Ποικιλίες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρέθεσα τη μετάφραση μιας σελίδας από την νουβέλα του Ernest Hemingway «Ο Γέρος και η Θάλασσα» στις γλώσσες που συμμετέχουν στο Βαλκανικό Sprachbund. Στη σημερινή ανάρτηση θα κάνω μερικές γλωσσολογικές παρατηρήσεις πάνω στις τρεις θυγατρικές ποικιλίες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ): Βλαχική/Αρουμανική (του Μοναστηρίου), Μογλενίτικη και Πρότυπος Ρουμανική. Τα σύμβολα που θα χρησιμοποιήσω για τις τρεις ποικιλίες είναι:

AR = Αρουμανική,  MR = Μογλενο-Ρωμανική και SR = Πρότυπος Ρουμανική (Standard Romanian)

Ο κοινός πρόγονος και των τριών ποικιλιών, η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) μιλιόταν κατά την ύστερη αρχαιότητα σε μια περιοχή που αντιστοιχούσε λίγο πολύ στο παρακάτω τρίγωνο (Διοίκηση Δακίας και ενδοχώρα της Κάτω Μοισίας/Μυσίας).

dacia

Η νότια «μπλε» πλευρά του τριγώνου ήταν η λεγόμενη γραμμή του Jireček που βρισκόταν στο κέντρο μιας φαρδύτερης γκρίζας ζώνης, όπου η Λατινική και η Ελληνική είχαν ισοδύναμη συχνότητα χρήσης στον καθημερινό αστικό βίο. Βορείως της γκρίζας ζώνης η κυρίαρχη lingua franca ήταν η Λατινική, ενώ νοτίως η Ελληνική. Η δυτική «κόκκινη» πλευρά του τριγώνου ήταν η γραμμή που χονδρικά χώριζε την ΑΒΡ από την Δαλματική Ρωμανική (Δυτική Βαλκανική Ρωμανική) που μιλιόταν στην δαλματική ακτή.

Στο χωριό του Ιουστινιανού Tauresium/Ταυρήσιον (κάπου κοντά στους Σκοπούς/Σκόπια), στο χωριό Βεδεριάνα (χωριό του θείου του Ιουστινιανού Ιουστίνου) και στην πολίχνη του Βελισάριου Γερμάννη (σημερινή Sapareva Banya της δυτικής Βουλγαρίας, *ghwerm- «θερμός» > Δακο-Θρακικό Γερμ-, υπάρχουν ξακουστές θερμές πηγές στην περιοχή), όπως λέει χαρακτηριστικά ο Edward Luttwak, κατά τον 6° μ.Χ. αιώνα θα άκουγες «Λατινικά ή, τέλος πάντων, αυτό που περνούσε για Λατινικά σ΄εκείνα τα μέρη», δηλαδή την ύστερη δημώδη Λατινική της βαλκανικής ενδοχώρας που ονομάζουμε Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ).

Bederiana

Ας πάμε τώρα να δούμε τα κείμενα των τριών ποικιλιών της ΑΒΡ που παρέθεσα χθες. Έχω χρωματίσει με κίτρινο τα σημεία που θα περιγράψω. Παραθέτω πρώτα το ελληνικό κείμενο και μετά τις τρεις ποικιλίες της ΑΒΡ.

Greek

EBR

«Ο γέρος»:

AR: aushlu

MR: moșu

SR: moșul, bătrînul

Ο αρουμανικός όρος aush (aushlu με το επιτασσόμενο οριστικό άρθρο) και ο ρουμανικός όρος auș έχουν σχηματιστεί με την προσθήκη του υποστρωματικού υποκοριστικού επιθήματος *-uš- που η ΑΒΡ συμμερίζεται με την Αλβανική (λ.χ. ari > arushë = «θηλυκή αρκούδα»,  AR mãnushi ~ SR mănușă) στο θέμα του λατινικού όρου avus = «γέρος,παππούς, προπάτωρ»:

av- + -uš- > *av-uš-u > *aušu > aush ~ auș

Ο όρος AR mosh = MR moș = SR moș είναι εξ ολοκλήρου υποστρωματικός και είναι ανάλογος του αλβανικού moshë (< *motšë < PAlb *mot-ušā < IE *meh1-t-uš-eh2 [ē>ā>o] ~ «ηλικία», παράγωγο του όρου mot = «χρόνος», με το ίδιο πάντα υποκοριστικό επίθυμα *-uš-).

