Βαλκανικά τοπωνύμια στο «Περί Κτισμάτων» του Προκοπίου: Λουποφαντάνα, Στρόγγες και Γεμελλομούντες

Ελπίζω να απολαμβάνετε έναν Καλό Δεκαπενταύγουστο!

Επειδή δεν πρόκειται να κάνω κανονική ανάρτηση μέχρι το τέλος του μήνα (μέχρι τότε δεν θα βρίσκομαι στον υπολογιστή μου), με τη σημερινή ανάρτηση θα σπάσω την αυγουστιάτικη απραξία περιγράφοντας ορισμένα τοπωνύμια γλωσσολογικού ενδιαφέροντος που αναφέρει ο Προκόπιος στο «Περί Κτισμάτων» (De Aedificiis, γραμμένο γύρω στο 550 μ.Χ.), τα οποία έτυχε να αναφέρω στα σχόλια των προηγούμενων ημερών.

Το «Περί Κτισμάτων» εγκωμιάζει την οικοδομική δραστηριότητα του Ιουστινιανού στα Βαλκάνια, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως επιδιόρθωση προϋπαρχόντων οχυρών και κτίσιμο νέων, για την παροχή ασφάλειας στους Ρωμαίους πολίτες των περιοχών που είχαν πληγεί από τις σλαβικές επιδρομές.

Μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ το πρωτότυπο κείμενο που φέρει τον πλήρη τίτλο:

«ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΡΗΤΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΩΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΟΥ ∆ΕΣΠΟΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ» 

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Προκόπιος έχει χρησιμοποιήσει μια πηγή χαμηλού γλωσσικού ύφους που ήταν εξοικειωμένη με την δημώδη μορφή των βαλκανικών τοπωνυμίων. Έτσι, ενώ στις ιστορίες του ο Προκόπιος μιλάει πάντα για το Δυρράχιον/την Επίδαμνο, στο «Περί Κτισμάτων» τον βρίσκουμε να γράφει «Δυρράχιν» (η νήσος > το  νησίον > το νησίν > το νησί), όπως στο λίγο μεταγενέστερο δημώδες ποίημα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο που σατιρίζει τον Μαυρίκιο βρίσκουμε το ουδέτερο «αλεκτόριν» = «κοκόρι» (ο αλέκτωρ/αλεκτρύων > το αλεκτόριον > το αλεκτόριν > το αλεκτόρι ~ κοκόρι). Η δημώδης μορφή των λατινικών τοπωνυμίων είναι ίσως περισσότερο ενδιαφέρουσα γιατί δείχνει φωνολογικές εξελίξεις που είναι τυπικές της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ο πρόδρομος της Βλαχικής/Αρουμανικής και Ρουμανικής). Αντίστοιχη της ελληνικής δημώδους εξέλιξης το Δυρράχιον > το Δυρράχιν λ.χ. είναι η δημώδης προστριβοποίηση του άτονου προφωνηεντικού λατινικού -ti- > -ty- > «-τζ-» [=τσ], λ.χ. Φλωρεντίανα αλλά *Σκοπέντιανα > Σκοπέντζανα, όπως λ.χ. η λατινική patientia έγινε ιταλική pazienza και … πασιέντζα).

Οι επιδρομές των υπερδουνάβιων ακόμα «βαρβάρων Σκλαβηνών» (Σλάβων) ως αιτία της οικοδομικής/οχυρωματικής περιδουνάβιας δραστηριότητας του Ιουστινιανού:

[4.7.10-19] ἔστι δὲ τρία ἑξῆς ὀχυρώματα παρὰ τὴν τοῦ Ἴστρου ἠϊόνα, Σαλτουπύργος τε καὶ ∆ορόστολος καὶ Συκιδάβα. ὧν δὴ ἑκάστου τὰ πεπονθότα οὐκ ἀπημελημένως ὁ βασιλεὺς ἐπηνώρθωσε. καὶ Κούηστρις δέ, ὅπερ κεῖται τῆς ἀκτῆς ἔκτοσθεν, ἐπιμέλειαν τὴν ὁμοίαν πεποίηται. καὶ Πάλματις ἐν στενῷ κείμενον μεῖζόν τε κατεστήσατο καὶ διαφερόντως εὐρύτερον, καί περ οὐ παρὰ τὴν ἀκτὴν τοῦ ποταμοῦ ὄν. οὗ δὴ ἄγχιστα καὶ φρούριον Ἄδινα καινουργήσας ἐδείματο, ἐπεὶ διηνεκὲς διαλανθάνοντες Σκλαβηνοὶ βάρβαροι ἐνταῦθα ἐνεδρεύοντές τε κεκρυμμένως ἀεὶ τοὺς τῇδε ἰόντας ἄβατα ἐποίουν τὰ ἐκείνῃ χωρία. καὶ φρούριον δὲ τὸ Τιλικίων ᾠκοδομήσατο, καὶ αὐτοῦ ἐν ἀριστερᾷ κείμενον ἔρυμα. Οὕτω μὲν καὶ Μυσοῖς τὰ ὀχυρώματα ἐπί τε τῆς ἀκτῆς ποταμοῦ Ἴστρου ἔσχε καὶ ταύτης πλησίον. ἐπὶ Σκύθας δὲ τὸ λοιπὸν βαδιοῦμαι· ἔνθα δὴ φρούριον πρῶτον Κυρίλλου ἁγίου ἐπώνυμόν ἐστιν, οὗπερ τὰ πεπονηκότα τῷ χρόνῳ ἀνῳκοδομήσατο οὐκ ἀπημελημένως Ἰουστινιανὸς βασιλεύς. ἐπέκεινά τε αὐτοῦ ἦν μὲν ἐκ παλαιοῦ ὀχύρωμα, Οὐλμιτῶν ὄνομα, βαρβάρων δὲ Σκλαβηνῶν ἐπὶ χρόνου μῆκος ἐκείνῃ τὰς ἐνέδρας πεποιηκότων, διατριβήν τε αὐτόθι ἐπὶ μακρότατον ἐσχηκότων, ἔρημόν τε παντάπασι γέγονε, καὶ οὐδὲν αὐτοῦ ὅτι μὴ τὸ ὄνομα, ἐλέλειπτο ἔτι. ὅλον τοίνυν ἐκ θεμελίων δειμάμενος, ἐλεύθερα τῆς τῶν Σκλαβηνῶν ἐπιθέσεώς τε καὶ ἐπιβουλῆς κατεστήσατο εἶναι τὰ ἐκείνῃ χωρία.

Στην ηϊόνα/όχθη του Ίστρου/Δούναβη, λοιπόν, κοντά στο Δορύστολον (από όπου αιώνες αργότερα ο Τζιμισκής θα διώξει τους Ρώς του Σβιατοσλάβου) και στην Συκιδάβα (τυπικό δακομυσικό τοπωνύμιο σε -dēvā > -dāvā > -dova), ο Ιουστινιανός καινούργησε το φρούριον Άδινα, επειδή τα μέρη του είχαν γίνει άβατα από τις ενέδρες των βάρβαρων Σκλαβηνών. Στη συνέχεια ο Προκόπιος μεταφέρεται στη «σκυθική»/βόρεια όχθη του Ίστρου ( ἐπὶ Σκύθας δὲ τὸ λοιπὸν βαδιοῦμαι) και μας πληροφορεί ότι ο Ιουστινιανός επιδιόρθωσε και ανέγειρε εκ νέου και εκεί οχυρά (όπως το φρούριον του Κυρίλλου), επειδή τα παλιά υπερδουνάβια οχυρά είχαν ερημωθεί από τις χρόνιες επιδρομές και ενέδρες των βαρβάρων Σκλαβηνών.

Στο τέλος του χωρίου ο Προκόπιος μας πληροφορεί ότι, με την οχυρωματική του δραστηριότητα, ο Ιουστινιανός κατέστησε τα περιδουνάβια μέρη «ελεύθερα της των Σκλαβηνών επιθέσεως τε και επιβουλής».

Παραθέτω έναν χάρτη με τις βαλκανικές επαρχίες στην εποχή του Προκόπιου (6ος μ.Χ. αιώνας)

NBalkans-6th

ΙΙΙ. Θράκη

V. Μυσία Β’ (Κάτω Μυσία, Moesia II)

XIV. Δακία Μεσόγειος (Dacia Mediterranea)

XV. Δακία Παραποτάμια (Dacia Ripensis)

XVI. Δαρδανία

XVIII. Μυσία Α’ (Άνω Μυσία, Moesia I)

1) Ο δημώδης τύπος «το Δυρράχιν»

Στη Νέα και Παλαιά Ήπειρο (Epirus Nova & Epirus Vetus) και στη Μακεδονία ο Προκόπιος αναφέρει τα παρακάτω τοπωνύμια.

[4.4.3] Φρούρια μὲν οὖν νέα πρὸς τοῦ βασιλέως ἐν Ἠπείρῳ νέᾳ γεγένηται τάδε·

Βουλπιανσός. Ἐπίστερβα. Σκημινίτης. Ἄονα. Στεφανιακόν. Ἄργος. Ἀλίουλα. ∆υρράχιν. Ὁ ἅγιος Σαβιανός. Γέμενος. Βακουστή. Ἄλιστρος. Πάταπα. Ἐπιδοῦντα. Βάκουστα. Μάρτις. Εἰρήνη. Σπερέτιον. Ἀοιών. Στρέδην. Γυναικομίτης. Λάβελλος. Ἐπίλεον. Πισκιναί. ∆εύφρακος. ∆ολέβιν. Ἡδονία. Τιτιάνα. Κιθινάς. Οὐλίβουλα. Βρεβατή. Θησαυρός. Ἀνενεώθη δὲ τάδε· Τοῦ ἁγίου Στεφάνου. Κεθρέων. Ἄπις. Πήλεον. Κώμη. Πακούη. Σκυδρέων πόλις. Ἀντίπαγραι. Τίθυρα. Βρέβετα. Βοῦπος. Ἐνδύνεια. ∆ιόνυσος. Τοῦ Πτωχείου. Τυρκανός. Κάπαζα. Πούψαλος. Γάβραιον. ∆ιόνοια. Κλημεντιανά. Ἰλλύριν. Κιλικαί. Ἀργυάς. Θέρμα. Ἀμάντεια. Παρέτιον.

