Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #2

Όπως προανήγγειλα στην προηγούμενη ανάρτηση, στη σημερινή δεύτερη ανάρτηση της σειράς θα σχολιάσω τα χωρία ταυτοτικής φύσης και θεωρητικού εθνολογικού ενδιαφέροντος από την ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη. Επειδή μαζεύτηκε πολύ υλικό, θα κάνω και μια τρίτη ανάρτηση για τους όρους «γένος, ἔθνος, φῦλον» στην ιστορία του Σιμοκάττη και τους εθνοτικούς δείκτες (ethnic indicia) που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να ανεγείρει τα εθνοτικά τοιχία (ethnic boundaries) που διαχωρίζουν τις εθνοτικές κατηγορίες της ιστορίας του.

Πολλά από τα χωρία ταυτοτικού ενδιαφέροντος περιέχονται σε πομπώδεις επινοημένους λόγους που ο Σιμοκάττης βάζει στο στόμα των πρωταγωνιστών του. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί δεν μας παρέχουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτοτική ιδεολογία των πρωταγωνιστών της ιστορίας, επειδή είναι προϊόν συναρμογής της ρωμαϊκής ιδεολογίας που προωθεί η ρωμαϊκή αρχή της Κωνσταντινούπολης -για λογαριασμό της οποίας έγραψε ο Σιμοκάττης την ιστορία- και της ες άκρον κλασικής παιδείας που διέθετε ο ίδιος ο Σιμοκάττης.

Θα παραθέσω μερικά πασιφανή παραδείγματα επινοημένων λόγων.

Στην ιστορία του Σιμοκάττη ακόμα και ένας «βάρβαρος Ούννος» όπως ο Χαγάνος των Αβάρων, απαγγέλλει στίχους από την τραγωδία «Αίας» του Σοφοκλή.

[7.15.10-11] δωδεκάτη δὲ ἡμέρα, καὶ εἰσάγεται ὁ πρέσβις εἰς τὴν τοῦ βαρβάρου σκηνήν. ὁ μὲν οὖν πρέσβις λόγοις ἠπίοις κολακεύει τὸν βάρβαρον· ὁ δὲ Χαγάνος δυσανασχέτως εἶχε τὰ βασιλικὰ καταδέξασθαι δῶρα, μονονουχὶ τὸ τῆς τραγῳδίας ἐπιφθεγγόμενος «ἐχθρῶν ἄδωρα δῶρα κοὐκ ὀνήσιμα

[Σοφοκλής, Αίας, 665]

ἀλλ᾽ ἔστ᾽ ἀληθὴς ἡ βροτῶν παροιμία,
ἐχθρῶν ἄδωρα δῶρα κοὐκ ὀνήσιμα.

Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πως ο πραγματικός Χαγάνος των Αβάρων δεν θα έλεγε ποτέ αυτό το ρητό, επειδή ούτε κλασική παιδεία διέθετε ούτε γνώριζε Ελληνικά.

Ο Σιμοκάττης ξαναβάζει τον ίδιο σοφόκλειο στίχο στον εκτενή λόγο του Πέρση πρέσβη του Χοσρόη προς τον Μαυρίκιο, μόνο που αυτή τη φορά βάζει τον Πέρση να λέει «όπως άκουσα να λένε με κομψό τρόπο οι δικοί σας σοφοί» («ἤκουσα τοῦ λέγοντος τῶν παρ΄ὑμῖν ἐπὶ κομψείᾳ σοφῶν»).

[4.13.3] καὶ τοῦ βασιλέως ἄδειαν λόγων ἐκθέσεως ἀποδεδωκότος τοῖς Πέρσαις, ὁ τῶν πρέσβεων ἐπιφανέστερος προπιαίνων τῷ δακρύῳ τὸν λόγον κἀντεῦθεν τοὺς βασιλικοὺς οἰκτειρμοὺς ἀποθηρώμενος τῶνδε τῶν λόγων ἀπήρξατο.

«Εἰ μὲν παρὰ τῶν προσφιλεστάτων ἦν ἡ ἀξίωσις, τρισμέγιστε βασιλεῦ, […]

[4.13.21] οὗ τί ἂν γένοιτο Ῥωμαίοις ἀδοξότερόν τε καὶ ἀπευκτότερον;

[4.13.22] ἀλλὰ κακῶν ἄδωρα δῶρα κοὐκ ὀνήσιμα ἤκουσά τοῦ λέγοντος τῶν παρὑμῖν ἐπὶ κομψείᾳ σοφῶν.»

Αντίστοιχα πλαστοί είναι οι λόγοι των Ρωμαίων στρατηγών και βετεράνων, τόσο στον τρόπο με τον οποίο αυτοί προβάλλουν την -υπαρκτή κατά τα άλλα- ρωμαϊκή ταυτότητα των ομιλιτών τους, όσο και στο αρχαιοελληνικό περιεχόμενο με το οποίο έχουν διακοσμηθεί. Έτσι σε ένα χωρίο που θα παραθέσω παρακάτω, ένας Ρωμαίος στρατηγός παραθέτει έναν ενθαρρυντικό λόγο πριν από τη μάχη με τους Πέρσες στον οποίο ζητάει από τους άνδρες του «να πολεμήσουν σαν Σπαρτιάτεςλακωνίσατε συμπλεκόμενοι») και να γίνουν θαρραλέοι σαν τον Κυνέγειρο

[3.13.17] λακωνίσατε συμπλεκόμενοι· ἅπας ἔστω Κυνέγειρος, εἰ καὶ μὴ νηὸς ἐπιβέβηκεν.

Είναι ξεκάθαρο ότι ένας λατινόφωνος Ρωμαίος στρατηγός των τελών του 6ου μ.Χ. αιώνα δεν θα έλεγε ποτέ αυτά τα λόγια απευθυνόμενος σε ένα Ρωμαϊκό στράτευμα που στο στρατό χρησιμοποιούσε την δημώδη Λατινική και δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι ο Κυνέγειρος ήταν ο μαραθωνομάχος αδελφός του Αισχύλου που, καταδιώκοντας μανιωδώς τους υποχωρούντες Πέρσες, έχασε και τα δυο του χέρια προσπαθώντας να γαντζωθεί από ένα περσικό πλοίο. Οι Χριστιανοί Ρωμαίοι στρατιώτες του 6ου μ.Χ. αιώνα, οι οποίοι μιλούσαν (είτε ως μητρική γλώσσα είτε ως lingua franca) δημώδεις ποικιλίες της Ελληνικής και της Λατινικής, δεν ήξεραν φυσικά ούτε τον Κυνέγειρο ούτε τον Κοριολανό.

Το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου είναι ένα θαυμάσιο στρατιωτικό εγχειρίδιο που μας δείχνει τι ακριβώς έλεγαν οι Ρωμαίοι στρατηγοί στους στρατιώτες τους στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα: nobiscum Deus = «μεθ΄ἡμῶν ὁ Θεός» («ο θεός είναι μαζί μας») και “talis est comodum miles barbati = «αυτός είναι ο τρόπος του βαρβάτου στρατιώτη.» Όπως έχω ξαναγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση, μόνο στην ύστερη Λατινική των Ἑῴων Ῥωμαίων απαντά η σημασία barbātus = «ανδρείος» του συγκεκριμένου χωρίου (νεοελληνικό/ρωμέικο βαρβάτος, βλαχικό/αρουμανικό bãrbat[u]/bãrbãtescu = ρουμανικό bărbat/bărbătesc). Στις δυτικές λατινογενείς γλώσσες το λατινικό επίθετο barbātus διατήρησε την κυριολεκτική σημασία «μουσάτος/πωγωνάτος/γενειοφόρος» (λ.χ. ιταλικό barbato, ισπανικό barbado). Ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά (στα οποία έχω αφιερώσει δύο αναρτήσεις, αυτή και αυτή) έχει κατά νου το χωρίο “talis est comodum miles barbati του Στρατηγικού, όταν γράφει «ἀλλ΄ ὠς στρατιώτης ἀνδρεῖος».

[Στρατηγικόν, 3.5] Περὶ γυμνασίας τάγματος. Πῶς δεῖ γυμνάζειν αὐτό

Τοῦ βάνδου συντεταγμένως ἱσταμένον δεῖ τὸν μανδάτορα παραγγέλλειν οὕτως:

σιλεντιον, νεμο δεμιττατ, νεμο αντεκεδατ βανδουμ σικ βενιας βερο αικουαλις φακιες, βανδουμ καπτα, ιψω σεκουε κουμ βανδο μιλιξ, ταλις εστ κομοδουμ μιλες βαρβατι.

(silentium, nemo demittat, nemo antecedat bandum sic venias vero aequalis facies, bandum capta, ipso seque cum bando milix, talis est comodum miles barbati.)

[Τακτικά, 7.17] <Σιγή,> ὅτ΄ ἂν ἡ συμβολὴ γένηται. μηδεὶς ἀφήσῃ. μηδεὶς προλάβῃ <τὸ βάνδον>, ἕως ἂν διώξῃς τὸν ἐχθρόν. ἐὰν ἐκβῇς ἀπὸ τῆς τοῦ μετώπου ὄψεως, βλέπε τὸ βάνδον. δίωκε μὴ ὡς στρατιώτης δειλός, ἀλλ΄ ὡς στρατιώτης ἀνδρεῖος,

miles-barbatus

Έκανα αυτή την παράκαμψη στο Στρατηγικόν για να δείξω ότι άλλα έλεγαν οι πραγματικοί Ρωμαίοι στρατηγοί των τελών του 6ου μ.Χ. αιώνα και άλλα τους βάζει να λένε ο Σιμοκάττης. Εκεί που ο Σιμοκάττης βάζει τον Ρωμαίο στρατηγό να λέει «λακωνίσατε συμπλεκόμενοι· ἅπας ἔστω Κυνέγειρος», ο τελευταίος στην πραγματικότητα θα ζητούσε από τους άνδρες του να πολεμήσουν ως «βαρβάτοι στρατιώτες/milites barbati».

Κατά συνέπεια, οι πομπώδεις επινοημένοι λόγοι που εμφανίζονται στην ιστορία του Σιμοκάττη, μας πληροφορούν κυρίως για την ταυτότητα που θέλει να προβάλει η ελίτ της Κωνσταντινούπολης κατά το πρώτο μισό του 7ου μ.Χ. αιώνα και όχι για το τι ακριβώς έλεγαν πραγματικά στις εκστρατείες οι Ρωμαίοι στρατηγοί επί Μαυρικίου. Ὀπως θα φανεί παρακάτω, η ταυτότητα που προβάλλει αυτή η ελίτ είναι μέχρι το μεδούλι ρωμαϊκή και χριστιανική, απλώς το ιστοριογραφικό εκφραστικό της μέσο είναι η «εὐγενὶς Ἑλλὰς γλῶττα», όπως ονομάζει ο Σιμοκάττης την κλασική επιτηδευμένη γλώσσα στην οποία συγγράφει και την οποία διαχωρίζει τόσο από την «ἰδιώτιδα φωνή» του πλήθους (ανεπιτήδευτη δημώδης Ελληνική) όσο και από την «πάτριο τῶν Ῥωμαίων Λατινίδα φωνή».

Όσον αφορά την ταυτότητα του ίδιου του Σιμοκάττη, η χρήση του πρώτου πληθυντικού σε εκφράσεις όπως «εμείς οι Ρωμαίοι λατρεύουμε την Παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο» και «ο Ιησούς στον οποίο εμείς πιστεύουμε» δείχνουν ότι είναι φορέας της χριστιανορωμαϊκής ταυτότητας της εποχής του, κάτι που εξηγεί την απέχθεια του για την ελληνική μυθολογία.

[8.5.2-3] λέγεται γὰρ περιστόλια τῆς παρθένου Μαρίας, ἣν θεοτόκον κυρίως καὶ μόνην οἱ Ῥωμαῖοι πρεσβεύομεν, ἐν σηκῷ χρυσοπάστῳ ἀποτεθῆναι ἐνταῦθα.

[7.15.1] Ἐν ταύταις τοιγαροῦν ταῖς ἡμέραις τὸ κατὰ πάντων τῶν ἐθνῶν κράτος αὐτοῦ ὁ ἡμέτερος πιστούμενος Ἰησοῦς, εἰς κληρονομίαν τε παρὰ τοῦ πατρὸς τὴν οἰκουμένην λαβὼν

Ως παράδειγμα απέχθειας για την ελληνική μυθολογία παραθέτω το εξής παράδειγμα. Όταν πρέπει να περιγράψει τον ηρωϊκό θάνατο ενός «Κουαρτοπάρθη» Ρωμαίου στρατιώτη (Legio IV/Quarta Parthica, πρώην Scythica), δεν έχει πρόβλημα να τον παρομοιάσει σε θάρρος με κλασικά παραδείγματα όπως ο Μεγαλέξανδρος, ο Λεωνίδας, ο Καλλίμαχος και ο Κυνέγειρος αλλά, όταν στη συνέχεια γράφει πως θα έλεγε «ποιητικώς» πως η ψυχή αυτού του αριστέα θα πάει στα Ηλύσια Πεδία, προσθέτει ότι δεν θα το πει γιατί αισχύνεται να προπηλακίσει (= ντρέπεται να αμαυρώσει/εξυβρίσει) τη στιγμή με παραμύθια («μύθους»).

