί συχνά ο Σιμοκάττης. Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση για την ΙΕ ρίζα *wes- «ντύνομαι».

Ο Σιμοκάττης αναφέρει δύο Πέρσες κατασκόπους, οι οποίοι χρειάστηκε να φορέσουν Ρωμαϊκή εσθήτα, προκειμένου να αποβουκολήσουν μια ρωμαϊκή φρουρά και να νομιστούν ως Ρωμαίοι.

[3.7.4] οὗτοι ἐντυγχάνουσι δύο κατασκόποις τοῦ Περσικοῦ Ῥωμαϊκὴν περιβαλομένοις ἐσθῆτα. οἱ δὲ τοὺς ἑλόντας ἀποβουκολίζουσι ἀποσκευάζονταί τε τὸν κίνδυνον εἶναι Ῥωμαῖοι βεβαιωσάμενοι.

Τα δύο «μέγιστα ἔθνη» της «Ταυγάστ» (Κίνας) διαφέρουν σε ενδυμασία. Οι κατακτητές είναι μελανείμονες (μελαινοφόροι) και οι κατακτημένοι φοινικείμονες (ἐρυθρά/κοκκοβαφής ἐσθής).

[7.9.4-5] ταύτην τὴν Ταυγὰστ ποταμὸς διορίζει. πάλαι τοίνυν ποτὲ δύο μεγίστοις ἔθνεσιν ὁ ποταμὸς ἐμεσίτευεν ἀντιθέτοις ἀλλήλοις· ἐσθὴς δὲ τῷ μὲν ἑνὶ μέλαινα, τῷ δὲ ἑτέρῳ κοκκόβαφος. ἐν τοῖς χρόνοις τοίνυν τοῖς καθἡμᾶς, Μαυρικίου τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα ἐπέχοντος, καὶ τὸ ἔθνος τῶν μελαινοφόρων τοῖς τὴν ἐρυθρὰν περιβεβλημένοις ἐσθῆτα διαπεραιωσάμενον τὸν ποταμὸν συνίστησι πόλεμον, εἶτα νενικηκὸς τῆς ὅλης ἡγεμονίας γίνεται κύριον.

Έθιμα και Νόμοι:

Οι όροι που χρησιμοποιεί ο Σιμοκάττης είναι «ἔθος», «νόμος», «νόμιμον», «θέμις» και «θεσμός».

Κατά την αναγόρευση του Μαυρίκιου ως αυτοκράτορα τελέστηκαν «τὰ τῆς ἀναγορεύσεως ἔθη κατὰ τοὺς βασιλικοὺς θεσμούς».

[1.1.2-3] ἐπεὶ δὲ ὁ μέγας οὗτος καὶ ὕστατος τοῦ βασιλέως σκοπὸς διανυσθεὶς ἐτετέλεστο, τά τε τῆς ἀναγορεύσεως ἔθη κατὰ τοὺς βασιλικοὺς θεσμοὺς ἐπεπλήρωτο, ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ κλίνην Τιβέριος ὁ αὐτοκράτωρ ἀνέζευξεν.

Ο Κομεντίολος ζήτησε από τον Χαγάνο να σεβαστεί τους πατρῴους θεούς του, στους οποίους είχε ορκιστεί ότι δεν θα επέδραμε στη Ρωμαϊκή γη.

[1.5.1] Ἐδόκουν σε Ῥωμαῖοι, Χαγάνε, τούς τε πατρῴους θρησκεύειν θεοὺς καὶ τοὺς ἅλας τῶν ὅρκων αἰσχύνεσθαι καὶ δεξιὰς καὶ συνθήκας μηδαμῶς ἀποσείεσθαι

Ο Χαγάνος, εκνευρισμένος από τον ευθύ λόγο του Κομεντίολου, του χάλασε τη σκηνή και τον απείλησε με θάνατο, όπως είναι επιχώριος νόμος των Αβάρων.