Ἐν δὲ Ἠπείρῳ παλαιᾷ, νέα μὲν φρούρια ἐγένοντο τάδε·

Παρμός. Ὄλβος. Κιόνιν. Μαρκιανά. Ἄλγος. Κείμενος. Ξηροπόταμος. Εὐρώπη. Χίμαιραι. Ἡλέγα. Ὁμόνοια. Ἄδανον. Ἀνενεώθη δὲ τάδε· Μουρκίαρα. Κάστινα. Γενύσιος. Πέρκος. Μαρμάρατα. Λίστρια. Πετρωνιανά. Κάρμινα. Τοῦ ἁγίου Σαβίνου. Καὶ ἐν φρουρίῳ Κώμῃ κινστάρνα. Μάρτιος. Πέζιον. Ὄναλος. Καὶ ἀπὸ Ἰουστινιανοπόλεως καὶ Φωτικῆς· φρούρια δύο τοῦ ἁγίου ∆ονάτου. Συμφύγιον. Προνάθιδον. Ἥδωνες. Κάστελλος. Βουλιβάς. Πάλυρος. Τράνα. Ποσειδών. Κολοφωνία.

Ἐπὶ Μακεδονίας·

Κάνδιδα. Κολοβῶνα. Βασιλικὰ Ἀμύντου. Μελίχιζα. Πασκᾶς. Αὐλών. Βολβός. Βριγίζης. Ὀπτᾶς. Πλευρόν. Κάμινος. Θέρμα. Βογᾶς. Νεάπολις. Κάλαρνος. Μουσεῖον. Ἀκρέμβα. Ἀδριάνιον. Ἔδανα. Σίκλαι. Νύμφιον. Μέτιζος. Ἀργικιανόν. Βάζινος. Κασσωπᾶς. Παρθίων. Γεντιανόν. Πρινίανα. Θήστεον. Κύρρου. Γουρασσών. Κουμαρκίανα. Λιμνηδήριον. Βουρβοώδην. Βάβας. Κρυνίανα. Πέλεκον. Λάγης. Κραταιά. Φασκίαι. Πλακιδιανά. Ὑγεά. Λιμνααί. Ὄπτιον. Χάραδρος. Κάσσωπες

Η δημώδης τροπή -ιον > -ιν (λ.χ. πέπων > πεπόνιον > πεπόνιν > πεπόνι) εμφανίζεται στα τοπωνύμια: Δυρράχιν, Δολέβιν, Ιλλύριν, Κιόνιν (= Κιόνιον < κίων). Αντιθέτως, τα τοπωνύμια Σπερέτιον, Παρέτιον (μάλλον *Paretium εκ του λατινικού pariēs/parietem = «τοίχος», λ.χ. ιταλικό parete και ο διεθνής ιατρικός όρος parietal peritoneum = τοιχωματικό περιτόναιο), Συμφύγιον, Νύμφιον και Όπτιον, παραδίδονται στην αρχαία τους μορφή.

Μαζί με τα προρρηθέντα «κομμένα» ουδέτερα -ιον > -ιν, το τοπωνύμιο Ξηροπόταμος μας υπενθυμίζει ότι είμαστε στο τέλος της αρχαιότητας και οδεύουμε προς νεοελληνικά δεδομένα.

Σύμφωνα με τον Μιλτιάδη Χατζόπουλο, το τοπωνύμιο «Βασιλικά Αμύντου» επί Μακεδονίας αναφέρεται στα ανάκτορα της Πέλλας και αποτελεί απόδειξη ότι είναι ο Αμύντας Γ’ και όχι ο Αρχέλαος A’ ο Μακεδόνας βασιλιάς που μετέφερε την πρωτεύουσα από τις Αιγές στην Πέλλα.

Το μακεδονικό τοπωνύμιο Κολοβώνα, όταν συγκρίνεται με το τοπωνύμιο Κολοφωνία της Παλαιάς Ηπείρου (κολοφών = «ύψωμα, κορυφή»), δείχνει τη γνωστή μακεδονική τάση ηχηροποίησης των π/φ, κ/χ, τ/θ σε β,γ,δ (λ.χ. Βουλομάγα/Φυλομάγα = Φυλομάχη, Βορδίνος = Πορτίνος, Γυδίας = Κυδίας κλπ).

Σημείωσα τα λατινικά τοπωνύμια Κάνδιδα = Λευκή (candīdus) και Κουμαρκίανα = Εμπόριον (commercium > κομμερκιάριος και αλβανικό kumerq) και την κινστέρνα που χτίστηκε στο φρούριο Κώμη, η οποία δείχνει υπερδιόρθωση (προσθήκη ενός /n/ εκεί που δεν υπάρχει, λ.χ. Βασιλική Κινστέρνα), όπως το Βουθρωτόν > Buthrotum > Butrinto και το δημώδες λατινικό strictus > strinctus (> ΑΒΡ *strimptu > βλαχικό strimtu ~ ρουμανικό  strâmt και βενετσιάνικο strento).

Από τα γνωστά αρχαία τοπωνύμια που επιβιώνουν μέχρι σήμερα αναφέρονται τα παρακάτω:

Δυρράχιν > Δυρράχιον/Durrës/Durrazzo

Σκυδρέων πόλις > Σκόδρα/Shkodër/Scutari

Χιμαίραι > Χειμάρρα/Himarë

Αυλών > Αυλώνας/Vlorë (μάλλον ο γνωστός παράλιος Αυλώνας αν και περιέργως αναφέρεται «επί Μακεδονίας»)

2) Δαρδανία

Ήταν η γενέθλια περιοχή του αυτοκράτορα Ιουστίνου A’ και του ανιψιού και διαδόχου του Ιουστινιανού Α’.

Ἐπὶ ∆αρδανίας δὲ πεποίηται τάδε.

νέα μέν· Λαβέριον. Κάστιμον. Ῥαβεστόν. Καστέλλιον. Ἀκρένζα. Τεριάς. ∆ροῦλλος. Βικτωρίας. Ἀνενεώθη δὲ τάδε· Κεσίανα. Τεζούλη. Οὐσιανά. Βεσίανα. Μασκᾶς. Λίστη. Κελλιριανά. Ζυσβάες. Γένζανα. Πετρίζην. Εὐτυχιανά. Μουλατώ. Βελάς. Κάτταρος. Κατταρηκός. Πέντζα. Κατταφέτερος. ∆άβανος. Κούβινος. Γέρματζα. Βικτωριανά. Ἄζετα. ∆ουρβουλιανά. Σούρικον. Κούσινες. Τουττιανά. Βαλλεσιανά. Βήλλα. Κατρέλατες. Κασύελλα. Μανίανα. Πρισκούπερα. Μιλετής. ∆αρδάπαρα. Κέσουνα. Βερινιανά. Λάσβαρος. Καστελλοβρέταρα. Ἐδετζίω. ∆ίνιον. Κέκωλα. Ἔμαστος. Καστελῶνα. Καπόμαλβα. Σέρετος. Πτωχεῖον. Κουινώ. Βέρζανα. Βεσαΐανα. Ἄρσα. Βλεζώ. Λάβουτζα. Κυίντου. Βερμέζιον. Κατράσεμα. Ῥοτοῦν. Κοβέγκιλες. Μαρκελλιανά. Πριμονιανά. Παμίλινος. Ἀρία.

Δημώδης λατινική προφορά παρατηρείται στα τοπωνύμια:

Acrentia > Ακρένζα

Gentiana > Γένζανα

*Pentia  ή *Pencia> Πέντζα

Μάλλον το σημερινό Peć/Pejë του Κοσσυφοπεδίου. Οι σλάβοι παρέλαβαν την προστριβοποιημένη δημώδη ρωμανική μορφή Pentsa > σλαβ. Pęćŭ > Peć, γνωστό και ως Ιπέκιον από το τουρκικό όνομα İpek . Η αλβανική μορφή Pejë χρειάζεται περισσότερο ψάξιμο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως πρέπει να χάθηκε ένα /n/: *Penjë >  Pejë όπως στο «νερό» *udnjā > *unjë > ujë.

Επειδή η Πέντζα/Ιπέκιον βρίσκεται πάνω στον «Γοργοπόταμο» Pećka Bistrica, είναι λογικό να αναδομήσουμε τον αρχικό θρακοϊλλυρικό τύπο της Πέντζας ως *Pencia και να την συσχετίσουμε με την ΙΕ ρίζα *penk- «νερό» που έχει δώσει το πρωτογερμανικό *pn.k-t-yos > *funhtijaz = «υγρός, λασπωμένος». Η ίδια ρίζα απαντά στο λατινοπρεπές δακομυσικό υδρωνύμιο Pincus που συνεχίζει ως Pincus > Pękŭ > Pek στη σερβική. Στην εκβολή του ποταμού στον Δούναβη υπήρχε το κάστρο Pincum ή Civitas Pincenses, το σημερινό Veljko Gradište όπου έχει βρεθεί μια διάσημη ανάγλυφη εικόνα χαραγμένη σε μάρμαρο με τον Αχιλλέα να σέρνει με το άρμα τον νεκρό Έκτορα.

