Το επίθημα -sht στην Αλβανική και το μυστήριο τοπωνύμιο «Βράτζιστα» στη Μεσόγειο Δακία

Η σημερινή ανάρτηση, όπως πολλές άλλες, προέκυψε από το προ ολίγων ημερών ενδιαφέρον σχόλιο του φίλου Χρήστου.

Ο Χρήστος μου υπενθύμισε ότι η Αλβανική έχει ένα επίθημα -sht που θυμίζει το συλλογικό επίθημα –īšt– του βαλτοσλαβικού κλάδου. Έχω περιγράψει το συλλογικό επίθημα -īšt- του σλαβικού κλάδου σε παλαιότερη ανάρτηση.

Εδώ στα γρήγορα απλώς θα υπενθυμίσω ότι το επίθημα αυτό συμπεριφέρεται όπως το ισολειτουργικό του (επίσης συλλογικό) επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2-, κάτι που θα καταλάβετε αμέσως από τα παρακάτω παραδείγματα:

Ελληνικοί όροι με το συλλογικό επίθημα Hoffmann:

  1. Τόπος με αφθονία αντικειμένου: κάλαμος > καλαμ-ών (τόπος με πολλά καλάμια)
  2. Παρατσούκλι: πόσθη = σάθη = «πούτσα» > πόσθ-ων = σάθ-ων = «πουτσαράς» (αυτός που έχει μεγάλη σάθη/πόσθη)

Βουλγαρικά παραδείγματα, όπου το επίθημα -išt- δείχνει τις ίδιες λειτουργίες:

  1. Τόπος με αφθονία αντικειμένου: ΟCS grobŭ = «τάφος» > βουλγ. grob-ište = «τόπος με πολλούς τάφους» > «νεκροταφείο»
  2. Παρατσούκλι: OCS žena = «γυναίκα» > βουλγ. žen-ište = «νταρντανογυναίκα»

Η Αλβανική, λοιπόν, διαθέτει το επίθημα -sht, το οποίο ο Orel διακρίνει σε δύο διαφορετικές κατηγορίες:

  1. Ένα οργανικό (instrumental) επίθημα *-ist- > PAlb *-išt- > αλβ. -sht (λ.χ. PAlb. *gal-ištā > gashtë = «ακονόπετρα»)
  2. Και ένα συλλογικό επίθημα που ο Orel αναδομεί ως *-est- > -sht για τοποθεσίες («μέρος με/για …») και χρονικές περιόδους («η περίοδος που …»), το οποίο συγκρίνει με το σλαβικό *-īst-yom > *-ištje > -išče ~ -ište(δεν έχω καταλάβει γιατί αναδομεί το αλβανικό επίθημα ως *-est- αντί για *-īst- ή -išt-).

Παράδειγμα του δεύτερου επιθήματος:

Η ΙΕ ρίζα *keh2p- = «κήπος» έδωσε στην μεν ελληνική τον πρωτοελληνικό όρο κᾶπος > αττικοϊωνικό κῆπος, στον δε γερμανικό κλάδο το πρωτογερμανικό θηλυκό *keh2p-éh2 > *kāpā > PGmc *hōbō ~ «χωράφι» (k>h λόγω του νόμου του Grimm, p>f>v(>b) λόγω του νόμου του Verner και τυπική πρωτογερμανική τροπή ā>ō).

Η ίδια ΙΕ ρίζα έχει δώσει τον πρωτοαλβανικό όρο *kāp-ešta > kopsht = «κήπος» (με τυπική αλβανική τροπή ā>ua>uo>o, λ.χ. motër).

Παραθέτω την περιγραφή του Orel:

albanian-sht

Άλλο ενδιαφέρoν παράδειγμα της δεύτερης κατηγορίας είναι ο αλβανικός «ἀμπελ-ών»:

ΙΕ *woyn- = «κρασί/αμπέλι» (λ.χ. οἶνος, vīnum) > PAlb. *wainā = «κρασί» > τοσκ. verë ~ γκεγκ. venë

με παράγωγο τον όρο PAlb. *wain-esta = «ἀμπελ-ών» > *vênštë > τοσκ. vesht/vësht ~ γκεγκ. vêsht

Από την πρώτη κατηγορία αναφέρω επιπλέον το παρακάτω παράδειγμα:

Η IE ρίζα *skeh3l- «μυτερό παλούκι» έχει δώσει στην ελληνική το ε-βαθμο *skeh3l-os > *skōlos > σκῶλος και το μηδενόβαθμο *skh3l- > *skol-op- > σκόλοψ

Οι αλβανικοί απόγονοι της ρίζας είναι το ε-βαθμο *skeh3l-os > *skōlos > PAlb *skōla > αλβ. hell = «σκῶλος» (με τυπικές αλβανικές τροπές  ō>e και sk>ks>h) και το οργανικό παράγωγο

PAlb *skōl-istā > *hellšta > heshtë = «δόρυ» (κυριολεκτικά «σκῶλος για μάχη», παλαιότερα λεξικά θεωρούσαν τον αλβανικό αυτό όρο απόγονο του λατινικού hasta = «δόρυ»)

Το μυστήριο τοπωνύμιο «Βράτζιστα»

Ο Προκόπιος στο «Περὶ Κτισμάτων» (γραμμένο λίγο πριν το 560 μ.Χ.) αναφέρει στη Μεσόγειο Δακία το τοπωνύμιο «Βράτζιστα» μεταξύ Παυταλίας (σημ. Κιουστεντίλ) και Ρεμεσιανής (σημ. Μπέλα Παλάνκα).

NBalkans-6th

Ὑπὸ πόλιν Παυτά·

Τάρπωρον. Σουάβαστας. Χερδούσκερα. Βλέβοις. Ζεαπουρίες.

Ἐν χώρᾳ Σκασσετάνᾳ·

Ἄλαρον.Μαγιμιάς. Λουκουνάντα. Βάλαυσον. Βούττις. Ὑπὸ πόλιν δὲ νέα μέν· Καλβεντία. Φαράνορες. Στρανβάστα. Ἄλδανες. Βαραχτέστες. Σάρματες. Ἄρσενα. Βράρκεδον. Ἐραρία. Βερκάδιον. Σαβινίριβες. Τιμίανα. Κάνδιλαρ. Ἄρσαζα. Βικούλεα. Καστέλλιον. Γρόφφες. Γάρκες. Πίστες. Δούσμανες. Βράτζιστα. Ὁλόδορις. Κασσία. Γράνδετον. Οὐρβρίανα. Νώγετο. Γούρβικον. Λαύτζονες. Δουλίαρες. Μεδίανα. Τιούγκωνα. Καστέλλιον. Ἀνενεώθη δέ· Ἕρκουλα. Μουτζιανικάστελλον. Βούρδωπες. Κάλις. Μιλλάρεκα. Δέδβερα. Χεσδούπαρα.

Ἐν χώρᾳ Ῥεμισιανισίᾳ·

Βρίττουρα. Σούβαρας. Λαμπωνίανα. Στρόγγες. Δάλματας. Πριμίανα. Φρερραρία. Τόπερα. Τόμες. Κούας. Τζερτζενούτζας. Στένες. Αἰάδαβα. Δέστρεβα. Πρετζουρίες. Κουμούδεβα. Δευριάς. Λούτζολο. Ῥεπόρδενες. Σπέλογκα. Σκοῦμβρο. Βρίπαρο. Τουλκόβουργο. Λογγίανα. Λουποφαντάνα. Δαρδάπαρα. Βουρδόμινα. Γριγκιάπανα. Γραῖκος. Δρασίμαρκα.

Ορισμένοι παλαιότεροι βαλκάνιοι σλάβοι μελετητές θεώρησαν το τοπωνύμιο «Βράτζιστα» μαζί με κάποια άλλα τοπωνύμια του Προκοπίου ως σλαβικής ετυμολογίας και, κατά συνέπεια, ως απόδειξη ότι οι Σλάβοι είχαν ήδη αρχίσει να εγκαθίστανται στη Βαλκανική γύρω στο 560 μ.Χ. Η κυρίαρχη άποψη, όμως, είναι πως οι σλάβοι άρχισαν να εγκαθίστανται στη βορειότερη Βαλκανική μετά το 580 μ.Χ., όταν ο Ιωάννης της Εφέσου γράφει πως «το 581 οι “καταραμένοι Σλάβοι” άρχισαν να καταλαμβάνουν τη ρωμαϊκή χώρα […] και έμαθαν να πολεμούν καλύτερα και από τους Ρωμαίους».

