H ΙΕ ρίζα *swedh- «ιδίωμα»: ἔθος, ἦθος και ἔθνος

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους απογόνους της ΙΕ ρίζας *swedh- «ιδίωμα» (= ιδιάζον χαρακτηριστικό, λ.χ. ἰδιότροπος = «που έχει ιδιάζοντες/δικούς του τρόπους»). Η ρίζα αυτή συνήθως θεωρείται απλοποιημένη μορφή του σύνθετου τύπου *swe-dhh1-, που έχει ως πρώτο συνθετικό την αντωνυμία *swe- «ίδιος» (λ.χ. λατ. sui generis και OCS svoi) και ως δεύτερο συνθετικό τον μηδενικό βαθμό της ρηματικής ρίζας *dheh1- «τίθημι» (με τη σημασία «νόμος, έθιμο» που η ρίζα έχει στους όρους θεσμός και θέμις). Επομένως, η σημασία «ιδίωμα, ιδιάζων θεσμός» του σύνθετου όρου *swe-dhh1- είναι διαφανής.

Οι απόγονοι της ρίζας *swedh- στην Ελληνική

Η ΙΕ ρίζα *swedh- εξελίχθηκε στην πρωτοελληνική μορφή *hweth- από την οποία προέκυψαν:

  1. Τα σιγμόληκτα ουδέτερα *hweth-os > ἔθος και *hwēth-os > ἦθος και τα παράγωγά τους επίθετα και ουσιαστικά, λ.χ. ἔθος > ἔθιμος = «συνήθης» (όπως νόμος > νομικός, ἔθιμα ~ νομικά), *swēdh-es-yos > *hwēthehyos > *wētheios > ἠθεῖος = «έμπιστος (φίλος)», ἠθαλέος = «συνήθης», ἠθάς/ἠθάδες «εξοικειωμένος, εξημερωμένος» (απαντά και στον τύπο ἡθάδιος) και σύνθετα του τύπου ὁμοήθης, συνήθης/ἀήθης [= ασυνήθιστος, παράξενος], εὐήθης/κακοήθης κλπ.
  2. Το σιγμόληκτο ουδέτερο *hweth-n-os > *wethnos > ἔθνος = «ομοηθές σύνολο» και αργότερα «τὰ Ἔθνη» = «οι βάρβαροι/ξένοι/αλλόπιστοι» (εξού και τα παράγωγα επίθετα ἐθνικός και ὀθνεῖος, αμφότερα με την σημασία «ξένος»)
  3. Τα ρήματα ἔθω και, αργότερα, ἐθίζω/ἐθίζομαι με τη σημασία «συνηθίζω, προσαρμόζομαι».

Υπάρχουν δύο διαφορετικά ρήματα που συνέπεσαν στην τελική μορφή ἔθω, τα οποία ανάγονται σε διαφορετικές ΙΕ ρίζες. Το ρήμα ἔθω = «συνηθίζω» ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *swedh- που εξετάζω εδώ. Αντίθετα, το ρήμα ἔθω = «πλήττω, βλάπτω, φθείρω» ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *wedh- «πλήττω» (λ.χ. ἐθρίς = «τομίας κριός» = ευνουχισμένο/«χτυπημένο» κριάρι, σανσκ. vadha = «φονεύςθανατηφόρο όπλο [ιδίως ο κεραυνός με τον οποίο ο θεός Indra σκοτώνει τον δράκο/όφι Vr.tra]»). Η δυνατότητα σύγχυσης υπάρχει μόνο στα ομηρικά έπη, επειδή αργότερα το ρήμα *wedh- > ἔθω = «πλήττω» έπαψε να χρησιμοποιείται. Ωστόσο, μιας και το έφερε η συζήτηση, παραθέτω την περιγραφή του Calvert Watkins της ρίζας *wedh- «πλήττω» σε Ελληνική και Σανσκριτική.

