Το βυζαντινό έθιμο της διαπόμπευσης

Στη σημερινή πρώτη μεταπαραθεριστική ανάρτηση θα περιγράψω το βυζαντινό έθιμο της διαπόμπευσης πάνω σε γαϊδούρι, δηλαδή την εξευτελιστική δημόσια πομπή κάποιου παραβάτη πάνω σε γάιδαρο (ὄνοςή μουλάρι (ἡμίονος). Το έθιμο αυτό διατηρήθηκε ενεργό μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όταν σε πολλά χωριά συνέβαινε ακόμα η διαπόμπευση κλεφτών και μοιχαλίδων.

diapompeusi

Σε αυτήν την ιστοσελίδα που πραγματεύεται λεπτομερώς το ίδιο θέμα έχω βρει την παραπάνω εικόνα.

Το διαπομπευόμενο πρόσωπο πρώτα «κουραζόταν» (το ρήμα «κουράζω» αρχικά σήμαινε απλά «κουρεύω», αλλά επειδή το κούρεμα της διαπόμπευσης περιελάμβανε και ξυλοδαρμό, το ρήμα «κουράζω» κατέληξε να σημαίνει «καταπονούμαι»), δηλαδή γινόταν *κουρόγιδο > κορόιδο και τοποθετούνταν ανάποδα (ή πλαγίως) στη ράχη ενός (ημι)όνου. Στη συνέχεια ακολουθούσε ο «αντιθρίαμβος», δηλαδή η δημόσια εξευτελιστική διαπόμπευση, όπου κάποιος οδηγούσε το νωτοφόρο ζώο μέσα από το συγκεντρωμένο πλήθος, το οποίο γιουχάιζε, πετούσε αντικείμενα (λάσπη, κοπριά, αποφάγια κλπ) και συχνά έφτυνε (κατάπτυστος) τον διαπομπευόμενο. Μετά την εθιμοτυπική αυτή διαπόμπευση ακολουθούσε η τιμωρία που όριζε ο νόμος για το έγκλημα του παραβάτη: θανάτωση (αποκεφαλισμός ή «ανασκοπολισμός» = κρέμασμα του τραχήλου στη φούρκα, ορισμός ΙΙΒ), τύφλωμα, ρινότμηση, ακρωτηριασμός, φυλάκιση κλπ).

Στην ταινία Kingdom of Heaven o Guy de Lusignan διαπομπεύεται από τον Σαλαντίν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, καθισμένος ανάποδα πάνω σε ένα γαιδουράκι.

Προλεγόμενα

Πριν αρχίσω την παρουσίαση των βυζαντινών περιστατικών διαπόμπευσης που έχω συλλέξει, θέλω πρώτα να πω δυο λόγια για την «προϊστορία» του εθίμου.

Ο Πλούταρχος στο ελληνικό μέρος των «Αἰτιῶν» του (Αἰτίαι = ερωτήματα/Quaestiones) αναφέρει την διαπόμπευση των μοιχαλίδων πάνω σε γαϊδούρι ως έθιμο της ιταλικής Κύμης. Δυστυχώς δεν ξεκαθαρίζει αν πρόκειται για έθιμο των Ελλήνων αποίκων ή των γηγενών Όσκων/Αυσόνων της Καμπανίας που με τη βοήθεια των Σαμνιτών κατέκτησαν την Κύμη το 421 π.Χ. εξανδροποδίζοντας την πλειοψηφία των ελλήνων αποίκων και εγκαθιστώντας πολλούς δικούς τους οικήτορες.

[Διόδωρος Σικελιώτης, 12.76.4] Περὶ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους κατὰ τὴν Ἰταλίαν Καμπανοὶ μεγάλῃ δυνάμει στρατεύσαντες ἐπὶ Κύμην ἐνίκησαν μάχῃ τοὺς Κυμαίους καὶ τοὺ πλείους τῶν ἀντιταχθέντων κατέκοψαν. προσκαθεζόμενοι δὲ τῇ πολιορκίᾳ καὶ πλείους προσβολὰς ποιησάμενοι κατὰ κράτος εἷλον τὴν πόλιν. Διαρπάσαντες δ´ αὐτὴν καὶ τοὺς καταληφθέντας ἐξανδραποδισάμενοι τοὺς ἱκανοὺς οἰκήτορας ἐξ αὑτῶν ἀπέδειξαν.

Όποια κι αν ήταν η απώτερη καταγωγή του κυμαϊκού αυτού εθίμου, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι Κυμαίοι ανέβαζαν τη μοιχαλίδα «ἐπ΄ὄνον» και την διαπόμπευαν κάνοντας τον κύκλο της πόλης. Για το λόγο αυτό, η διαπεμφθείσα μοιχαλίδα αποκτούσε την προσηγορία «ὀνοβάτις».