bratzista

Γράφει για την μαρτυρία του Ιωάννη της Εφέσου ο Florin Curta στο βιβλίο του The Making of the Slavs (σλδ 48-9):

john-ephesos

Στις σελίδες 113-4 ο Curta συμπληρώνει πως οι σλάβοι που αναφέρει ο Ιωάννης της Εφέσου κατά την περίοδο 581-4 ήταν ακόμα πολεμιστές και όχι έποικοι. Θα πρέπει να φτάσουμε χρονικά στην πολιορκία της Θεσσαλονίκης κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου, για να βρούμε την πρώτη μαρτυρία που αναφέρει ρητά πως οι σλάβοι έφεραν μαζί τους και τα γυναικόπαιδα, με σκοπό να εγκατασταθούν μονίμως στη νότια Βαλκανική. Στη βόρεια βαλκανική, όμως, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η εγκατάστασή τους πρέπει να είχε ήδη ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα. Ο Curta καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο αληθινός σλαβικός εποικισμός των Βαλκανίων ξεκίνησε στην αρχή της βασιλείας του Ηρακλείου.

curta

Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξουμε για σλαβική ετυμολογία στο τοπωνύμιο «Βράτζιστα», που ο Προκόπιος ανέφερε λίγο πριν το 560 μ.Χ. στη Μεσόγειο Δακία. Πιστεύω ότι η Αλβανική είναι καλύτερος υποψήφιος, γιατί στην ίδια περιοχή ο Προκόπιος αναφέρει τo τοπωνύμιο «Δαρδάπαρα» που μπορεί να περιέχει ως πρώτο συνθετικό τον αλβανικό όρο για το «αχλάδι» (PAlb. *dardā > dardhë) και το τοπωνύμιο «Στρόγγες» που πιστεύω πως είναι η πρώτη μαρτυρία του όρου «στρούγγα» που η Αλβανική συμμερίζεται με την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ρουμανικό strungă ~ αλβανικό shtrungë = «στενωπός, φαράγγι, στενό απ΄όπου περνάνε τα αιγοπρόβατα στη σειρά για να αρμεχτούν», ΙΕ *streng-/*str.ng- «σφίγγω, στριμώχνω», λ.χ. λατ. stringō και ελληνικά στραγγάλη = «αγχόνη», στραγγαλίζω και στραγγίζω).

Μπορεί να εξηγηθεί το τοπωνύμιο «Βράτζιστα» από την Αλβανική γλώσσα;

Μπορεί και ο σχολιαστής JohnnieR με βοήθησε να κατασταλάξω οριστικά στην ετυμολογία του τοπωνυμίου «Βράτζιστα» ως «Ελατώνας» («μέρος με πολλά έλατα»).

Η πρώτη ετυμολογική δυνατότητα που μου ήρθε στο μυαλό, και την οποία όμως αργότερα εσφαλμένα εγκατέλειψα (μέχρι που με παρότρυνε ο σχολιαστής JohnnieR να το ξαναψάξω), ήταν ο αλβανικός «ἐλατ-ών, δάσος με έλατα» PAlb. *brad-išta > bredhishte > breshte.

Η Αλβανική και το υποστρωματικό λεξιλόγιο της ΑΒΡ συμμερίζονται τον όρο *brada = «έλατο» (ρουμανικό brad και αρουμανικό/βλαχικό brad ~ αλβανικό bredh).

Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, ο κοινός πρόγονος της Αρουμανικής/Βλαχικής και της Ρουμανικής) ο πληθυντικός του brad ήταν *brad-ī (λ.χ. lupus > lupī)> ΑΒΡ bradzi (λ.χ. βλαχικό bradz = ρουμανικό brazi = «έλατα»).

Επομένως, πίσω από το τοπωνύμιο «Βράτζιστα» κρύβεται ο υποστρωματικός (δακομυσικός) όρος της ΑΒΡ *Bradzišta = «ελατώνας».

Το μόνο που πρέπει να εξηγηθεί είναι η τροπή *di>dzi = «τζι» και εδώ είναι που εισέρχεται στο προσκήνιο η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική προφορά του πρωτο-αλβανικού όρου. Η ΑΒΡ χαρακτηρίζεται από παραδείγματα ουράνωσης di>dzi, ti>tsi και si>ši, ακόμα και σε εσωτερική θέση.