*Germatia > Γέρματζα

Εδώ το μυαλό μας δεν πρέπει να πάει σε «οικισμό Γερμανών», αλλά στον δακοθρακικό όρο *gwhermn.-t-ieh2 > *Germatya > Germatsa = «μέρος με θερμά νερά», το δακοθρακικό ανάλογο του ελληνικού όρου θερμασία. Θυμίζω το δακικό τοπωνύμιο *gwherm-i-sor-eh2 > Γερμισάρα (*gwherm- «θερμός» και *ser- «ρέω»), όπου εγκαταστάθηκε από τον Τραϊανό η διάσημη Λεγεών XIII Δίδυμη της σειράς Rome, με την οποία ο Καίσαρας παλαιότερα κατέκτησε την Γαλατία και διέβηκε τον Ρουβικώνα εκφωνώντας το alea iacta est = «ο κύβος ερρίφθη». Το 271 κατά την εκκένωση της υπερδουνάβιας Τραϊανικής Δακίας η Legio XIII Gemina εγκαταστάθηκε στην υποδουνάβια Αυρηλιανική Δακία.

Η εξέλιξη Γερμι- > Ζερμι- στη γραφή του τοπωνυμίου, δείχνει ουράνωση παρόμοια με την αλβανική εξέλιξη *gwherm-os > dzjerma > zjarm. To δακοθρακικό θέμα Γερμ- = Θερμ- απαντά και στην πόλη του στρατηγού Βελισάριου Γέρμαι/Γέρμας/Γερμάν(ν)η (σημερινή Sapareva Banya) που θα αναφέρω παρακάτω και στο οποίο μέχρι σήμερα υπάρχουν θερμές πηγές.

Germisara

*Labutia > Λάβουτζα

*Bermetium/*Vermetium > Βερμέζιον (ή *Bermatium/*Vermatium αν συνέβη i-μετάλλαξη). Αν συνέβη τροπή v->b- αυτή είναι τυπική της ΑΒΡ, λ.χ. vocem > boce > boace ~ boatsi, veteranus > vetranus > betranus > bătrân ~ bitãrnu.

Κατράσεμα (άραγε περιέχει ως πρώτο συνθετικό κάποια δημώδη εκδοχή του λατινικού quadru- «τετρα-» ή κάποιον συγγενή του αλβανικού katër > *katra- ; )

Άλλα τοπωνύμια γλωσσολογικού ενδιαφέροντος:

Δαρδάπαρα. Το τοπωνύμιο αυτό αναφέρεται ξανά στο «Περί Κτισμάτων» στην Μεσόγειο Δακία. Το θρακικό επίθημα -παρα/-πέρα συνήθως ερμηνεύεται ως «χωριό, οικισμός» («οχυρωμένος οικισμός» αν σχετίζεται ετυμολογικά με το λατινικό pariēs = «τοίχος»). Κατά άλλους, σημαίνει «πέρασμα» και είναι συγγενές με τα ελληνικά περάω/πόρος.  Αν περιέχει ως πρώτο συνθετικό τον αλβανικό όρο dardhë = «αχλάδι» που απαντά και τοπωνυμικά (λ.χ. Dardhë Κορυτσάς), τότε το τοπωνύμιο Δαρδάπαρα μπορεί να αποδοθεί είτε ως «Αχλαδοχώρι/Αχλαδόκαστρο» ή ως «Αχλαδοπόρος» («πέρασμα/διάβαση της Αχλαδιάς»).

Κατά τη γνώμη μου, το αλβανικό «αχλάδι» μπορεί να είναι ΙΕ συγγενής των ελληνικών όρων άχερδος και (η) αχράς/(την) αχράδα (αχράδιον > αχλάδιον > αχλάδι). Μπορούμε να κατασκευάσουμε την κοινή ρίζα *h2g’herd-:

ε-βαθμος: *h2g’herd-os > άχερδος

ο-βαθμός: *h2g’hord-os > PAlb *dzarda > αλβ. dardhë (με *g’h>dz>d όπως *g’heimen-os > *dzeimena > dimër = χειμών)

μηδενικός βαθμός: *h2g’hr.d-s > *αχραδ-ς > αχράς

Καπόμαλβα. Πίσω από αυτόν τον τύπο του Προκοπίου πιστεύω πως κρύβεται το τοπωνύμιο Capo Malva = «Αρχή του Ποταμού» (Άνω μέρος του ποταμού ~ αγγλικό headwater). Ο όρος είναι αντίστοιχος του ιταλικού τοπωνυμίου Capo Fiume (λατ. flumen > ιταλ. fiume = «ποτάμι»). Τα δύο τοπωνύμια έχουν το ίδιο πρώτο συνθετικό λατ. caput > δημώδες capo = «κεφάλι, αρχή». Η διαφορά είναι ότι το δεύτερο συνθετικό του Capo Malva περιέχει τον δακοθρακικό όρο *malwa = «όχθη, ποταμός» που απαντά στον όρο Dacia Malvensis = Dacia Ripensis = Δακία Παραποτάμια (malvensis = ripensis, ripa = «όχθη»), στο προσλαβικό σερβικό υδρωνύμιo Mlava (Malva > Molva > Mlava, ύστερα από την νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών, λ.χ. Scardona > Skordinŭ > Skradin) και, μάλλον, συνεχίζει ως υποστρωματικός όρος mal = «όχθη» στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ).

malwa

Σέρετος. Το τοπωνύμιο αυτό είναι ολόιδιο με το υπερδουνάβιο δακικό υδρωνύμιο Σέρετος > Seret/Siret (IE *ser- «ρέω», όπως στην προρρηθείσα Γερμι-σάρα). Τα ποικίλα ονόματα του υπερδουνάβιου ποταμού (Σέρετος, Ιερασός, Gerasus) ίσως δείχνουν την αλβανική εξέλιξη *s->j->gj- (λ.χ. *serp-enos > serpena > jarpena > gjarpër ~ gjarpën).

Άρσα. Μάλλον η προσλαβική μορφή του σερβικού τοπωνυμίου Stari Ras (Arsa > Orsŭ > Rasŭ > Ras, με νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών όπως στο Scardona > Skradin). Το παλαιοβαλκανικό αυτό τοπωνύμιο ίσως ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *Hwers- «υγραίνω» > *Warsa > Arsa (λ.χ. αέρση ~ εέρση = «υγρασία, δροσιά, σταγόνες βροχής»,  οὖρον = «κατρουλιό» και σανσκ. varsam = «βροχή»).

3) Μεσόγειος Δακία

Κομβική περιοχή γιατί περιείχε την Σερδική (Σόφια, πρωτεύουσα όλης της Διοικήσεως Δακίας), τη Ναϊσσό (γενέθλια πόλη της Κωνσταντίνειας Δυναστείας), τη Γέρμα/Γερμάν(ν)η (γενέθλια πολίχνη του στρατηγού Βελισάριου), την Παυταλία (σημερό Κιουστεντίλ), τα Ρεμεσιανά (μεταξύ Σερδικής και Ναϊσσού, σημερινή Bela Palanka) και την Ευδαίμονα Ρωμυλιανή (Felix Romuliana, σημερινό Gamzigrad) όπου ίδρυσε τα παλάτια του ο τετράρχης Γαλέριος, που είχε το παρατσούκλι Armentarius = «Γελαδάρης» και ήταν από εκείνα τα μέρη, και ο οποίος επέλεξε ως τετραρχική πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη.

Ὑπὸ πόλιν Σαρδικήν·

Σκούπιον. Στένες. Μαρκίπετρα. Βρίπαρον. Ῥωμανιανά. Στρούας. Πρωτίανα. Μακκουνιανά. Σκοπέντζανα.

Ἐν δὲ τῇ Καβετζῷ χώρᾳ,

νέον μὲν Βαλβαί. ἀνενεώθη δὲ τάδε· Βυρσία. Σταμαζώ. Κλεσβέστιτα. ∆ουΐανα. Τούρικλα. Μέδεκα. Πεπλαβιός. Κοῦναι. Βίνεος. Τρισκίανα. Παρνοῦστα. Τζίμες. Βιδζώ. Στενεκόρτα. ∆ανεδέβαι. Ἀρδεία. νέα μέν· Βουγάραμα. Βέτζας. Βρεγεδάβα. Βόρβρεγα. Τουροῦς. Ἀνενεώθη δέ· Σαλεβρίες. Ἀρκοῦνες. ∆ουρίες. Βουτερίες. Βαρβαρίες. Ἀρβατίας. Κουτζούσουρα. Ἐταιρίες. Ἰταβερίες. Βόττες. Βιτζιμαίας. Βαδζιάνια. Βάνες. Βιμηρός. Τουσουδεάας. Σκουάνες. Σκεντουδίες. Σκάρες. Τουγουρίας. Βεμάστες. Στραμεντίας. Λίγνιος. Ἰταδεβά.

Ὑπὸ πόλιν Γέρμεννε,

νέον μὲν Σκαπλιζώ. ἀνενεώθη δέ· Γερμάς. Κανδαράς. Ῥολλιγεράς. Σκινζερίες. Ῥιγινοκάστελλον. Σουεγωγμένσε.