[1.6.2] μέγιστος ἀπῃώρητο τῷ Κομεντιόλῳ ἐκ τῆς διαλέξεως κίνδυνος· τὴν γὰρ τῶν πρέσβεων ὁ βάρβαρος διαφθείρας αἰδῶ δεσμοῖς τὸν Κομεντίολον ἠτίμωσεν, ἐνέρσει τε ξύλων ποδοκάκῃ τοὺς πόδας ὑπέθλιβεν, τό τε σκηνοπήγιον διέρρηξε τὸ τοῦ πρέσβεως, κἀντεῦθεν ἐπιχωρίῳ νόμῳ τινὶ ζημία θάνατος ἦν ἀπειλούμενος.

Ένας Περσικός νόμος δεν επέτρεπε στους Πέρσες να δέχονται στην πόλη τους δικούς τους ριψάσπιδες.

[2.5.7] οἱ γὰρ ἀστοί, ἤτοι οἱ περιφρουροῦντες Πέρσαι τὸ πόλισμα ἀναπετάσαι ἀπέλεγον τοῖς Μήδοις τὰς πύλας· μὴ γὰρ οὖν εἰσοικίσασθαι τοὺς ῥιψάσπιδας Περσικὸν νόμον ἀνέχεσθαι.

Οι Ρωμαίοι είχαν το «γεγηρακὸς ἔθος» και τον «πρεσβύτην νόμον», όταν ένας νέος στρατηγός έφτανε στο στρατόπεδο που του είχε ανατεθεί, να αφιππεύει, να συγκεντρώνει τους στρατιώτες του και να τους φιλοφρονεί με ασπασμούς. Όταν ο Πρίσκος δεν εφάρμοσε αυτό το έθιμο, οι στρατιώτες το εξέλαβαν ως προσβολή.

[3.1.7-8] ἔθος δὲ γεγηρακὸς ἐνευδοκίμει τῷ στρατοπέδῳ, τὸν μέλλοντα τὰς στρατηγίδας περιβαλέσθαι ἡνίας, ὁπηνίκα αὐτῷ τὰ στρατεύματα ὑπαντήσωσιν, ἀποβαίνειν τοῦ ἵππου καὶ διὰ μέσου χωρεῖν τοῦ ὁπλιτικοῦ καὶ φιλοφρονεῖσθαι τοῖς ἀσπασμοῖς τὸ στρατόπεδον. ὃ δὴ μὴ πεποιηκότος τοῦ Πρίσκου, ἀλλὰ καὶ πάνυ μὲν οὖν τοῦτον δὴ τὸν πρεσβύτην ἀποσκορακίσαντος νόμον, οὐ μετρίως ἔφερε τὴν ὕβριν τὸ στράτευμα.

Οι Πέρσες δεν είχαν την συνήθεια των Ρωμαίωνκαθάπερ Ῥωμαῖοι») να πληρώνουν επιπλέον «ἐκ του πρυτανείου» τα στρατεύματά τους εν καιρῷ πολέμου, αλλά ούτε είχαν την συνήθεια να πληρώνονται όταν συναγείρονται «κατὰ κώμας τε καὶ ἀγρούς» (εννοεί τα περιοδικά αδνούμια των Ρωμαίων, στα οποία οι στρατιώτες έπαιρναν τη ρόγα). Αντίθετα, ο περσικός νόμος όριζε πως οι Πέρσες στρατιώτες έπρεπε να εξοικονομήσουν τα απαραίτητα από τον κανονικό μισθό που τους έδινε ο βασιλιάς τους, μέχρι να βρεθούν στην αλλότρια γη (όπου ο ανεφοδιασμός γινόταν πλέον με προνομή/λεηλασία).

[3.15.4-7] οὐ γὰρ ἔχουσι Πέρσαι ἐκ πρυτανείου σιτήσεις καθάπερ Ῥωμαῖοι ἰόντες εἰς πόλεμον, ἀλλοὐδὲ κατὰ κώμας τε καὶ ἀγροὺς συναγείρονται· ἀλλἐστὶ νόμος αὐταρκείας αὐτοῖς τὰ παρὰ τοῦ βασιλέως κατὰ τὸ εἰωθὸς διανεμόμενα, καὶ εἰς ὅσον ἀποζῆν οἰκονομοῦσι τὰ παρεχόμενα καὶ διατρέφεσθαι ἐντεῦθεν καταναγκάζονται ἅμα τοῖς κτήνεσιν, μέχρις ἂν ὅτου ἐς τὴν ἀλλοτρίαν ἐμβάλωσιν.