[2.6.6] ὁ δὲ Μακεδὼν ἐκεῖνος ἢ Λεωνίδας τὸ φρόνημα ἢ Καλλίμαχος ἢ Κυνέγειρος, ἀρκέσει δὲ τὸ Ῥωμαῖον ἀποκαλεῖν, ὡς τῶν λόγων τῶν ἰατρῶν ὑπῃσθάνετο, ἤρετο εἰ τὸ ῾Ρωμαϊκὸν εἴη νενικηκός. ὡς δοἱ περιεστῶτες αὐτὸν κατέφασκον καὶ ἄρασθαι Λατίνους τρόπαιον ἔλεξαν,

[2.6.9] τὸν δὲ ἀριστέα φασὶ τοῦ καταλόγου γεγονέναι τῶν Κουαρτοπάρθων, οὕτω τὴν προσηγορίαν ἐπιφερομένων τῶν ἐν Βεροίᾳ τῇ πόλει Συρίας τὰς διατριβὰς ποιουμένων. ἐπεὶ δὲ τὸ βέλος τὸ ἐπιθανάτιον τῆς πλευρᾶς ὑπεξήγετο, συνεξορμᾷ ἡ μεγάλη ἐκείνη καὶ γεννικωτάτη τοῦ ἀριστέως ψυχή, εἴπω ἀνὰ τὸ ᾿Ηλύσιον ποιητικῶς ἐπειγομένη ἀφικέσθαι χωρίον; ἀλλαἰσχύνομαι μύθῳ προπηλακίζειν τὸ τῶν θριάμβων ἀξίωμα.

Προσέξτε όμως ότι ακόμα και τα επιτρεπτά κλασικά ελληνικά παραδείγματα θάρρους υποτάσσονται στη Ρωμαϊκή ταυτότητα, γιατί χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το θάρρος του μέσου Ρωμαίου:

Ὁ δὲ Μακεδὼν ἐκεῖνος ἢ Λεωνίδας τὸ φρόνημα ἢ Καλλίμαχος ἢ Κυνέγειρος, ἀρκέσει δὲ τὸ Ῥωμαῖον ἀποκαλεῖν

Αυτός που διαθέτει φρόνημα ανάλογο του Μεγαλέξανδρου, του Λεωνίδα, του Καλλίμαχου και του Κυνέγειρου, με λίγα λόγια λέγεται Ρωμαίος!

Το εθνωνύμιο Ρωμαίοι

Ο αυτοκράτορας Τιβέριος Β΄ λίγο πριν πεθάνει κάλεσε τους ιθύνοντες της πολιτείας και της εκκλησίας και τους επισημότερους των πολιτών για να τους ζητήσει να αναγορεύσουν διάδοχό του τον Μαυρίκιο. Επειδή ο Τιβέριος δεν ήταν σε θέση να δημηγορήσει, ζήτησε από τον εύγλωττο Κυαίστορα Ιωάννη (Κυαίστωρ τοῦ ἱεροῦ παλατίου = Quaestor sacrii palatii) να εκφωνήσει το λόγο του. Ο λόγος του Ιωάννη ξεκινάει με τα παρακάτω λόγια:

[1.1.5] νδρες Ῥωμαῖοι, τὸ πολυθρύλητον τοῖς ἔθνεσιν ὄνομα καὶ ἐπίτιμον, τὸ ἐπὶ στομάτων πολλῶν ἐπεὐφημίᾳ διεὔκλειαν περικείμενον,

Μετάφραση: Άνδρες Ρωμαίοι, εσείς με το εθνωνύμιο («ὄνομα») που είναι πολυθρύλητο και επίτιμο στα Έθνη, το εθνωνύμιο που εξαιτίας της εύκλειάς του στολίζεται με ευφημία από πολλά στόματα,

Σε μια εκστρατεία κατά των υπεράριθμων Αβάρων, οι Ρωμαίοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα δάση του Αίμου, όπου δεν μπορούσαν να τους πλήξουν οι έφιπποι Άβαροι. Εκεί ο Κομεντίολος συνεκάλεσε συμβούλιο των αξιωματικών και των βετεράνων, όπου έπρεπε να διαβουλευθούν αν θα υποχωρούσαν ή αν θα αντιμετώπιζαν τους υπεράριθμους Αβάρους. Ο Κομεντίολος δεν ήθελε να υποχωρήσει ([2.12.11] μὴ τὰ νῶτα τοῖς βαρβάροις παρέχεσθαι), αλλά ένας χιλίαρχος που μίλησε μετά από αυτόν ζήτησε από τους διαβουλευόμενους να είναι πραγματιστές ([2.13.7] παρἐμοὶ γὰρ ἐπίπλαστος ἔπαινος ἀληθοῦς ἀτιμότερος ψόγου, ἐπεὶ μηδὲ δουλεύει τοῖς ἐγκωμίοις τὰ πράγματα) και παρουσίασε την υποχώρηση ως την συνετή και συνοίσουσα (= συμφέρουσα) επιλογή ([2.13.14] ὑπὲρ τοῦ συνοίσοντος, ἄνδρες, διείλεγμαι), επειδή το αλόγιστο θράσος είναι εξίσου επίψογο με την δειλία ([2.13.3] ὁπόσον ἡ δειλία κακίζεται, ἐπὶ τοσοῦτον ἔχει ψόγον τὸ θράσος ἀντίθετον).

Μετά τον χιλίαρχο πήρε τον λόγο ένας «πρεσβύτης» (βετεράνος) στρατιώτης, ο οποίος έμεμψε τον χιλίαρχο για τα αγεννή του λόγια και για το ότι πέρασε το συμβούλιο για γυναικωνίτη. Σύμφωνα με τον βετεράνο, ο χιλίαρχος με τα λόγια του ενύβρισε το [αρσενικό] φύλο και το [ρωμαϊκό] γένος των διαβουλευόμενων. Ο βετεράνος ξεκινάει το λόγο του με τη φράση «άνδρες Ρωμαίοι, μην διαψεύσετε με τα έργα σας τις προσηγορίες αυτές» (δηλαδή μην δείξετε με αγεννή έργα ότι δεν είστε ούτε άνδρες ούτε Ρωμαίοι) και ρωτάει τον χιλίαρχο «δεν βλέπεις ότι απευθύνεσαι σε συμβούλιο ανδρών που καυχιούνται ότι είναι Ρωμαίοι, που είναι ανυπόμονοι να πάρουν τα όπλα, έμπειροι στον κίνδυνο και πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν και ικανοί να γνωρίζουν το συμφέρον τους;»

[2.13.15] Ὅτε τοίνυν ὁ χιλίαρχος τοὺς ἀγεννεῖς τούτους ἐξηρεύξατο λόγους τοῖς τε ῥήμασιν ἐξεδειμάτου τὸν σύλλογον, ἀτρεμοῦντός τε τοῦ πλήθους καὶ τεθηπότος τοῖς φοβεροῖς διηγήμασιν, ἀνήρ τις πρεσβύτης ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἀνέθορε μετὰ βοῆς τῷ χιλιάρχῳ μεμφόμενος, ἐξῄτει τε τὴν ἐκκλησίαν ἐς λόγους ἀντιλογίας γενέσθαι.

[2.14.1-3] «νδρες Ῥωμαῖοι, ἀλλεἰ μὴ τοῖς ἔργοις ψεύσησθε τὰ ὀνόματα· ἄνδρες, ἀλλεἰ μετὰ τοῦ σώματος ἄρρενας σχοίητε τὰς ψυχάς. […] τί τὴν ἐκκλησίαν γυναικωνῖτιν ὑπείληφας, καὶ μετὰ τοῦ γένους τὴν φύσιν ἐνύβρισας; ἀδικεῖς τοῖς λόγοις τὰ πράγματα καταναισχυντῶν τῆς βουλῆς. οὐκ ἐν ἀρρένων ὄψεσιν ἐκχεῖν ἀσχήμονας λόγους ἐδόκησας; ἢ οὐκ ἐκκλησίαν ὁρᾷς καὶ δῆμον Ῥωμαϊκὸν αὐχοῦντα τῇ προθυμίᾳ καὶ σφριγῶντα τοῖς ὅπλοις καὶ πείρᾳ κινδύνων καὶ προμηθείᾳ τοῦ συνοίσοντος ἐπιστήμονα;

Στη συνέχεια ο βετεράνος συνεχίζει λέγοντας πως αν οι Ρωμαίοι είχαν την ψυχή του χιλίαρχου, τότε θα είχαν παραμείνει άρχοντες μιας μικρής πόλης. Επειδή όμως ήταν τολμητίες, φιλοκίνδυνοι και πρόθυμοι να πεθάνουν για την εύκλεια, κατάφεραν να κατακτήσουν εδάφη σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική και να κάνουν τον μεν Νείλο υπηρέτη τους, τον δε αιγύπτιο πλούτο να συρρέει στις ρωμαϊκές πόλεις.

[2.14.6-7] Πόθεν Ῥωμαῖοι ἐς μέγα προῆλθον δυνάμεως καὶ μικρὰν πολιαρχίαν ἐς τοσοῦτον κράτος παρέτειναν; ἐγὼ μὲν οἶμαι τῷ μεγαλόφρονας εἶναι καὶ ζέοντας ἔχειν τοὺς ἔρωτας, καὶ τῷ τολμητὰς πεφυκέναι καὶ φιλοκινδυνευτάς, καὶ τοῦτο δοκοῦντας τεθνάναι τὸ μὴ τεθνάναι διεὔκλειαν. Εἰ γὰρ παραπλήσιοι ἦσαν τῇ τοῦ χιλιάρχου ψυχῇ, οὐ τῆς Εὐρώπης ἐκράτησαν ἄν, οὐ τὴν Λιβύην εἶχον ὑπήκοον, οὐκ ἀργυρολόγους ἐπὶ τὴν ᾿Ασίαν ἐξέπεμπον, οὐ τὸν Νεῖλον ὑπηρέτην ἐκέκτηντο τὸν Αἰγύπτιον πλοῦτον ὥρᾳ θέρους ταῖς Ῥωμαϊκαῖς πελαγίζοντα πόλεσι καὶ ταῖς ὁλκάσιν ὥσπερ ἀποχερσοῦντα τὴν θάλατταν.

Τα λόγια του βετεράνου ξεσήκωσαν το στράτευμα για μάχη, αλλά συνέβη το περιστατικό με το «τόρνα, τόρνα φράτερ» που θα περιγράψω παρακάτω και οι Ρωμαίοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν ατάκτως λίγο πριν την συμπλοκή.

Σε έναν ενθαρρυντικό προ μάχης λόγο, ο Ρωμαίος στρατηγός ζητά από τους Ρωμαίους άνδρες του να επιτεθούν ισάξια του εθνωνυμίου τουςἀξίως τῆς ὑμετέρας προσηγορίας»), για να μην ρεζιλευτεί το εθνωνύμιο από δυσκλεείς πράξεις:

[3.12.12] διά τοι τοῦτο ἐπί τινος λόφου ὁ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατηγὸς ἐπιβὰς τό τε ὁπλικτικὸν ἐξ ἐπιπέδου περιστησάμενος τῶνδε τῶν λόγων ἀπήρξατο.

[3.13.1] «Ἡ παροῦσα νῦν ἡμέρα, ωμαῖοι, μεγάλων ὑμῖν ἀγαθῶν ἄρξει, τοῖς ἐμοῖς εἰ πεισθείητε ῥήμασιν. ὁπλίσατέ μοι τὰς ψυχὰς πρὸ τοῦ σώματος· αἱ καρδίαι πρὸ τῶν χειρῶν πολεμείτωσαν. ἕτερος ἑτέρου προκινδυνευέτω, καὶ σώζεσθε.

[3.13.16] Χωρεῖτε τοιγαροῦν ἀξίως τῆς ὑμετέρας προσηγορίας πρὸς πόλεμον, ἵνα μὴ μετὰ τῶν πραγμάτων ζημιωθῶμεν καὶ τὰ ὀνόματα

Η Ρωμαϊκή μεγαλειότητα

Σε ένα χωρίο οι Πέρσες πρέσβεις είπαν στο Ρωμαίο στρατηγό Φιλιππικό πως ήταν έτοιμοι να συνθηκολογήσουν ειρήνη (δηλαδή να λήξουν τον εικοσαετή πόλεμο), αν οι Ρωμαίοι τους αποζημίωναν για τις ζημιές που προκάλεσαν με τις εισβολές τους στις Περσία. Ο Φιλιππικός μετέφερε τους όρους στον Μαυρίκιο και η απάντηση που έλαβε από τον αυτοκράτορα ήταν να τους απορρίψει, γιατί οι αίσχιστες αυτές «σπονδές» (όροι ειρήνης) ήταν «ἀπᾳδούσες» (ανάξιες) της Ρωμαϊκής μεγαλειότητας.