Ὑπὸ πόλιν Παυτά·

Τάρπωρον. Σουάβαστας. Χερδούσκερα. Βλέβοις. Ζεαπουρίες.

Ἐν χώρᾳ Σκασσετάνᾳ·

Ἄλαρον. Μαγιμιάς. Λουκουνάντα. Βάλαυσον. Βούττις.

Ὑπὸ πόλιν δὲ …

νέα μέν· Καλβεντία. Φαράνορες. Στρανβάστα. Ἄλδανες. Βαραχτέστες. Σάρματες. Ἄρσενα. Βράρκεδον. Ἐραρία. Βερκάδιον. Σαβινίριβες. Τιμίανα. Κάνδιλαρ. Ἄρσαζα. Βικούλεα. Καστέλλιον. Γρόφφες. Γάρκες. Πίστες. ∆ούσμανες. Βράτζιστα. Ὁλόδορις. Κασσία. Γράνδετον. Οὐρβρίανα. Νώγετο. Γούρβικον. Λαύτζονες. ∆ουλίαρες. Μεδίανα. Τιούγκωνα. Καστέλλιον. Ἀνενεώθη δέ· Ἕρκουλα. Μουτζιανικάστελλον. Βούρδωπες. Κάλις. Μιλλάρεκα. ∆έδβερα. Χεσδούπαρα.

Ἐν χώρᾳ Ῥεμισιανισίᾳ· Βρίττουρα. Σούβαρας. Λαμπωνίανα. Στρόγγες. ∆άλματας. Πριμίανα. Φρερραρία. Τόπερα. Τόμες. Κούας. Τζερτζενούτζας. Στένες. Αἰάδαβα. ∆έστρεβα. Πρετζουρίες. Κουμούδεβα. ∆ευριάς. Λούτζολο. Ῥεπόρδενες. Σπέλογκα. Σκοῦμβρο. Βρίπαρο. Τουλκόβουργο. Λογγίανα. Λουποφαντάνα. ∆αρδάπαρα. Βουρδόμινα. Γριγκιάπανα. Γραῖκος. ∆ρασίμαρκα.

Ἐν χώρᾳ Ἀκυενισίῳ,

νέον μὲν Τιμαθοχιώμ. τὰ δὲ ἀνανεωθέντα· Πέτρες. Σκουλκόβουργο. Βινδιμίολα. Βραίολα. Ἀργανόκιλι. Καστελλόνοβο. Φλωρεντίανα. Ῥωμυλίανα. Σεπτέκασας. Ἀργένταρες. Αὐριλίανα. Γέμβερο. Κλέμαδες. Τουρρίβας. Γρίβο. Χάλαρο. Τζούτρατο. Μουτζίπαρα. Στένδας. Σκαρίπαρα. Ὀδρίουζο. Κιπίπενε. Τρασίανα. Πότες. Ἄμουλο. Σέτλοτες. Τιμακίολον. Μερίδιο. Μεριοπόντεδε. Τρεδετετιλίους. Βραίολα. Μώτρεσες. Βικάνοβο. Κουαρτίανα. Ἰουλιόβαλλαι. Πόντζας. Ζάνες.

Σκούπιον. Αν δεν έχει γίνει μπέρδεμα με τους Σκούπους της Δαρδανίας (Scupi/Σκόπια/Skopje) τότε το τοπωνύμιο αυτό ίσως είναι συγγενές με το δαρδανικό.

Scopentiana > Σκοπέντζανα (δημώδης λατινική προστριβοποίηση ty>ts)

Βαλβαί. Το τοπωνύμιο αυτό μάλλον είναι συγγενής με το (παιονικό; ) υδρωνύμιο Βόλβη και με βαλτικά υδρωνύμια σε Balv- (*bhol-wos, με την ίδια ρίζα που έδωσε το πρωτοσλαβικό *bolto > βάλτος). Η γραφή του Προκόπιου ίσως να εκφράζει την τυπική ΑΒΡ τροπή lv>lb (λ.χ. pulvis/pulverem = «σκόνη» > ABR *pulbere > βλαχικό pulbiri ~ ρουμανικό pulbere).

Τούρικλα = «Πυργίσκος» (λατ. turris με υποκοριστικό επίθημα -culus/-cula/-culum > Turricula > Turricla, όπως auris > auricula > oricla > ιταλικό orecchio και βλαχικό ureaclji).

Δανεδέβα, Βρεγεδάβα, Ιταδέβα, Αιάδεβα, Κουμούδεβα. Τυπικά δακομυσικά τοπωνύμια σε -dēvā > -dāva > -dova (Φιλιππούπολις > θρακ. Pulpudeva > βουλγ. Plovdiv, Polondava > Pelendova).

Ο Ησύχιος κατέγραψε το λήμμα:

λέβα· πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν (κάποιος μεταγραφέας μπέρδεψε το «Δ» με το «Λ» ΔΕΒΑ > ΛΕΒΑ)

Η εξέλιξη ē>ā>o ακολουθεί γνωστή αλβανική φωνηεντική τροπή (λ.χ. *pleh1- > πλήρης ~ complētus ~ αλβανικό plētā > plātā > plo). Το επίθημα *-dēvā ανάγεται στην ΙΕ δομή *dheh1-weh2, δηλαδή είναι ομόρριζο με τον ελληνοαλβανικό ζεύγος *dhh1-tis > θέσις ~ dhatë = «μέρος, τοποθεσία».

Γέρμεννε/Γερμάς. Όπως προανέφερα στην δαρδανική Γέρματζα και στην δακική Γερμισάρα, τα τοπωνύμια αυτά περιέχουν την δακοθρακική ρίζα *gwher-m- > Γερμ- = «θερμός» (λ.χ. αλβ. zjarm) και συνήθως δηλώνουν θερμές πηγές.

Ριγινοκαστέλλον = «Βασιλικό Κάστρο»: rēx/rēgem = «βασιλεύς» > rēgius = «βασιλικός» > δημώδες *rēgīnus (λ.χ. Άγιος Ρηγίνος) > Rēgīnum Castellum.

Παυτά = Παυταλία (Κιουστεντίλ). Η πόλη είναι κτισμένη στις ανατολικές παρυφές του όρους Οσόγκοβο σε μια περιοχή που έχει μια σαρανταριά πηγές.  Oι Βούλγαροι θρακολόγοι έχουν συνδέσει το τοπωνύμιο με την ΙΕ ρίζα *pewt- «αφρίζω» (λ.χ. λιθουανικό puta = «αφρός») που απαντά σε βαλτικά υδρωνύμια σε *powt- > Paut-.

Pautalia

Καλβεντία. Μάλλον λατινικό Calventia εκ του calvus = «φαλακρός» (λ.χ. ιταλικό *Calventianum > Calvenzano και το ελληνικό όρος Φαλακρό).

Στρόγγες. Άραγε Στρούγγες; (βλαχορουμανικό strungă και αλβανικό shtrungë = «φαράγγι, στενό πέρασμα, στρούγγα για το άρμεγμα των αιγοπροβάτων» και ρουμανικά τοπωνύμια όπως Strunga, StrungarulStrungăria κλπ).

Ο δακοθρακικός όρος *strungā ~ «στενωπός» προφανώς είναι από την ΙΕ ρίζα *streng- «σφίγγω,στριμώχνω» που έχει δώσει το λατινικό stringō = «σφίγγω» και τους ελληνικούς όρους στραγγάλη = «αγχόνη», στραγγαλάω/στραγγαλίζω και στραγγίζω. Η τροπή *str.ng-eh2 > *strungā συμφωνεί φωνολογικά και με την θρακική «κιθάρα» > *bhr.m-kos > brunka = βρυνχός/βρυνχόν (IE συγγενής του ελληνικού όρου φόρμιγξ) και με τους αλβανικούς όρους που δείχνουν *r.>ur/ru (*skr.d- > *skurda > *ksurda > hurda > hudhër και *kwr.p-ena > *kurpena).

Λούτσολο. Δημώδης προφορά του λατινικού lūteolus > lutjolo > lutsolo = «κιτρινωπός» ή, καλύτερα, υποκοριστικό *luteolo ~ «λασπούρα» εκ του lutum = «λάσπη, βρομιά» και luteus = «λασπωμένος, λερωμένος»). Από τον ίδιο δημώδη/ρωμανικό όρο ίσως και η νεοελληνική λούτσα (η συνήθης ετυμολογία  της λούτσας είναι από το σλαβικό luža = «νερόλακκος», IE *loug-yeh2). Εναλλακτικά, το Λούτσολο μπορεί να είναι υποκοριστικός τύπος του λατινικού ιχθυωνύμου lūcius > λούτσος (ψάρια του γλυκού νερού του γένους Esox, λ.χ. το αντίστοιχο αγγλικό υποκοριστικό pike > pickerel).

Σπέλογκα. Λατινικό spelunca = «σπήλαιο» (δάνειο στη Λατινική του ελληνικού όρου σπῆλυγξ)

Σκούμβρο. Θρακικός όρος για «όρος, ύψωμα». IE *(s)kumbh- (λ.χ. αγγλικό hump = «καρούμπαλο»). Ο Θουκυδίδης αναφέρει το όρος Σκόμβρος (η ορεινή μάζα των σημερινών βουνών Rila και Vitoša) ως το μεθόριον Θρακών και Παιόνων. Η πόλη Ραιδεστός ήταν κτισμένη πάνω στο όρος (Σ)Κόμβος και στην Πελαγονία απαντούν επιγραφικά τα (παιονικά; ) εθνωνύμια Δοληνέσται («Καμπίσιοι»; *dholh2-os > «κοιλότητα,κοιλάδα» > θόλος, dolŭ/dolina, dale) και Κομβρεάται («Ορεινοί»; < Σκόμβρος/Σκούμβρο/(Σ)Κόμβος).