Ο Σιμοκάττης παραθέτει την επινοημένη πληροφορία ότι οι Σασσανίδες Πέρσες είχαν κληρονομήσει έναν πρεσβύτη νόμο από τον Αχαιμενίδη Δαρείο, σύμφωνα με τον οποίο ήταν διαιρημένοι σε επτά ευγενείς «δήμους» (φάρες) και τα συγκεκριμένα αξιώματα πηγαίναν σε συγκεκριμένους από αυτούς τους «δήμους», λ.χ. ο Πέρσης βασιλιάς έπρεπε να προερχόταν από τον «δήμο» των Αρσακιδών. Είναι πασιφανές ότι πρόκειται για επινοημένη παράδοση, επειδή δεν υπάρχει η παραμικρή πολιτειακή συνέχεια μεταξύ Αχαιμενιδών και Σασσανιδών, ούτε φυσικά η δυναστεία των Αχαιμενιδών θα μπορούσε να γνώριζει την κατά πολύ μεταγενέστερη Παρθική δυναστεία των Αρσακιδών, για να την ορίσει ως διάδοχο βασίλεια δυναστεία.

[3.18.7-9] Δήμοις γὰρ παρὰ τοῖς Μήδοις ἑπτὰ τῶν πράξεων τὰ ἀγχίνοά τε καὶ τιμιώτατα διανυομένοις, νόμῳ πρεσβύτῃ κληροδοτουμένοις, μὴ ἄλλως ἔχειν τὰ πράγματα ἔφασκεν. καί φασι τὸν μὲν Ἀρσακίδην ἐπιλεγόμενον δῆμον τὴν βασιλείαν κατέχειν, […] Δαρείου τοῦ Ὑστάσπου τουτονὶ τὸν νόμον ἐν τοῖς βασιλείοις ἐντεμενίσαντος.

Ο Χοσρόης πληροφόρησε τον σφετεριστή Βαχράμ ότι η οικογένειά του είχε ανέλθει στον θρόνο χωρίς να έχει ανατρέψει τα νόμιμα των Περσών.

[4.8.5] ἡμεῖς δὲ καὶ τὸν βασίλειον θρόνον καλῶς ἀπελάβομεν καὶ τὰ νόμιμα Πέρσαις οὐκ ἀνετρέψαμεν

Ο Βαχράμ έκανε το πραξικόπημά του κατά την εορτή προς τιμήν του Ουρανού, την οποία οι Πέρσες  τηρούσαν όπως θέσπιζε ο παλαιός και πρεσβύτης νόμος τους.

[4.12.6] τῆς μεγάλης τοιγαροῦν καὶ ἐπιφανοῦς ἐνδημούσης αὐτοῖς ἑορτῆς, ἣν ἑορτάζειν οὐρανῷ παλαιὸς καὶ πρεσβύτης νόμος Πέρσαις ἐθέσπιζεν, τὸ βασιλικὸν διάδημα ἀνελόμενος ἀνηγόρευεν ἑαυτὸν βασιλέα τῇ τε χρυσῇ κατηυγάζετο κλίνῃ

Οι Πέρσες είχαν την θέμιδα να μην μιλάνε όταν τρώνε και γι΄αυτό έκαναν «σχήματα»(=  νεύματα ) με τα χέρια.

[5.5.9] [Χοσρόης] τοῖς ὑπασπισταῖς τοῖς περὶ αὐτὸν ἀσήμῳ προστάξας θεσπίσματι τῷ σχήματι τῆς χειρὸς θανάτῳ τοῦτον ἐκδίδωσιν· οὐ γὰρ εὐωχουμένοις θέμις τοῖς Πέρσαις διαλαλεῖν.

Στην ιστορία της Αγίας Γολινδούχ, ο Σιμοκάττης αναφέρει πως ήταν θέμις των Περσών να θανατώνουν τους θρησκευτικούς τους αποστάτες.

[5.12.5] ἠπείλει δὲ καὶ θάνατον εἶναι ζημίαν αὐτῇ, ὡς θέμις Πέρσαις ποιεῖν τοῖς τὰ μάγων ἀθετήσασι δόγματα.