[Αἰτίαι Ἑλληνικαί/Quaestiones Graecae, 291e-f]

Τὶς ἡ παρὰ Κυμαίοις ὀνοβάτις;

Τῶν γυναικῶν τὴν ἐπὶ μοιχείᾳ ληφθεῖσαν ἀγαγόντες εἰς ἀγορὰν ἐπὶ λίθου τινὸς ἐμφανῆ πᾶσι καθίστασαν: εἶθ᾽ οὕτως ἀνεβίβαζον ἐπ᾽ ὄνον, καὶ τὴν πόλιν κύκλῳ περιαχθεῖσαν ἔδει πάλιν ἐπὶ τὸν αὐτὸν λίθον καταστῆναι καὶ τὸ λοιπὸν ἄτιμον διατελεῖν, ‘ὀνοβάτιν’ προσαγορευομένην. τὸν δὲ λίθον ἀπὸ τούτου οὐ καθαρὸν νομίζοντες ἀφωσιοῦντο.

[Ησύχιος]

ὀνοβάτιδες· αἱ ἐπὶ μοιχείᾳ ἁλοῦσαι γυναῖκες καὶ ἐξενεχθεῖσαι ἐπὶ ὄνων

Στα χρόνια του Πλουτάρχου, η «ονοβατική» διαπόμπευση των μοιχαλίδων ήταν γενικευμένο ρωμαϊκό έθιμο. Άραγε πρόκειται για κοινό ιταλικό έθιμο Ρωμαίων και Οσκο-Σαμνιτών ή οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν το Κυμαϊκό έθιμο. Όπως και να είχαν τα πράματα, το έθιμο της «ονοβατικής» διαπόμπευσης (όχι μόνο των μοιχαλίδων) εξαπλώθηκε σε όλες τις περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Rome-diapompeusis

Στη μεσαιωνική Γαλλία το έθιμο της «ονοβατικής» διαπόμπευσης επιβίωσε παρά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο έθιμο asouade, όπου οι κερατωμένοι σύζυγοι και αυτοί που είχαν φάει ξύλο από τις γυναίκες τους, διαπομπεύονταν καθισμένοι ανάποδα πάνω σε γάιδαρο, κρατώντας την ουρά του γαϊδάρου.

asouade

Ανάλογα έθιμα «ονοβατικής» διαπόμπευσης απαντούν στις ισλαμικές χώρες και στην Ινδία (όπου το έθιμο υπήρχε τουλάχιστον από τον 10° μ.Χ. αιώνα).

Παραδείγματα βυζαντινής διαπόμπευσης

1) Η διαπόμπευση του «Ψευδομαυρίκιου» (600/1 μ.Χ.)

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής γράφει πως επειδή ο Μαυρίκιος είχε αποκτήσει μεγάλη αντιδημοτικότητα εξαιτίας των οικονομικών μέτρων λιτότητας που είχε αναγκαστεί να λάβει, λίγο πριν το πραξικόπημα του Φωκά, οι φατρίες («δήμοι») του ιπποδρόμου βρήκαν έναν που έμοιαζε με τον Μαυρίκιο, του φόρεσαν μαύρο «σαγίον» και στεφάνι από σκόρδα και τον διαπόμπευσαν πάνω σε γαϊδούρι («εἰς ὄνον τοῦτον καθίσαντες διέπαιζον»), τραγουδώντας ένα σκωπτικό για το Μαυρίκιο ποίημα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο.

[Χρονογραφία,6098~600/1 μ.Χ.] οἱ δὲ δῆμοι εὑρόντες ἄνδρα προσομοιοῦντα Μαυρικίῳ καὶ βαλόντες αὐτῷ σαγίον μαῦρον καὶ ἀπὸ σκόρδων πλέξαντες στέφανον καὶ εἰς ὄνον τοῦτον καθίσαντες διέπαιζον λέγοντες·

«εὕρηκε τὴν δαμαλίδα ἁπαλήν, καὶ ὡς τὸ καινὸν ἀλεκτόριν ταύτῃ πεπήδηκεν καὶ ἐποίησε παιδία ὡς τὰ ξυλοκούκουδα· καὶ οὐδεὶς τολμᾷ λαλῆσαι, ἀλλὅλους ἐφίμωσεν· ἅγιέ μου, ἅγιε φοβερὲ καὶ δυνατέ, δὸς αὐτῷ κατὰ κρανίου, ἵνα μὴ ὑπεραίρεται· κἀγώ σοι τὸν βοῦν τὸν μέγαν προσαγάγω εἰς εὐχήν

πολλοὺς δὲ τούτων πιάσας ὁ βασιλεὺς ἐτιμωρήσατο.