Τουλκόβουργο. Λατινοπρεπές γοτθικό τοπωνύμιο που σημαίνει «Εχυρό Κάστρο» (PGmc *tulguz = «εχυρός», burgz = «οχυρό, κάστρο» (λ.χ. Saltzburg > ιταλ. Salisburgo).

Λουποφαντάνα = «Λυκοπηγή». Πρόκειται για ξεκάθαρα ΑΒΡ όρο: λατ. lupus > ΑΒΡ lup[u] = «λύκος» και λατ. fontana = «πηγή» > βλαχικό fãntãnã ~ ρουμανικό fântână. Η γραφή φAντάνα δείχνει την τροπή on/un>ân>ən σε πολυσύλλαβες λέξεις (λ.χ.aduncus > adãncuadânc , hirundō > *(hi)rundula > alãndurã ~ rândunea). Στη Ρώμη υπάρχει το συντριβάνι Fontana di Trevi και στην Διοίκηση Δακίας υπήρχε η Lupofântână. Να συγκριθεί η συνθετική ικανότητα με τα προρρηθέντα Τουλκοβούργο και Ξηροπόταμος.

Δαρδάπαρα. Όπως η Δαρδάπαρα της Δαρδανίας που έχω ήδη περιγράψει. Λίγο παρακάτω υπάρχουν και τα τοπωνύμια Μουτζίπαρα και Σκαρίπαρα που περιέχουν τον θρακικό όρο -παρα (οχυρό/χωριό).

Γραίκος. Προφανώς κοινότητα ελληνοφώνων τους οποίους η λατινόφωνη πλειοψηφία ονόμασε Graeci > GreciΓκραίκοι», όπως ονομάζουν οι Βλάχοι τους ελληνόφωνους).

Σκουλκόβουργο = «φρούριο βιγλατώρων/ακροβολιστών». Το πρώτο συνθετικό προφανώς αποτελείται από τον δημώδη λατινικό όρο σκούλκα = βίγλα/vigilia (< exculcātor = «πρόσκοπος, ακροβολιστής») και το δεύτερο συνθετικό είναι η λατινοπρεπής μορφή του προρρηθέντος γερμανικού όρου burgz = «οχυρό, κάστρο». Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης μεταφράζει ελληνιστί ως «διαφρουρά» τον όρο «σκούλκα» της πάτριας των Ρωμαίων φωνής, ενώ ο Λέων ο Σοφός θεωρεί ως συνώνυμους τους όρους σκουλκάτωρεςβιγλάτωρες και κατάσκοποι.

skulka

[…] τῆς διαφρουρᾶς κατημέλησεν, ἣν σκούλκαν σύνηθες τῇ πατρίῳ φωνῇ Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν.

[Τακτικά, 4.26] Σκουλκάτωρες δὲ οἱ κατάσκοποι λέγονται οἵτινες μανθάνοντες τὰ τῶν ἐχθρῶν ἀπαγγέλλουσιν.

[Τακτικά, 12.97] Περὶ βίγλας καὶ φυλακῆς βάνδου ἐν καιρῷ μάχης.

Δύο δὲ σκουλκάτωρας ἤγουν κατασκόπους ἤ βιγλάτωρας χρησίμους καὶ ἀγρύπνους καὶ ἀνδρείους ἐπιλέγεσθαι καὶ δύο μανδάτωρας.

[Τακτικά, 12.42] καθ΄ἕκαστην τοῦρμαν σκουλκάτωρας ἤγουν βιγλεύοντας ἀφορίσῃς.

Καστελλόνοβο = Castellum Novum = «Νεόκαστρο»

Σεπτέκασας = Septem Casae = «Επτά Οικίες/Εφτά Σπίτια».

Αυριλίανα = Αυρηλίανα. Να σημειωθεί η τροπή rē>rī>ri, όπως στο προρρηθέν Rēgīnum Castellum > Ριγινοκάστελλον

Γρίβο. Μάλλον δακοθρακικός όρος με τη σημασία «φαράγγι, τράχηλος/αυχένας» εκ του *gwriHwos, λ.χ. λετονικό grīva = «εκβολή/στόμιο ποταμού», σανσκ. grīvā = «τράχηλος/αυχένας» και σλαβικό griva = «χαίτη» (=τρίχωμα αυχένος).

Τιμακίολο. Το τοπωνύμιο αυτό μάλλον περιέχει το υδρωνύμιο Τίμαχος/Timacus > σλαβ. Timok.

Μερίδιο = Merīdiēs = «μεσημέρι, νότος». Ο βλαχικός και ρουμανικός απόγονος, amiridz[u] και meriză αντίστοιχα, σημαίνουν «σκιερό μέρος για να περνάνε το μεσημέρι τα πρόβατα», ενώ η αντίστοιχη ρηματική ρίζα «μεσημεριάζω» = «βάζω τα πρόβατα σε σκιερό μέρος το μεσημέρι» εισήλθε στην αλβανική ως mërzej.

Πόντζα = προφανώς προστριβοποιημένος τύπος ενός θηλυκού σε -ia (Pontia/Puntia, Poncia/Puncia).

4) Διοίκηση Θράκης

Η διοίκηση Θράκης περιείχε τις επαρχίες Ευρώπη (ενδοχώρα Κων/πόλεως), Ροδόπη (με πρωτεύουσα την Τραϊανούπολη), Θράκη (με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη), Αιμίμοντος (με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη), Μυσία Β’ (ή Κάτω Μυσία/Μοισία, με πρωτεύουσα την Μαρκιανούπολη) και Μικρά Σκυθία (Scythia Minor, με πρωτεύουσα την Τόμι/Κωνστάντια > Κωνστάντσα).

καὶ φρούρια δὲ ἀνάριθμα ἐπὶ Θρᾴκης ἱδρύσατο πάσης, δι’ ὧν τὴν χώραν, ἀποκειμένην τὰ πρότερα ταῖς τῶν πολεμίων ἐπιδρομαῖς, παντάπασιν τανῦν ἀδῄωτον κατεστήσατο. ἔστι δὲ τὰ φρούρια, ὅσα ἡμᾶς μεμνῆσθαι αὐτῶν, πρὸς ὄνομα τάδε. Ὅσα φρούρια ὁ θειότατος ἡμῶν βασιλεὺς Ἰουστινιανὸς ἔκτισεν ἐν χώρᾳ τῇ καλουμένῃ Εὐρώπῃ καὶ Ῥοδόπῃ καὶ Θρᾴκῃ καὶ Αἱμιμόντῳ οὕτως.

Ἐν Εὐρώπῃ·

Λυδικαί. Ἐλαῖαι.

Ἐν Ῥοδόπῃ τὰ καινούργια·

Κασεήρα. Θεοδωρούπολις. Τὸ τοῦ Θράσου. Σουδανέλ. Μούνδεπα. Θαρσάνδαλα. ∆ένιζος. Τόπαρον. ∆αλάταρβα. Βρέ. Κουσκάβιρι. Κούσκουλις.

Θρᾴκης.

Βόσπαρα. Βεσούπαρον. Καπιστούρια. Βηρίπαρα. Ἰσγίπερα. Ὀζόρμη. Βηρηΐαρος. Ταμονβαρί. Σκέμνας. Καράσθυρα. Πίνζος. Τουλεοῦς. Ἄρζον. Καστράζαρβα. Ζωσίτερσον. Βέργισον. ∆ίγγιον. Σάκισσος. Κουρτουξοῦρα. Ποταμουκάστελλον. Εἰσδίκαια. Τὸ ἐμπόριον Ταυροκεφάλων. Βηλαϊδίπαρα. Σκίτακες. Βέπαρα. Πουσινόν. Ὑμαυπάρουβρι. Σκαριωτασαλούκρα. Αὐγούστας. Οὐρδαούς. Τοῦ ἁγίου Τραϊανοῦ. ∆έρταλλος. Σολβανοῦ. Βάσκον. Ζίγκυρο. Αἱμιμόντου. Ζημάρκου. Κηριπάρων. Κασιβόνων. Τὸ Οὔκου. Ἀντωῖνον. Γεσιλαφοσσᾶτον. Χεροῖνον. Προβίνου. Τοῦ ἁγίου Θεοδώρου. Βουρδέπτω. Ῥακούλη. Τοῦ ἁγίου Ἰουλιανοῦ. Τζιταετοῦς. Βηλαστύρας. Γετρίνας. Βρέδας. Βῆρος. Θωκύωδις. Βία. Ἀναγογκλί. Σούρας. Αὐθιπάρου. ∆ορδᾶς. Σαρμαθών. Κλεισοῦρα. Ὑλασιάναι. Θρασαρίχου. Βαῖκα. Χρύσανθος. Μαρκέρωτα. Ζδεβρήν. Τοῦ ἁγίου Θεοδώρου. Ἄσγαρζος. Βουρτούδγιζ. Ταυρόκωμον. Νίκη. Καβοτούμβα. ∆είξας. Γητριστάους. ∆έβρη. Γητριστάοιε. Προβίνου. Κάρβερος. Τηεσιμόντη. Ἀσγίζους. ∆αλάταρβα. Θεοδωρούπολις. Τζυειδών. Τζονπολέγων. Βασίβουνον. Ἀγχίαλος. Μαρκιανόν. Κυρίδανα. Βεκοῦλι.

Τὰ Θρᾳκῶν λειπόμενα.

