Ήταν «Γουναράς» ο Βελισάριος;

Όσο πασίγνωστος είναι ο στρατηγός Βελισάριος, άλλο τόσο άγνωστο παραμένει ετυμολογικά το μυστήριο όνομά του. Τι σήμαινε άραγε το όνομα Βελισάριος;

Ο Βελισάριος γεννήθηκε στην πολίχνη Γερμαί/Γερμάν(ν)η (σημερινά Σαπάρεβα Μπάνια) της Μεσόγειας Δακίας, η οποία βρισκόταν λίγο ανατολικότερα από την Παυταλία (σημερινό Κιουστεντίλ και μεσαιωνικό Velbažd) που ήταν το μεγάλο αστικό κέντρο της περιοχής. Τόσο το αρχαίο θρακικό όνομα (ΙΕ *gwherm- > θρακ. Γερμ- = «θερμός») όσο και το σημερινό βουλγαρικό όνομα (banya = μπάνια = «θερμά λουτρά») προέκυψαν από τις διάσημες θερμές πηγές της περιοχής, στις οποίες υπήρχαν λουτρά ήδη από την ρωμαϊκή περίοδο.  Το κύριο δημογραφικό στοιχείο στην ενδοχώρα της Διοικήσεως Δακίας ήταν οι εκλατινισμένοι «Βέσσοι» οι οποίοι, στα χρόνια του Βελισάριου, μιλούσαν την επιχώρια δημώδη ποικιλία της ύστερης Λατινικής που σήμερα ονομάζουμε Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ), για να την διακρίνουμε από την Δαλματική Ρωμανική που μιλιόταν στην ακτή της Αδριατικής.

Το πρώτο που παρατηρούμε όταν εξετάζουμε μορφολογικά το όνομα Βελισ-άριος είναι το λατινικό επίθημα -ārius που εισήλθε στην Ελληνική ως -άριος και συνεχίζει σήμερα ως -άρης (ετυμολογικά -άρις), μετά την τυπική απλοποίηση του ληκτικού -Cio- > -Ci- (λ.χ. πεπών > πεπόνιον > πεπόνιν > πεπόνι, σάγμα > σαγμάριον > σαγμάριν > σαμάρι, κύριος > κῦρις/κύρης, Γεώργιος/Θεοδόσιος/Διονύσιος >Γιώργης/Θεοδόσης/Διονύσης κλπ).

Η γενική λειτουργία του λατινικού επιθήματος -ārius ήταν ο σχηματισμός συσχετιστικών επιθέτων (λ.χ. mīles/mīlitem = «στρατιώτης» > mīlit-ārius = στρατιωτ-ικός). Ωστόσο, το επίθημα υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικό στον σχηματισμό των ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα. Έτσι το επίθετο aer-ārius (aes/aeris = «χαλκός»), από ένα σημείο και μετά, δεν σήμαινε τόσο «χάλκινος» όσο σήμαινε «αυτός που σχολείται με τον χαλκό ~ χαλκουργός».

Ο τετράρχης Γαλέριος (που ήταν και αυτός από τη Διοίκηση Δακίας, όπως και ο Βελισάριος) έφερε το παρατσούκλι/επώνυμο “Arment-ārius = «Γελαδ-άρης» (armentum = αγέλη βοοειδών) επειδή ο πατέρας του ήταν γελαδάρης στο επάγγελμα.

Armentarius

Το λατινικό επίθημα -ārius συνεχίζει στην Ιταλική ως -aio:

λατινικό notārius > ιταλικό notaio = «συμβολαιογράφος»

λατινικό ferrum = «σίδηρος» > faber ferrārius = «τεχνίτης σιδήρου, σιδηρουργός» > ιταλικό ferraio «σιδεράς»

gelato = «παγωτό» > gelataio = «παγωτατζής»

benzina = «βενζίνη» > benzinaio = «βενζινάς/βενζινοπώλης»

Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) το επίθημα -ārius απλοποιήθηκε σε -ar[u] (-aryu > -arʲrʲu > -arru > -aru) όπως στα ελληνικά κύριος/κυρία > κυριός/κυριά = [küryós/küryá] > κυρός/κυρά). Ενώ τον θηλυκό όρο κυρά τον γνωρίζετε όλοι, τον αρσενικό όρο κυρός θα τον βρείτε συχνά στα βυζαντινά κείμενα.