2) Η διαπόμπευση του Πατριάρχη Κωσταντίνου Β’ (766 μ.Χ.)

Ο εικονοκλάστης αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ ο «Κοπρώνυμος» (αν αφαιρέσουμε τη λάσπη με την οποία ο εικονόφιλος Θεοφάνης ο Ομολογητής κάλυψε αυτόν και τον πατέρα του Λέοντα Γ΄, οι δύο αυτοί Ίσαυροι αυτοκράτορες ήταν η βασική αιτία επιβίωσης της Ρωμανίας κατά τον δύσκολο 8ο αιώνα) το 765 συνέλαβε τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Β’ για τις εικονόφιλές του συμπάθειες και το επόμενο έτος τον διαπόμπευσε πάνω σε γάιδαρο στον ιππόδρομο. Γράφει ο Θεοφάνης πως του κούρεψαν τα μαλλιά, την γενειάδα και τα φρύδια, «ἐκάθισαν αὐτὸν ἐπὶ ὄνου σαγματωμένου ἐξανάστροφα κρατοῦντα τὴν οὐρὰν αὐτοῦ» και τον έφεραν στον ιππόδρομο όπου ο λαός τον έβρισε, τον έφτυσε, του πέταξε σκόνη και τον έρριξε κάτω από τον γάιδαρο στο χώμα, όπου «καὶ ἐπάτησαν τὸν τράχηλον αὐτοῦ» (calcatio, συμβολική κίνηση που έκαναν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες στους ηττημένους αντιπάλους τους).

[441]

Ῥώμης ἐπίσκοπος Στέφανος ἔτη γʹ. κζʹ. ιγʹ. αʹ. βʹ. Τούτῳ τῷ ἔτει μηνὶ Ὀκτωβρίῳ ʹ, ἰνδικτιῶνος ʹ, ἤχθη Κωνσταντῖνος ὁ ψευδώνυμος πατριάρχης ἀπὸ τῆς Πριγκίπου νήσου· καὶ ἔδειρεν αὐτὸν ὁ τύραννος Κωνσταντῖνος, ὡς μὴ ἰσχύειν αὐτὸν βαδίσαι. ἐκέλευσε δὲ αὐτὸν εἰς φορεῖον βασταχθῆναι, καὶ ἀπελθόντα καθίσαι ἐν τῇ σολαίᾳ τῆς μεγάλης ἐκκλησίας. καὶ ἀσηκρήτης ἦν σὺν αὐτῷ βαστάζων τόμον χάρτου, ἐν ᾧ ἦν γεγραμμένα τὰ τούτου αἴτια. παντὸς δὲ τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως ἐκ διαταγῆς βασιλικῆς ἐκεῖσε ἀθροισθέντος καὶ ὁρῶντος, ὑπανεγινώσκετο ὁ χάρτης εἰς ἐπήκοον παντὸς τοῦ λαοῦ. καὶ κατὰ ἓν κεφάλαιον ἔπαιεν αὐτοῦ τὸ πρόσωπον ὁ ἀσηκρήτης, τοῦ πατριάρχου Νικήτα ἐν τῷ συνθρόνῳ καθεζομένου καὶ θεωροῦντος. μετὰ δὲ τοῦτο ἀναβιβάσαντες αὐτὸν ἐν τῷ ἄμβωνι καὶ στήσαντες ὄρθιον, ἔλαβε Νικήτας τὸν χάρτην, καὶ ἀποστείλας ἐπισκόπους καὶ λαβὼν τὸ ὠμοφόριον αὐτοῦ ἀνεθεμάτισεν αὐτόν· καὶ ἐπονομάσαντες Σκοτίοψιν ἐξέωσαν αὐτὸν ὀπισθοφανῶς τῆς ἐκκλησίας. τῇ δὲ ἑξῆς ἡμέρᾳ ἱπποδρομίας οὔσης, ἐψίλωσαν αὐτοῦ τὴν ὄψιν καὶ ἐγύμνωσαν αὐτοῦ τὴν γενειάδα καὶ τὰς τῆς κεφαλῆς τρίχας καὶ τῶν ὀφρύων, καὶ ἐνδύσαντες αὐτὸν σηρικὸν καὶ ἀμανίκωτον κονδὸν ἐκάθισαν αὐτὸν ἐπὶ ὄνου σαγματωμένου ἐξανάστροφα κρατοῦντα τὴν οὐρὰν αὐτοῦ, καὶ ἐξήνεγκαν διὰ τοῦ διϊππίου εἰς τὸ ἱπποδρόμιον, τοῦ λαοῦ παντὸς καὶ τοῦ δήμου ἀνασκάπτοντος καὶ ἐμπτύοντος αὐτόν. ἔσυρε δὲ τὸν ὄνον Κωνσταντῖνος ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ ῥινοκοπημένος. ἐλθόντος δὲ αὐτοῦ ἐν τοῖς δήμοις, κατῆλθον καὶ ἐνέπτυσαν καὶ κόνιν ἐπέρριπτον ἐπαὐτόν. ἐνέγκαντες δὲ αὐτὸν εἰς τὸ στάμα ἔρριψαν αὐτὸν ἐκ τοῦ ὄνου καὶ ἐπάτησαν τὸν τράχηλον αὐτοῦ· […] καὶ οὕτω λαβὼν τὴν ἀπόφασιν ἀπεκεφαλίσθη εἰς τὸ Κυνήγιον.