Παραδείγματα:

λατ. aure = «ακούω» > ΑΒΡ *audzire > βλαχικό avdzãri και ρουμανικό a auzi

λατ. senre = «αισθάνομαι» > ΑΒΡ *sinctire > simptire > simtire > simtsire > βλαχικό simtsiri και ρουμανικό a simți (ț =/ts/).

λατ. tussīre = «βήχω» > ΑΒΡ *tusire > tušire > βλαχικό tushiri και ρουμανικό a tuși

Ένα άλλο παράδειγμα di>dzi είναι το ρήμα:

λατ. dīcō «λέω» > ΑΒΡ dico > dzicu > βλαχικό dzãc ~ ρουμανικό zic (τα απαρέμφατα είναι dzãtsiri και a zice αντίστοιχα)

Γράφουν οι Ti Alkire & Carol Rosen γι΄αυτές τις εσωτερικές ουρανώσεις di>dzi, ti>tsi και si>ši.

auzi

Επομένως, η «Βράτζιστα» είναι κανονικά και με το νόμο ένα πρωτοαλβανικό τοπωνύμιο που δείχνει ΑΒΡ προφορά.

Ο Orel ετυμολογεί το πρωτοαλβανικό *brada = «έλατο» από την ΙΕ ρίζα *bhredh- που έδωσε και τον εναλλακτικό σλαβικό όρο για την «ιτιά» bredŭ):

bredh

Παρόλου που είμαι πια σίγουρος (μετά την σωτήρια παρέμβαση του σχολιαστή JohnnieR) ότι η ετυμολογία του τοπωνυμίου «Βράτζιστα» είναι Bradzišta = «Ελατών», παραθέτω παρακάτω και μία άλλη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό, μέχρι να κατασταλάξω στη σημασία «Ελατών».

*****

Από τη στιγμή που ο Orel γράφει ότι το επίθημα *-išt- στην Αλβανική έχει οργανική λειτουργία, σκέφτηκα και μια άλλη ετυμολογία.

Το δακομυσικό τοπωνύμιο «Βράτζιστα» μπορεί να είναι «το μέρος που φτιάχνουν το τυρί brânză», δηλαδή Brândz-išta.

Το υποστρωματικό ρουμανικό τυρωνύμιο brânză (~ το μογλενίτικο brǫndză διατηρεί τον προστριβόμενο φθόγγο που μετά το 1500 έγινε /z/ στην Ρουμανική), ανάγεται στο ΑΒΡ *brandea (brandea > brândja > brândză > brânză) που είναι η λατινοπρεπής εκδοχή του αλβανικού όρου brëndës = «έντερα, εντόσθια». Η ετυμολογία του οφείλεται στο ότι, παραδοσιακά, αυτό το είδος τυριού ετοιμαζόταν μέσα σε στομάχι ζώου.

Ο αλβανικός όρος brëndës = «έντερα, εντόσθια», με τη σειρά του, παράγεται από το αλβανικό επίρρημα (m)brenda = «εντός, μέσα» (μονολεκτοποίηση του PAlb. *{(en) per enta}).

brenda

Το πρόβλημα αυτής της ετυμολογικής πρότασης είναι ότι ο Προκόπιος θα έπρεπε να είχε γράψει «Βράντζιστα» (λ.χ. Scopentiana > Σκοπέντζανα, *Pencia > Πέντζα).

 

Advertisements

16 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

16 responses to “Το επίθημα -sht στην Αλβανική και το μυστήριο τοπωνύμιο «Βράτζιστα» στη Μεσόγειο Δακία

  1. Λοιπόν, στο ρουμανικό τυρωνύμιο brînză/brânză αντιστοιχεί το νεοελληνικό πρέντζα (υποθέτω δάνειο από τον βλαχικό/αρουμανικό όρο brîndză ή από τον αντίστοιχο αλβανικό όρο, αν υπάρχει).

    Ένα έγγραφο του 14ου αιώνα από το λιμάνι της Ραγούζας/Ντουμπρόβνικ στη Δαλματία, αναφέρει το τυρί brençe = “caseus vlachiscus” (πρέντζα = βλάχικό τυρί).