[1.15.9] οὐ γὰρ περιδεὴς γεγονὼς ὁ Περσῶν βασιλεὺς χθές που καὶ τρίτην, ὅτε τῆς Μηδικῆς τὸ Ῥωμαϊκὸν κατετόλμησε γῆς, τὴν συμπλοκὴν ἀπαναίνεται, χρυσῷ γὰρ πολλῷ καὶ δώροις λαμπροῖς πρίασθαι Ῥωμαίοις τὰς σπονδὰς ἐγκελεύεται.

[1.15.13] τὸ τηνικαῦτα τοιγαροῦν ὁ στρατηγὸς τοὺς Περσῶν λόγους διἐπιστολέως ἐς βασιλέα παρέπεμψεν. Βασιλεὺς δὲ τὰς τοῦ στρατηγοῦ ἱστορήσας κεραίας βασιλικοῖς παραυτίκα ἀνεῖλε προστάγμασιν, τὸν Φιλιππικὸν ἐγκελευσάμενος τὰς αἰσχίστας ταύτας σπονδὰς ἀποπέμπεσθαι ὡς ἀπᾳδούσας Ῥωμαϊκῆς μεγαλειότητος.

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρέθεσα το χωρίο όπου ο Μαυρίκιος απέρριψε το αίτημα συμμαχίας του σφετεριστή Βαχράμ και προτίμησε να βοηθήσει τον Χοσρόη Β΄, επειδή η στρατιωτική αρωγή του αδικούντος αντί του αδικημένου ήταν για την μεν Λατινίδα Αρχή (αρχή/βασιλεία των Ρωμαίων ~ κυβέρνηση) ανάξια πράξη, για τους δε Ρωμαίους αίσχιστη υπόθεση από την οποία θα στηλιτευθούν δια παντός με αθάνατο όνειδος.

[4.14.1-2] ὑπό τε τῆς βουλῆς καὶ τοῦ αὐτοκράτορος δογματίζεται ἐπικουρήσειν τῷ Χοσρόῃ Ῥωμαίους, τῷ δὲ Βαρὰμ κάρτα κομιδῇ παρασκευάζεσθαι πόλεμον, ἀνάξιον τῆς Λατινίδος ἀρχῆς τοῦ αὐτοκράτορος κρίναντος ὅπλα τοῖς ἀδικοῦσι παρέχεσθαι καὶ προκινδυνεύειν τοῦ μὴ καλοῦ διὰ τὸν ὄγκον τῆς ὑποσχέσεως, καὶ Ῥωμαίους αἰσχίστην ἀναδεξαμένους ὑπόθεσιν ἀθανάτοις ὀνείδεσι διὰ παντὸς στηλιτεύεσθαι.

Η Ρωμανία

Στην πρώτη από τις δύο γραμμένες ελληνιστί επιστολές του Χοσρόη Β΄ που παραθέτει ο Σιμοκάττης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τις μετέγραψε αυτούσιες, ο Χοσρόης γράφει ότι εξαιτίας του πραξικοπήματος του Βαχράμ αναγκάστηκε να καταφύγει στη Ρωμανία.

[5.13.3] ἐπιστολὴν δὲ δὴ ῾Ελληνικοῖς γράμμασιν ἅμα τῷ κειμηλίῳ ἐς τὸ λεγόμενον Βαρβαρικὸν παρεπέμπετο. ὑπεγέγραπτο δὲ τῇ ἐπιστολῇ καὶ βασιλικὴ ὑποτύπωσις. τὰ δὲ τῆς ἐπιστολῆς ἐν τούτοις δῆτα ἐτύγχανεν ὄντα· οὐκ ἀμείψω γὰρ τῆς λέξεως τὸ ἀρχέτυπον.

[5.13.4] Τοῦτον τὸν σταυρὸν ἐγὼ Χοσρόης βασιλεὺς βασιλέων, υἱὸς Χοσρόου, ὅτε ἐκ διαβολικῆς ἐνεργείας καὶ κακουργίας τοῦ δυστυχεστάτου Βαράμ, υἱοῦ Βαργουσνᾶς, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ καβαλλαρίων εἰς Ῥωμανίαν ἀπήλθομεν,

Η Σασσανιδική εθνογεωγραφική ορολογία

Οι Πάρθοι και οι Σασσανίδες μιλούσαν ποικιλίες της Μέσης Περσικής. Οι Πάρθοι ονόμαζαν τη γλώσσα τους Pahlavīk ~ Pahlawānīg = «Παρθική» και οι Σασσανίδες Pārsīk ~ Pārsīg = «Περσική» (ο πρόγονος του σημερινού όρου Fārsi, κυριολεκτικά «γλώσσα της Περσίδος/Pārs», η σημερινή Fārs).

Οι Σασσανίδες διέκριναν με γλωσσοθρησκευτικά κριτήρια τους ανθρώπινους πληθυσμούς σε «Αρίους/Ιρανούς» (Ēr = «Άριος», Ērān = «τῶν Αρίων») και «Αναρίους/Μη Ιρανούς» (Anērān = «τῶν Αναρίων»). Το επίσημο όνομα της αυτοκρατορίας τους ήταν Ērān Šahr = «Βασίλειο των Αρίων» και ο πολίτης της «Περσικής πολιτείας» περιγράφεται με το επίθετο Ērānšahrīk (γενική πληθυντικού Ērānšahrīkān). Ο πλήρης τίτλος του Σασσανίδη βασιλιά ήταν Šahān Šah Ērān ud Anērān = «Βασιλεύς Βασιλέων Αρίων και Αναρίων» (κυριολεκτικά Šah-ān Šah = «Βασιλέ-ων Βασιλεύς»).

Για τη γειτονική τους Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οι Σασσανίδες χρησιμοποιούν τους όρους Hrōm = «Ρώμη» και Hrōmāyīk Šahr = «Ρωμαϊκό Βασίλειο», ενώ ο πολίτης της Ρωμαϊκής Πολιτείας περιγράφεται με τον όρο που απαντά στην γενική πληθυντικού Hrōmāyān ~ «τῶν Ῥωμαίων».

pahlavi

Το κλασικίζον εθνωνύμιο «Λατῖνοι»

Όπως εξήγησα ήδη στην προηγούμενη ανάρτηση, μια μεγάλη διαφορά του Σιμοκάττη από τους μεταγενέστερους «βυζαντινούς» ιστοριογράφους είναι η χρήση του κλασικίζοντος εθνωνυμίου «Λατῖνοι». Οι μεταγενέστεροι «βυζαντινοί» ιστοριογράφοι θα αναγκαστούν να το απορρίψουν από τότε που ο Πάπας Νικόλαος Α΄ έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό του Μιχαήλ Γ΄ λέγοντάς του «αν είσαι αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, τότε γιατί δεν μιλάς την γλώσσα των Ρωμαίων;» Τότε ο Μιχαήλ Γ΄ (ή, καλύτερα, ο Πατριάρχης Φώτιος που μάλλον έγραψε την απάντηση του Μιχαήλ) αναγκάστηκε όσα δε φτάνει να τα κάνει κρεμαστάρια και να χαρακτηρίσει ως «βάρβαρη σκυθική γλώσσα» την «πάτριο τῶν Ῥωμαίων» Λατινική γλώσσα. Από τότε, οι επονομαζόμενοι «Βυζαντινοί» (δηλαδή οι μεσαιωνικοί ἑλληνίζοντες Ῥωμαῖοι) αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν τη στάση τους προς το εθνωνύμιο «Λατῖνοι» και άρχισαν να το χρησιμοποιούν ιστοριογραφικά για τους ρωμανόφωνους βαρβάρους της Δύσης, ως απάντηση στην δυτική προσβλητική προσηγορία «Γραικοί». Οι μεν δυτικοί έλεγαν πως οι Βυζαντινοί ήταν «Γραικοί» και όχι Ρωμαίοι επειδή δεν μιλούσαν Λατινικά, οι δε Βυζαντινοί απαντούσαν πως οι δυτικοί ήταν απλά «Λατίνοι»γιατί τους έλειπαν όλα τα άλλα στοιχεία της Ρωμαϊκότητας (συνέχεια αρχής, Ρωμαϊκή πολιτεία/respublica, σύγκλητος, στρατός κλπ).

Γράφει ο Αντώνης Καλδέλλης για τα παραπάνω στην σελίδα 68 του “Hellenism in Byzantium”:

kaldellis-scythian-latin

Ο Σιμοκάττης, από την άλλη, γράφει σε μια εποχή κατά την οποία η Λατινική είναι ακόμα η γλώσσα διοίκησης και του στρατού και κατά την οποία ο Πάπας της Ρώμης αναγνωρίζει ακόμα τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως ως ΤΟΝ ΜΟΝΟ Ρωμαίο αυτοκράτορα, έστω και αν ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας έχει ήδη αρχίσει να παραπονιέται για την λατινογνωσία των μεταφραστών της Κωνσταντινουπόλεως. Σε μια επιστολή του προς τον πατρίκιο Ναρσή το 597, ο Γρηγόριος γράφει πως «δεν υπάρχει πια ούτε ένας στην Κωνσταντινούπολη που να μπορεί να μεταφράσει άπταιστα την Λατινική στην Ελληνική, γιατί μεταφράζουν τις επιμέρους λέξεις χωρίς να κοιτάνε το γενικότερο νόημα της φράσης.»

gregory-latin

Επειδή, λοιπόν, η «Ἀρχὴ τῶν Ῥωμαίων» είναι ακόμα λατινόφωνη, είναι απόλυτα φυσιολογικό για τον Σιμοκάττη να χρησιμοποιήσει το κλασικίζον εθνωνύμιο «Λατῖνοι» για τους Ἑῴους Ῥωμαίους. Ξαναπαραθέτω τα χωρία που παρέθεσα στην προηγούμενη ανάρτηση.

[2.1.6-7] ἢ γὰρ ἀτρεμήσει τὴν οἴκοι φρουρὰν ἀσπασάμενον, ἢ ἔμπαλιν Λατίνοις ἐπικεῖσθαι πειρώμενον μαλακισθήσεται τῷ πόνῳ καὶ τῷ δίψει, ἥ τε ἵππος διολεῖται ὡς τάχιστα, τῆς Ῥωμαίων μὴ συγχωρούσης δυνάμεως ἐκ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ἀρζάμων ὕδωρ τοὺς βαρβάρους ἀρύσασθαι. τρίτη δ‘ ἡμέρα, καὶ τὸ Περσικὸν ἐπέπυστο σύνταγμα ὡς οἱ Ῥωμαῖοι ἀνὰ τὸ Ἀρζάμων διατρίβουσιν.

[2.2.5] τόν τε ῎Ωγυρον καὶ Ζώγομον· φύλαρχοι δ‘ οὗτοι τῆς συμμάχου τῶν ῾Ρωμαίων δυνάμεως, οὓς Σαρακηνοὺς εἴθιστο Λατίνοις ἀποκαλεῖν.

[2.6.6-7] ὡς δ‘ οἱ περιεστῶτες αὐτὸν κατέφασκον καὶ ἄρασθαι Λατίνους τρόπαιον ἔλεξαν, ἐβασάνιζεν ὅρκοις τὰ ῥήματα. ἐπεὶ δὲ Ῥωμαίους ὄντως ἐπέπυστο τὴν κούφην κατὰ τὸν πόλεμον ἀπενέγκασθαι πλάστιγγα, Πέρσας δὲ τὴν ἐναντίαν ῥοπὴν

[2.9.10-11] τὸ δὲ Περσικὸν σχολαίως καὶ ἠρέμα παρείπετο. οὐκ ἐθάρρει γὰρ ἐς τὸ φανερὸν χεῖρας ἐμμίξαι· οὐ γὰρ κατάφωρον αὐτῷ ἐγεγόνει ἐκδειματούμενον τὸ πολέμιον. οὐραγοῦσι τοίνυν, καὶ τὰ κατόπιν τῆς Ῥωμαίων δυνάμεως τόξοις ἐβάλλετο, ἐπετοξάζοντό τε οἱ Μῆδοι ὥσπερ ἐπὶ σκοπῷ· τηλικαύτη τις ἦν Λατίνων ἡ μετὰ τῆς ἀκοσμίας ἀπόδρασις.

Οι τρεις γλώσσες των Ρωμαίων

Στην ιστορία του Σιμοκάττη η Ρωμαϊκή κοινωνία χρησιμοποιεί τρεις διαφορετικές «φωνές». Η κατεξοχήν «Ῥωμαϊκὴ γλῶττα» είναι η «Λατινίς φωνή», η οποία χαρακτηρίζεται ως «πάτριος», «πατρῴα», «πιχώριος» και «συνήθης» γλώσσα των Ρωμαίων. Από εκεί και μετά, υπάρχουν η «εὐγενὶς Ἑλλὰς φωνή» (κλασική, επιτηδευμένη Ελληνική) στην οποία συγγράφει ο Σιμοκάττης και η «ἰδιῶτις φωνή» του πλήθους (δημώδης ανεπιτήδευτη Ελληνική). Η τελευταία δεν διαφέρει πολύ από τη νεοελληνική. Η ασύμμετρη αναφορά της κοινωνιολεκτικής διγλωσσίας μόνο για την Ελληνική είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις αποδείξεις που δείχνουν ότι ο Σιμοκάττης αγνοούσε την Λατινική γλώσσα. Όποιος γνώριζε Λατινικά ήξερε ότι υπήρχε μια αντίστοιχη κοινωνιολεκτική διγλωσσία που διέκρινε τους λατινόφωνους  λόγιους που προσπαθούσαν να μιλήσουν μια όσο το δυνατόν κλασικότερη μορφή της Λατινικής (η αντίστοιχη «εὐγενὶς Λατινὶς φωνή») από τη λατινόφωνη μάζα που μιλούσε επιχωρικές ποικιλίες της δημώδους Λατινικής (η αντίστοιχη «ἱδιῶτις» Λατινική ή sermo vulgaris).