Έτσι ο Ιωάννης Κίνναμος και ο Γεώργιος Ακροπολίτης ξεκινάνε ο πρώτος την «Ηθοποιία» του και ο δεύτερος τους επιτάφειους λόγους του για τον αυτοκράτορα Ιωάννη Βατάτζη και την σύζυγό του Ειρήνη με τα λόγια:

Τοῦ βασιλικοῦ γραμματικοῦ κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Κιννάμου ἠθοποιία·

Τοῦ Ἀκροπολίτου κυροῦ Γεωργίου ἐπιτάφιος τῷ ἀοιδίμῳ βασιλεῖ κυρῷ Ἰωάννη τῷ Δούκᾳ

Στίχοι τοῦ μεγάλου λογαριαστοῦ ἐπιτύμβιοι εἰς τὴν δέσποιναν Κομνηνὴν κυρὰν Εἰρήνην

Παραθέτω τα παρακάτω παραδείγματα με το επίθημα -ārius > -ar[u] στην ΑΒΡ:

λατ. vacca = «αγελάδα» > *vaccārius = «γελαδάρης» > βλαχικό vãcar[u] ~ ρουμανικό văcar (~ ιταλικό vaccaio ~ vaccaro)

λατ. vervēx ~ berbēx = «(ευνουχισμένο) κριάρι» > *vervēcārius= «κριαράς» > βλαχικό birbicar[u] ~ ρουμανικό berbecar (~ γαλλικό berger)

λατ. pecus/pecora = «πρόβατο/πρόβατα» > pecorārius = «προβατάς» > βλαχικό picurar[u] ~ ρουμανικό păcurar (~ ιταλικό pecoraio ~ pecoraro)

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το όνομα Βελισάριος μοιάζει πολύ στο δημώδες λατινικό pelliciārius = «γουναράς» που είναι ο πρόγονος του ιταλικού pelliciaio (pellicia = «γούνα, τομάρι»). Ο ιταλικός όρος pellicia είναι η θηλυκή ουσιαστικοποιημένη εκδοχή του λατινικού επιθέτου pellicius/pelliceus = «τομαρίσιος/τομαρένιος» (pellis/pellem = «δέρμα, τομάρι», με υποκοριστικό pellicula).

Ο όρος pelliciārius = «γουναράς» απαντά στις δυτικές λατινογενείς γλώσσες της περιόδου 1000-1200 μ.Χ. με τους παρακάτω τύπους:

 pelliciārius, pelliceārius, pellicerius, pellicenarius, pelliciaius, pellizarius, piliçar, piliçarius, pilizarius, pellitarius, pelletier

pelliciarius

Για να πάμε από τον όρο pelliciārius στο όνομα Belisarius/Βελισάριος πρέπει να συμβούν οι παρακάτω φωνολογικές τροπές:

  1. Ηχηροποίηση p>b σε αρκτική θέση
  2. Απλοποίηση του διπλού συμφώνου ll>l
  3. Προστριβοποίηση και συριστικοποίηση -kya- > -tša- > -sa-

Όλες οι παραπάνω τροπές έχουν παρατηρηθεί στα λατινικά δάνεια της Αλβανικής, τα οποία είναι ενδεικτικά της επιχώριας δημώδους λατινικής που μιλιόταν στην Διοίκηση Δακίας.

