Η Κοινωνιογλωσσολογία

Η κοινωνιογλωσσολογία (sociolinguistics) είναι ένας σχετικά πρόσφατος κλάδος της γλωσσολογίας. Ως ιδρυτής του κλάδου θεωρείται ο William Labov ο οποίος, ξεκινώντας από τα τέλη του εξήντα, προσδιόρισε και απέδειξε τις βασικές αρχές του κλάδου, κυρίως κατά την εικοσαετία 1970-90.

Η μεγάλη προσφορά της κοινωνιογλωσσολογίας στην γλωσσολογία ήταν ο προσδιορισμός των εξωγλωσσικών (κοινωνικών) παραγόντων που καθορίζουν την γλωσσική αλλαγή.

Η γλώσσα εκτός από μέσο επικοινωνίας είναι και κοινωνικός δείκτης. Οι διάφορες κοινωνικές ομάδες χρησιμοποιούν διαφορετικές κοινωνιολέκτους (sociolects) και το ίδιο άτομο κατά κανόνα χρησιμοποιεί διαφορετικές κοινωνιολέκτους σε διαφορετικές κοινωνικές περιστάσεις.

Αλλιώς μιλάμε με τους παππούδες στο χωριό, αλλιώς μιλάμε στον αστικό χώρο εργασίας, αλλιώς μιλάμε όταν βλέπουμε με φίλους έναν αγώνα ποδοσφαίρου/μπάσκετ στην τηλεόραση.

Η βασική αρχή της κοινωνιογλωσσολογίας είχε ήδη προσδιοριστεί πολύ πριν τον Labov. Ανά πάσα στιγμή, σε οποιαδήποτε κοινωνία υπάρχει μια εντελώς υποκειμενική διάκριση μεταξύ «χαμηλών» και «υψηλών» κοινωνιολέκτων. «Υψηλές» είναι οι κοινωνιόλεκτοι που τυχαίνει να χρησιμοποιούνται από τις επονομαζόμενες ομάδες κοινωνικού κύρους (prestige groups). Συνειδητά ή ασυνείδητα, τα μέλη των «χαμηλότερων» κοινωνικών στρωμάτων προσπαθούν να μιμηθούν την κοινωνιόλεκτο των ομάδων κύρους, γιατί πιστεύουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσουν κοινωνικά πλεονεκτήματα.

Επομένως, η διεύθυνση διάχυσης των γλωσσολογικών χαρακτηριστικών είναι κατά κανόνα από τις «υψηλότερες» προς τις «χαμηλότερες» κοινωνιολέκτους. Ο βαθμός επιτυχίας της μίμησης διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση και η «ατελής» μίμηση ευθύνεται για ένα φάσμα δυνατοτήτων που κυμαίνονται από την γέννηση και διάδοση νέων ατελών μορφών μίμησης μέχρι την υπερδιόρθωση.

O Labov παραθέτει ένα χωρίο του Antoine Meillet στο οποίο ο γάλλος γλωσσολόγος στις αρχές του 20ου αιώνα διατύπωσε την βασική αρχή της κοινωνιογλωσσολογίας ότι η γλωσσική αλλαγή και η διάχυση και εξαφάνιση των διαφόρων γλωσσολογικών ποικιλιών σχετίζονται με την κοινωνική τους σημασία. Με άλλα λόγια, η διάχυση και εξαφάνιση των διαφόρων γλωσσολογικών τύπων διέπονται από μια διαδικασία (υποκειμενικήςκοινωνικής επιλογής (social selection).

Labov-Meillet

Πολλές από τις σελίδες που θα παραθέσω παρακάτω είναι από την 2η έκδοση του βιβλίου «Διαλεκτολογία» των Chambers-Trugdill (CUP, 2010).

Ένα γλωσσικό χαρακτηριστικό γίνεται αντικείμενο μιμήσεως μόνον όταν έχει αποκτήσει κοινωνική σημασία, δηλαδή μόνον εφόσον λειτουργεί ως κοινωνικός δείκτης. Εδώ ο Peter Trudgill κάνει μια διάκριση μεταξύ κοινωνικών δεικτών (social indicators) και κοινωνικών σημαντήρων (social markers). Η διαφορά σημαντήρα και δείκτη κατά Trudgill έγκειται στο ότι η κοινωνική σημασία του πρώτου είναι πιο αρίγνωτη στο ευρύ κοινό, ενώ η κοινωνική σημασία του δευτέρου είναι λιγότερο εμφανής και, πολλές φορές, γίνεται αντιληπτή μόνο από τους (κοινωνιο)γλωσσολόγους.

prestige-marker-indicator

Το ίδιο άτομο επιδεικνύει διαφορετικό βαθμό κοινωνιογλωσσολογικής επίγνωσης/εγρήγορσης (sociolinguistic awareness, SLA) σε διαφορετικές περιστάσεις. Οι κοινωνιογλωσσολόγοι έχουν διαμορφώσει μια κλίμακα SLA:

WLS = Word List Style = ο εξεταζόμενος ζητείται να προφέρει μια λίστα με λέξεις. Αυτό το είδος προφοράς σχετίζεται με τον υψηλότερο βαθμό SLA, επειδή -συνειδητά ή ασυνείδητα- ο εξεταζόμενος το συσχετίζει με τις σχολικές ημέρες όπου ο/η δάσκαλος/δασκάλα επιβράβευε/επίκρινε την «σωστή/λάθος» προφορά.