Ο ρουμανικός όρος bătrân/bătrîn και ο αντίστοιχος αρουμανικός όρος bitãrnu προέρχονται από τον λατινικό όρο veterānus = «βετεράνος».

Προσέξτε ότι το αρσενικό επιτασσόμενο οριστικό άρθρο είναι -lu στην Αρουμανική και -ul στην Ρουμανική, ενώ η Μογλενίτικη έχει χάσει το τελικό σύμφωνο *-ul > -u, όπως οι νοτιοδυτικές σλαβομακεδονικές διάλεκτοι (Φλώρινα-Καστοριά-Κορυτσά), λ.χ. vałkot > vałko = «ο λύκος» στο ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου.

«σφούγγισε» (καθάρισε με πανί/σφουγγάρι):

Εδώ και οι τρεις ποικιλίες δείχνουν έναν ωραίο υβριδικό κλασικό λατινικό παρακείμενο (στην ρωμανική γλωσσολογία «απλός παρακείμενος») του τύπου mergō > mersī (το /s/ κατάγεται από τον ΙΕ σιγματικό αόριστο):

AR: ashcergu/ashtergu > ashcearse/ashtearse

MR: șterg > ștearsi

SR: șterg > șterse

Το λατινικό ρήμα που κρύβεται από πίσω είναι το σύνθετο ex-terg(e)ō > ex-tersīt (3° ενικό πρόσωπο παρακειμένου) = «σφούγγισε/έχει σφουγγίσει»

Ο αγγλικός όρος detergent = «απορρυπαντικό» είναι λατινογενές δάνειο από το ίδιο λατινικό ρήμα (dē-terg(e)ō > ενεργητική μετοχή ενεστώτα dētergēns/dētergentem).

«τη λάμα/κόψη του μαχαιριού»:

AR: tãljitura di cãtsul (έναρθροι οριστικοί τύποι των tãljiturã, cutsut/cãtsut)

MR: tăjătura di cuțot

SR: lama cuțitului (έναρθροι οριστικοί τύποι των lamă, cuțit)

Η αρουμανική και μογλενίτικη γενική στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι περιφραστική σαν την ιταλική “la tagliatura del coltello” (di+el, με τη μόνη διαφορά ότι το άρθρο στην ΑΒΡ είναι επιτασσόμενο), ενώ η ρουμανική γενική είναι η συγχωνευμένη γενική/δοτική του βαλκανικού Sprachbund που δηλώνεται με το «πλάγιο» επιτασσόμενο επιτασσόμενο άρθρο -lui.

Στα έναθρα θηλυκά  tãljitura, tăjătura, lama το επιτασσόμενο θηλυκό οριστικό άρθρο κρύβεται πίσω από το «πλήρες» /a/ (οι άναρθροι/αόριστοι τύποι τελειώνουν σε schwa ã/ă, όπως και στην Αλβανική, λ.χ. vajzë = «κοπέλα», vajza = «η κοπέλα»).

«κουπί»:

Ο νεοελληνικός όρος κουπί προέρχεται από τον αρχαίο όρο κώπη που είναι ο-βαθμο θηλυκό παράγωγο της ρηματικής ρίζας *keh2p- = «πιάνω, κρατώ» (*kh2p-yō > κάπτω > χάφτω/χάβω και *koh2p-eh2 > κώπη).

Ο ρουμανικός όρος vâslă είναι το σλαβικό veslo = «κουπί» δανεισμένο. Ο σλαβικός όρος veslo, με τη σειρά του, ανάγεται στο ΙΕ *weg’h-tlom > *weztlo > *vestlo > veslo και κυριολεκτικά σημαίνει «όργανο κίνησης/ώθησης (της βάρκας)» (IE *weg’h- > vesti/voziti). Ο ελληνικός όρος *wog’h-e-tlom > ὄχετλον = «όχημα» είναι ΙΕ συγγενής του σλαβικού veslo.