Όταν ο Χοσρόης αναγόρευσε βσίλισσα την Χριστιανή σύζυγό του Σειρέμ, παραβίασε τα νόμιμα των «Βαβυλωνίων» (=Περσών) που δεν επέτρεπαν στον Πέρση βασιλιά να παντρευτεί χριστιανή.

[5.13.7] τῷ δὲ ἐπιόντι ἐνιαυτῷ ὁ τοῦ Περσικοῦ βασιλεὺς ἀναγορεύει βασίλειαν Σειρέμ, γένους Ῥωμαϊκοῦ, (ἦν δὲ θρησκείας Χριστιανῶν), εἰς ὥραν ἀνθοῦσαν γάμῳ ταύτῃ κατευνασθεὶς κἀντεῦθεν παραχαράττων τῶν Βαβυλωνίων τὰ νόμιμα.

[5.13.2-3] Τῷ μεγαλομάρτυρι Σεργίῳ Χοσρόης, βασιλεὺς βασιλέων. ἐγὼ Χοσρόης, βασιλεὺς βασιλέων, υἱὸς Χοσρόου, […] καὶ ἐπειδὴ ἡ Σειρὲμ Χριστιανή ἐστι κἀγὼ ῞Ελλην, ἡμέτερος νόμος ἄδειαν ἡμῖν οὐ παρέχει Χριστιανὴν ἔχειν γαμετήν.

Οι Χριστιανοί Άραβες όπως οι Γασσανίδες, έχουν την παράδοση/συνήθειαεἰώθασιν») να λατρεύουν ιδιαίτερα τον μάρτυρα Σέργιο:

[5.1.7] καὶ ἠντιβόλει τὸν ἀοίδιμον ἐν μάρτυσι Σέργιον, ὃν καὶ τὰ νομαδικὰ πρεσβεύειν ἔθνη εἰώθασιν,

Όταν οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν αιφνιδίως τους Σκλαυηνούς του «ρήγα» Μουσώκιου, βρήκαν τον τελευταίο «κάτοινο», επειδή είχε πεθάνει ο αδελφός του και οι Σκλαυηνοί είχαν το έθοςὡς ἔθος αὐτοῖς») να πίνουν σε επιτάφειες εορτές.

[6.9.12] ὁ δὲ Πρίσκος τρισχιλίους ἀράμενος καὶ διανείμας εἰς τὰ ἀκάτια τὸν Πασπίριον ποταμὸν διενήξατο. καὶ δῆτα μεσούσης νυκτὸς τῇ ἐφόδῳ παρεῖχον τὴν ἔναρξιν. ὁ μὲν οὖν βάρβαρος κάτοινος ὢν τῇ μέθῃ διέφθαρτο· ἦν γὰρ αὐτῷ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐπιτάφιος ἑορτὴ ἐπὶ ἀδελφῷ κατοιχομένῳ, ὡς ἔθος αὐτοῖς.

Οι Κινέζοι είχαν το έθος που είχε σχεδόν την ισχύ νόμου («ἔθος δὲ τούτοις νόμον μιμούμενον») οι άνδρες να μην φοράνε χρυσά στολίδια παρά το γεγονός ότι διέθεταν άφθονα πλούτη λόγω εμπορίου. Επιπρόσθετα, οι Κινέζοι είχαν αστασίαστη αρχή και δίκαιους νόμους, λάτρευαν θρήσκεια αγάλματα και ο βίος τους ήταν έμπλεος σωφροσύνης.

[7.9.3] ὁ δὲ τῆς Ταυγὰστ κλιματάρχης Ταϊσὰν ὀνομάζεται, ὅπερ υἱὸς θεοῦ ταῖς ῾Ελληνικαῖς φωναῖς ἐνσημαίνεται. ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς Ταυγὰστ οὐ στασιάζεται· γένος γὰρ αὐτοῖς τὴν χειροτονίαν τοῦ ἡγεμόνος παρέχεται. τούτῳ δὲ τῷ ἔθνει θρησκεία ἀγάλματα, νόμοι δὲ δίκαιοι, καὶ σωφροσύνης ἔμπλεος ὁ βίος αὐτοῖς. ἔθος δὲ τούτοις νόμον μιμούμενον, μηδέποτε κόσμῳ χρυσῷ καλλωπίζεσθαι ἄρρενας, καίτοι ἀφθονίας πολλῆς ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ κύριοι καθεστῶτες διὰ τὰς μεγάλας καὶ ἐπωφελεῖς ἐμπορίας.