3) Η διαπόμπευση του Θωμά του Σλάβου (823 μ.Χ.)

Την ανταρσία του Θωμά «του Σλάβου» την έχω περιγράψει σε ξεχωριστή ανάρτηση. Εδώ θα περιγράψω απλά την διαπόμπευση που υπέστη όταν τελικά έπεσε στα χέρια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄το 823.

Ο Σκυλίτσης γράφει πως ο Μιχαήλ τέλεσε calcatio στον πεδήτη Θωμά «όπως συνήθιζαν οι παλαιοί αυτοκράτορες» («ὁ δὲ τὸ δόξαν πάλαι τοῖς βασιλεῦσι καὶ εἰς συνήθειαν ἤδη ἐλθὸν πρῶτον τελέσας καὶ ἐπ’ ἐδάφους ἁπλώσας αὐτὸν καὶ τῷ ποδὶ τὸν αὐχένα τούτου πατήσας»), του ακρωτηρίασε τα χέρια και τα πόδια και κατόπιν τον διαπόμπευσε πάνω σε γάιδαρο στο στρατόπεδοὄνῳ τε ἐπικαθίσας θεατρίζει διὰ τοῦ στρατοπέδου») αναγκάζοντάς τον να επαναλαμβάνει τη φράση «ἐλέησόν με, ἀληθῶς βασιλεῦ»:

[Σκυλίτσης, Μιχ. 2.13] καὶ τούτοις ἀναγκαζόμενοι ἐσιτοῦντο, λάθρᾳ πρὸς λόγους ἐλθόντες τῷ Μιχαήλ, καὶ τῶν ἡμαρτημένων συγχώρησιν ἐξαιτήσαντες καὶ λαβόντες, περισχόντες τὸν Θωμᾶν πεδήτην προσάγουσι τῷ ἐχθρῷ. ὁ δὲ τὸ δόξαν πάλαι τοῖς βασιλεῦσι καὶ εἰς συνήθειαν ἤδη ἐλθὸν πρῶτον τελέσας καὶ ἐπ’ ἐδάφους ἁπλώσας αὐτὸν καὶ τῷ ποδὶ τὸν αὐχένα τούτου πατήσας ἀκρωτηριάζει ποδῶν αὐτὸν καὶ χειρῶν, ὄνῳ τε ἐπικαθίσας θεατρίζει διὰ τοῦ στρατοπέδου, οὐδὲν ἄλλο ἐπιβοώμενον, ἀλλ’ ἢ ‘ἐλέησόν με, ἀληθῶς βασιλεῦ.’

Ο Γενέσιος συμπληρώνει ότι ο Μιχαήλ «ἀνήρτησε ἐπὶ κόντου» τον Θωμά, δηλαδή τον «ανασκολόπισε» (= κρέμασαι τον αυχένα του από φούρκα). Έχω πραθέσει λεπτομέρειες για τον «ανασκολοπισμό» σε φούρκα και την συμβολική επινίκια calcatio στο τέλος της ανάρτησης για τον Θωμά.

4) Η διαπόμπευση του Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτη (1042 μ.Χ.)

