Η ΙΕ ρίζα *wreh1g’- «σπάω»: ο «ρηξήνωρ θυμολέων» Αχιλλέας και η «κατά πόδρεζαν» προσπλοκή του Βασιλείου

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους απογόνους της ΙΕ ρηματικής ρίζας *wreh1g’- «σπάω».

Η ρίζα αυτή έδωσε στην Ελληνική το ρήμα ῥήγνῡμι = «σπάω» και τα παράγωγά του. Το αθεματικό αυτό ρήμα κάποια στιγμή απέκτησε και την εναλλακτική θεματική μορφή ῥηγνύω (όπως δείκνῡμι > δεικνύω > δείχνω) που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα.

*wreh1g’-nu-mi > ϝρήγνῡμι > ῥήγνῡμι

Το μόρφημα *-nu- > -νῡ- είναι ένας ενεστωτικός δείκτης που σχετίζεται με τη ρίζα *new- «νέος, νέα στιγμή, τώρα» > νῦν. O Ινδο-Ιρανικός κλάδος χρησιμοποιεί τον ίδιο ενεστωτικό δείκτη στον πλήρη όμως βαθμό *-new- > *nau- > σανσκριτικό -no- ~ αβεστικό -nao-.

IE *kwer- «ποιώ» > *kwr.-new-tey > ΚΙν-Ιρ *kwr.nauti > σανσκ. kr.noti ~ αβεστ. kərənaoiti

Στην Αρμενική ο απόγονος της ρίζας *wreh1g’-an-e-m- > ergicanem ~ «ρήγνυμι» είναι διδακτικός για τις φωνολογικές εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την συγκεκριμένη γλώσσα. Τα ρήματα σε -an- είναι μια ιδιαιτέροτητα που η Αρμενική συμμερίζεται με την Ελληνική (λ.χ. *leykw- > λείπω και *li-n-kw-an– > λιμπάνω ~ αρμ. lkʿanem).

IE *wreh1g’- > *wrēg’- > *grīc- > *rgīc- > *ergic-

  1. Ο ημιφωνικός φθόγγος *w ακολούθησε την τυπική αρμενική εξέλιξη *w>gw>g (λ.χ. *wed- «νερό» > αρμ. get = «ποταμός»)
  2. *ē>ī>i (λ.χ. *meh1 > *mē > αρμ. mi = «μη»)
  3. *g’>c = /ts/ (λ.χ. *h2eg’-/g’erh2-ont-/meg’h2- > ἄγω/γέρων/μέγας ~ αρμ. acem/cerun/mec)
  4. Μετάθεση gr> rg κατά το σχήμα CR>RC (όπου C = ηχηρό σύμφωνο και R= υγρό ένηχο R ή L) και προσθήκη προτακτικού /e/ #r->#er- (λ.χ. *bhreh2tēr > brāt’īr > blat’ir > lbair > αρμ. ełbayr)

Στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο η ΙΕ ρίζα *wreh1g’- έχασε το αρκτικό /w/, όπως συμβαίνει ενίοτε στον κλάδο αυτό (κανόνας #10 του Holzer) και προέκυψε το πρωτοσλαβικό ρήμα *rězati = «κόβω» και οι βαλτικοί συγγενείς του λιθουανικού ρήματος rėžti = «κόβω». Ωστόσο, ο Robert Beekes συνδέει με κάποια διστακτικότητα τους βαλτοσλαβικούς όρους με την ΙΕ ρίζα *wreh1g’-, θεωρώντας -αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη μου- παράξενη την σημασιακή εξέλιξη «σπάω» > «κόβω» (“phonetically adequate, but semantically less convincing“). Σημειώνω απλά τους ταυτόσημους όρους κόμμα/κομμάτι (< κόπτω) = τμῆμα (< τέμνω) = κλάσμα (<κλάω), ῥῆγμα/ῥωγμή (<ῥήγνῡμι) = σχίσμα/σχισμή (< σχίζω) και την ΙΕ ρηματική ρίζα *h3lem- «σπάω» (λ.χ. σλαβικό lomiti) που στην Ελληνική συναντήθηκε με το ρήμα κόπτω στο ομηρικό νωλεμής = αδιάκοπος = συνεχής/ακατάπαυστος.