Μία άλλη ένδειξη άγνοιας της Λατινικής είναι ο χαρακτηρισμός του όρου «κλεισούρα» ως «πάτριου» Λατινικού. Ο τωόντι «πάτριος» λατινικός τύπος ήταν clausūra/clōsūra/clūsūra και ο Προκόπιος, έναν αιώνα νωρίτερα, θεωρεί τον τύπο «κλεισούρα» ως όρο που χρησιμοποιούν οι «ἑλληνιζόντες Ῥωμαῖοι» (clau = κλείω , αμφότερα από την ίδια ΙΕ ρίζα *kleh2w- > *klāw-, λ.χ. clāvis ~ *κλᾱϝ-ίδ- > *κληΐς > κλείς/κλειδίον), οι οποίοι χρησιμοποιούν και τον όρο «λογοθέτης» έναντι του «πατρίου» όρου ratiοnālis.

[Codex Justinianus (CJ), 1.27.2.4]

CJ.1.27.2.4: Imperator Justinianus

Et omnes diligenter pro commissis suae custodiae provinciis invigilent et ab omni hostium incursione subiectos nostros tueantur illaesos et festinent, die noctuque dei invocando auxilium et diligenter laborando, usque ad illos fines provincias africanas extendere, ubi ante invasionem vandalorum et maurorum res publica romana fines habuerat et ubi custodes antiqui servabant, sicut ex clusuris et burgis ostenditur.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.29.25] κλεισούρας ἑλληνίζοντες τὰς τοιάυτας ὁδούς καλοῦσι Ῥωμαίοι.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 7.128] λογοθέτην τὴν τιμὴν ταύτην ἑλληνίζοντες καλοῦσι Ῥωμαίοι.

[Σιμοκάττης, 7.14.8] ἐντεῦθεν οἱ βάρβαροι τὰ ἐχυρώματα τῶν διαβάσεων περικάθηνται· κλεισούρας τῇ πατρίῳ φωνῇ Ῥωμαῖοι ἀποκαλεὶν ταῦτα εἰώθασιν.

Οι μεταγενέστεροι Ἑῷοι Ῥωμαῖοι ιστοριογράφοι όπως ο Μιχαήλ Ατταλειάτης και η Άννα Κομνηνή, θεωρούν τον όρο «κλεισούρα» ως ανήκοντα στην «ἱδιώτιδα/δημώδη» γλώσσα και προτιμούν να χρησιμοποιήσουν στη θέση του όρους της «εὐγενίδος Ἑλλάδος γλώττης» («στενωποί» και «τέμπη»).

[Ατταλειάτης, 7.9] καὶ στενωποὺς ἔχει πολλοὺς, οὓς ὁ δημώδης λόγος κλεισούρας καλεῖν παρέλαβε,

[Αλεξιάδα, 5.7.1] ἀναμεταξὺ δύο βουνῶν πεδιάδα ἀλσώδη εὑρὼν ἀποτελευτῶσαν εἰς στενωπὸν ὀξύν (κλεισούραν τοῦτον καλοῦσι),

[Αλεξιάδα, 10.2.4] Τὰ γὰρ τέμπη, ἅπερ κλεισούρας ἡ ἰδιῶτις οἶδε γλῶττα καλεῖν, ὡς ἔφαμεν, φθάσας ἤδη κατωχυρώσατο.

Η «εὐγενὶς Ἑλλὰς φωνή»

Όπως ήδη ανέφερα, ο Σιμοκάττης χρησιμοποιεί τον όρο «ἡ εὐγενὶς Ἑλλὰς φωνή» για την επιτηδευμένη κλασική Ελληνική στην οποία συνέγραψε την ιστορία του. Το αβαρικό («σκυθικό») όνομα «Βοοκολαβρᾶ» σημαίνει «μάγος, ιερέας» όταν «μετοχετεύεται πρὸς τὴν Ἑλλάδα φωνὴν/μεταμορφώνεται ἐπὶ τὴν εὐγενίδα φωνὴν»:

[1.8.2] Σκύθης ἀνὴρ Βοοκολαβρᾶ τὴν ἐπωνυμίαν περιαγόμενος (εἰ δέ τι καὶ τῆς προσηγορίας τὸ σαφέστατον ὑπογλίχῃ μαθεῖν, παραυτίκα πρὸς τὴν Ἑλλάδα φωνὴν μετοχετεύσω τὸ ὄνομα. μάγον, ταὐτὸν δὲ φάναι ἱερέα, τὴν τῶν Σκυθῶν ἐπὶ τὴν εὐγενίδα μεταμορφοῦντες φωνὴν τῆς ἑρμηνείας τευξόμεθα),

Η «εὐγενὶς Ἑλλάς φωνή» του Σιμοκάττη χαρακτηρίζεται από θουκυδίδεια «ἐς» και «ξύν» έναντι των ελληνιστικών κοινών «εἰς» και «σύν», χρήση του επιρρήματος «οἴκοι» = «στο σπίτι» (το οποίο ο Σιμοκάττης χρησιμοποιεί κατά κόρον), χρήση όλων εκείνων των χρόνων και εγκλίσεων της αρχαίας Ελληνικής που είχαν εκλείψει στην Ελληνική Κοινή της ύστερης αρχαιότητας, φράσεις από την γλώσσα των τραγικών και τα ομηρικά έπη (η «ὁμηρίζουσα γλῶττα» χαρακτηρίζεται «ζωγράφος» που διακοσμεί την διήγηση) και πομπώδη υποκατάστατα των κοινών όρων (λ.χ. «συνοῖσον» αντί για «συμφέρον» και «ταχυναυτοῦσαι ὁλκάδαι» αντί για «δρόμωνες»). Παραθέτω μερικά παραδείγματα.

[4.5.1] ἐς μέσον δὲ ἀνιστάμενος τάδε που τῷ ξυλλόγῳ παρέθετο.

[2.5.8] πείθουσιν ἐς τὰ οἴκοι χωρεῖν αἰσχίστοις αὐτὸν παραπέμψαντες λόγοις.

[7.10.6] ἡγείσθω εὐβουλία τῆς ἐγχειρήσεως, τὸ συνοῖσον τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων μὴ μετὰ τὸ παθεῖν βουλευσώμεθα. Πρὸ τῆς ἐπιβολῆς ἡ βουλή.

[7.10.3] ταχυναυτούσας ὁλκάδας παραστησάμενος, ἅς δρόμωνας εἴωθεν ὀνομάζειν τὸ πλῆθος,

[4.15.11] τὴν Μαρτύρων πόλιν κατέχοντας «ἑκὼν ἀέκοντι θυμῷ·» ἔστω γὰρ μοι νῦν τῆς ἐκείνου γνώμης ζωγράφος ὁμηρίζουσα γλῶττα.

Πάμε παρακάτω στις άλλες αναφορές του Σιμοκάττη στην Ελληνική γλώσσα.

Προς το τέλος της ιστορίας του ([7.17.5-8]) ο Σιμοκάττης κάνει μια εκτενή φιλοσοφική παρέκβαση στην οποία παρουσιάζει ασκώντας κριτική όλες τις θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων για την ερμηνεία των περιοδικών θερινών πλημμύρων του Νείλου (αναφέρει τις θεωρίες του Θαλή, του Ηροδότου, του Δημοσθένη κ.α.). Αφού απορρίπτει όλες τις θεωρίες που θεωρεί εσφαλμένες επισημαίνοντας το σφάλμα της καθεμιάς, καταλήγει να αποδεχτεί ως αληθινή την ερμηνεία του Αγαθαρχίδη του Κνιδίου ο οποίος, ορθά, θεώρησε ως αίτιο της πλημμύρας του Νείλου τις ισχυρές τροπικές βροχοπτώσεις.

[7.17.1] Οὗτος δὲ ὁ Νεῖλος μέγιστος ἁπάντων τῶν περὶ τὴν οἰκουμένην καθεστὼς ποταμῶν, καὶ πολλῶν τῆς Λιβύης καὶ τῆς Αἰθιοπίας τῆς τε Ἰνδικῆς αὐτῆς γῆν παραμείβων, τοῦ τε Γάγγου καὶ ᾿Ινδοῦ προτερεύων κατὰ τὸ μέγεθος, ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ἀνθρώπων τὰς πηγὰς ἀποκρύπτει. θέρους τοίνυν ἀκμάζοντος τὰς αὐξήσεις λαμβάνει, ἐναντίας τῇ φύσει τῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν ποταμῶν.

[7.17.39-40] γαθαρχίδης δὲ ὁ Κνίδιος μόνος τοῦ κρασπέδου τῆς ἀληθείας κεκράτηκεν. ἔφησε γὰρ ἀνἔτος ἕκαστον ἐν τοῖς κατὰ τὴν Αἰθιοπίαν μεγάλους καὶ συνεχεῖς γίνεσθαι ὄμβρους ἀπὸ θερινῶν τροπῶν μέχρι τῆς ἰσημερίας τῆς ἐν μετοπώρῳ γινομένης καθἕκαστα. εὐλόγως οὖν τὸν Νεῖλον ἐν μὲν τῷ χειμῶνι συστέλλεσθαι, κατὰ φύσιν ἔχοντα ῥύσιν ἀπὸ μόνων τῶν πηγῶν τῶν ἑαυτοῦ, κατὰ δὲ τὸ θέρος διὰ τοὺς ἐκχεομένους ὄμβρους λαμβάνειν τὴν αὔξησιν.

Ενδιαφέρον έχει ή θεωρία ορισμένων ανώνυμων φιλοσόφων της Μέμφιδος, την οποία ο Σιμοκάτης απορρίπτει, σύμφωνα με την οποία η γη διαιρείται σε τρεις «ζώνες». Εκατέρωθεν της «ενδιάμεσης ζώνης» υπήρχαν δύο «αντικείμενες» ζώνες που είχαν «αντίθετες ώρες» (εποχές). Η μία ζώνη ήταν «ἡ καθ΄ἡμὰς οἰκουμένη», ενώ η «αντικείμενη» ζώνη ήταν αοίκητη και είχε αντίθετη «ὥρα» (εποχή) ως προς την οικουμένη. Ο Νείλος φουσκώνει το καλοκαίρι, επειδή οι πηγές του βρίσκονται στην «αντικείμενη» ζώνη, η οποία βρίσκεται στο χειμερινό εξάμηνο, όταν η οικουμένη ζώνη έχει καλοκαίρι. Η θεωρία αυτή -αν εξαιρεθούν οι μυθολογικές της υπερβολές- δεν απέχει πολύ από αυτό που ξέρουμε σήμερα για τα δύο ημισφαίρια της Γης (βόρειο και νότιο) που έχουν αντίθετες εποχές. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι πως ο Σιμοκάττης την απορρίπτει ως μη αληθή, «ιδίως αν κάποιος υποθέσει ότι η γη είναι σφαιρική» («καὶ μάλιστα εἴ τις ὑπόθοιτο σφαιροειδῆ τὴν γῆν πεφυκέναι»)! Εδώ ο Σιμοκάττης αποδεικνύεται πολύ πιο ανοιχτόμυαλος από τον Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη ο οποίος, πιστεύοντας ότι η γη ήταν επίπεδη, στην «Χριστιανική Τοπογραφία» του άσκησε δεινή κριτική στους αρχαίους συγγραφείς όπως ο Αριστοτέλης και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος που είχαν ισχυριστεί ότι η γη είναι σφαιρική.