Το 1042, ο δήμος της Κωνσταντινούπολης εξεγέρθηκε κατά του βραχυβασιλεύσαντος Μιχαήλ Ε’ και επανέφερε στο θρόνο τις αδελφές Θεοδώρα και Ζωή. Ο Μιχαήλ και ο θείος του κλείστηκαν για να γλιτώσουν από την οργή του δήμου στη Μονή Στουδίου, αλλά η εξεγερθείσα πληθύς τους έβγαλε με το ζόρι, τους διαπόμπευσε «ως καταγελαστό φόρτο πάνω σε ευτελείς και ταπεινούς ημιόνους» και τους έφερε στο Σίγμα όπου και τυφλώθηκαν. Γράφει ο Ατταλειάτης:

[Ατταλειάτης, 4.9] καὶ βίᾳ τοῦτον ἐκτὸς ἑλκύσαντες, ἡμιόνῳ τῶν εὐτελεστέρων καὶ ταπεινῶν φόρτον τοῦτον τιθέασι καταγελαστόν. Καὶ ἄχρι τοῦ Σίγματος φθάσαντος, δόγμα κατεφοίτησε τῆς αὐγούστης τὴν πήρωσιν τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ καὶ τοῦ πατραδέλφου αὐτοὺ τοῦ νωβελλισίμου αὐτίκα ἐγκελευόμενον.

5) Η διαπόμπευση των ζωγρηθέντων στρατιωτών του αποστάτη Γεωργίου Μανιάκη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Μονομάχο (1043 μ.Χ.)

Όταν το βασιλικό (= νομιμόφρον στο θρόνο) στράτευμα υπό την ηγεσία του σεβαστοφόρου Στεφάνου συνάντησε το αποστατικό στράτευμα του Γεωργίου Μανιάκη στον Οστροβό (ostrovŭ = «νησί», σημερινή Άρνισσα, και όχι κοντά στην Αμφίπολη όπως γράφει η ελληνική βικιπαίδεια) το 1043, αρχικά ενέδωσε στη μάχη και οι βασιλικοί στρατιώτες αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν τον Μανιάκη ως αυτοκράτορα. Επειδή, όμως, κατά τη διάρκεια της μάχης ο Μανιάκης έπεσε από το άλογό του και σκοτώθηκε, τελικά το βασιλικό στράτευμα υπερίσχυσε του αποστατικού και ο σεβαστοφόρος Στέφανος επέστρεψε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη δείχνοντας στον Μονομάχο το κεφάλι του Μανιάκη καρφωμένο σε αιχμή δόρατος και διαπομπεύοντας πάνω σε γαϊδούρια τους ζωγρηθέντες αποστάτες στρατιώτες («καὶ τῶν ἀποστατῶν ὄνοις ἐποχουμένων»).

[Σκυλίτσης, Κωνσταντίνος Μονομάχος, 9.3.92]

αὐτὸς [Μανιάκηςδ’ ἑαυτῷ διάδημα περιθεὶς καὶ τὰ τῆς βασιλείας παράσημα ἀναλαβὼν ἀναγορεύεται βασιλεύς, καὶ πλοίοις ἐμβιβάσας τὰς δυνάμεις περαιοῦται ἐν Βουλγαρίᾳ. τοῦτο μαθὼν ὁ βασιλεὺς εἰς ταραχὴν οὐ τὴν τυχοῦσαν ἐνέπεσε. καὶ γράμματα πρὸς αὐτὸν ἐκπέμπει παντὸς ἀπολύοντα φόβου τοῦτον καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, παρακαλοῦντά τε ἀποθέσθαι τὰ ὅπλα, καὶ ὑπισχνούμενα πᾶσαν εὐεργεσίαν. ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνος ἄτεγκτος ἦν καὶ οὐ μεθίετο τοῦ σκοποῦ, ἀγηοχὼς καὶ αὐτός, ἃς εἶχε δυνάμεις, καὶ στρατηγὸν αὐταῖς ἐπιστήσας αὐτοκράτορα τὸν σεβαστοφόρον Στέφανον τὸν ἐν Δαμοκρανείᾳ τὰ τῆς βασιλείας εὐαγγέλια τούτῳ διακομίσαντα, ἐκπέμπει κατὰ τοῦ ἀποστάτου. καὶ συναντῶσι τὰ στρατεύματα κατὰ τὸν λεγόμενον Ὀστροβὸν ἐν τῷ Μαρμαρίῳ καὶ συμπλοκῆς γενομένης τρέπονται οἱ περὶ τὸν Στέφανον, αὐτοῦ τοῦ Μανιάκη προηγουμένου καὶ τὰς φάλαγγας διακόπτοντος. καὶ αὐτὸν ὡς βασιλέα εὐφήμουν. ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ἐγίνετο, αἰφνιδίως ἐκ τοῦ ἵππου πεσὼν οὗτος ἀπέθανε, μηδενὸς φανέντος τοῦ τοῦτον τρώσαντος. εὑρέθη γὰρ ἔχων κατὰ τοῦ στήθους καιρίαν πληγήν. τούτου δὲ γνωσθέντος τῷ ἐναντίῳ στρατεύματι, ἀποτέμνεται μὲν ἡ κεφαλὴ τοῦ Γεωργίου, συλλαμβάνονται δὲ καὶ πάντες οἱ αὐτῷ συναράμενοι, ἅμα τῇ πτώσει τοῦ ἀρχηγοῦ τὰ ὅπλα ῥίψαντες καὶ ἑαυτοὺς ἐγχειρίσαντες. καὶ τῷ μὲν βασιλεῖ ἄγγελος ἐπέμφθη κομίζων τὰ εὐαγγέλια τῆς νίκης, εἴσεισι δὲ μεθ’ ἡμέρας τινὰς καὶ ὁ Στέφανος τὴν κεφαλὴν ἄγων τοῦ Μανιάκη καὶ τοὺς κρατηθέντας ἐν τῷ πολέμῳ. καὶ διὰ μέσης τῆς Πλατείας θριαμβεύσας προηγουμένης τῆς κεφαλῆς ἄνωθεν δόρατος, καὶ τῶν ἀποστατῶν ὄνοις ἐποχουμένων, αὐτὸς ὄπισθεν εἵπετο, ἵππῳ λευκῷ ἐφεζόμενος. καὶ τὰ μὲν περὶ τὸν Μανιάκην τοιοῦτον εἴληφε τέλος.