Παρά τε τὸν Εὔξεινον πόντον καὶ ποταμὸν Ἴστρον, κἀν τῇ μεσογείᾳ, οὕτως. Μυσίας παρὰ μὲν ποταμὸν Ἴστρον·

Ἐρκούλεντε. Σκατρῖνα. Ἀππίαρα. Ἐξεντάπριστα. ∆εονίανα. Λιμώ. Ὀδυσσός. Βίδιγις. Ἀρῖνα. Νικόπολις. Ζικίδεβα. Σπίβυρος. Πόλις Κάστελλον. Κιστίδιζος. Βαστέρνας. Μέταλλος. Βηρίπαρα. Σπαθιζός. Μαρκέρωτα. Βόδας. Ζισνούδεβα. Τουρούλης. Ἰουστινιανούπολις. Θερμά. Γεμελλομοῦντες. Ἀσίλβα. Κούσκαυρι. Κούσκουλι. Φοσσᾶτον. Βισδίνα. Μαρκιανούπολις. Σκυθιάς. Γραψώ. Νονώ. Τροσμής. Νεαϊοδουνώ. Ῥεσιδίνα. Κωνσταντιανά. Καλλάτις. Βασσίδινα. Βελεδίνα. Ἄβριττος. Ῥουβοῦστα. ∆ινισκάρτα. Μοντερεγῖνε. Βέκις. Ἀλτῖνα. Μανροβάλλε. Τίγρα. Σκεδεβά. Νόβας.

Ἐν δὲ τῇ μεσογείᾳ·

Κοπούστορος. Βιργινασώ. Τιλλιτώ. Ἀγκυριανά. Μουριδεβά. Ἴτζης. Καστελλόνοβο. Παδισάρα. Βισμαφά. Βαλεντινιάνα. Ζάλδαπα. Ἀξίοπα. Καρσώ. Γρατίανα. Πρέϊδις. Ἀργαμώ. Παυλίμανδρα. Τζάσκλις. Πούλχρα Θεοδώρα. Τόμις. Κρέας. Κατασσοῦ. Νίσκονις. Νοβεϊουστινιανά. Πρεσιδίω. Ἐργαμία.

Εδώ αναφέρονται τα πιο δυσερμήνευτα τοπωνύμια. Ας τα πάρουμε με τη σειρά:

-δέβα/-δάβα. Μουνδέπα, Ζικίδεβα, Ζισνούδεβα, Σκεδεβά, Μουριδέβα, Ζάλδαπα (αυτά με «π» ίσως δεν ανήκουν εδώ)

-πάρα/-πέρα. Βόσπαρα, Βεσούπαρον («Βεσσοχώρι»;), Βηριπάρα, Ισγιπέρα, Βηλαϊδίπαρα, Βέπαρα, Κηριπάρα, Αυθίπαρος, Βηριπάρα.

Ζημάρκου. Έχω περιγράψει τα δακοθρακικά ονόματα σε Ζι- στην ανάρτηση για τους συνοδοιπόρους του Ιουστίνου Διτύβιστο και Ζίμαρχο.

Δορδάς. Μήπως ο μηδενικός βαθμός *h2g’hr.d- > durd- του ο-βαθμου αλβανικού «αχλαδιού» (*h2g’hord- > *dzard- > dardh-); Αν ναι τότε το ζεύγος Δαρδάπαρα/Δόρδας αντιστοιχεί στο προρρηθέν ελληνικό ζεύγος άχερδος/αχρας.

Ζδεβρήν και Δέβρη. Η Aλβανική έχει μια πρόθεση *is- που πριν από ηχηρό σύμφωνο γίνεται *iz- > z- (λ.χ. αλβανικό zgardh και αλβανικό *iš-garda > shkardhë = ρουμανικό zgardă = «κολλάρο σκύλου»).

Καβοτούμβα. Ο όρος περιέχει ως δεύτερο συνθετικό τον όρος τούμπα = « λόφος» (ελληνικό τύμβος = «ταφικός λοφίσκος, κουργκάν» > λατινικό tumba > νεότερο ελληνικό τούμπα, βλαχικό tumbã και ρουμανικό tumbă). Αν το πρώτο συνθετικό είναι το λατινικό επίθετο cavus = «κοίλος, κούφιος» τότε το τοπωνύμιο σημαίνει «κοίλη/κούφια τούμπα» (ενδεχομένως τύμβος κάποιου θράκα βασιλιά).

Βασίβουνον. Άραγε το δεύτερο συνθετικό είναι το ελληνικό  γουνός ~ βουνός > βουνό.

Αππιάρα/Αππιαρεία. Το σημερινό βουλγαρικό Ryaχovo.

Αρίνα = «Άμμος». Το λατινικό arēna = «άμμος» έγινε βλαχ. arinã/ρουμαν. arină στην ΑΒΡ και εισήλθε και στην πρωτοαλβανική (γκεγκικό rânë = τοσκικό rërë).

Κιστίδιζος. Το δεύτερο συνθετικό -διζος είναι ο θρακικός συγγενής των ελληνικών όρων τεῖχος/τοῖχος (ΙΕ *deig’h-, παραθέτω το περσικό *peri-deig’h-os >*paridaiza > παράδεισος, αρχική περσική σημασία «περιφραγμένος κήπος»).

Γεμελλομούντες = Montēs Gemellī = «Δίδυμα Όρη». Προσέξτε την τυπική ΑΒΡ τροπή του τονισμένου ón> ún αντί για την διφθογγοποίηση ó>oa:

pórta > poartã/poartă και nox/nóctem > βλαχ. noapti/ ρουμ. noapte

αλλά

mōns/móntem =«όρος» > ΑΒΡ múnte (βλαχ. munti, ρουμ. munte), pōns/póntem = «γέφυρα» > ABR púnte (βλαχ. punti, ρουμ. punte) και

cotōneum «κυδώνι» > cotónju > ΑΒΡ *gutúnju (βλαχ. gutunji, ρουμ. gutuie), όρος που εισήλθε και στην αλβανική ως *ktōnjë > *ptōnj > τοσκ. ftua ~ γκεγκ. ftue, με κοινό πληθυντικό ftonj (όπως *krāna > krua ~ krue με κοινό πληθυντικό kronj).

Ασίλβα. Ή λατινική έκφραση Ad Silvam = «Στο Δάσος» (ad fontes = «στις πηγές») ή τυπικό βλαχικό προτακτικό a-: silva >* asilbã, όπως στα λ.χ. mare > amari, fundus > afundu , vēnor = «κυνηγώ» > δημώδες *vēnō > βλαχικό avin[u] ~ βορειοελλαδίτικο καλέω > ακαλνώ = «προσκαλώ»).

Ο όρος silva = «δάσος» δεν έχει επιβιώσει στην ΑΒΡ, αλλά έχει επιβιώσει το παράγωγο silvāticus = «δασόβιος > άγριος/απολίτιστος» > ρουμανικό sălbatic (και το γαλλογενές αγγλικό savage ~ ιταλικό selvaggio).

-δούνον/-δίνα. Το τοπωνύμιο Νέαϊοδουνώ μάλλον είναι το Noviodunum = «Νεόκαστρο, Castellum Novum) που, όπως και το αρχαίο όνομα του Βελιγραδίου Singidunum περιέχουν ως δεύτερο συνθετικό τον κελτικό όρο *dūnom = «οχυρό,φρούριο» (που εισήλθε ως δάνειο στην πρωτογερμανική και εν τέλει έδωσε τον γνωστό αγγλικό όρο town = «πόλη»). Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα τοπωνύμια Βισδίνα, Ρεσιδίνα, Βασσιδίνα, Βελεδίνα, γιατί, αν σχετίζονται με τον προρρηθέντα κελτικό όρο, δείχνουν ιωτακισμό *ū>y [=ü]>i (λ.χ. αλβανικό *muHs > mū > my > mi = «ποντίκι/μῦς» και σλαβικό *bhuH-tey > *būtī > OCS byti > σερβοκροατικό biti).

Ρουβούστα = «Ανθεκτική, Δρύινη» (rōbur = «δρῦς/σκληρότης» > rōbustus)

Μοντερεγίνε = δημώδες Monte Reginus = κλασικό Mōns Rēgius = «Βασιλικό Όρος» (πρβ. το προρρηθέν Ριγινοκάστελλον).

Παδισάρα. Ενδεχομένως περιέχει το ίδιο δεύτερο συνθετικό με την Γερμισάρα (*sor-eh2 = «ροή», λ.χ. serum ~ ορός)

Αξίοπα = «Μαυρονέρι». Η σημερινή Cernavodă («Μαυρονέρι» σλαβιστί). *n.-ksey- «άλευκος/άλαμπος > μαύρος/σκοτεινός/θολός» και up- όπως στο λιθουανικό ùpė = «ποταμός»).

Παυλίμανδρα. «Η μάντρα του Παύλου» στα λατινικά (Pauli mandra)

Πούλχρα Θεοδώρα = «Όμορφη Θεοδώρα» (λατ. pulcher = «όμορφος»).

Πρεσιδίω = Praesidium = «φρουρά, φυλάκιο, ακολουθία»

5) Συνοπτική Ανακεφαλαίωση:

Α) Τα ηπειρωτικά τοπωνύμια Κιόνιν (< Κιόνιον < κίων) και Ξηροπόταμος δείχνουν ότι η δημώδης Ελληνική του 6ου μ.Χ. αιώνα βαίνει σιγά σιγά προς τη μεσαιωνική της μορφή.