[Ιλιάδα, 9.540] Αναφέρεται στον Καλυδώνιο Κάπρο που τα έκανε όλα ρημαδιό:

ὃς κακὰ πόλλ᾽ ἕρδεσκεν ἔθων Οἰνῆος ἀλωήν·

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: «που έκανε πολλά κακά πλήττοντας/ρημάζοντας [= ἔθων] την αλωή του Οινέα» [εδώ ἀλωή «κήπος/αμπελώνας», ορισμός ΙΙ]

wedh-strike

Πάμε τώρα στο ρήμα *swedh- > ἔθω = «συνηθίζω» που είναι το θέμα της ανάρτησης. Σε παλαιότερες αναρτήσεις έχω εξηγήσει πως οι ΙΕ «χρόνοι» αρχικά ήταν «ποιά ρηματικής ενέργειας» (verb aspect) και πως ο ΙΕ παρακείμενος προέκυψε από το (κατα)στατικό ποιόν (stative aspect). Η ρηματική ρίζα *swedh- έχει την καταστατική σημασία «είμαι συνηθισμένος, έχω συνηθίσει» που στα ελληνικά αποδόθηκε με την παρακειμενική μορφή (που όμως γραμματικά λειτουργεί ως ενεστώτας):

*swēdh- > *se-swōdh-h2e > *hehwōtha > εἴωθα = «είμαι συνηθισμένος, έχω συνηθίσει»

Το «ει» προέκυψε από την ΑΕ1 ehw>e:w, όπως στα *h2ewsōs/*naswos > *awhōs/*nahwos > *āwōs/nāwos > ώς/νός/νεώς [< *νηός], με την έκταση ε>ει, όπως στο *h1es-mi > *esmi > PGrk ehmi > e:mi =  αττικοϊωνικό εἰμί. Ο λεσβικός (αιολικός) τύπος εὔωθα είναι όπως τα λεσβικά αὔως = ἠώς και ναῦος = νᾱός (PGrk *-hw– > αιολ. –ww– = ϝϝ > «υ», όπως *ehmi > αιολ. ἔμμι = αττικοϊων. εἰμί).

Αυτό που δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο είναι το «ω» του εἴωθα. Ενώ είναι αναμενόμενος ο ο-βαθμός στην παρακειμενική/καταστατική μορφή (λ.χ. λείπω > λέλοιπα), η ρηματική ρίζα *swedh- > θω θα έπρεπε να είχε δώσει τον τύπο *se-swodh-h2 > *hehwodha > **εἴοθα. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση χρησιμοποιήθηκε ο ω-βαθμός της εκτεταμένης ρίζας *swēdh- του όρου θος (λ.χ. τίθημι/θωμός, χήρα/χωρίς). Ο Robert Beekes σημειώνει ότι ο ίδιος ανώμαλος εκτεταμένος ω-βαθμός απαντά και στον παρακειμενικό/καταστατικό τύπο γέγωνα = «φωνάζω δυνατά για να ακουστώ».

swedh-Beekes

Τα ρήματα εἴωθα και ἐθίζω είναι μια καλή ευκαιρία για να στοχαστούμε πάνω στην μοίρα του μεσοφωνηεντικού συμπλέγματος –hw– της πρώιμης Ελληνικής.

Το ρήμα ἐθίζω έχει αόριστο εἴθισα και παρακείμενο εἴθικα. Αυτό δείχνει ότι σχηματίστηκε σχετικά αργά στην Ελληνική από το ουσιαστικό ἔθος, όσο όμως το τελευταίο διατηρούσε ακόμα το δίγαμμα (ϝέθος):

*swedh-os > *hwethos > wethos = ϝέθος > ἔθος

ϝέθος > ϝεθίζω 

με  αόριστο: ϝέθισα > ἐέθισα > εἴθισα (λόγω συναίρεσης εεει», λ.χ. βασιλέϝες > βασιλέες > βασιλεῖς)

και παρακείμενο: ϝε-ϝέθικα > ἐἐθικα > εἴθικα

Αν το ρήμα ἐθίζω ήταν εξίσου παλαιό όπως το εἴωθα τότε ο αόριστος και ο παρακείμενός του θα έπρεπε να δείχνουν σημάδια της ΑΕ1 (-ehwe- > –e:we– > αττικοϊωνικό –ειε-):

αόριστος: *e-swedh-id-s-m. > PGrk *ehwethitsa > *e:wethi(s)sa > **εἰέθισα

παρακείμενος: *se-swedh-i-kh2e > PGrk *hehwethika > *he:wethika > **εἰέθικα

Αν πάλι το ρήμα ἐθίζω είχε σχηματιστεί μετά την απώλεια του δίγαμμα, τότε ο αόριστος θα ήταν **θισα (όπως στο ἐλπίζω > λπισα,  ἐλπίς < *welp-).

Το ίδιο ισχύει και για τον μεσοπαθητικό παρακείμενο εἴθισται = «συνηθίζεται» του ἐθίζω.

Παραθέτω και μερικά παραδείγματα χρήσης του παρακειμενικού ρήματος εἴωθα και της μετοχής του εἰωθώς/εἰωθυῖα/εἰωθός:

[Ιλιάδα, 5.202-3]

ἵππων φειδόμενος, μή μοι δευοίατο φορβῆς
ἀνδρῶν εἰλομένων εἰωθότες ἔδμεναι ἄδην.