Εγώ βρίσκω πιο προβληματική την ετυμολόγηση των όρων ῥαγή ~ ῥαγάς ~ περιρραγής και ῥάγδην ~ ῥαγδαῖος από την ρίζα *wreh1g’- την οποία ο Beekes απoδέχεται (μέσω ενός εναλλακτικού μηδενικού βαθμού *wr.g’- > ϝραγ- που έχασε το λαρυγγικό h1, “forms with ῥαγ- must contain a secondary zero grade“), παρά την σημασιακή εξέλιξη «σπάω» > «κόβω» στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο.

wreh1g

Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά τους σίγουρους απογόνους της ρίζας *wreh1g’- στην Ελληνική:

ε-βαθμός *wreh1g’- > wrēg’- > ῥήγνῡμι, ῥῆγμα (< *wreh1g’-mn.), ῥῆξις (< *wreh1g’-tis), ῥηγμίν/ῥηγμίς ~ κατά Ησύχιο «αἰγιαλός, περὶ ὅνπερ ῥήγνυται τὸ κῦμα/διὰ (τὸ) ῥήσσειν τὰ κύματα ἐκεῖ» (< *wreh1g’-m-in-s, με το ίδιο επίθημα των γλωχίς/γλωχίν και Ἐλευσίς/Ἐλευσῖνα ~ Σαλαμίς/Σαλαμῖνα). Το όνομα της αποικίας Ῥήγιον στη Μεγάλη Ελλάδα μάλλον οφείλει το όνομά του στο ότι βρίσκεται στο θαλάσσιο ρήγμα που χωρίζει την Σικελία από την Ιταλία. Φυσικά, μία άλλη πιθανότητα είναι να πρόκειται για γηγενές ιταλικό τοπωνύμιο που να σημαίνει «κατοικία του βασιλιά» (rēx/rēgem = βασιλεύς > rēgius = βασίλειος/βασιλικός, λ.χ. η πόλη Hippō Rēgius οφείλει το όνομά της στο ότι ήταν η έδρα των βασιλέων της Νουμιδίας, χώρας με ξακουστό ιππικό).

ο-βαθμός *wroh1g’- > *wrōg’-: παρακείμενος ἔρρωγα (< *we-wroh1g’-h2e ~ λέλοιπα), ῥωγμή (< *wroh1g’-meh2, όπως *telh2- > *tolh2-meh2 > τόλμᾰ/τόλμη), ῥωγή (< *wroh1g’-eh2, όπως τρέπω > τροπή), ῥώξ (< *wroh1g’-s), ἀπορρώξ = «απότομα βράχια» (ἀποτέμνω > ἀπότομος ~ ἀπορρήγνῡμι > ἀπορρώξ) και ἀρρώξ, ῥωγαλέος ~ ξεσκισμένος κλπ.

μηδενικός βαθμός *wr.h1g’- > wg’- (όπως *werh1-yō > εἴρω, αλλά  *wr.h1– > ϝρη– > ῥήτρα, ῥήτωρ): *n.-wr.h1g’-tos > ἄϝρηκτος = αιολικό αὔρηκτος > αττικοϊωνικό ἄρρηκτος

Η ρηματική ρίζα ως πρώτο συνθετικό σε *wreh1g’-ti- > ῥηξι- (λ.χ. *steh2-ti- > Στησίχωρος) απαντά στους όρους:

ῥηξήνωρ = «που ρηγνύει τις φάλαγγες των αντίπαλων ανδρών» (η φράση «ῥηξήνωρ θῡμολέων» ~ «λεοντόκαρδος ανδροσπάστης» χαρακτηρίζει συχνά τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα) και ῥηξηνορία/ῥηξηνορίη η ικανότητα του ῥηξήνορος μαχητή.

ῥηξικέλευθος = «που ανοίγει (καινούριο) δρόμο» (η χρήση του ρἡγνῡμι δηλώνει «άνοιγμα ρήγματος σε βράχο»)

ῥηξίφρων = «αυτός που έχει σπασμένο/πεσμένο φρόνημα/ηθικό»

ῥηξίφλοιος = «αυτός που έχει ρωγαλέο φλοιό»

Ο Διόνυσος θεωρούνταν ῥηξίνοος ~ ῥηξίνους διότι «έπαιρνε να μυαλά» και, κατά συνέπεια, «διερρήγνυε το λογικό».