Ηχηροποίηση p>b σε αρκτική θέση:

pulvis/pulverem «σκόνη» > ΑΒΡ *pulbere > βλαχικό pulbiri ~ ρουμανικό pulbere, αλλά αλβανικό bulbër (και νεοελληνικό μπούρμπερη)

pástica > *báštica > *béštica (i-μετάλλαξη Σαρδική > Σερδική, calicem > qelq, amita > emtë) > *bještikë > bjeshkë = «ορεινό βοσκοτόπι»

*pistália > βλαχικό pãstalji ~ ρουμανικό păstaie, αλλά αλβανικό bishtajë όλα «φλούδα»

pastica

Ανάλογη ηχηροποίηση k>g σε αρκτική θέση η Αλβανική δείχνει στο λατινικό δάνειο καστάνεια > λατ. castanea > αλβ. gështenjë

Σημειώνω εδώ και το δημώδες λατινικό επίσκοπος/episcopus > *ebiscopo ~ *ebescobo > αγγλικό bishop και ιταλικό vescovo αν και η ηχηροποίηση εδώ είναι σε μεσοφωνηεντική θέση, κάτι αναμενόμενο για την Γαλλο-Ιβηρική ρωμανική (λ.χ. ισπανικά lupus > lobo και focus > fuego).

Απλοποίηση του διπλού συμφώνου -ll- > -l-:

Αυτό είναι γενικότερο φαινόμενο της ΑΒΡ η οποία, όπως και η μεταγενέστερη Ελληνική, σταμάτησε να προφέρει τα διπλά σύμφωνα. Το απλό μεσοφωνηεντικό -l- ρωτακίστηκε στην ΑΒΡ (λ.χ. solem > soari ~ soare), αλλά το διπλό -ll- απλοποιήθηκε αποφεύγοντας τον ρωτακισμό.

λατ. sella > ιταλικό sella, αλλά ΑΒΡ *sjella > sjalla > šala > αλβανικό shalë ~ βλαχικό shauã (-ala > -awa, πληθυντικός shali) ~ ρουμανικό sellārius > șelar

λατ. pellis/pellem > ιταλικό pelle, αλλά ΑΒΡ *pjele > ρουμανικό piele και βλαχικό chiali/cheali (pyell- > pyall– > pyal– > kyal-, όπως petra > pietra > piatră > chiatrã)

Προστριβοποίηση και συρισικοποίηση -kya- > -tša- > -sa-:

Εδώ έχουμε μια τυπική τροπή της Αλβανικής που ήταν ενεργή κατά την περίοδο ~500-800 μ.Χ., γιατί απαντά και στα πρώιμα σλαβικά δάνεια:

Δυρράχιον/Dyrrachium > δημώδες λατινικό Durrakyo > Durrao (η προστριβοποίηση συνέβη μετά το 400 μ.Χ. στην δημώδη Λατινική) > αλβ. Durrës

σλαβικό απαρέμφατο porǫčiti > αλβ. porosit

Έχω εξηγήσει αυτήν την τροπή σε παλαιότερη ανάρτηση.

Ότι είχε συμβεί η προστριβοποίηση -ky->-ts- ~ -tš- στην ΑΒΡ στα χρόνια του Βελισαρίου και του Προκοπίου φαίνεται από τα λατινικά τοπωνύμια στο «Περί Κτισμάτων»:

Ὑπὸ πόλιν Γέρμεννε,

νέον μὲν Σκαπλιζώ. ἀνενεώθη δέ· Γερμάς. Κανδαράς. Ῥολλιγεράς. Σκινζερίες. Ῥιγινοκάστελλον. Σουεγωγμένσε.

Ὑπὸ πόλιν Παυτά·

Τάρπωρον. Σουάβαστας. Χερδούσκερα. Βλέβοις. Ζεαπουρίες.

Ἐν χώρᾳ Σκασσετάνᾳ·

Ἄλαρον. Μαγιμιάς. Λουκουνάντα. Βάλαυσον. Βούττις.