6) Η διαπόμπευση του καθηρημένου Μιχαήλ Ζ΄Δούκα (1078 μ.Χ.)

Το 1078 ο Νικηφόρος Βοτανειάτης διέπραξε το πραξικόπημα που τον ανέβασε στον θρόνο. Ο Ατταλειάτης γράφει πως ο καθηρημένος αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας διαπομπεύτηκε «μετ΄εὐτελοῦς ὑποζυγίου» μέχρι τη Μονή Στουδίου όπου κλείστηκε μοναχός.

[Ατταλειάτης, 32.15] καὶ τῶν μὲν ἀνακτόρων, ἃ τὸ Μέγα Παλάτιον λέγεται, κυριεύουσιν ἐξ εφόδου στρατιῶται ἐκ τοῦ Βοτανειάτου […] καθαιροῦσι δὲ καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαὴλ φυγόντα εἰς τὰ ἐν Βλαχέρναις ἀνάκτορα καὶ πρὸς τὸν μοναχικὸν μετασκευάζουσι βίον καὶ τῇ μονῇ τοῦ Στουδίου μετ΄εὐτελοῦς ὑποζυγίου προφυλακτικῶς παραπέμπουσιν.

7) Διαπόμπευση του Νικηφόρου Βρυέννιου (1079 μ.Χ.)

Αφού ο Αλέξιος Κομνηνός νίκησε στη μάχη της Γαλαβρύης τον αποστατικό στρατό του Νικηφόρου Βρυέννιου (του μετέπειτα συμπεθέρου του) ως δομέστικος της δύσεως του αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη, ο τελευταίος τύφλωσε τον Βρυέννιο και τον διαπόμπευσε με «καταγέλαστον θρίαμβον».

[Ατταλειάτης, 34.6-7] Ὁ δὲ Βρυέννιος αἰχμάλωτος ἀχθεὶς τῷ παρὰ βασιλέως εἰληφότι τὴν τοῦ πολέμου ἐξουσίαν […] ταχέως δὲ τῷ βασιλεὶ τοῦτον πέμψας, καὶ τὰ τῆς νίκης εὐαγγέλια διὰ γραφῆς συνεξέπεμψεν.

Ὁ δὲ βασιλεὺς […] διὰ ταχέων ἐκπέμπει δημίους τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Βρυεννίου ἐκκόψοντας ἐν ᾦπερ τόπῳ τούτωι συναντήσουσιν. […] ἀπέλυσεν αὐτὸν εἰς τὸν καταγέλαστον θρίαμβον μετὰ τῶν πρώτων τῆς συμμορίας αὐτῶν.

8) Η διαπόμπευση του Μιχαήλ Ανεμά και των συνεργατών του (1106 μ.Χ.)