ῥηξίχθων = «αυτός που ξεπετάγεται από κάποιο ρήγμα της γης»

ῥηξίζυγος = «αυτός που σπάει το ζυγό/τα δεσμά»

Το σλαβικό ρήμα rězati απαντά στην σύνθετη μορφή podŭrězati (podŭ = «υπο»), που απέκτησε τη σημασία «κλαδεύω».

Αυτό το σλαβικό ρήμα είναι η ρίζα του όρου «πόδρεζα» που απαντά στη φράση του Γενέσιου «ἡ κατὰ πόδρεζαν προσπλοκή» (= η λαβή «κλάδευμα» της πάλης, το γνήσιο σλαβικό ουσιαστικό πρέπει να ήταν *podŭ-rězĭba > *podrezba) που, σύμφωνα με τον Γενέσιο, χρησιμοποιούσαν οι εγχώριοι του βυζαντινού θέματος Μακεδονίας («ὡς ὁ ἐγχώριος λόγος») για μια λαβή περίσφιξης (προσπλοκή = αγκάλιασμα) της πάλης, με την οποία ο Βασίλειος ο Μακεδών υποτίθεται ότι νίκησε τον καλύτερο παλαιστή από «τοὺς εἰς πάλην ἐπιτηδείους» που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του Θεοφιλίτζη («Θεοφιλίσκος»).

Ο Γενέσιος εδώ έχει παραποιήσει την ιστορία με τον υποτιθέμενο αγώνα πάλης όπου ο Βασίλειος νίκησε έναν ακαταγώνιστο Βούλγαρο παλαιστή. Σε αυτήν την ιστορία ο Γενέσιος παρουσιάζει τον δικό του πρόγονο Κωνσταντίνο τον Αρμένιο ως «φίλο ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΗ» (καθὃν τὰ πρὸς φιλίαν ἐξ ἀγχιστείαςΚωνσταντῖνος) του Βασιλείου, ενώ ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος (που έγραψε την Vita Basilii στους Συνεχιστές Θεοφάνους σχεδόν συγχρόνως με τον Γενέσιο) και, αργότερα, ο Σκυλίτζης, μιλάνε απλά για «σφοδρή φιλία εξαιτίας της κοινής τους αρμενικής καταγωγής». Ο Γενέσιος πρόσθεσε την «ἀγχιστεία» με σκοπό να εξυψώσει κοινωνικά την οικογένειά του, συσχετίζοντάς την συγγενικά με την άρχουσα Μακεδονική δυναστεία.

Ο Σκυλίτσης γράφει απλά πως ο Κωνσταντίνος ήταν «σφοδρά φίλιος» προς τον Βασίλειο λόγω της κοινής αρμενικής τους καταγωγής («ἅτε καὶ αὐτὸς ἐξ Ἀρμενίων τὴν τοῦ γένους ἕλκων σειράν»). Ο Σκυλίτζης, με τη σειρά του, πρέπει να διάβασε το χωρίο του Γενέσιου και να μην κατάλαβε την «κατὰ πόδρεζαν προσπλοκήν» την οποία ορίζει ως «ὥσπερ τινὰ δεσμὸν χόρτου ἢ πόκον ἐρίου». Η φράση «πόκος ἐρίου» δείχνει ότι ο Σκυλίτσης πρέπει να ρώτησε κάποιον για την σημασία του όρου «πόδρεζα» και να πήρε ως απάντηση την εναλλακτική σημασία «κουρεύω, θερίζω, μαδάω» του ρήματος podrezati (trim, clip, crop).

[Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστορίων, Βασίλειος, 1.7] λέγει γοῦν περὶ μέσας τραπέζας ὁ Θεόφιλος πρὸς τὸν καίσαρα, ὡς ’εἰ ἀρέσκει τῇ σῇ ἐξουσίᾳ,  ἔστι τις τῶν ὑπηρετούντων μοι δυνάμενος συμπλακῆναι τῷ περιβοήτῳ τούτῳ Βουλγάρῳ. μέγα γὰρ ὄνειδος Ῥωμαίοις, εἰ οὗτος ἀκαταγώνιστος οὕτως ἐν Βουλγαρίᾳ παραγένηται.‘ ἀποδεξαμένου δὲ τὸν λόγον τοῦ καίσαρος καὶ προστάξαντος εἰς μέσον ἄγεσθαι τὸν νεανίαν ὁ πατρίκιος Κωνσταντῖνος ὁ Θωμᾶ τοῦ λογοθέτου πατήρ, σφόδρα φιλίως πρὸς τὸν Βασίλειον διακείμενος, ἅτε καὶ αὐτὸς ἐξ Ἀρμενίων τὴν τοῦ γένους ἕλκων σειράν, κάθυγρον ἰδὼν τὸν τόπον, ἐν ᾧπερ ἔμελλον οἱ παλαισταὶ συμπλακῆναι, καὶ δείσας τὸν ἐκ τῆς ὑγρότητος ὄλισθον, κόνιν καὶ πρίσμα ἀπὸ ξύλων ἐπιρραίνει τῷ ἐδάφει. οὗ γενομένου συμπλακεὶς τῷ Βουλγάρῳ ὁ Βασίλειος, καὶ ὥσπερ τι παιδίον νεογνὸν πιέσας καὶ περισφίγξας αὐτόν, ὥσπερ τινὰ δεσμὸν χόρτου ἢ πόκον ἐρίου κούφως οὕτω καὶ ῥᾳδίως μετεωρίσας ἐπάνω τῆς τραπέζης ἀπέρριψε.

Η «κατὰ πόδρεζαν προσπλοκή» πρέπει να ξεκινούσε με «κλάδευμα» των άνω άκρων του αντιπάλου (δηλαδή απότομο κατέβασμα των χεριών που προσκολλούνταν στο κορμί), και ολοκληρωνόταν με περίσφιξη του αντιπάλου. Παραθέτω τα λόγια του Γενέσιου:

[Γενέσιος, Βασιλείαι, 4.26] Θεοφιλίσκος οὗτος ἐξήκουστο· πρὸς ὃν παρὰ βασιλέως ἀνθαμίλλησις ἐκεκίνητο εὐθεάτων καὶ ἀνδρείων νεανιῶν ἕνεκα. καὶ παρὰ μὲν καίσαρος Ἀντίγονος ὁ τούτου φίλτατος ἐκπέμπεται πρὸς αὐτὸν δεξιωθησόμενος, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ ὁ ἐπὶ συχνῷ ῥηθεὶς Κωνσταντῖνος. ἐμπεφορημένῳ δὲ τῆς εὐωχίας αὐτῷ καὶ τὰ πρὸς χαρμοσύνην διεγείρεται φιλοπαίγμονα, προσκαλεσαμένῳ τῶν οἴκοι διατριβόντων τοὺς εἰς πάλην ἐπιτηδείους, καὶ δὴ καταὐτὴν ἀγὼν διανίσταται. καὶ δὴ πάντες παλαιστρικοὶ βασιλέως καὶ καίσαρος ἡττῶσι τοὺς ἄλλους, ἄνευθε Βασιλείου μὴ τῇ παλαίστρᾳ παρόντος. προσκέκληται διὸ καὶ αὐτὸς καὶ πρὸς μονομαχίαν τοῦ κρείττονος ἄγεται· καθὃν τὰ πρὸς φιλίαν ἐξ ἀγχιστείας ὁ Κωνσταντῖνος καλῶς διακείμενος προστάττει τὸ ἔδαφος ἀχύρῳ περιρραντίζεσθαι, ἵνα μή πως διολισθαίνοι Βασίλειος. συνῆλθον οὖν, συνῆλθον κατὰ παλαίστραν ἀμφότεροι· ὧν ὁ μὲν μετεωρίζειν πειρᾶται Βασίλειον, ὁ δὲ μὴ ἐνεγκὼν τὴν Βασιλείου ἀντίβασιν μετεωρίζεται παραυτὰ γενναιότατα καὶ περιστρέφεται ταχίστῳ κινήματι, καὶ τῇ κατὰ πόδρεζαν προσπλοκῇ, ὡς ὁ ἐγχώριος λόγος, πρὸς γῆν καταφέρεται, ὑποστὰς πτῶσιν ἀλάθητον, ὡς καὶ παραψυχὴν τοῖς πᾶσιν εἶναι λογίζεσθαι, εἰ καὶ μετὰ πολὺν χρόνον ὕδασι πολλοῖς καταρραντισθεὶς μόλις ἀνέσφηλεν.