Τέλος, ο Μαυρίκιος ως Ρωμαίος εκκλησιάστηκε «κατὰ τὸ εἰωθός».

[8.5.3] ἅπασαν τοιγαροῦν τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν ἐν τούτῳ δὴ τῷ ναῷ κατὰ <τὸ> εἰωθὸς ὁ βασιλεὺς λατρεύσας πρὸς τὰ βασίλεια γίνεται.

Γένος:

Άφησα τελευταίο τον πρώτο εθνοτικό δείκτη που αναφέρει ο Σιμοκάττης στην τριάδα του (γένος, νόμος, γλῶττα).

Ένας Πέρσης ποδήγησε το «ὁμόφυλον» του [Περσικό] στράτευμα και το έφερε σε ασφαλή θέση, όπου δεν μπορούσε να το πλήξει η Ρωμαϊκή πληθύς, επειδή ανάμεσα στο δύο στρατεύματα υπήρχε μέγα χάσμα.

[2.8.8] οὐκοῦν ὁ δραπέτης ὁ Πέρσης ποδηγεῖ τὸ ὁμόφυλον καὶ παράγει ἐς τὸ ἀντιμέτωπον τῆς Ῥωμαίων πληθύος, χωρίον τι ἀδεὲς ὑποδείξας ἐφόδων κωλύμην διὰ τὸ εἰρηναῖον τοῦ ἐχυρώματος. οἷα γάρ τις μεσίτης αἰδέσιμος χάσμα τι μέγα ἐς μέσον ὑπῆν ἑκατέραν τε διέκρινε δύναμιν.

Ο Πέρσης στρατηγός Βινδόης χαρακτηρίζει ως «ἄνδρες ὁμόφυλους» τους Πέρσες στους οποίους απευθύνεται.

[4.5.1-2] Ὅτε τοίνυν ἀπέρρει Ὁρμίσδᾳ τὰ τῆς διαλέξεως νουθετήματα, Βινδόης ὁ Πέρσης βρασματώδη συστησάμενος γέλωτα ἀπεσκοράκιζεν Ὁρμίσδου τοῦ διαλόγου τὴν ἔκθεσιν, ἐς μέσον δὲ ἀνιστάμενος τάδε που τῷ ξυλλόγῳ παρέθετο.

«Ἄνδρες ὁμόφυλοι καὶ σύμμαχοι καὶ μισοτύραννοι, ἀλλεἰ μὴ νομοθετούντων ἔτι τυράννων ἀνέχεσθε. […]»

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τιβέριος Β΄ όντας φιλόστοργος προς τους ομόφυλούς του, βασίλεψε μέ πράο τρόπο, επιθυμώντας το «ὑπήκοον» να τον βλέπει ως πάτερα και όχι ως δεσπότη του.

[3.16.5] καὶ πρὸς τὸ φιλόστοργον τῶν ὁμοφύλων ἀναδραμὼν εἵλετο συμβασιλεύειν αὐτῷ τὸ ὑπήκοον ἢ τοὺς ἰθυνομένους τυραννικώτερον ἀνδραποδίζεσθαι, πατὴρ ἐθέλων ἢ δεσπότης ὑπὸ τῶν ὑπηκόων ἀναγορεύεσθαι.

Οι Ρωμαίοι είναι μεταξύ τους «ὁμόφυλοι», οι Πέρσες είναι μεταξύ τους «ὁμόφυλοι», αλλά οι μεν ως προς τους δε είναι «ἀλλόφυλοι», μεταξύ άλλων, λόγω της διαφοράς του γένους.