  2. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    ότι οι Σλάβοι είχαν ήδη αρχίσει να εγκαθίστανται στη Βαλκανική γύρω στο 560 μ.Χ.

    Αν πιστεύουν ότι πραγματικά η Μονεμβασιά χτίστηκε το 583, τότε είναι φυσικό η εγκατάσταση να έχει αρχίσει το 560 ! 🙂

    https://en.wikipedia.org/wiki/Monemvasia#Byzantine.2C_Venetian.2C_Ottoman_rule

    Έχω ακούσει και θεωρίες ότι μαζί τους έσερναν Σλάβους και οι επιδρομείς Ούννοι και Κουτρίγουροι.

    Υ.Γ. Το “Ναυαρίνο”. τελικά βγαίνει από τους Αβάρους ;

    • Το Ναυαρίνο/Αβαρίνο δεν πιστεύω πως έχει σχέση με τους Άβαρους, αλλά με τα σλαβικά τοπωνύμια για το σφενδάμι: Javorina, Javornica/Javornice, Javornik κλπ.

      Το πρώιμο σλαβικό «σφενδάμι» ήταν *āvarŭ > (j)avorŭ

    • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

      Σε ευχαριστώ πολύ για το Ναυαρίνο.

      μετά το 580 μ.Χ., όταν ο Ιωάννης της Εφέσου γράφει πως «το 581 οι “καταραμένοι Σλάβοι” άρχισαν να καταλαμβάνουν τη ρωμαϊκή χώρα […] και έμαθαν να πολεμούν καλύτερα και από τους Ρωμαίους».

      Και ο Μένανδρος ο Προτέκτωρ : Κατά δέ τό τέταρτον έτος Τιβερίου Κωνσταντίνου καίσαρος βασιλείας εν τη Θράκη ξυνηνέχθη το Σκλαβηνών έθνος μέχρι που χιλιάδων εκατόν Θράκην καί άλλα πολλά ληίσασθαι
      (Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Ιστορία Μέσης Βυζαντινής Περιόδου 565-1081 , σελ.39)

      Και απ’το σχολικό βιβλίο ολόκληρος ο Ιωάννης Εφέσου σε νεοελληνική απόδοση :

      Το τρίτο έτος από το θάνατο του Ιουστίνου, επί της βασιλείας του νικηφόρου Τιβερίου, ο καταραμένος λαός των Σκλαβήνων διέδραμε όλη την Ελλάδα, τη χώρα των Θεσσαλονικέων και ολόκληρη τη Θράκη: κυρίευσαν πολλές πόλεις και κάστρα, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν την ύπαιθρο, απήγαγαν αιχμαλώτους και έγιναν κύριοι της χώρας, όπου κλείνουν, χωρίς φόβο, τέσσερα χρόνια διαμονής Και έγιναν πλούσιοι αρπάζοντας χρυσάφι, ασήμι, αγέλες αλόγων και πολλά όπλα. Έμαθαν ακόμη να πολεμούν καλύτερα από τους Ρωμαίους, ενώ προηγουμένως ήταν πρωτόγονοι άνθρωποι, δεν τολμούσαν να βγουν από τα δάση και τους πυκνοδασωμένους τόπους τους και (σχεδόν ) αγνοούσαν τα όπλα, αφού χρησιμοποιούσαν μόνο λογχάδια (κοντές λόγχες).
      Ιωάννης Εφέσου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙI, ΣΤ’, 25,
      έκδ. E.W. Brooks, Λουβαίν 1952, 248-249.

      http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B131/179/1254,4500/

  3. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Γιατί εγώ συνεχίζω να βγαίνω ροζούλης και εσύ βγαίνεις πορτοκαλής πλέον , ενώ παλαιότερα ήσουν γαλάζιος ;

    Πώς μπορώ να βγαίνω πράσινος ανοιχτός ;

  4. JohnnieR

    Καλησπέρα Σμερδαλέε και συναναγνώστες.
    Εγώ πάλι θα θεωρούσα εξίσου πιθανή την ετυμολόγηση της “Βράτζιστας” από τον πληθυντικό αριθμό του “bradu” (έλατο), που είναι “bradzi” (ή brâdzi; – ας μας πει κάποιος που γωρίζει καλύτερα). Αν προέρχεται από το “branza”, πρέπει να εξηγήσουμε και πώς χάθηκε το /n/ πριν από το /dz/.
    Καλή συνέχεια!