Ο Τρώας Πάνδαρος νοιάστηκε μήπως λείψει η φορβή στους ίππους που «εἰωθότες ἔδμεναι ἄδην» = «είχαν συνηθίζει/ήταν μαθημένοι να τρώνε ἄδην [= μέχρι κορεσμού]».

[Ιλιάδα, 15.263-5]

ὡς δ᾽ ὅτε τις στατὸς ἵππος ἀκοστήσας ἐπὶ φάτνῃ
δεσμὸν ἀπορρήξας θείῃ πεδίοιο κροαίνων

εἰωθὼς λούεσθαι ἐϋρρεῖος ποταμοῖο
κυδιόων·

Γίνεται μια παρομοίωση εξόρμησης μαχητή στη μάχη «σαν τον [αλανιάρη] ίππο που ήταν συνηθισμένος/μαθημένος να τρέχει κρούοντας στο λιβάδι τις οπλές του [κροαίνων] και να λούζεται υπερήφανα [κυδιόων] σε ευρύ ποτάμι, ο οποίος καταφέρνει να απορρήξει τα δεσμά που τον κρατούσαν ακίνητο [στατό] στην φάτνη».

Και ένα παράδειγμα από την ιστορία του Μιχαήλ Ατταλειάτη στο χωρίο που περιγράφει τον μεγάλο καταστρεπτικό σεισμό που έγινε τον Σεπτέμβριο του 1063 μ.Χ.:

[15.1 στην κεφαλαιοποίηση Καλδέλλη-Κράλλη] Οὐ γὰρ ἅπαξ προσβαλών, ὡς τὰ πολλὰ εἰώθει, ἐλώφησεν, ἀλλὰ μετὰ σφοδρότητος κινήσεις τρεῖς προσεχῶς ἐτελέσθησαν,

Μετάφραση: Γιατί [ο σεισμός] δεν έπληξε μια μόνο φορά [ἅπαξ] και ελώφησε [υποχώρησε, κόπασε], όπως συνηθίζεται τις περισσότερες φορές, αλλά συνέβησαν τρεις διαδοχικές σφοδρές δονήσεις,

Οι απόγονοι της ρίζας *swedh- στις άλλες ΙΕ γλώσσες

Λατινική:

Στο ελληνικό ρήμα ἐθίζω/ἐθίζομαι αντιστοιχεί το λατινικό suēscō (< *swedh-sk’-ō). Για το φαρμακολογικό φαινόμενο της «εξοικείωσης του υποδοχέα» κατά τον φαρμακολογικό εθισμό (ανάγκη ολοένα και μεγαλύτερης δόσης σε υποκείμενο που «έχει συνηθίσει» μια ουσία), οι Ιταλοί χρησιμοποιούν τον όρο assuefazione (~ λόγιο λατινογενές αγγλικό assuefaction) που ανάγεται στο λατινικό ρήμα assuēfaciō = «εξοικειώνω, ἐθίζω», κυριολεκτικά «προκαλώ εξοικείωση» (ad+suēscō+faciō).

Η σημασία του ελληνικού επιθέτου ἠθεῖος = «έμπιστος (φίλος)» εν μέρει αντιστοιχεί στο λατινικό ουσιαστικοποιημένο επίθετο sodālis = «σύντροφος, φίλος» (< suodālis < IE *swodh-ālis).

Γερμανικός κλάδος:

Στα ελληνικά ουσιαστικά ἔθος, ἦθος και ἔθιμο αντιστοιχεί το πρωτογερμανικό *swedh-us > *siduz = «έθιμο, ήθος» (λ.χ. γοτθικό sidus και παλαιό αγγλικό sidu).

Σανσκριτική:

Όπως αναφέρει ο Beekes στις σελίδες που παρέθεσα παραπάνω, το σανσκριτικό θηλυκό *swedh-eh2 > svadhā σημαίνει «ήθος, χαρακτηριστικό», ενώ ο όρος *swedh-es-mos > svadharma σημαίνει «ιδίωμα, ιδιωτική περιουσία, εθιμικό καθήκον».

Ο σανσκριτικός όρος svadharman σημαίνει «αυτός που (δια)τηρεί τα έθιμά του», ενώ το στερητικό (*n.- > a-) asvadharma σημαίνει «αυτός που δεν τηρεί/παραμελεί τα εθιμικά καθήκοντά του».

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s