Β) Τα τοπωνύμια Λουποφαντάνα, Γεμελλομούντες, Αρίνα, Καπόμαλβα και Στρόγγες (=Στρούγγες) δείχνουν ότι η δημώδης Λατινική της βαλκανικής ενδοχώρας είχε αποκτήσει τα φωνολογικά χαρακτηριστικά και το λεξιλόγιο της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής.

3) Το γοτθικό τοπωνύμιο *tulguz burgz > Τουλκόβουργο = «Εχυρό Κάστρο» δείχνει την γοτθική συνεισφορά στην τοπωνυμία της βαλκανικής ενδοχώρας. Θυμίζω ότι οι Γότθοι, πιεσμένοι από τους Ούννους, το 376 διέσχισαν τον Δούναβη και εγκαταστάθηκαν πρώτα στη Μυσία και, αφού κατατρόπωσαν τα ανατολικά ρωμαϊκά στρατεύματα στη μάχη της Αδριανουπόλεως το 378, άρχισαν να κινούνται ελεύθερα στα υπόλοιπα Βαλκάνια.

Advertisements

15 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

15 responses to “Βαλκανικά τοπωνύμια στο «Περί Κτισμάτων» του Προκοπίου: Λουποφαντάνα, Στρόγγες και Γεμελλομούντες

  1. antonis

    padas threshing-floor PN Παδισάρα (Padisara) Lith. pãdas …. (https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_reconstructed_Dacian_words),
    Στη βλάχικη padi = πάτωμα, αλλά και οροπέδιο “La padea” = στο πλάτωμα του βουνού..

    • Γεια σου Αντώνη, καλό δεκαπεντάυγουστο και χρόνια πολλά!

      Έτσι, αν προσέξετε κάποιο γλωσσολογικά ενδιαφέρον τοπωνύμιο που μου ξέφυγε σχολιάστε το!

      • antonis

        Aπαράδεκτος..δεν ευχήθηκα… χρονια πολλά και σε σένα και σε όλους τους φίλους του blog !!

  2. antonis

    Καλημέρα.
    Χθές σχολίασα για το Παδισάρα και εκ των υστέρων θυμήθηκα το Βλαχοχώρι της Πίνδου με το όνομα “Πάδες” ή Πάτζα το οποίο είναι κτισμένο σε οροπέδιο. Στο λίνκ επίσης, που αναφέρω παρακάτω, η κατάληξη -ara ίσως σημαίνει ποτάμι, πορεία κτλπ. Ισως λοιπόν, η Παδισάρα να ήταν ένα οροπέδιο με ποτάμι..
    Και σκέψου, σκέψου, έφερα στο μυαλό μου και τη βλάχικη λέξη dzeana (πληθ. dzenuri) = ύψωμα. Γλωσσολόγος δεν είμαι αλλά κάνω την εξής σκέψη. Αν η συγκεκριμένη λέξη έπαθε ό, τι έπαθε η dies που έγινε dzua, η demitatis που έγινε dzumitati, η Deus που έγινε Dzeu κλπ, τότε ίσως κάποτε κι η λέξη dzeana να ήταν deana. Όμως, οι νότιοι Βλάχοι σε σχέση με τους βόρειους πχ. του Κρούσοβου ή τους Φαρσαρότες, όπου βρουν κι όπου σταθούν βάζουν και ένα “a” στα ουσιαστικά τους μετά από φωνήεν (αλλά και για το σχηματισμό της υποτακτικής γ’ προσώπου). Στη λέξη μας λοιπόν, καταφανέστατα υπάρχει αυτή η προσθήκη του “a” και αυτό φαίνεται από τον πληθυντικό αριθμό της dzenuri. Αν δηλαδή το a ήταν γνήσιο συνθετικο της λέξης θα υπήρχε και στον πληθυντικό αλλά δεν υπάρχει. Άρα ίσως η παλιότερα μορφή της λέξης dzeana ήταν (dzena το λένε οι Φαρσαρώτες ακόμη) dzena – dena …….Και πέφτω πάνω σ’ αυτήν την λέξη στο λίνκ που αναφέρω παρακάτω…. :
    dina(s) place, region, plain PN Amlaidina, Asbolodina Old Pr. PN Resedynen (https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_reconstructed_Dacian_words)

    Ιδέα δεν έχω αν προκύπτει η λέξη από κάπου αλλού, απλά το καταθέτω ως τροφή για σκέψη..

    • Η dzean/dzenuri = «ύψωμα, φρύδι» που λες προέρχεται από το λατινικό gena > βλαχ. dzeanã ~ ρουμ. geană = «βλέφαρο».

      Είναι εναιφέρουσα η σημασιολογική συσχέτιση όρους και φρυδιού. Δες τον ορισμό ΙΙ του αρχαιοελληνικού όρου ὀφρῦς:

      II. from like ness of shape, brow of a hill, crag, Il.20.151, Pi.O.13.106; embankment, “ὀ. ἀπότομος” Plb. 36.8.3; overhanging bank of a river, Id.2.33.7, etc.; “ἐπ᾽ ὀφρύων ποταμοῦ” PAmh.2.68.9 (i A. D.);

      «φρύδι» λόφου και υπερυψωμένη όχθη ποταμού.

      Για το επιπλέον «α» που λες ότι βάζουν οι νότιοι βλάχοι, αυτό είναι συνέπεια της διφθογγοποίησης του τονισμένου /é/, συνήθως πριν από δισυμφωνικό σύμπλεγμα:

      é>je>ja>ea

      παραδείγματα:

      séptem = «επτά» > sjepte > sjapte > šapte = shapti (sy>š, όπως κεράσια > κεράšα)

      πέτρα > λατ. pétra > pjetra > pjatra = piatră > βλαχ. chiatrã (με τυπική τροπή py>ky,fy>hy κλπ που συνέβη μόνο στη Βλαχική λ.χ. rapio > arachiu, ferrum > fjero > heru).

      αλλά

      camisia > *camésja > camjesja > camjaša > cãmeashã (= ρουμ. cămașă)

    • Πάντως το επίθημα πληθυντικού -uri στο dzeanuri που ανέφερες είναι πληθυντικό επίθημα σιγμόληκτων ουδετέρων.

      λατινικό σιγμόληκτο ουδέτερο corpus = «σώμα» (όπως γένος, μένος), με πληθυντικό corpoz-a > corpora = «σώματα». Αντίστοιχα tempus/tempora.

      Η ΑΒΡ μετέφερε αυτόν τον πληθυντικό και στα απλά ουδέτερα σε -um, όπως λ.χ. στο vinum = κρασί:

      λατινική: vinum/vina (λ.χ. χόρτον/χόρτα, σλαβ. selo/sela)

      βλαχική: yinu/yinuri (< *vinure < vinura, όπως corpus/corpora).

      όπως το ρουμανικό vin/vinuri

  3. Λοιπόν, παραθέτω μια λίστα με τα τοπωνύμαι του Προκόπιου που περιέχουν προστριβόμενο «τζ»:

    ΔΑΡΔΑΝΙΑ:

    1) Πέντζα (μάλλον *Pencia/Pencea, σημερινό Pęćŭ > Peć)
    2) Γέρματζα (= Germatsa < Germatya < *gwhwermn.t-ieh2, ομόρριζο του ελληνικού θερμασία)
    3) Ἐδετζίω (λατινικό -tiō/-tiōnem, μήπως editio ???)
    4) Λάβουτζα (το επίθημα είναι μάλλον το -ūca > -ūcea > -ūcja > -utsa, όπως στο carrūca = *carrūcea > καρότσα)

    ΣΑΡΔΙΚΗ:
    1) Σκοπέντζανα ( Scopentiana, ntia > ntya > ntsa)
    2) Καβέτζος (= Cavedzu < Cavaedius = cavus/κοίλος, ιταλικό Cavezzo)
    3) Τζίμες (Dzim- ή Tsim- ???)
    4) Βέτζα (vitea = «αμπελώνας» > vitya > vitsa ???)
    5) Κουτζούσουρα (kudz- ή kuts- ??? Άραγε θηλυκό σε -s-ūra, όπως clausūra και tonsūra ???)
    6) Βιτζιμα (bitsi-, vitsi-, bidzi- ή vidzi- ???)
    7) Βράτζιστα (το λύσαμε σήμερα με τον johnnieR, Bradzišta = «Ελατών», από τον ΑΒΡ πληθυντικό bradi > bradzi = «έλατα»)
    8) Λαύτζονες (lautiōnēs = «πολυτελείς, πλούσιοι», εκ του lautus ???)
    10) Μουτζιανικάστελλον (γενική Muciani Castellum = το Καστέλιον του Μουκιανού = μέλος της Gens Mucia)

    ΡΕΜΕΣΙΑΝΑ:

    1) Τζερτζενούτζα. Eδώ σηκώνω τα χέρια (CerC-/CirC-, όπου το κάθε C μπορεί να είναι {c,t,d,g}. Άραγε το πρώτο συνθετικό είναι το tertius = «τρίτος», όπως στο βλαχικό antsãrtsu ???). Μήπως «Περίφραξη, Μάντρα» *circin-ūcea > cercenucja > tsertsenutsa ???
    2) Πρετζουρίες (συνδυασμός του λατινικού praetūra με την ελληνική εκδοχή του πραιτωρία, με προφορά του μακρού /ū/>/y/=/ju/, όπως στην αλβανική, λ.χ. natyrë, που προκάλεσε προστριβοποίηση praetūriae > pretjurie > pretsurie)
    3) Λούτζολο (το ανέφερα στην ανάρτηση, μάλλον luteolus > lutjolo > lutsolo = «κιτρινωπός»)
    4) Τζούτρατο (μάλλον ουδέτερο σε -tr-ātum, λ.χ. mandātum > μανδάτον, με πρώτη συλλαβή κάτι σαν cū-/tū-/dū-/ > cy-/ty-/dy- ή ceu-/teu-/deu- > cju-/tju-/dju- ή iu- > ju- > dzu- όπως το ιταλικό giusto = «τζούστο» και «Τζουστινιάνο» = Ιουστινιανός εκ του iūstus ή ΙΕ *g'(h)u- > dzu-, λ.χ. ελληνικό χεῦμα/χύτρα = θρακικό ζευτραία > ζετραία).
    5) Μουτζιπάρα (άραγε γενική Mucii para = «χωριό του Μουκίου», Mucius)
    6) Πόντζα (Υπάρχει στο Λάτιο/Λάτζιο μια Ponza και τo τυρρηνικό νησί Pontia > Ponza)

  4. brolllppp

    Για το Λαβέριον έχεις κάποιο σχόλιο; Φέρνει σε κάτι λατινικό αλλά από την άλλη θυμίζει και το Αλβανικό Λαμπερία και βρίσκεται και στη Δαρδανία.