    • Γεια σου JohnnieR γίγαντα !!!!

      Έλυσες το μυστήριο!!! Μπράβο !!!

      Δεν είχα προσέξει ο μπουνταλάς ότι ο πληθυντικός του brad είναι bradz στην Βλαχική και brazi (< bradzi) στην Ρουμανική!!!

      Άρα η Βράτζιστα είναι κανονικότατα Bradzišta = «Ελατών»

      Μπράβο σου ρε φίλε JohnnieR! Αλλάζω αμέσως την ανάρτηση.

      • Λοιπόν, φίλε JohnnieR, σε ξαναευχαριστώ για την διαφώτιση, γιατί ήταν τόσο απλό και δεν το πρόσεξα.

        Όλα τα λατινικά ονόματα σε *-dus στην ΑΒΡ έχουν πληθυντικό *-dzi (λ.χ. calidus = «ζεστός» > ρουμανικό cald με πληθυντικό calzi) !!!

        Εντωμεταξύ έχω βρει και άλλο δακομυσικό τοπωνύμιο σε -ιστα: Λίβιστος

        Οι αρχαίοι Έλληνες άποικοι αρχικά ονόμασαν την αποικία «Κρουνοί» (= «Πηγές», κρουνός, ο-βαθμο ομόρριζο του όρου κρήνη, *kros-nos > kronnos > kro:nos = κρουνός) και αργότερα Διονυσόπολη. Το δακομυσικό Λίβιστος (Libišta) πρέπει να περιέχει την ΙΕ ρίζα *leib- «ρεώ» (λείβω, λιβάς/λιβάδιον, Λείβηθρον) προσαρτημένο στο επίθημα -išta. Επομένως, η Λίβιστος ήταν το δακομυσικό αντίστοιχο του ελληνικού τοπωνυμίου «Λείβηθρον».

        Ο Πλίνιος γράφει ότι κοντά στους «Κρουνούς/Διονυσόπολι» και τη «Λίβιστο» έρρεε ο ποταμός «Ζύρας».

        Επίσης στην ανατολική Μυσία υπήρχε ο αρχαίος ελώδης ποταμός Πάνυσος (σημερινός Kamčiya).

        Το υδρωνύμιο Πάνυσος (= δακοθρακικό Pan-uša) περιέχει την ΙΕ ρίζα *pen- «νερό, έλος» (λ.χ. το πρωτογερμανικό ουδέτερο *ponyom > *fanją = «έλος, βάλτος» ,λ.χ. αγγλικό fen) και το υποκοριστικό επίθυμα *-uš- που η ΑΒΡ συμμερίζεται με την Αλβανική (λ.χ. λατινικό avus = «γέρος» > ΑΒΡ *av-ušus > aušu = «παππούλης» > βλαχικό aush και ρουμανικό auș και αλβανικό ari > arushë).

        IE *pon-us-os > δακοθρακικό Panuša > «Πανυσός». Με το ίδιο επίθημα όπως στα θρακικά υδρωνύμια Οδρύσσης και Βαρβυσός/Βαρβ(ο)ύσης (αδειάζει στον Κεράτειο Κόλπο).

        Παραθέτω εικόνα του βαλτώδους φαραγγιού του Πάνυσου:

  5. Λοιπόν, έχω μαντάτα γι΄αυτήν την ανάρτηση!

    Η «Βράτζιστα» του Προκόπιου είναι κανονικά και με το νόμο o πρωτοαλβανικός «ελατώνας» *brad-išta και η τροπή di>dzi *Bradišta > Bradzišta = «Βράτζιστα» είναι κανονικότατη φωνολογική εξέλιξη της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής, όπως τα παρακάτω παραδείγματα:

    di>dzi

    audire = «ακουώ» > ΑΒΡ audzire > βλαχικό avdzãri ~ ρουμανικό a auzi

    ti>tsi

    sentire = «αισθάνομαι» > ΑΒΡ *sinctire > simptire > simtire > simtsire > βλαχικό simtsiri ~ ρουμανικό a simți

    si>ši

    tussire = «βήχω» > ΑΒΡ *tusire > tušire > βλαχικό tushiri ~ ρουμανικό a tuși

    (audire, sentire, tussire)