[2.4.5-7] βαθυτέρου γοῦν τοῦ μέσου κέρατος τῶν Περσῶν γεγονότος διὰ τὴν ἐπιπρόσθησιν τοῦ ἀποδράντος εὐωνύμου κέρατος, χαλεπῶς ἂν εἶχε διενεγκεῖν ἡ Ῥωμαίων ἀντίπαλος δύναμις, εἰ μὴ τῶν ἵππων ἀποβάντες αὐτῶν κατασυστάδην τὰς συμπλοκὰς ἐποιήσαντο. […] ὡς δὲ τὸ κακὸν ἀτελεύτητον ἦν, θεία τις διάνοια κατεδιαίτησε τοῦ ἀλλοφύλου ἑτεραλκέα ποιουμένη τὴν μάχην, καὶ φωνὴ περιίπταται Ῥωμαίους μεγάλῳ τῷ ἀπηχήματι ἐγκελευομένη τὴν ἵππον κεντεῖν τὴν πολέμιον.

Στην κοινή περσορωμαϊκή εκστρατεία που αποκατέστησε τον Χοσρόη στον θρόνο, για να μην σκοτώσουν οι Ρωμαίοι στη μάχη τους Πέρσες συμμάχους τους, λόγω της διαφοράς γένους τους («ἵνα μῆ τῷ διακεκριμένῳ τοῦ γένους ὡς ἀντίπαλον τὸ συμμαχικὸν διαφθαρῶσιν», οι Πέρσες σύμμαχοι ήταν αλλόφυλοι των Ρωμαίων και ομόφυλοι των πολεμίων Περσών του Βαχράμ), οι Ρωμαίοι έδωσαν στους συμμάχους τους ως σύνθημα («σύμβολον») την προσηγορία “Ave Maria”, για να μπορούν να τους ξεχωρίσουν στη μάχη. Ο Σιμοκάττης συμπληρώνει λέγοντας πως συνέβη και αυτό το παράδοξο, να γίνει το όνομα της Μαρίας σωτήριο και στους «Χαλδαίους» (μη Χριστιανούς, Ζωροαστριστές Πέρσες).

[5.10.4-5] σύμβολον δὲ οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τοῖς συμμαχοῦσι βαρβάροις παρείχοντο τὴν τῆς θεομήτορος καὶ παρθένου προσηγορίαν διδάξαντες, ἵνα μὴ τῷ διακεκριμένῳ τοῦ γένους ὡς ἀντίπαλον τὸ συμμαχικὸν διαφθαρῶσιν, τῷ συγκεχυμένῳ τῆς συμπλοκῆς ἀδιάρθρωτον αὐτοῖς τῶν οἰκειοτάτων παρεχομένων τὴν δήλωσιν. καὶ παράδοξόν τι χρῆμα συνέβαινεν· ἐγίνετο γὰρ καὶ Χαλδαίοις τὸ τῆς Μαρίας σωτήριον ὄνομα.

Τέλος, το «ἔθνος Ἰουδαίων» εκλαμβάνεται ως ομογενές, αφού τα μέλη του παρουσιάζονται να έχουν «κοινή»καταγωγή από τον «προπάτορά» τους Αβραάμ.

[5.7.5-6] ἕκτη δὲ ἡμέρα, καὶ πολλοὺς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἱκανῶς μετεσχηκότας τῶν ὑπὸ τοῦ Βαρὰμ νεωτερισθέντων τῷ ἀκινάκῃ διώλεσε θάνατον ἐπιθεὶς ζημίαν αὐτοῖς. οὐκ ἀναξιόλογος γὰρ ἡ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων τῷ Βαρὰμ γεγονυῖα πρὸς τὴν τυραννίδα ῥοπή. πλῆθος γὰρ τοῦ τοιούτου ἔθνους πλούτῳ κατάκομον τὸ τηνικαῦτα καιροῦ τὴν Περσίδα κατῴκει.

[5.7.7] καὶ πρὸς τὴν ἀρχέγονον τιθήνην μεταναστεύουσιν, ἐξ ἧς ὁ προπάτωρ ἐτύγχανεν ὢνβραάμ.