Ο Αλέξιος Κομνηνός το 1106 συνέλαβε τον Μιχαήλ Ανεμά και τους συνεργάτες του με την κατηγορία ότι σκόπευαν να τον δολοφονήσουν. Αφού ομολόγησαν τους διαπόμπευσε στον δήμο της Κωνσταντινούπολης με σκοπό να τους τυφλώσει. Επειδή, όμως, η Άννα Κομνηνή (όπως ισχυρίζεται στην Αλεξιάδα) παρακάλεσε την μητέρα της να μαλακώσει τον Αλέξιο και να δείξει έλεος, τελικά οι διαπομπευθέντες δεν τυφλώθηκαν, αλλά φυλακίστηκαν στην «φυλακή του Ανεμά». Η Κομνηνή περιγράφει την διαπόμπευση που περιελάμβανε κουρά της κεφαλής και ψίλωμα του πώγωνος, διακόσμηση των ξυρισμένων κεφαλιών με ταινίες που είχαν φτιαχτεί από εντόσθια βοδιών και προβάτων και πομπή επί βοών «οὐ περιβάδην, ἀλλὰ κατὰ θατέραν πλευρὰν» (όχι κανονικά αλλά από την άλλη πλευρά καθισμένοι) δια του πλήθους, το οποίο επαναλάμβανε ένα σκωπτικό «γελοίον ασμάτιον» στην «ιδιώτιδα» γλώσσα (η «άκομψη, ανεπιτήδευτη» δημώδης Ελληνική του πλήθους), που πρώτοι τραγουδούσαν οι προϊόντες των πομπευομένων «ραβδούχοι».

[Αλεξιάς, 12.6.4-9]Ὁμολογήσαντες δὲ ἅπαντα καὶ μηδὲ τὸν φόνον ἐπικρύψαντες, ἐπεὶ οἱ στρατιῶται τοῦτον μεμελετηκέναι ἐγνώσθη σαν καὶ μᾶλλον ὁ Ἀνεμᾶς Μιχαήλ, ὁ καὶ τῆς βουλῆς κορυφαῖος, ὁ καὶ κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος φόνιον πνέων, ἅπαντας περιορίσας καὶ τὰς σφῶν ἐδήμευσε περιουσίας. […]τὸν δὲ Ἀνεμᾶν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ὡς πρωταιτίους καὶ τὴν ἐν χρῷ κουρὰν τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ πώγωνος ψιλώσας διὰ μέσης πομπεῦσαι τῆς ἀγορᾶς παρεκελεύσατο, εἶτα ἐξορυχθῆναι τοὺς ὀφθαλμούς. Παραλαβόντες οὖν τούτους οἱ σκηνικοὶ καὶ σάκκους περιβαλόντες, τὰς δὲ κεφαλὰς ἐντοσθίοις βοῶν καὶ προβάτων ταινίας δίκην κοσμήσαντες, ἐν βουσὶν ἀναγαγόντες καὶ ἐγκαθίσαντες οὐ περιβάδην, ἀλλὰ κατὰ θατέραν πλευρὰν τούτους διὰ τῆς βασιλικῆς ἦγον αὐλίδος. Ῥαβδοῦχοι ἔμπροσθεν τούτων ἐφαλλόμενοι καὶ ᾀσμάτιόν τι γελοῖον καὶ κατάλληλον τῇ πομπῇ προσᾴδοντες ἀνεβόων, λέξει μὲν ἰδιώτιδι διηρμοσμένον, νοῦν δὲ ἔχον τοιοῦτον. Ἐβούλετο γὰρ τὸ ᾆσμα πάνδημον πᾶσι παρακελεύεσθαι … τε καὶ ἰδεῖν τοὺς τετυραννευκότας τούτους κερασφόρους ἄνδρας, οἵτι νες τὰ ξίφη κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἔθηξαν. Ἅπασα μὲν οὖν ἡλικία εἰς τὴν τοιαύτην θέαν συνέτρεχεν, ὡς καὶ ἡμᾶς, τὰς τοῦ βασιλέως θυγατέρας, ἐξελθούσας λαθραίαν τὴν θέαν ποιεῖσθαι. Ὡς δὲ τὸν Μιχαὴλ ὡς πρὸς τὰ ἀνάκτορα ἐθεάσαντο ἐνατενίζοντα καὶ χεῖρας ἱκέτιδας ἐς οὐρανὸν αἴροντα, αἰτούμενον ἐν σχήματι χεῖρας ἐξ ὤμων ἀφαιρεθῆναι καὶ πόδας ἐκ γλουτῶν αὐτῶν καὶ κεφαλὴν αὐτὴν ἀποτμηθῆναι, ἅπασα φύσις πρὸς δάκρυον καὶ οἰμω γὰς κεκίνηται, καὶ μᾶλλον ἡμεῖς, αἱ τοῦ βασιλέως θυγατέρες. Ἐγὼ δὲ, βουλομένη τὸν ἄνδρα τοῦ τοιούτου ῥύσασθαι κακοῦ, τὴν βασιλίδα καὶ μητέρα ἅπαξ καὶ δὶς προὐκαλούμην ἐς θέαν τῶν πομπευομένων. Ἐκηδόμεθα γὰρ τῶν ἀνδρῶν τοῦ αὐτοκράτορος χάριν, εἰρήσεται γὰρ τἀληθές, μὴ τοιού των ἀποστεροῖτο στρατιωτῶν καὶ μᾶλλον τοῦ Μιχαήλ, ὅσῳ καὶ βαρυτέρα ἡ κατ’ αὐτοῦ ψῆφος ἐξενήνεκτο. […]Καὶ δὴ πεισθεῖσα εἰς τὴν θέαν ἀνέρχεται, καὶ θεασαμένη τὸν Μιχαὴλ ᾤκτειρέ τε καὶ δάκρυον ἐπαφεῖσα τούτῳ θερμὸν ἐπανατρέχει πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, ἅπαξ καὶ δὶς καὶ πολλάκις ἐξαιτουμένη χαρίσασθαι τῷ Μιχαὴλ τοὺς ὀφθαλμούς.