Παραθέτω το χωρίο του Γενέσιου από την μετάφραση του Καλδέλλη στα Αγγλικά, μαζί με τις σημειώσεις του.

podreza

Advertisements

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

3 responses to “Η ΙΕ ρίζα *wreh1g’- «σπάω»: ο «ρηξήνωρ θυμολέων» Αχιλλέας και η «κατά πόδρεζαν» προσπλοκή του Βασιλείου

  1. Θωμάς Άντερσεν

    Απορώ που δεν λες κάτι για το Ομηρικό ρήμα ῥέζω/ῥέξω το οποίο εχει συν τοις άλλοις και την έννοια του κόβω/θυσιάζω. Σχετίζεται επίσης με το κόκκινο χρώμα, βάπτω. Πιθανόν ίδια ρίζα με το red. Ίσως υπάρχει κάποια μεταφορική σχέση με το αίμα.

    Πηγή το Perseus online.

    ῥέζω (A), freq. in Ep. and Trag. (v. infr.), but rare in Att. Prose and Com. (Pherecr. 152 is mock heroic): impf

    I. [select] do, act, deal, opp. εἰπεῖν, Od.4.205, 22.314; opp. παθεῖν, v. infr.:—Constr.,
    1. [select] abs., “ὧδε δὲ ῥέξαι” Il.2.802; “οὐ κατὰ μοῖραν ἔρεξας” Od.9.352, etc.

    II. [select] in special sense, perform sacrifices, ἱερὰ ῥ. Od.1.61, 3.5; ῥ. ἑκατόμβας ἀθανάτοις offer a hecatomb to the gods, Il.23.206, cf. Od. 5.102, Pi.P.10.34; “ῥ. θαλύσιά τινι” Il.9.535; “θύματα Ζηνὶ τῆς ἁλώς εως” S.Tr.288: abs., do sacrifice, “ῥ. θεῷ” Il.2.400, 8.250, etc.: sts. with the victim in acc., σοί . . ῥέξω βοῦν ἦνιν will sacrifice it, 10.292, cf. Od.9.553, 10.523.

    ῥέζω (B), Dor. Verb,= βάπτω,
    A. [select] dye, Phot., EM703.27, cf. Epich. 107. (Cf. ῥέγος, ῥεγεύς, ῥεγιστής, and lengthd. ῥῆγος, ῥηγεύς, also ῥογεύς:—cogn. with Skt. rajyate ‘is coloured or red’.)

    • Νομίζω πως το ῥέζω με τη σημασία «θυσιάζω» είναι από τη ρίζα *werg’- του έργου.

      *werg’- > *wreg’- (μετάθεση) > wreg’-yō > ῥέζω

      Για το ῥέζω = «βάπτω» δεν ξέρω να σου πω, αλλά σίγουρα δεν είναι συγγενής του αγγλικού red, γιατί το τελευταίο είναι συγγενής του ἐρυθρός (IE *h1roudh- > PGmc *raudaz > red).

  2. Θωμάς Άντερσεν

    Για το πρώτο αυτο λέει και στο Perseus. Ενδιαφέρον πάντως οτι ολες αυτές οι έννοιες υπήρχαν καταγραμμένες απο την Ομηρική εποχή και σε διαφορετικά εξελικτικά στάδια, π.χ. ἔργον, ῥέζω

    Πάντως η ανικανότητα της *ΠΙΕ να διαχωρίσει κυριολεξίες απο μεταφορές ειναι σημαντική αδυναμία και σε αρκετές περιπτώσεις καθιστά τις αρχικές ρίζες ύποπτες. Μου έκανε εντύπωση η χρήση της λέξης για να δηλώσει έργο, θυσία, κόψιμο, τομή, άνοιγμα, σπάσιμο κτλ. οταν υπήρχαν ήδη και άλλες λέξεις για όλες αυτες τις έννοιες.

    Ευχαριστώ για την απάντηση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s