Θα κλείσω επαναλαμβάνοντας το συμπέρασμά μου πως οι εθνοτικές κατηγορίες της ιστορίας του Σιμοκάττη χαρακτηρίζονται από την τριάδα εθνοτικών δεικτών «γένος-νόμος-γλώσσα». Η κάθε εθνοτική κατηγορία έχει τη δική της «πάτριο γλώσσα», το αποκλειστικά δικό της «γένος» (κάτι που κάνει τα μέλη της μεταξύ τους «ομόφυλα» και «αλλόφυλα» ως προς τα μέλω των άλλων εθνοτικών κατηγορίων) , την δική της ενδυμασία και τα δικά της «πάτρια νόμιμα» (θρησκεία, ήθη, νόμοι, ενδυμασία, επιτάφια έθιμα, τρόπος πολέμου κλπ). Στην περίπτωση του «ἔθνους/γένους Ῥωμαίων» ο Σιμοκάττης προσπέρασε το πρόβλημα της πολυγλωσσίας, αποφασίζοντας να επενδύσει ταυτοτικά μόνο στην «πάτριο Λατινίδα φωνή», την κατεξοχήν γλώσσα των Ρωμαίων. Επιπρόσθετα, οι εθνοτικές κατηγορίες που διαθέτουν την δική τους «πολιτεία», όπως οι Ρωμαίοι και οι Πέρσες, χαρακτηρίζονται και από μία δέουσα αφοσίωση προς την «πατρίδα» και το «έθνος/γένος». Οι Ρωμαίοι είναι «εὐκλεέστατοι» στο να μάχονται «ὑπέρ πατρίδος», όσοι βλάπτουν την «πατρίδα» και το «έθνος» είναι «απιστότατοι προδότες» και τιμωρούνται δεόντος, ενώ ο καθηρημένος Πέρσης βασιλιάς Ορμίσδας Δ΄ ζήτησε να μιλήσει για τα «συνοίσοντα» (συμφέροντα) της Περσών Πολιτείας από «εύνοια» για την «σύσταση» (συνοχή) του Περσικού γένους.

Εδώ τελειώνω την σειρά αναρτήσεων για την ιστορίατου Σιμοκάττη. Αν δω ότι μαζέυονται πολλά από αυτά που ξέχασα να σχολιάσω, τότε μπορεί να κάνω ακόμα μια ανάρτηση.

Advertisements

3 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

3 responses to “Εθνολογικές παρατηρήσεις στην ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #3

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    τρεις άνδρες Σκλαυηνούς το γένος που κουβαλούσαν κιθάρες αντί για όπλα.-Τουρίστες

    Χίπηδες ! 🙂

    Οι Ρωμαίοι κατάφεραν να πείσουν τους Λομβαρδούς και τους Αβάρους να κινηθούν κατά των Γεπίδων

    Τους Λομβαρδούς τους έπεισαν οι Ρωμαίοι ή από μόνοι τους οι Λομβαρδοί συμμάχησαν με τους Αβάρους κατά των Γεπιδών ;

    • Στην πρώτη μάχη (547), οι Γέπιδες δέχτηκαν επίθεση από μια Ρωμαιο-Λομβαρδο-Ερουλική συμμαχία. Την δεύτερη φορά, οι Λομβαρδοί επιτέθηκαν με δική τους πρωτοβουλία (σύμφωνα με τον Curta) και την τρίτη το 567 μαζί με τους Αβάρους, τότε που οι Βυζαντινοί έταξαν την Παννονία στους Άβαρους, σύμφωνα με τον Μένανδρο.

      Για να γίνει αυτή συμφωνία του 547, ο Ιουστινιανός πλήρωσε στους Λομβαρδούς τα πάκτα που μέχρι τότε πλήρωνε στους Γέπιδες.

      Ο Ιορδάνης, που έγραψε γύρω στο 550 θεωρούσε τους Λομβαρδούς συμμάχους των Ρωμαίων κατά των Γεπίδων.

      Γράφει στη Romana:

      [Romana,380] Langobardorum gens, socia Romani regni principibus, et Theudahathi sororis filiam (dante sibi imperatore) in matrimonio jungens regi suo, contra æmulos Romanorum Gipedas,

      The nation of the Langobards, which was allied with the princes of the Roman Empire and had joined the daughter of the sister of Þiuða-haþ (whom the Emperor had given to them) to their king in marriage, in one day launched a battle against the enemies of the Romans, the Gibiðos {“The Givers”},

      Περιγράφονται ως “socii” των Ρωμαίων «Πριγκίπων» που επιτέθηκαν στους εχθρούς των Ρωμαίων Γέπιδες.
      Σου παραθέτω τι γράφει ο Florin Curta στην σλδ 191 του “The Making of the Slavs”:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s