diapompeusis-dennis

Αν γνωρίζετε άλλα παραδείγματα βυζαντινής διαπόμπευσης που μου έχουν διαφύγει, σχολιάστε τα στα σχόλια.

Advertisements

6 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

6 responses to “Το βυζαντινό έθιμο της διαπόμπευσης

  1. Για την διαπόμπευση των μοιχαλίδων κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

    http://www.mixanitouxronou.gr/diapompefsi-ton-michalidon-pano-se-gaidouria/

  2. Δελιόπουλος Δημήτριος

    Στο Ελατοχώρι Πιερίας όπου υπηρετούσα τη δεκαετία του 1970, άκουσα από το γερο- Βασίλη Λιάβα να αφηγείται την εξής ομολογία αμετανόητου ¨ονοβάτη”:
    -Τ’ κουκκ’νάδα που έχ’ς ισύ κι του μνυαλό που κουβανώ ιγώ, πάλι καβάλα στου γουμάρ’ δα μας βάλουν

  3. Ιωάννης

    Η διαδικασία της διαπόπμευσης υπήρχε και στην αρχαία Αθήνα, με την περίπτωση του φαρμακού, όπου θεωρούταν ότι ήταν μίασμα. Ήταν συνήθως ένας άνθρωπος, κατάδικος, τον οποίο περιέφεραν στην πόλη, λιντσάροντάς τον. Στο τέλος ή τον θανάτωναν ή τον εξόριζαν. Όλο αυτό εντασσόταν σε έναν θρησκευτικό τελετουργικό πλαίσιο, μια τελετή εξαγνισμού θα λέγαμε καλύτερα.

    • Η αρχαιοελληνική τελετή του καθαρτήριου «φαρμάκου» ήταν καθαρτήρια αποδιοπομπή και όχι εξευτελιστική διαπόμπευση.

      Στην αποδιοπομπή, εκδιώχνεται κάποιος που προσωποποιεί τελετουργικά το κακό, με σκοπό να εκδιωχθεί το πραγματικό κακό (καθαρμός).

      Στην διαπόμπευση, ο δήμος σύσσωμος υποτίθεται ότι αποκλείει τον διαπομπευόμενο από την κοινότητα, εξαιτίας της συμπεριφοράς του (παραβίαση των κοινών νόμων).

      • Ιωάννης

        Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει εξευτελισμός. Γιατί τον εξόριζαν ή τον θανάτωναν τότε τον φαρμακό οι Αθηναίοι αν όπως ισχυρίζεσαι το μόνο που έκανε ήταν να προσωποποιεί τελετουργικά το κακό; Ίδιες περιπτώσεις είναι στην ουσία, ίδια έθιμα.

      • Εντελώς διαφορετικά έθιμα είναι.

        Ο αποδιοπομπαίος «φαρμακός» ήταν κάποιος εγκληματίας (αλλά οχι πάντοτε, γιατί μπορούσε να ήταν και δούλος ή κάτι άλλο) που σε περίοδο συμφοράς επιλεγόταν για να θυσιαστεί τελετουργικά μήπως και φύγει («πάρει μαζί του») το κακό. Το έθιμο γινόταν μόνο σε περίοδο συμφοράς και ο φαρμακός δεν τιμωρούνταν για κάποιο κάκο που είχε κάνει. Αν ήταν εγκληματίας είχε ήδη καταδικαστεί με φυλάκιση και απλώς τον έβγαζαν από τη φυλακή για να λειτουργήσει ως αποδιοπομπαίος τράγος, μήπως και διώξει το κακό.

        Ο διαπομπευόμενος, από την άλλη, ήταν κάποιος παραβάτης που εξευτελιζόταν δημοσίως επειδή είχε παραβεί τους νόμους της κοινότητας. Η διαπόμπευσή τού ήταν η τιμωρία του. Δεν περίμεναν να έρθει περίοδος συμφοράς για να τον διαπομπεύσουν και ούτε περίμεναν να «πάρει μαζί του» κάποιο κακό.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s