[7.17.28-32] τῶν δὲ ἐν Μέμφιδι φιλοσόφων τινὲς ἐπεχείρησαν αἰτίαν φέρειν τῆς πληρώσεως ταύτην. φασὶ διαιρεῖσθαι εἰς τρία τὴν γῆν, καὶ ἓν μὲν ὑπεῖναι τὸ κατὰ τὴν ἡμετέραν οἰκουμένην (δέον γὰρ οὕτως εἰπεῖν), ἕτερον δὲ τὸ τούτοις τοῖς τόποις ἀντιπεπονθὸς ταῖς ὥραις, τὸ δὲ τρίτον μεταξὺ κεῖσθαι τούτων, ὑπάρχειν δὲ καὶ διὰ καῦμα λίαν ἀοίκητον. εἰ μὲν οὖν ὁ Νεῖλος ἐποιεῖτο τὰς ἀναβάσεις κατὰ τὸν τοῦ χειμῶνος καιρόν, δῆλον ὑπῆρχεν ὡς ἐπὶ τῆς καθἡμᾶς ζώνης λαμβάνει τὴν σύρρευσιν, διὰ τὸ περὶ τούτους τοὺς καιροὺς μάλιστα γίνεσθαι παρἡμῖν τὰς ἐπομβρίας. ἐπεὶ δὲ τοὐναντίον περὶ τὸ θέρος πληροῦται, πιθανὸν εἶναι κατὰ τοὺς ἀντικειμένους τόπους γεννᾶσθαι τοὺς χειμῶνας, καὶ τὸ πλεονάζον τῶν κατἐκείνους τοὺς τόπους ὑδάτων εἰς τὴν καθἡμᾶς γίνεσθαι οἰκουμένην. διὸ καὶ πρὸς τὰς πηγὰς τοῦ Νείλου μηδένα δύνασθαι παρελθεῖν, ὡς ἂν ἐκ τῆς ἐναντίας ζώνης διὰ τῆς ἀοικήτου φερομένου τοῦ ποταμοῦ. μαρτυρεῖν δὲ τούτοις καὶ τὴν ὑπερβολὴν τῆς γλυκύτητος τοῦ κατὰ τὸν Νεῖλον ὕδατος· διὰ γὰρ τῆς κεκαυμένης αὐτὸν ῥέοντά φασι λίαν καθέψεσθαι καὶ διὰ τοῦτο γλυκύτατον εἶναι πάντων τῶν ποταμῶν, ἅτε δὴ φύσει τοῦ πυρώδους ἅπαν τὸ ὑγρὸν ἀπογλυκαίνοντος. ἡμεῖς δὲ καὶ πρὸς τοῦτο λέξομεν. ἀδύνατον γὰρ εἶναί φαμεν ποταμὸν ἐκ τῆς ἀντικειμένης οἰκουμένης εἰς τὴν ἡμετέραν ἀναφέρεσθαι γῆν, καὶ μάλιστα εἴ τις ὑπόθοιτο σφαιροειδῆ τὴν γῆν πεφυκέναι.

Ανέφερα αυτήν την φιλοσοφική «Νείλεια» παρέκβαση του Σιμοκάττη, επειδή σε κάποιο σημείο της πρέπει να μεταφράσει στην Ελληνική τως «ἐκ τοῦ σκότους ὕδωρ» το όνομα «Ἀσταποῦν» με το οποίο οι κάτοικοι της νήσου Μερόης ονομάζουν τον Νείλο. Εδώ η Ελληνική γλώσσα χαρακτηρίζεται περιφραστικά ως «ἡ τῶν Ἑλλήνων διάλεκτος», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι υπήρχαν εθνοτικοί «Έλληνες» στην εποχή του Σιμοκάττη. Ανέφερα ήδη ότι ο Σιμοκάττης που συγγράφει στην «ευγενίδα Ελλάδα φωνή» και είναι «ἐς ἄκρον» φορέας της «Ελληνικής παιδείας» αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμαίος και Χριστιανός, όταν γράφει πως «εμείς οι Ρωμαίοι λατρεύουμε την Παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο» και θεωρεί ως «αίσχιστο προπηλακισμό» της ιστορίας του τη νύξη θεμάτων της ελληνικής μυθολογίας.

[7.17.9] οἱ δὲ κατοικοῦντες τὴν νῆσον τὴν ὀνομαζομένην Μερόην (αὕτη δὲ ἐπὶ τὸ Νειλῷον ἵδρυται ῥεῖθρον) τὸν ποταμὸν κεκλήκασιν Ἀσταποῦν, ὅπερ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον εἰς τὴν τῶν Ἑλλήνων διάλεκτον ἐκ τοὺ σκότους ὕδωρ·

Ότι ο Σιμοκάττης δεν πίστευε ότι υπήρχαν εθνοτικοί «Έλληνες» στην εποχή του, φαίνεται από ένα άλλο χωρίο στο οποίο ο Ιουστινιανός υποτίθεται ότι έστειλε ως δώρο «ελληνικό μάρμαρο και δεινούς τεχνίτες που κατείχαν την Ρωμαϊκή τέχνη» στον Πέρση βασιλιά Χοσροή Α΄(γιο του Καβάδη), όταν αυτός ανοικοδομούσε τα ανακτόρά του στην Κτησιφών. Το μάρμαρο μπορεί να ήταν «ἑλληνικὸν» (ελλαδικό; ), αλλά οι τέκτονες που το χειρίστηκαν ήταν «Ῥωμαῖοι» και η τέχνη τους «Ῥωμαϊκή».

[5.6.10] λέγεται δὲ ᾿Ιουστινιανὸν τὸν αὐτοκράτορα λίθον Ἑλληνικὴν Χοσρόῃ τῷ Καβάδου παρέχεσθαι τούς τε περὶ τὴν οἰκοδομίαν δεινοὺς τέκτονάς τε ὀρόφων ἀγχίνους, καὶ βασίλεια δείμασθαι τῷ Χοσρόῃ τέχνῃ Ῥωμαϊκῇ οὐ πόρρω τῆς Κτησιφῶντος τὴν ἵδρυσιν ἔχοντα.

Οι «Έλληνες» στην ιστορία του Σιμοκάττη είναι ένας ανύπαρκτος πια λαός του μακρινού παρελθόντος.

Οι Ρωμαίοι και οι Πέρσες του Χοσρόη βρέθηκαν στους Αλεξανδριανούς, μια περιοχή στην οποία ο Μέγας Αλέξανδρος 1000 περίπου χρόνια πριν τον Σιμοκάττη– κατέστρεψε ένα περσικό φρούριο, όταν οδήγησε το Μακεδονικό στράτευμα και τους Έλληνες συμμάχους του εναντίον των βαρβάρων (εδώ οι Μακεδόνες αντιπαραβάλλονται στους Έλληνες και αμφότεροι αντιπαραβάλλονται στους «βάρβαρους» Πέρσες).

[5.7.10-11] οἱ μὲν οὖν ἀμφὶ τὸν Χοσρόην Ῥωμαῖοί τε καὶ Πέρσαι ἐν Ἀλεξανδριανοῖς, οὕτω καλουμένῳ χώρῳ, τέτρασιν ἡμέραις ἀφίκοντο. Τὴν δὲ προσηγορίαν ὁ χῶρος ἀπὸ τῶν πράξεων τοῦ Μακεδόνος Ἀλεξάνδρου κατεκληρώσατο· ὁ τοῦ Φιλίππου γὰρ ἐκεῖσε γενόμενος ἅμα τῇ Μακεδονικῇ δυνάμει τῇ τε Ἑλληνικῇ ξυμμαχίᾳ ἐρυμνότατον κατεσκάψατο φρούριον τούς τε ἐν αὐτῷ βαρβάρους διώλεσεν.

Στην «Νείλειά» του παρέκβαση ο Σιμοκάττης γράφει πως οι πηγές του Νείλου ήταν «ξένες» (άγνωστες) στον μεσογειακό/ελληνορωμαϊκό κόσμο, μέχρι που ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος900 περίπου χρόνια πριν τον Σιμοκάττη– έστειλε ένα ελληνικό στράτευμα σε εκστρατεία στην Αιθιοπία, και ορισμένοι άδραξαν την ευκαιρία να χαρτογραφήσαν ακριβέστερα τον Άνω Νείλο.

[7.17.5] ἀπὸ γὰρ τῶν ἕκαθεν χρόνων ἄχρι Πτολεμαίου τοῦ Φιλαδέλφου προσαγορευθέντος ξένα ὡς ἐπίπαν τὰ περὶ τοὺς τόπους τούτους παντελῶς ἦν καὶ τοῖς ἐπιβαίνουσιν ἐπικίνδυνα. τοῦ δὲ προειρημένου βασιλέως μεθ῾Ελληνικῆς δυνάμεως εἰς Αἰθιοπίαν στρατεύσαντος, ἐγνώσθη τὰ κατὰ ταύτην τὴν χώραν λίαν ὡς ἔπος εἰπεῖν ἀκριβέστερον.

Ο μόνος σύγχρονος «Ἕλλην» που αναφέρει ο Σιμοκάττης είναι ο «Χαλδαῖος» (Ζοροάστρης) Χοσρόης Β΄, όταν στην επιστολή του αυτοπροσδιορίζεται ως «Ἕλλην» (μη χριστιανός, Ζοροάστρης) για να αντιπαραβληθεί στη σύζυγό του Σειρέμ που ήταν Χριστιανή στο θρήσκευμα και Ρωμαία στο γένος.

[5.13.7] τῷ δὲ ἐπιόντι ἐνιαυτῷ ὁ τοῦ Περσικοῦ βασιλεὺς ἀναγορεύει βασίλειαν Σειρέμ, γένους Ῥωμαϊκοῦ, (ἦν δὲ θρησκείας Χριστιανῶν), εἰς ὥραν ἀνθοῦσαν γάμῳ ταύτῃ κατευνασθεὶς κἀντεῦθεν παραχαράττων τῶν Βαβυλωνίων τὰ νόμιμα.

[5.15.3] Οὐκ ἂν δὲ περιόψομαι καὶ ὅσα λέγεται Χοσρόην <τὴν> περὶ τοὺς ἀστέρας τῶν Χαλδαίων ἐξησκημένον πολυάσχολον οἷα δὴ κατὰ βασιλέως χεῖρας ἐκτείναντα.

[5.14.2-3] Τῷ μεγαλομάρτυρι Σεργίῳ Χοσρόης, βασιλεὺς βασιλέων. ἐγὼ Χοσρόης, βασιλεὺς βασιλέων, υἱὸς Χοσρόου, […] καὶ ἐπειδὴ ἡ Σειρὲμ Χριστιανή ἐστι κἀγὼ ῞Ελλην, ἡμέτερος νόμος ἄδειαν ἡμῖν οὐ παρέχει Χριστιανὴν ἔχειν γαμετήν.

Η άλλη φορά που ο Σιμοκάττης πρέπει να μεταφράσει στα Ελληνικά έναν ξένο όρο, είναι στην Κινεζική του παρέκβασηΤαυγάστ» = Κίνα, θα αναφερθώ παρακάτω σ΄αυτήν την παρέκβαση), όταν γράφει πως ο «κλιματάρχης της Ταυγάστ» φέρει τον τίτλο «Ταϊσάν», ο οποίος μεθερμηνεύεται στις «Έλληνικές φωνές» (λέξεις) «Υιός Θεού». Μάλλον έχει κατά νου τον τίτλο Tiānzǐ (= Γιος του Ουρανού) του Κινέζου Αυτοκράτορα ή, ενδεχομένως, το όνομα «Ταϊζόνγκ» του Κινέζου ηγεμόνα της εποχής του.

[7.9.2] ὁ δὲ τῆς Ταυγὰστ κλιματάρχης Ταϊσὰν ὀνομάζεται, ὅπερ υἱὸς θεοῦ ταὶς Ἑλληνικαῖς φωναῖς ἐνσημαίνεται.

Ο Σιμοκάττης παραθέτει μερικές επιστολές που ο Χοσρόης έγραψε «Ἑλληνικοῖς γράμμασιν» και «Ἑλληνικῇ συμφράσει» (σε γραπτή Ελληνική), ισχυριζόμενος ότι τις παραθέτει κατά λέξη, χωρίς να τις έχει αλλάξει (οὐκ ἄμείψω γὰρ τῆς λέξεως τὸ ἀρχέτυπον). Οι επιστολές στάλθηκαν στους ιερείς της Σεργιουπόλεως που κρατούσαν τα λείψανα του Μάρτυρα Σεργίου. Ως μέρος της χριστιανικής του προπαγάνδας, ο Χοσρόης είχε κάνει τάμα έναν χρυσό σταυρό στον Σέργιο, αν ό τελευταίος βοηθούσε την Χριστιανή γυναίκα του Σειρέμ να μείνει έγκυος.

[5.13.3] ἐπιστολὴν δὲ δὴ Ἑλληνικοῖς γράμμασιν ἅμα τῷ κειμηλίῳ ἐς τὸ λεγόμενον Βαρβαρικὸν παρεπέμπετο. ὑπεγέγραπτο δὲ τῇ ἐπιστολῇ καὶ βασιλικὴ ὑποτύπωσις. Τὰ δὲ τῆς ἐπιστολῆς ἐν τούτοις δῆτα ἐτύγχανεν ὄντα· οὐκ ἀμείψω γὰρ τῆς λέξεως τὸ ἀρχέτυπον.

[5.13.4-5] «Τοῦτον τὸν σταυρὸν ἐγὼ Χοσρόης βασιλεὺς βασιλέων, υἱὸς Χοσρόου, […] καὶ διὰ τῆς τύχης τοῦ ἁγίου Σεργίου τοῦ πανσέπτου καὶ ὀνομαστοῦ, ἐπειδὴ ἠκούσαμεν δοτῆρα εἶναι αὐτὸν τῶν αἰτήσεων, […]»

[5.14.1] ἐπιστολὴν δὲ ἐξέπεμψεν Ἑλληνικῇ συμφράσει χρησάμενος. εἶχε δὲ ἡ ἐπιστολὴ ἐπὶ λέξεως οὕτως.