    Είναι μήπως κάποια εναλλαγή του Αλβ/Λαβ τύπου και αυτό και έχει κάποια σχέση με το albus; Υπάρχει βέβαια και το labes το οποίο βγάζει νόημα ως τοπωνύμιο αλλά δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να πάρει τη μορφή του “Λαβέριον”(um).

    • Το λατινικό Λαβέριον/Laberium δεν νομίζω ότι έχει κάποια σχέση με το αλβανικό Laberia, το οποίο προφανώς είναι μετατεθημένη μορφή του *Alberia = Arberia (λ.χ. Labunishte).

      Τώρα το κατά πόσο το τοπωνυμιο Λαβέριον/Laberium είναι λατινικό (λ.χ. το όνομα Laberius) ή εγχώριο δαρδανικό (Ιλλυρικό;, Μυσικό;) αυτό δεν το ξέρω.

      Πάντως στη ρωμαϊκή Δαρδανία πρέπει να υπήρχε “Ασπροπόταμος” (flumen Albus) που εξελίχθηκε κανονικά νοτιοσλαβιστί στο σημερινό όνομα Lab.

  5. nodu

    γραφεις τα αρμανικα munti, punti , noapti ομως υπαρχουν αρμανικα ιδιωματα που τα εκφερουν munte, punte, noapte δηλαδη χωρις στενωη το λεω φιλικα επειδη δεν εχει ολοκληρωθει ποτε η καταγραφη των αρμανικων ιδιωματων και μπορει απο τα υπαρχοντα να οδηγηθουμε σε λαθος συνπερασματα

    • Γεια σου Nodu και ευχαριστώ για την επισήμανση.

      Έχεις απόλυτο δίκαιο. Από τη στιγμή που δεν έχει υπάρξει κανονιστική ρύθμιση στα αρ(ου)μανικά ιδιώματα (ώστε να προκύψει μια πρότυπος προφορά) υπάρχει πολυτυπία.

      Το έχω προσέξει και εγώ ότι τα περισσότερα αρμανικά λήμματα στο βικιλεξικό αναφέρουν τη διτυπία του τύπου noapte ~ noapti και munte ~ munti.

      Τα ιδιώματα που δείχνουν την τροπή e>i, o>u σε άτονη θέση, προφανώς ακολουθούν τον βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό (λ.χ. τα βορειοελλαδίτικα λιυτιριά ~ Λιυτέρς, άνθρουπους, ανθρώπ΄ και τα αρμανικά αντίστοιχα fóc(u) αλλά fucós(u), που ακολουθούν τον ίδιο φωνηεντισμό, foc(u), fucos(u) και, αντίστοιχα, per(u), piros(u)).

      Τώρα για την χαρτογράφηση της πολυτυπίας, εδώ μόνο όσοι γνωρίζετε άμεσα τα ιδιώματα μπορείτε να μας πείτε για τον φωνηεντισμό του κάθε επιχωρικού ιδιώματος.

  6. Γιάννης Ιατρού

    Και το ΠΕΛΕΚΟΝ (επί Μακεδονίας, 4.4.37):
    Tο σημερινό χωριό Πελεκάνος (Κοζάνης), με τους ομώνυμους (==> Πελεκάνοι) ξακουστούς μαστόρους πέτρας

    • Λες βρε Γιάννη;

      • Γιάννης Ιατρού

        Απ΄το βιβλίο της Θ. Λειψιστού ορμώμενος, πιστεύω πως αυτό είναι.
        Λεγόταν πιο παλιά ΠΕΛΚΑ (Πέλκα Ανασελίτσας, Λιθοξόου, Μετονομασίες οικισμών), πριν την αλλαγή του σε ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ από την επιτροπή τοπωνυμίων το 1927

        Θεοδώρας Λειψιστινού “Πέλκα. Κάστρα και μονολιθικά μνημεία της Άνω Μακεδονίας”, Εκδόσεις Ζήτη, 2014, ISBN: 9789609359634
        …………..
        αναφέρεται το οχυρωματικό συγκρότημα “Πέλεκον” -η κατασκευή του τοποθετείται πριν από την κάθοδο των Δωριέων- που περιλαμβάνει πέντε κάστρα με περιβόλους-τείχη από τιτανόλιθους και με δεξαμενές που έως σήμερα διασώζονται. (Το “Πέλεκον” έλεγχε τα περάσματα της Άνω/Δυτικής Μακεδονίας προς Ελίμεια, Ορεστίδα, Εορδαία, Λυγκιστίδα)
        ……….

        .

  7. Γιάννης Ιατρού

    Σχετικά με την μετονομασία του σε “Πελεκάνο” το 1927, που ανέφερα στο προηγούμενο σχόλιο, μερικές ακόμα πληροφορίες, καθότι δεν έγινε χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις.

    Στην Αρχαιολογική Εφημερίδα, του 1932, ο διαπρεπής (εκ Βλάστης) καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντ. Κεραμόπουλος καλούσε τους αρμοδίους να διορθώσουν τα ημαρτημένα τους και να επαναφέρουν την ονομασία Πέλκα στο χωριό της Επαρχίας Βοΐου, που μετονόμασαν σε Πελεκάνο, χωρίς την αίσθηση ούτε της ιστορίας ούτε της γλώσσας.

    Ο Αντ. Κεραμόπουλος γράφει για την Πέλκα:
    ..Το Πέλεκον εγένετο Πέλεκα (τα) και εντεύθεν η Πέλκα μέχρι προ πενταετίας περίπου, ότε ανιστορήτως και άνευ ουδενός λόγου μετωνόμασαν αυτήν άγνωστοι εισηγηταί εις Πελεκάνον! Παρά τα παρ’ εμού δε κατ’ επανάληψιν γραφέντα εν εγχωρίοις εφημερίσιν, ουδείς συνεκινήθη, ίνα μεριμνήση περί της επισήμου επαναφοράς τούτου, όπερ είναι πολύτιμον ιστορικόν τεκμήριον εν χώρα ης ελάχιστα γιγνώσκομεν παλαιά τοπωνύμια”….

    Και σχετικά με τα πολύ παλιά τείχη επί της ορεογραμμής της Πέλκας ο Κεραμόπουλος αναφέρει:
    …οι εν αφράκτοις κώμαις οικούντες επί των μεγάλων πεδιάδων παλαιοί άνθρωποι έκτιζον επί λόφων υψηλών και δυσπροσίτων τείχη, εις α κατέφευγον εν καιρώ πολέμου ή δι’ ων επροστάτευον τας εισόδους των πεδινών περιοχών….

    Αναφερόμενος δε στον τρόπο οίκησης και στην «αστικοποίηση» των Μακεδόνων από το Φίλιππο, όπως τα είπε στην δημηγορία του ο Μ. Αλέξανδρος, γράφει:
    …Αι αρχαιολογικαί μου έρευναι εν τη Άνω Μακεδονία, ήτοι τη Δυτική, απέδειξαν ότι οι κάτοικοι της χώρας ταύτης κατά τους προϊστορικούς χρόνους και τους πρωΐμους ιστορικούς ήσαν ωκισμένοι κατά μικράς κώμας, όπως […] το Μπουφάρι παρά το Τσοτύλιον, ζήσαν τουλάχιστον μέχρι των χρόνων του Χριστού και δύο άλλαι κώμαι …[η μία ζήσασα μέχρι του 5ου π.Χ. αιώνος παρά το Τσοτύλιον-θέσις Σαράντα Γκορτσιές – και η άλλη παρά τας αμπέλους του εγγύς προς δυσμάς χωρίου Πλάζομη (νυν Ομαλή) καθαρώς προϊστορική..

    και πιο κάτω συνεχίζει (μιλώντας για τον Φίλιππο):
    ..απέφηνε Μακεδόνας οικήτορας πόλεων..
    δηλαδή “τους εγκατέστησε σε πόλεις” και υποστηρίζει ότι τέτοιες πόλεις ίδρυσε και στην Άνω Μακεδονία. Οι ιστορικές πιθανότητες συνηγορούν υπέρ της υποθέσεως ότι στην περιοχή της Πέλκας, κοντά στην οποία αναφαίνεται αργότερα η Σισανιούπολις (σημερινό Σισάνι), ιδρύθηκε από τον Φίλιππο πόλις, στο πλαίσιο της αναφερθείσης «αστικοποίησης» και της Άνω Μακεδονίας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s