Ὑπὸ πόλιν δὲ …

νέα μέν· Καλβεντία. Φαράνορες. Στρανβάστα. Ἄλδανες. Βαραχτέστες. Σάρματες. Ἄρσενα. Βράρκεδον. Ἐραρία. Βερκάδιον. Σαβινίριβες. Τιμίανα. Κάνδιλαρ. Ἄρσαζα. Βικούλεα. Καστέλλιον. Γρόφφες. Γάρκες. Πίστες. ∆ούσμανες. Βράτζιστα. Ὁλόδορις. Κασσία. Γράνδετον. Οὐρβρίανα. Νώγετο. Γούρβικον. Λαύτζονες. ∆ουλίαρες. Μεδίανα. Τιούγκωνα. Καστέλλιον. Ἀνενεώθη δέ· Ἕρκουλα. Μουτζιανικάστελλον. Βούρδωπες. Κάλις. Μιλλάρεκα. ∆έδβερα. Χεσδούπαρα.

Προσέξτε το τοπωνύμιο «Μουτζιανικάστελλον» στην προτελευταία γραμμή. Προέρχεται από την λατινική γενική Muciānī Castellum = «το Κάστρο του Μουκιανού» (lupus/lupī = ὁ λύκος/τοῦ λύκου).

Επομένως, ο λατινικός όρος pelliciārius = «γουναράς» στα χρόνια του Βελισαρίου θα προφερόταν σίγουρα *pelitšario. Από εκεί και μετά, έχω ήδη παραθέσει παραδείγματα από τα λατινικά δάνεια της Αλβανικής που δείχνουν τις φωνολογικές τροπές που χρειάζονται για να φτάσουμε από τον δημώδη τύπο *pelitšario στο όνομα Βελισάριος.

Τα σημερινά ιταλικά επώνυμα Pellizzaro ~ Pellizzari προκύπτουν από το λατινικό pelliciārius.

Advertisements

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

2 responses to “Ήταν «Γουναράς» ο Βελισάριος;

  1. Simplizissimus

    Ωραία ετυμολόγηση. Πολύ πιο αληθοφανής από μιαν άλλη, που σέρνεται εδώ και πολύ χρόνο στο ημίφως της εθνικιστικής σκοπιμότητας, και που θέλει το όνομα σλαβικό (ενώ οι Σλάβοι εμφανίστηκαν στα μέρη εκείνα πολύ μετά το θάνατο του Βελισάριου), ότι δήθεν σημαίνει Λευκός Πρίγκιπας (Beli-Tsar). Ερμηνεία που δυστυχώς την κατάπιε ο αγαπημένος Ρόμπερτ Γκρέιβς και την αναπαράγει στην αξεπέραστη μυθιστορηματική βιογραφία του Βελισάριου. (Όποιος θέλει να απολαύσει το υπέροχο αυτό έργο, του συστήνω να αναζητήσει την παλιά μετάφραση της Αθηνάς Κακούρη στις εκδόσεις Παπύρου, στα ΒΙΠΕΡ).

    • Καλώς τον κύριο Simplizissimus!

      Ο Πολωνός Adam Mickievicz το 1843 είχε κάνει αυτήν την παράλογη ετυμολογική πρόταση και απορώ πως την έχαψε ο Ρόμπερτ Γρέιβς και τόσοι άλλοι.

      Όχι τίποτε άλλο, αλλά η λέξη «τσάρος» (λατ. Caesar > PSlv Cěsarjь > μεταγενέστερο Carĭ) απέκτησε την μονοσύλλαβη μορφή της μετά το 1000 μ.Χ.

      Ακόμα και στα χρόνια του Βασιλείου Β΄, οι Βούλγαροι φώναζαν «βεζεῖτε, βεζεῖτε … Τζάσαρ!!!» (φύγετε, φύγετε έρχεται ο [βυζαντινός] «Τσάρος»!!!).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s