[5.14.2] «Τῷ μεγαλομάρτυρι Σεργίῳ Χοσρόης, βασιλεὺς βασιλέων. ἐγὼ Χοσρόης, βασιλεὺς βασιλέων, υἱὸς Χοσρόου, […]»

Η «ἱδιῶτις» φωνή του πλήθους

Η δημώδης καθημερινή Ελληνική δεν αναφέρεται ρητά ως «Ελληνική», αλλά απλά ως «ἰδιῶτις φωνὴ τοῦ πλήθους». Ο Σιμοκάττης μας δίνει ένα μικρό δείγμα της «ἰδιώτιδος φωνής», όταν παραθέτει τις «δημώδεις βοές» που ορισμένοι απλοί πολίτες από τον «δήμο» των Βένετων (venetus = «μπλε, πρασινογάλαζος», ορισμός #3: φατρία του ιπποδρόμου) εκστόμισαν κατά του σφετεριστή Φωκά και του συνεργού του Αλέξανδρου (είναι ο ίδιος Αλέξανδρος που λίγο παρακάτω στην ιστορία σκότωσε τον γιο του Μαυρίκιου Θεοδόσιο).

[8.10.13-8.11.1] ἐπὶ τούτοις οἱ Βένετοι χαλεπαίνοντες κατὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐξώθουν δημώδεις βοάς. δεἶπον ἐκεῖνα ταῦτά ἐστιν· καλὸν γὰρ καὶ τῆς ἰδιώτιδος φωνῆς μνήμην ποιήσασθαι·

«ὕπαγε, μάθε τὴν κατάστασιν· ὁ Μαυρίκιος οὐκ ἀπέθανεν

Ὁ δὲ τύραννος τούτων ἀκηκοὼς ἀποπαύει τὰ πλήθη καθυλακτοῦντα περὶ τῶν μὴ καιρίων, τῇ δἐπαύριον πρὸς τὸν φόνον τοῦ αὐτοκράτορος ἐκβακχεύεται.

Μόλις ο Φωκάς άκουσε τα πλήθη να του λένε «ὕπαγε, μάθε τὴν κατάστασιν· ὁ Μαυρίκιος οὐκ ἀπέθανεν», συνειδητοποίησε πως όσο ήταν ζωντανοί ο Μαυρίκιος και οι γιοι του, η θέση του στο θρόνο θα ήταν επισφαλής.

Δεν νομίζω πως χρειάζεστε μετάφραση για να καταλάβετε την δημώδη Ελληνική του 600 μ.Χ.

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής παραθέτει ένα εκτενέστερο δείγμα της «ἰδιώτιδος φωνῆς» του πλήθους, σε δεκαπεντασύλλαβο «πολιτικό» στίχο. Αυτήν την φορά το πλήθος λοιδορεί τον Μαυρίκιο για τα μέτρα λιτότητάς του. Βρήκαν κάποιον που έμοιαζε με τον Μαυρίκιο και τον διαπόμπευσαν πάνω σε γαϊδούριεἰς ὄνον τοῦτον καθίσαντες») φορώντας του μαύρο σαγίον και στεφάνι από σκόρδα, τραγουδώντας τους παρακάτω σκωπτικούς στίχους:

[Χρονογραφία, 602 μ.Χ.] οἱ δὲ δῆμοι εὑρόντες ἄνδρα προσομοιοῦντα Μαυρικίῳ καὶ βαλόντες αὐτῷ σαγίον μαῦρον καὶ ἀπὸ σκόρδων πλέξαντες στέφανον καὶ εἰς ὄνον τοῦτον καθίσαντες διέπαιζον λέγοντες·

«εὕρηκε τὴν δαμαλίδα ἁπαλήν, καὶ ὡς τὸ καινὸν ἀλεκτόριν ταύτῃ πεπήδηκεν καὶ ἐποίησε παιδία ὡς τὰ ξυλοκούκουδα· καὶ οὐδεὶς τολμᾷ λαλῆσαι, ἀλλὅλους ἐφίμωσεν· ἅγιέ μου, ἅγιε φοβερὲ καὶ δυνατέ, δὸς αὐτῷ κατὰ κρανίου, ἵνα μὴ ὑπεραίρεται· κἀγώ σοι τὸν βοῦν τὸν μέγαν προσαγάγω εἰς εὐχήν

Πολλοὺς δὲ τούτων πιάσας ὁ βασιλεὺς ἐτιμωρήσατο.

Βλέπουμε ότι η δημώδης Ελληνική του 600 μ.Χ., από τη μια χρησιμοποιούσε ακόμα το απαρέμφατο (καὶ οὐδεὶς τολμᾷ λαλῆσαι = και κανένας δεν τολμά να λαλήσει) και, από την άλλη, απλοποιεί την κατάληξη ουδετέρου -ιον > -ιν (ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > ἀλεκτόριν ~ κοκόρι[ν]), ενώ στο σύνθετο ρήμα ἐπεπήδησεν > «πεπήδηκεν» φαίνεται η αφαίρεση του άτονου αρκτικού φωνήεντος (λ.χ. μέρα > μέρα, πάγω > πάω, σπίτιον > σπίτι) και η σύγχυση αορίστου και παρακείμενου (λ.χ. έδωσα ~ έδωκα).

Παραθέτω την περιγραφή του Geoffrey Horrocks του παραπάνω «πολιτικού» δεκαπεντασύλλαβου στίχου (που αποτελείται από δύο ημίστιχα 8+7) και την ενδιαφέρουσα -αλλά όχι βέβαιη- άποψη του Jeffreys ότι ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος γεννήθηκε στους θριάμβους της «Πρεσβυτέρας Ρώμης» στα χρόνια του Καίσαρα, στις ένστιχες επευφημίσεις που ο λαός αφιέρωνε στον θριαμβευτή στρατηγό.

politikos

Η «συνήθης γλώσσα του πλήθους/όχλου» αναφέρεται συχνά από τον Σιμοκάττη.

[7.10.3] ταχυναυτούσας ὁλκάδας παραστησάμενος, ἃς δρόμωνας εἴωθεν ὀνομάζειν τὸ πλῆθος,

[8.9.7] τὴν βασίλειον στολὴν ἀποδυσάμενος ὁ Μαυρίκιος καὶ ἰδιώτου ἐσθῆτα περιβαλόμενος τήν τε ὑπηρέτιν ὁλκάδα παραστησάμενος (δρόμωνα δὲ ταύτην εἰώθασι τὰ πλήθη ἀποκαλεῖν)

[8.1.1] ἔθνη περὶ τὴν Ἀραβίαν πολλά τε καὶ διάφορα πέφυκεν· τούτους Σαρακηνοὺς ἔθος τοῖς ὄχλοις ἀποκαλεῖν.

[8.5.10] ἀνὴρ δὲ οὗτος τῶν σωματοφυλάκων τοῦ βασιλέως ἐπιφανής, ὃν σκρίβωνα εἴωθε τὰ πλήθη ἀποκαλεῖν·

[8.8.11] ὁ μὲν οὖν Γερμανὸς διὰ τῆς λεωφόρου, ἣν Μέσην τὰ πλήθη κατονομάζουσιν, ἐς τὴν ἑαυτοῦ οἰκίαν ἐγένετο, (η κεντρική «Μέση Ὁδός» της Κωνσταντινούπολης)

[8.10.3] ἀνεὶς ἐπὶ τῶν βημάτων τῶν ὑψηλῶν (ἄμβωνα ταῦτα τὰ πλήθη ἀποκαλεῖ)

[8.13.8] ἐδέησε γὰρ ἄνδρα τινὰ τῶν ἐς κάλλος γραφόντων, ὃν ἐν συνθέσει φωνῆς καλλιγράφον ὀνομάζει τὰ πλήθη,

Η γραμμή του Jireček

Από την διήγηση του Σιμοκάττη κάποιος μπορεί να σχηματίσει μια αδρή εικόνα της κατάστασης που περιγράφει η λεγόμενη Γραμμή του Jireček, η οποία διαιρεί την Βαλκανική σε ελληνόφωνο νότο και λατινόφωνο βορρά.

Στη νότια Θράκη, ο Σιμοκάττης αναφέρει το δημώδες ελληνικό υδρωνύμιο «Ξηρόγυψος» (παραπόταμος του Εργινία). Στη βόρεια Θράκη (στο ύψος του Αίμου και της Αγχιάλου), από την άλλη, αναφέρει τα δημώδη λατινικά τοπωνύμια «Καλβομοῦντις» (Mōns Calvus/Monte Calvo = «Φαλακρόν Όρος», με τυπική ΑΒΡ τροπή ón>ún, λ.χ. βλαχικό munti ~ ρουμανικό munte) και «Σαβουλέντε Κανάλιον» (Sabulētus Canālis ~ «Αμμώδες Κανάλι», sabulum = «άμμος»). Το επιπλέον «ν» στο «Σαβουλέντε» είναι υπερδιόρθωση είτε του Σιμοκάττη (όπως κάνει στο Κιρκήσιον > Κιρκήνσιον ~ cisterna > κινστέρνα) είτε των εγχωρίων ομιλητών της δημώδους λατινικής (λ.χ.nūptiae = «γάμος» > ΑΒΡ *numpta > βλαχικό numtã ~ ρουμανικό nuntă και Βουθρωτόν/Buthrōtum > Butrinto).

[1.7.3] ἀφικνεῖται δὲ κατὰ τὸν Ἐργινίαν, οὕτω καλούμενον ποταμὸν,

[6.3.2] ὑπῆσαν δὲ πλησίον πηγαὶ ποταμοῦ ὃν Ξηρόγυψον προσκαλοῦσιν οἱ πλησιόχωροι.

[2.15.3] κατῆραν τοίνυν τοῦ Αἵμου ἐπὶ Καλβομοῦντις καὶ Λιβιδουργὸν πολεμησείοντες

[2.11.4] μετἐκεῖνο δῆτα ἐπὶ τοὺς στενωποὺς τοῦ Αἵμου στρατοπεδεύεται, ἐπί τε τοὺς γηλόφους καὶ τοὺς ἐφὕψους αὐλῶνας ἀνάγων. Σαβουλέντε δὲ Κανάλιον ὁ τόπος ὠνόμασται ἐπιχωρίῳ προσηγορίᾳ τινί.

[6.5.2] τρίτῃ εἰς τὸ λεγόμενον Σαβουλέντε Κανάλιν. εἶτα τῇ Ἀγχιάλῳ προσέμιξεν.

Την ίδια εικόνα σχηματίζουμε από το «Περί Κτιρίων» του Προκόπιου. Στη μεν Παλαιά Ήπειρο αναφέρει τα δημώδη ελληνικά τοπονύμια «Ξηροπόταμος» και «Κιόνιν» (< Κιόνιον = «μικρός κίων»), στη δε Μεσόγειο Δακία και Μυσία τα δημώδη λατινικά τοπωνύμια «Λουποφαντάνα» (βλαχ. Lupofãntãnã ~ ρουμ. Lupofântână = «Λυκοπηγή») και «Γεμελλομοῦντες» (Montēs Gemellī/Monti Gemelli = «Δίδυμα Όρη», πάλι με ΑΒΡ τροπή *móntem > múnte).

Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι ο Σιμοκάττης αναφέρει το Διδυμότειχο ως ένα από τα κάστρα στα οποία οχυρώθηκε ο στρατός του Πρίσκου, όταν τον κυνηγούσαν οι Άβαροι.

[6.5.9-10] ἀτὰρ εἰς Διδυμότειχον ἅμα τῷ πεζικῷ ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγὸς ὑπεχώρησεν. Μετὰ τοῦτο εἰς Τζουρουλλὸν ἀφικόμενος ἀσυλίαν ταῖς δυνάμεσι τὴν πόλιν περιεβάλετο. Τὸ δὲ βάρβαρον τὸ ἄστυ περικαθήμενον γεννικῶς ἐπολιόρκει τὸν Πρίσκον.

Η «Λατινὶς φωνή» ως «πάτριος τῶν Ῥωμαίων φωνή»

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εμμονές του Σιμοκάττη είναι η συνεχής αναφορά στη Λατινική ως «πάτριο/πατρώα»,«επιχώρια» και «συνήθη» γλώσσα των Ρωμαίων. Ίσως η εμμονή του να οφείλεται στο ότι η γνώση της Λατινικής είχε αρχίσει να σπανίζει στην Κωνσταντινούπολη της εποχής του.

«Λατινὶς φωνή» = «Ῥωμαϊκὴ γλῶττα»

[1.4.7] καὶ Κομεντίολον, ἄνδρα τῶν σωματοφυλάκων τοῦ βασιλέως ὑπερφερόμενον, ὃν σκρίβωνα τῇ Λατινίδι φωνῇ Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν. (scrībō/scrībōnēs)

[7.3.8] τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἕνα τινὰ τῶν τοῦ βασιλέως σωματοφυλάκων, ὃν σκρίβωνα Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν

[4.2.2] αὐτοκράτορα τοῦ πολέμου προεστήσατο Φεροχάνην τὸν Πέρσην· τὸ δὄνομα τὴν τοῦ μαγίστρου ἀξίαν τῇ ῾Ρωμαϊκῇ ἐνσημαίνεται γλώττῃ. (magister)

Η «Πάτριος/Πατρῴα τῶν Ῥωμαίων φωνή»

[3.4.4] καὶ γεραίρουσι λαφύροις πολλοῖς τὸν αὐτοκράτορα πέμψαντες ὡς αὐτὸν καὶ τὰ σημεῖα τοῦ Περσικοῦ, ἃ τῇ πατρίῳ φωνῇ βάνδα Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν. (bandum, λ.χ. bandiera = «σημαία», όρος απώτερης γερμανικής καταγωγής)

[3.6.4] τά τε σημεῖα τῆς παρατάξεως, ἅπερ Ῥωμαίοις εἴθισται τῇ πατρῴᾳ φωνῇ βάνδα ἀποκαλεῖν.