Η εξέλιξη *-g'(h)tl- > -ztl- > stl- > -sl- στη Σλαβική φαίνεται και στον όρο maslo = «βούτυρο» (< *meztlo <*meh2g’-tlom ~ mazati = «(πασ)αλείφω»).

Ο αρουμανικός όρος για το «κουπί» canotã μου φαίνεται για πρόσφατο δάνειο, ενώ ο μογλενίτικος όρος για το «κουπί» lupată είναι το κοινό σλαβικό «φτυάρι» lopata δανεισμένο (το κουπί μοιάζει με το φτυάρι γιατί έχει μία πλατιά άκρη).

Ο αρουμανικός/βλαχικός «αόριστος» (απλός παρακείμενος) trapse = «τράβηξε (το δρόμο του)»:

Προέρχεται από τον κλασικό λατινικό παρακείμενο traxīt = «τράβηξε/έχει τραβήξει» (3° ενικό πρόσωπο) του ρήματος trahō = «τραβώ, έλκω» που μετεξελίχθηκε στο ύστερο σημώδες λατινικό tragō.

Έτσι τα λατινικά trahō/traxīt εξελίχθηκαν στα αρουμανικά trag[u]/trapse (με τυπική ΑΒΡ τροπή ks>ps όπως coxa > coapsã , με το /p/ να χάνεται σε μερικά παραδείγματα, όπως το xīt > *dipse > *dzipse > AR dzãse ~ SR zise που θα περιγράψω παρακάτω).

Παραθέτω μερικά τέτοια τρίτα πρόσωπα ενικού του κλασικού λατινικού παρακειμένου, για να δείξω πως εξελίχθηκαν στην ΑΒΡ:

dixit

Έτσι ο λατινικός παρακείμενος vēnīt = «ήρθε/έχει έρθει» (λ.χ. το “vēnī, vīdī, vīcī” = «ἦλθον, εἶδον, ἐνίκησα» του Ιούλιου Καίσαρα) έγινε: AR vine ~ MR vini ~ SR veni.

«είπε δυνατά/φωναχτά/με φωνή»:

ΑR: dzãse cu boatse (< λατινικό dīxīt cum vōce, dīcō, vōx/vōcem). Το λατινικό vōce είναι αφαιρετική πτώση [ablative], λ.χ. laus/laudem > summa cum laude = «άριστα με έπαινο», ενώ το boatse προέρχεται από την αιτιατική vōcem που στην ύστερη λατινική έδωσε τη νέα ονομαστική (όπως λ.χ. το ελληνικό ἡ νύξ/τὴν νύκτα > ἡ νύχτα).

MR: zisi cu glas (dīxīt cum + η νοτιοσλαβική «φωνή» δανεισμένη, λ.χ. OCS glasŭ)

SR: Η Ρουμανική χρησιμοποιεί τρία διαφορετικά ρήματα με τη σημασία «λέω» στο κείμενο:

dīcō > zic > zise el tare= «είπε δυνατά/φωναχτά»

verbum > vorbesc > vorbi el tare = «είπε δυνατά/φωναχτά»

ex-pōnō = «εκθέτω» > spun > spuse (< exposuīt) = «είπε»

«μήτε για σένα … μήτε για μένα»:

ΑR: cum ti mine ashti shi ti tine

MR: cum ti mini șă și di tini

SR: nici pentru tine, nici pentru mine

Όπως έχω εξηγήσει και στην ανάρτηση για το Βαλκανικό Sprachbund, οι αιτιατικές mine/mini και tine/tini της ΑΒΡ δεν απαντούν σε καμία άλλη ρωμανική γλώσσα και μία από τις ερμηνευτικές προτάσεις (κατά τη γνώμη μου η πιθανότερη) είναι ότι προέκυψαν από επίδραση τών ελληνικών αιτιατικών ἐμέναν/ἐσέναν που απαντούν ήδη ως δημώδεις τύποι σε παπύρους του 4ου μ.Χ. αιώνα. Αντιθέτως με τον ισχυρισμό της σελίδας που θα παραθέσω, ο οποίος ακολουθεί άκριτα τον Andre Du Nay, απ΄όσο γνωρίζω, αυτές οι αιτιατικές δεν απαντούν στην Αλβανική (ο Du Nay μάλλον είχε κατά νου το αλβανικό καταφατικό/εμφατικό μόριο -në των ονομαστικών ποικιλιών u(th) ~ unë = «εγώ», ti ~ tinë «εσύ», αλλά αυτές δεν είναι αιτιατικές όπως τα ἐμέ-ν-αν/*mē-n-em > ἐμένα/mine). Η αλβανική αιτιατική συνεχίζει κανονικά την ΙΕ μορφή *mēm (λ.χ. σανσκ. mām) > *mēn > *mān > mua ~ mue. Ωστόσο, ο μεταβατικός προωτοαλβανικός τύπος *mēn ίσως μπορεί κάπως να συσχετιστεί με την εξέλιξη λατ. mē > *mēn-em > ΑΒΡ mene > mine/mini.

mine-tine

«έσπασε το μαχαίρι»:

AR: frãmse cãtsutlu

MR: cuțotu fronsi

SR: cuțitului plesni

Το ρουμανικό plesni = «σπάω» το βικιλεξικό το δίνει σλαβικό δάνειο.

Αντίθετα, το βλαχικό frãmse και το μογλενίτικο fronsi προέρχονται από έναν τροποποιημένο παρακείμενο του λατινικού ρήματος frangō = «σπάω».

Κλασική Λατινική: ενεστώτας frangō (< *bhr.-n-g-), παρακείμενος frēgī (< *bhrēg-), ρηματικό επίθετο (λατινική μετοχή παρακειμένου) frāctus (< *bhr.g-tos)

Δημώδης Λατινική: frangō , franxīt (κατά το ungō > unxīt), franctus

ΑΒΡ: frãngu, frãmpse, frãmptu

Αρουμανική: frãngu, frãmse (~ ρουμανικό frânse), frãmtu (όπως strictus > *strinctus > *strimptu > strimtu)

«Καρχαρίας»:

AR: cãni di amari = «σκυλί της θάλασσας ~ σκυλόψαρο» (το σλαβομακεδονικό κείμενο το οποίο μεταφράστηκε έχει morsko kuče = «θαλάσσιο σκυλί»)

MR: cǫini di mari (an>ǫn και ǫni > ǫini, όπως το ρουμανικό câine)

SR: rechin (< γαλλικό requin)

Αυτά για τις ποικιλίες της ΑΒΡ.

Advertisements

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Ποικιλίες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής

  1. Αντώνης

    Καλημέρα..μήπως το mine (i), tine (i) θα μπορούσαν να έχουν σχέση με το mihi, tibi ; Επίσης, μια διόρθωση για το απόσπασμα από το αρχικό κείμενο ” cum ti mine ashi ti tine” η μετάφραση του είναι : “όπως για μένα έτσι για σένα” (στη φαρσαρώτικη και γραμμουστιάνικη διάλεκτο της Βλάχικης). Αυτό το γράφω για όσους δεν είναι γνώστες της 🙂 Το ούτε στη Βλάχικη απαντάται με τους εξής τύπους : ni = ούτε, ne= ούτε, nitsi = ούτε και, neca (λατ. neque) ούτε και…
    Καλο τριήμερο σε όλες και όλους!

    • Γειά σου Αντώνη!

      Ευχαριστώ για τις διευκρινίσεις.

      Δεν μπορώ να φανταστώ πως οι δοτικές mihi,tibi θα μπορούσαν να εξηγήσουν το έρρινο επίθημα -ne που, κάποια στιγμή, προστέθηκε στην αιτιατική της προσωπικής αντωνυμίας.

      Από την άλλη, όταν έχουμε την σίγουρη ελληνική εξέλιξη:

      ἐμέ(ν) > ἐμέν-αν > ἐμέναν

      η ΑΒΡ εξέλιξη mē > mēn > mē-n-em > mene > mini μπορεί να εξηγηθεί με ακριβώς τον ίδιο τρόπο (προσθήκη του γενικευμένου επιθήματος λατινικής αιτιατικής -em σε μια μορφή με «εφελκυστικό» νυ).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s