    • JohnnieR

      Επίσης, στο “Περί κτισμάτων” που συζητάμε υπάρχει και μια τοποθεσία “τζερτζενούτζε” ή κάπως έτσι, που εύκολα καταλαβαίνομε ότι συγγενεύει με το βλάχικο tsintsi nutsi δλδ “πέντε καρυδιές” και στο οποίο εφαρμόζονται οι κανόνες που περιγράφεις (nucu > nutsi). Και ακόμα μια πολύ γνώριμη ονομασία “Βουλπιανσός” που θα μπορούσε να συγγενεύει με την βλάχικη “αλεπου” (vulpe, vulpea) και το însus (πάνω) π.χ. Selja dis ansus > Άνω Σέλι κλπ

      • “τζερτζενούτζε” ή κάπως έτσι, που εύκολα καταλαβαίνομε ότι συγγενεύει με το βλάχικο tsintsi nutsi δλδ “πέντε καρυδιές”

        Ο Προκόπιος το δίνει στην αιτιατική πληθυντικού «(τὰς) Τζερτζενούτζας» … που σημαίνει ότι αυτός (ή η πηγή του) το καταλάβαινε ως θηλυκό «Τζερτζενούτζα».

        τώρα για να συνδέσουμε το τζερτζε- με το tsintsi πρέπει να εξηγήσουμε την τροπή n>r.

        Το δεύτερο συνθετικό «καρυδιές/καρύδια» ταιριάζει γάντι (νούτζ- = nuts = «καρυδιές»). Το ίδιο και με το Βουλπ- = vulpi «αλεπού» (που το σκέφτηκα και εγώ όταν έκανα την ανάρτηση).

        Γενικώς, τα τοπωνύμια στο «Περί Κτισμάτων» του Προκοπίου είναι γλωσσολογικός θησαυρός και δεν έχω βρει μέχρι τώρα κάποιον ειδήμονα γλωσσολόγο που να τα έχει εξετάσει λεπτομερώς.

  6. Γεια σου JohnnieR!

    Λοιπόν, έχω μια ιδέα για το τοπωνύμιο «Τζερτζενούτζας» που συζητάμε.

    quercus = «βελανιδιά» και querceus = «βελανιδίσιος».

    Οι ρωμανικοί απόγονοι εδώ (λ.χ. ιταλικό θηλυκό quercia = «βελανιδιά»).

    Το nux/nucem εκτός από «καρύδι» σημαίνει εν γένει και «καρπός με σκληρό τσόφλι», έτσι που ο Πλίνιος ονομάζει τα κάστανα castaneae nuces = «καστανίσια καρύδια» (ορισμός II)

    Επομένως, querceae nuces = «βελανιδίσια καρύδια» = «βελανίδια», το οποίο γίνεται κανονικά:

    cercje nuces = tsertse nutses

    • JohnnieR

      Γεια σου Σμερδαλέε! Ένιωσα λίγο Γκας Πορτόκαλος αλλά δεν πειράζει…
      Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά πραγματικά.
      Δυστυχώς η λατινική λέξη για τη «βελανιδιά» που παραθέτεις δεν φαίνεται να έχει διασωθεί στη βλάχικη γλώσσα (τουλάχιστον στη γραμουστιάνικη διάλεκτο που ψιλοκατέχω) καθώς λέμε cupaciu (το τελικό /u/ δεν πολυακούγεται) και δε θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια…
      Όπως και να ‘χει σου εύχομαι καλές γιορτές και καλή χρονιά!
      Κάθε επιτυχία σε ό,τι κι αν κάνεις!

      • Καλές γιορτές και καλή χρονιά και σε σένα Johnnie!

        Καλά το ότι δεν διασώθηκε μια λέξη μέχρι σήμερα δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε.

        Το cupaciu που λες το ξέρω (ο όρος πρέπει να είναι σλαβικής καταγωγής και να σημαίνει «η ρίζα από κομμένο δέντρο που πρέπει να ξεθαφτεί για να βγει, λ.χ. νοτιοσλαβ. kopač = «σκάφτης», kopati = «σκάβω», ρουμ. copac και αλβ. kopaç) και θυμάμαι τον γείτονά μου που είναι Βλάχος από τα Γρεβενά να μιλάει για «κουπατσαραίους» αν και δεν κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s