[7.3.3] τὰ σημεῖα ἀράμενον, βάνδα Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν,

[6.9.14] τῆς διαφρουρᾶς κατημέλησαν, ἣν σκούλκαν σύνηθες τῇ πατρίῳ φωνῇ Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν. (σκούλκα/σκουλκάτωρες < exculcātōrēs/proculcātōrēs = «πρόσκοποι, ανιχνευτές, εμπροσθοφυλακή», ισπανικό esculcar = «ψάχνω», ιταλικό scolta ~ «σκούλκα/βίγλα/φρουρά»)

[7.14.8] ἐντεῦθεν οἱ βάρβαροι τὰ ἐχυρώματα τῶν διαβάσεων περικάθηνται· κλεισούρας τῇ πατρίῳ Ῥωμαῖοι φωνῇ ἀποκαλεῖν ταῦτα εἰώθασιν. (clausūra)

Ο Πρίσκος μίλησε στους ξεσηκωμένους Ρωμαίους στρατιώτες στην «πάτριο των Ρωμαίων φωνή» και κατάφερε να τους ξανακάνει πειθήνιους, επειδή «Ῥωμαϊκῶς» (= μιλώντας Λατινικά) «αττίκισε τα του Θεμιστοκλέους.» Εδώ το ρήμα «αττικίζω» σημαίνει περισσότερο «ρητορεύω» και ο Σιμοκάττης έχει κατά νου την περίφημη θεμιστόκλεια ρήση «πάταξον μὲν, ἄκουσον δέ», με την οποία ο Θεμιστοκλής άλλαξε την γνώμη του Ευρυβιάδη.

[6.7.9-10] καὶ γοῦν ὁ στρατηγὸς τῇ πατρίῳ φωνῇ τοῖς Ῥωμαίοις τῶνδε τῶν λόγων ἀπήρξατο. «Ἄνδρες καὶ φίλοι καὶ στρατιῶται καὶ σύμμαχοι, οἱ πρὸς πόλεμον ἀριστεύοντες, […]»

[6.8.1-2] Ἔτι γοῦν τοῦ στρατηγοῦ τοῖς λόγοις ἐπικυμαίνοντος καὶ τὰ Θεμιστοκλέους Ῥωμαϊκῶς ἀττικίζοντος, κρότος ὑπὸ τοῦ πλήθους ἀνέθορεν, καὶ πρὸς εὔνοιαν τὰ τῆς δυσμενείας μετήρχετο, ὁ δὲ ψόγος πρὸς ἔπαινον, πρὸς ἀποδοχὴν τὰ τοῦ σκώμματος, καὶ πάντα μετεγίνετό τε καὶ μετετίθετο· οἶδε γὰρ γλώττης ἀλκὴ καὶ φύσεως ἄρχειν καὶ κατὰ τῆς ἀνάγκης νομοθετεῖν καὶ μετοχετεύειν γνώμης κινήματα ἀμείβειν τε τύχας καὶ πάντα μεταμορφοῦν καὶ πλάττειν καὶ δημιουργῆσαι πειθήνιον.

Ο Ρωμαίος διοικητής Αλέξανδρος (ο μετέπειτα συνεργός του Φωκά και φονιάς του γιου του Μαυρικίου Θεοδοσίου), όταν το Ρωμαϊκό στράτευμα που διοικούσε έπεσε σε ενέδρα Σκλαυηνών, διέταξε τους Ρωμαίους στην «πάτριο φωνή» να αφιππεύσουν και να ετοιμαστούν για μάχη.

[7.2.6] ὁ τοίνυν τούτων ἐπιστατῶν (λέξανδρος ὄνομα αὐτῷ) τῇ πατρίῳ τῶν Ῥωμαίων φωνῇ τοῖς Ῥωμαίοις ἐνεκελεύετο ἀποβῆναι τῶν ἵππων καὶ κατασυστάδην τῶν πολεμικῶν κινδύνων ἐφάπτεσθαι.

Τέλος, στην κοινή περσορωμαϊκή εκστρατεία κατά του Βαχράμ, ένας Πέρσης του Χοσρόη «φενάκισε» τους βαχραμικούς Πέρσες φρουρούς μιας πόλης, μιλώντας τους στην (κοινή τους Περσική) «πάτριο φωνή» ενώ, λίγο παρακάτω, ο Πέρσης Μεβόδης ζητά από τους Ρωμαίους συμμάχους να επιτεθούν στη Σελεύκεια επί του Τίγρη αλαλάζοντας και μιλώντας στην δική τους (Λατινική) «πάτριο φωνή.»

[5.1.12-13] προθέειν προσέταττέ τινα τῆς δυνάμεως λέξοντα τῷ στρατηγῷ ὑπὸ Βαρὰμ ἔσεσθαι ἄγγελον, καὶ ἐπίθετον αὐτῷ ἐπιφέρεσθαι δύναμιν. ὁ μὲν οὖν ἐπὶ τὸ ὡσανεὶ φρούριον γεγονὼς μεσούσης νυκτός, τῇ πατρίῳ φωνῇ τοὺς περιφρουροῦντας φενακισάμενος ἠξίου τῷ στρατηγῷ διαὐτῶν περιηχηθῆναι τὸ ἄκουσμα.

[5.6.7] ἡμέρα δὲ δευτέρα, καὶ ὁ Μεβόδης ἄφρακτον ἀκηκοὼς τὴν Σελεύκειαν προσβάλλει ταύτῃ νυκτός, προστάξας τοῖς Ῥωμαίοις τῇ πατρίῳ φωνῇ ἀλαλάζειν τε καὶ διαλέγεσθαι παίειν τε τῷ ξίφει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὸν ἐντυγχάνοντα.

Η «ἐπιχώριος τῶν Ῥωμαίων φωνή»

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το επίθετο «ἐπιχώριος» ο Σιμοκάττης (όπως και ο Ατταλειάτης) το χρησιμοποιεί ως πρακτικό συνώνυμο του επιθέτου «ἐμφύλιος». Ο πόλεμος Χοσρόη-Βαχράμ χαρακτηρίζεται «ἐπιχώριος/ἐμφύλιος» πόλεμος των Περσών/Μηδών.

[4.1.1] Ἐπεὶ δὅρκοις τὰ τῆς τυραννίδος ἀπετειχίζετο, καὶ σπονδαῖς ἡ στάσις ἐπῳκοδομεῖτο, ἐπαθροίζει συμμαχικὸν ὁ Βαράμ, καὶ ὁ ἐπιχώριος Πέρσαις ἐκρατύνετο πόλεμος.

[4.1.3] καὶ τῷ ἐπαγωγῷ τῶν ὑποσχέσεων καρτερώτερος Μήδοις ὁ ἐμφύλιος κατατυρεύεται πόλεμος.

Ας δούμε τώρα τις αναφορές στην Λατινική ως «επιχώρια» γλώσσα των Ρωμαίων.

[1.1.3] βασιλέως δὲ γλῶτταν τὸν Ἰωάννην ἐδείκνυεν, ἄνδρα ῥήτορά τε δεινὸν καὶ νόμων Ῥωμαϊκῶν ἐπιστήμονα, ὃς τὰ βασιλέως προστάγματα τῷ διατόρῳ τῆς εὐγλωττίας ἐμεγαληγόρει βασιλικῆς μεγαλοφροσύνης ἐπάξια. τοῦτον ἐπιχωρίῳ Ῥωμαῖοι φωνῇ ἀποκαλοῦσι κυαίστορα. (Quaestor Sacrī Palatiī)

[2.4.1] τήν τε Περσικὴν ἀποσκευὴν ἐχειρώσατο, ἣν σύνηθες Ῥωμαίοις τῇ ἐπιχωρίῳ φωνῇ τοῦλδον ἀποκαλεῖν. (τοῦλδον/tuldum)

[2.15.9] μεγίστου δὲ συμπεσόντος τῷ στρατεύματι θρύλου, θροῦς παραὐτῶν πολὺς ἐπανίσταται, παλιννοστεῖν τε ἐβόα πᾶς γεγωνὼς διαπρύσιον, ἐπιχωρίῳ τε γλώττῃ εἰς τοὐπίσω τραπέσθαι ἄλλος ἄλλῳ προσέταττεν, «τόρνα, τόρνα» μετὰ μεγίστου ταράχου φθεγγόμενοι, (torna torna frater = «γύρνα το, γύρνα το αδελφέ!» (τον φόρτο του νωτοφόρου ζώου που ήταν έτοιμος να πέσει), το οποίο παρερμηνεύτηκε ως «γύρνα πίσω, γύρνα πίσω αδελφέ!»)

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής περιγράφοντας το ίδιο συμβάν, χρησιμοποιεί τη φράση «πατρῴα φωνή» στη θέση της φράσης «ἐπιχώριος γλῶττα» του Σιμοκάττη.

[Χρονογραφία, ΑΜ 6079~586/7 μ.Χ.] ἑνὸς γὰρ ζώου τὸν φόρτον διαστρέψαντος, ἕτερος τὸν δεσπότην τοῦ ζώου προσφωνεῖ τὸν φόρτον ἀνορθῶσαι τῇ πατρῴᾳ φωνῇ· «τόρνα, τόρνα, φράτερκαὶ ὁ μὲν κύριος τῆς ἡμιόνου τὴν φωνὴν οὐκ ᾐσθάνετο, οἱ δὲ λαοὶ ἀκούσαντες καὶ τοὺς πολεμίους ἐπιστῆναι αὐτοῖς ὑπονοήσαντες εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, «τόρνα, τόρνα» μεγίσταις φωναῖς ἀνακράζοντες.

Η «συνήθης τῶν Ῥωμαίων φωνή»

[3.11.4] ἡγεμὼν δοὗτος ἐτύγχανεν ὢν τῶν τοῦ βασιλέως σωματοφυλάκων καὶ ὑπασπιστῶν, ὃν κόμητα ἐξκουβιτώρων τῇ συνήθει φωνῇ ἔθος Ῥωμαίοις καλεῖν. (Comēs Excubitōrum)

[7.15.7] ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τοὺς σωματοφύλακας ἀναλαβών, οὓς ἐξκουβίτωρας Ῥωμαῖοι ἀναγορεύουσιν, (Excubitōrēs)

[4.15.12] καὶ δῆτα εὐνοῦχον εἰς τὴν βασιλικὴν δορυφορίαν συντεταγμένον αὐτῷ τὸν κορυφαιότατον, ὃν πραιπόσιτον εἴθισται Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν, (Praepositus Sacrī Cubiculī)

[8.9.8] καὶ τὴν ἡγεμονίαν τῶν φόρων τῆς ἑῴας πρό τινος καιροῦ ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπειλήφει, ὃν ἔπαρχον πραιτωρίων εἰώθασιν ὀνομάζειν Ῥωμαῖοι. (Praefectus Praetōriō)

[8.13.2] ἀλλὰ μὴν καὶ ὁ Πραισεντῖνος τὰς τοῦ Πέτρου πεπιστευμένος φροντίδας, ὃν δομέστικον εἰώθασιν οἱ Ῥωμαῖοι ἀποκαλεῖν. (Domesticus)

Ωστόσο, στην θρησκευτική ορολογία «η συνήθης των Ῥωμαίων γλῶσσα» είναι η Ελληνική:

Ο τίτλος «Πατριάρχης»:

[8.9.8] ἐπέσκωπτόν τε καὶ τὸν ἱεράρχην τὸ τηνικαῦτα καιροῦ, ὃν πατριάρχην σύνηθες Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν· Κυριακὸς ὄνομα αὐτῷ. (Πατριάρχης Κυριακός Β΄)

Το «ἀχειροποίητον» είκασμα του Χριστού, αντικείμενο που θεωρείται άγιο από τους Ρωμαίους, επειδή είναι είκασμα του Χριστού, στον οποίο οι Ρωμαίοι πιστεύουν ως Θεό «ἀρρήτως/ἀσπέτως» (τόσο πολύ που δεν μπορεί να ειπωθεί, λ.χ. αμέτρητα/αναρίθμητα πλούτη)

[2.3.4-5] Φιλιππικὸς τὸ θεανδρικὸν ἐπεφέρετο εἴκασμα, λόγος ἕκαθεν καὶ εἰς τὰ νῦν διηχεῖ θείαν ἐπιστήμην μορφῶσαι, οὐχ ὑφάντου χεῖρας τεκτήνασθαι ἢ ζωγράφου μηλιάδα ποικῖλαι. διά τοι τοῦτο καὶ ἀχειροποίητος παρὰ Ῥωμαίοις καθυμνεῖται καὶ τῶν ἰσοθέων πρεσβειῶν ἠξίωται· ἀρχέτυπον γὰρ ἐκείνου θρησκεύουσι Ῥωμαῖοί τι ἄρρητον.

[3.1.11] τῷ μὲν οὖν Εἰλιφρέδᾳ τὸ θεανδρικὸν ἴνδαλμα παραγυμνώσας ἐδίδου (ἀχειροποίητον δὲ τοῦτο Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν)

Η γραπτή Λατινική

Ενώ ο Χοσρόης έστειλε επιστολές γραμμένες σε «Ελληνικά γράμματα» στην Σεργιούπολη, ο Πέρσης Μεβόδης κατά την κοινή περσορωμαϊκή εκστρατεία έστειλε «πτυκτίον/δέλτον» που είχε γράψει σε «Ρωμαϊκά γράμματα» σε Ρωμαίους αιχμαλώτους που ζούσαν στην Αντιόχεια της Περσίας, για να τους ζητήσει να συνδράμουν στρατιωτικά με αντάλλαγμα την ελευθερία τους.

[5.6.11-7.1] ὁ δὲ Μεβόδης ἐς Ἀντιόχειαν τὴν Περσῶν πτυκτίον ἐξέπεμπε γραμμάτων Ῥωμαϊκῶν. ἡ δὲ δέλτος εἶχεν ἐπὶ λέξεως τάδε· καλὸν γὰρ οἶμαι καὶ αὐτῆς τῆς συνθήκης τῶν ῥημάτων τὴν ἔκθεσιν, ὡς ἔχει φύσεως, προενέγκασθαι.

«ωμαῖοι πιστοὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν τοῖς τὴν Ἀντιόχειαν τῆς Περσίδος χαίρειν. […]» (ο Χοσρόης έχει υποτίθεται γίνει Χριστιανός, γι΄αυτό ο στρατηγός του Μεβόδης ονομάζει τον Χριστό «κύριον ἡμῶν»)

Άλλες αναφορές σε όρους που χρησιμοποιούν οι Ρωμαίοι

[1.7.4] (Κομεντίολος) διά τοι τοῦτο καὶ στρατηγὸς ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος αὖθις χειροτονηθεὶς ἀποστέλλεται καὶ Ῥωμαϊκαῖς ἀξίαις λαμπρύνεται τήν τε τοῦ πραισέντου τὴν παρὰ Ῥωμαίοις λεγομένην ἔνοπλον ἡγεμονίας τιμὴν ἀποφέρεται. (ἔνοπλος τιμή = στρατιωτικό αξίωμα, ηγεμονία του πραισέντου = Magister Mīlitum Praesentalis)

[3.18.11-12] (μετάφραση περσικού αξιώματος) στρατηγὸς [οὐ] μετοὐ πολὺ καὶ τοῦ Περσικοῦ χειροτονεῖται ἀθροίσματος. οὕτω δὲ κατὀλίγον ἐξαιρούσης τῆς τύχης αὐτόν, ὡς καὶ δαριγβεδοὺμ τῆς βασιλικῆς ἀναδεῖξαι ἑστίας (ὃν δὴ κουροπαλάτην Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν) (cūra palātiī = φροντίδα του Παλατιού, cūra = φροντίδα)

[8.4.3] ὁ μὲν οὖν Μαυρίκιος κελεύει τοῖς σωματοφύλαξιν ἀπειλεῖν ταῖς σιδηραῖς κατὰ τῶν ἐπιόντων κορύναις (ταῦτα δὲ ἄρα τῇ Ῥωμαίων φωνῇ δίστρια λέγεται)

(Εδώ θέλω να δω τι έχει να πει και ο Simplizissimus για τον όρο «δίστρια» = «σιδηραί κορύναι». Εγώ πιστεύω ότι πρόκειται για δημώδη εκδοχή του λατινικού όρου dextrālis = “hatchet” = «μικρό τσεκούρι», γιατί τέτοια τσεκουράκια περιείχαν οι fasces των Λικτώρων σωματοφυλάκων)

[8.8.9] ἐπὶ τούτοις ὁ αὐτοκράτωρ ἐπιτείνας τὸ βάδισμα μεθίσταται τοῦ παρὰ Ῥωμαίοις λεγομένου σεκρέτου. (Sēcrētum = αίθουσα του παλατιού όπου ο αυτοκράτορας συζητούσε τα «σεκρετικά ζητήματα» με στενούς του συνεργάτες)

[8.12.8] εἶτα πρὸς τὸ πεδίον τὸ ἀνακείμενον ἐν τῷ λεγομένῳ Ἑβδόμῳ, ὃν Κάμπον Ῥωμαῖοι κατονομάζουσιν, (Ἕβδομον, Campus Tribūnālis ~ Κάμπος τῶν Τριβουναλίων, campus > κάμπος = «πεδίον»)

Ο Ιωάννης Μυστάκων

Ο Σιμοκάττης αναφέρεται συχνά στον Ιωάννη «που οι Ρωμαίοι συνηθίζουν να αποκαλούν ΜυστάκωναΤο παρατσούκλι «Μυστάκων» = «Μουστάκιας/Μουστακαλής» έχει ενδιαφέρον γιατί μπορεί να είναι τόσο ελληνικό όσο και λατινικό. Και οι δύο γλώσσες χρησιμοποιούν το επίθημα Hoffmann *-h3onh2 για το σχηματισμό παρατσουκλιών (ελληνικό -ων/-ωνα ~ λατινικό -ō/-ōnem) και ο ελληνικός όρος μύσταξ είχε εισέλθει ως δάνειο στη Λατινική (λ.χ. ιταλικό mostaccio ~ βλαχικό mustatsã).

Ελληνικά παρατσούκλια σε -ων είναι τα πόσθων/σάθων = «πουτσαράς», γάστρων/φύσκων = «κοιλαράς/φούσκας»

Λατινικά παρατσούκλια σε -ō είναι τα Νāsō = «Μυταράς», Cicerō/Κικέρων = «Ρεβιθάς» (επάγγελμα ή, πιθανότερα, αυτός που έχει ένα «ρεβίθι» ~ σπυρί στο πρόσωπο), Catō/Κάτων «Σαΐνι/Εξυπνάκιας» (catus = έξυπνος)

Το παραπάνω λατινικό επίθημα -ō/-ōnem συνεχίζει στην Ιταλική ως -one (λ.χ. ragazzo = «αγόρι» > ragazzone ~ «λεβέντης, παιδαράς»)

[1.9.4] καὶ βασιλεὺς τὸν Ἰωάννην, ᾧπερ ἐπώνυμον τὸ τῆς ὑπερῴας χελύνης κατάκομον, ὃν δὴ καὶ Μυστάκωνα προσηγόρευον Ῥωμαῖοι, ἐκ τῶν τῆς Ἀρμενίας στρατοπέδων ἐπὶ τὰς τῆς ἀνατολῆς δυνάμεις Ῥωμαϊκὰς μετεβίβαζεν.

[2.17.9] καὶ τὸν Ἰωάννην, ὃν δὴ Μυστάκωνα τοῖς πολλοῖς ἔθος ἀποκαλεῖν, στρατηγὸν προεστήσατο,

[4.15.2] δεκάτη δὲ ἡμέρα, καὶ ὡς τὸν Ἰωάννην, ὃν Μυστάκωνα Ῥωμαίοις ἔθος ἦν κατονομάζειν,

Σταματάω εδώ γιατί μαζεύτηκαν πολλά. Στην επόμενη ανάρτηση, όπως ανέφερα στην αρχή της ανάρτησης, θα περιγράψω πως χρησιμοποιεί ο Σιμοκάττης τους όρους «γένος/ἔθνος/φῦλον» και με ποιους εθνοτικούς δείκτες (ethnic indicia) ορίζει τις εθνοτικές κατηγορίες της ιστορίας του.

Advertisements

2 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

2 responses to “Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #2

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    -Πολύ ωραία αυτή η εξέταση της κλεισούρας μέσω των Βυζαντινών συγγραφέων !

    -Ενώ οι αρχαίες πηγές το γράφουν ως Κυνέγειρος, άλλοι το γράφουν ως Κυναίγειρος. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να δώσεις μια ετυμολογία για το Κυνέγειρος και άλλη μια για το Κυναίγειρος ;

    λακωνίσατε συμπλεκόμενοι·

    Τους αρχαίους Σπαρτιάτες πρέπει να τους είχαν σε μεγάλη εκτίμηση οι αρχαιομαθείς Βυζαντινοί , γιατί θυμάμαι πως τους αναφέρει και ο Λέων ΣΤ στα Τακτικά του :

    Καὶ γὰρ καὶ τοῖς πάλαι Ῥωμαίοις κατ΄ἀρχὰς ἀντὶ τειχῶν τῇ Ῥώμῃ φόσσαν καὶ τὰ ὅπλα χρηματίζειν λέγεται. Καὶ Λακεδαιμονίῳ ποτὲ στρατιώτῃ ἐρωτώμενῳ: «ποῦ οἱ τῆς γῆς ὑμῶν ὅροι;» λέγεται εἰπεῖν «ὧδε» δείξαν τὸ ἐν τῇ χερὶ κατεχόμενον δόρυ.(Λέγεται δε ότι οι «πάλαι Ῥωμαῖοι» στην αρχή προστάτευαν την Ρώμη όχι με τείχη, αλλά με μια τάφρο (φόσσα) και τα όπλα τους. Και όταν ρωτήθηκε ένας Λακεδαιμόνιος στρατιώτης «που είναι τα όρια της γης σας;» λέγεται ότι απάντησε «εδώ» δείχνοντας το δόρυ που κρατούσε στο χέρι του.)
    https://smerdaleos.wordpress.com/2015/11/29/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9/

    Ὁ δὲ Μακεδὼν ἐκεῖνος ἢ Λεωνίδας τὸ φρόνημα ἢ Καλλίμαχος ἢ Κυνέγειρος, ἀρκέσει δὲ τὸ Ῥωμαῖον ἀποκαλεῖν

    Θυμάμαι σε ένα διάλογο του Blog και του Pertinax ότι και ο Ιωσήφ Βρυέννιος (1415) χρησιμοποιούσε αρχαιοελληνικούς ήρωες για να εξυψώσει το πατριωτικό φρόνημα.

    Βέβαια αυτός πίστευε και στην διπλή καταγωγή.

    A

    Και όπως είχε δώσει και ο Πέρτναξ :

    «Από την άλλη ο ιεροκήρυκας Ιωσήφ Βρυέννιος έλεγε τα εξής:
    «Υμείς έστε μόνοι των Ρωμαίων το άνθος, οι της πρεσβυτέρας Ρώμης απόγονοι, και της νέας ταύτης (Κων/πολεως) υιοί»

    «(πιστεύεται κακώς) των νυν Ρωμαίων οι άρχοντες Έλληνες είναι, Ιταλών δ’ άπαν το φύλον Ρωμαίοι. ων οι μεν πρώτοι των Ρωμαίων το άνθος, κάν φωνής της πατρίου, τω την Έλληνα προελέσθαι, ώσπερ άρα και της σφων γης απέστησαν. οι δε δεύτεροι των πάλαι Λατίνων απόγονοι καθεστώτες, κάν την των Ρωμαίων γλώτταν ως και την πόλιν αυτών εκληρώσαντο» (…) «ημείς δε, Ρωμαίοι, φημί, και Λατίνοι, τρία προ τοις χιλίοις έτη υπήρχομεν ηνωμένοι»
    Ν. Τωμαδάκης, Ο Ιωσήφ Βρυέννιος και η Κρήτη κατά το 1400, 1947, σ. 72

    (..)απόσπασμα στο οποίο ο Βρυέννιος αντιτίθεται στην άποψη (προφανώς κάποιων συγχρόνων του) ότι οι Βυζαντινοί άρχοντες είναι Έλληνες, τονίζοντας πως είναι το άνθος των αρχαίων Ρωμαίων,

    ο Σέργιος είχε κάνει τάμα έναν χρυσό σταυρό στον Σέργιο,
    (μάλλον πρέπει να διορθωθεί)

    • 1) ο Σέργιος είχε κάνει τάμα έναν χρυσό σταυρό στον Σέργιο
      —-

      Διορθώθηκε! Φυσικά ο Χοσρόης Β΄ είχε κάνει τάμα χρυσό σταυρό στον Μάρτυρα Σέργιο.

      2) Οι Λάκωνες φυσικά ήταν πρότυπο μαχητικής αρετής σε όποιον είχε κλασική παιδεία.

      3) Ο Κυνέγειρος με «ε» μάλλον είναι «αυτός που εγείρει τους κύνες», δηλαδή ξεσηκώνει τα σκυλιά για κυνήγι, όπως ο κυνηγός «άγει τους κύνες» και ο Ιππόλυτος/Λύσιππος «λύει/ξεζεύει τους ίππους».

      Τώρα ο τύπος Κυναίγειρος με «αι» δεν έχει και πολύ νόημα (αἴγειρος = λεύκα). Το LGPN βλέπω ότι δίνει μόνο τον τύπο Κυνέγειρος, που απαντά 3 φορές.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s