RPS = Reading Passage Style = προφορά ανάγνωσης κειμένου. Η SLA είναι ακόμα υψηλή, αλλά λιγότερο από αυτήν του WLS.

FS = Formal Style = προφορά που χρησιμοποιείται σε καταστάσεις όπου ο εξεταζόμενος έχει επίγνωση ότι μαγνητοφωνείται.

CS = Casual Style = καθημερινή προφορά. Ο εξεταστής φροντίζει να μειώσει στο ελάχιστο τη SLA του εξεταζόμενου «εκτρέποντας» τη συζήτηση σε καθημερινά θέματα (λ.χ. «ας κάνουμε ένα διάλυμα για καφέ» και πάνω στον καφέ αρχίζει η συζήτηση για «τον χθεσινό αγώνα»).

Θα παραθέσω ένα παράδειγμα.

Στην Αγγλική υπάρχει η τάση αποκοπής του τελικού /g/ στην κατάληξη -ing = /-iŋg/ (λ.χ. living > livin’). Ωστόσο, η αποκοπή δημιουργεί δύο είδη προφοράς: υπάρχει η προφορά που διατηρεί το υπερωικό ρινικό /-iŋ/ και αυτή όπου το υπερωικό ρινικό έχει αλλάξει σε κανονικό /n/ (/-in/).

Σε μια μελέτη στο Norwich της Αγγλίας εξετάστηκε η κατανομή των προφορών /-iŋ/ ~ /-in/ μέσα από την συνέντευξη 60 ατόμων διαφορετικής κοινωνικής θέσης.  Η «κοινωνική θέση» προέκυψε από ένα σκορ που έλαβε υπόψη παραμέτρους όπως το επάγγελμα, η μόρφωση, η μόρφωση των γονέων κλπ. Η κλίμακα είχε 5 κοινωνικές θέσεις: Μέση και Κάτω Μέση Τάξη και Άνω, Μέση και Κάτω Εργατική τάξη ((Upper)/Middle/Lower, Middle/Working Class, MMC, LMC, UWC, MWC, LWC).

Η σταθερή χρήση της προφοράς /-in/ βαθμολογούνταν ως 100, ενώ η σταθερή χρήση της προφοράς /-iŋ/ βαθμολογούνταν ως μηδέν («∅»).

Η βαθμολογία ανά κοινωνική ομάδα ήταν η παρακάτω:

Norwich1

MMC: 3

LMC: 15

UWC: 74

MWC: 88

LWC: 98

Τα τρία βασικά συμπεράσματα ήταν:

  1. Καμία ομάδα δεν είχε σκορ «100» ή «∅», δηλαδή και οι δύο ποικιλίες απαντούν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Αυτό που διαφέρει είναι η συχνότητα χρήσης της μιας ή άλλης ποικιλίας
  2. Υπάρχει σαφέστατη συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας χρήσης του κάθε τύπου και της κοινωνικής θέσης: Η συντηρητική προφορά /-iŋ/ είναι πιο συχνή στις «υψηλότερες» κοινωνικές θέσεις, ενώ η καινοτομική προφορά /-in/ είναι πιο συχνή στις «χαμηλότερες» κοινωνικές θέσεις.
  3. Η βαθμολογία αυξάνεται απότομα (15>74, πενταπλασιασμός!) κατά την μετάβαση από την 2η στην 3η κοινωνική θέση (LMC>UWC).

Η συμπεριφορά των ίδιων ομάδων στους διάφορους βαθμούς κοινωνιογλωσσολογικής επίγνωσης/εγρήγορσης (βαθμοί SLA από τον υψηλότερο στο χαμηλότερo: WLS>RPS>FS>CS) ήταν η παρακάτω:

Norwich2

Συμπεράσμα: Όλες οι κοινωνικές ομάδες αυξάνουν την συχνότητα χρήσης της συντηρητικότερης ποικιλίας /-iŋ/ καθώς αυξάνεται ο βαθμός της SLA. Οι δύο υψηλότερες ομάδες παύουν εντελώς να χρησιμοποιούν την καινοτομικότερη προφορά /-in/ στον ύψιστο βαθμό SLA (WLS), ενώ η χαμηλότερη ομάδα που στον χαμηλότερο βαθμό SLA (CS) χρησιμοποιεί αποκλειστικά την προφορά /-in/ (βαθμός CS «100»), στον ύψιστο βαθμό SLA μειώνει την συχνότητα χρήσης του /-in/ σχεδόν στο ~1/3 (CS «100» > WLS «29»).

Μελέτες όπως η παραπάνω αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι διάφοροι γλωσσικοί τύποι εκτός από αντικειμενικές γλωσσολογικές διαφορές έχουν και διαφορετική (υποκειμενική) κοινωνική σημασία. Οι υψηλότερες κοινωνικές ομάδες δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση στην χρήση «συντηρητικότερων» τύπων και όλες οι κοινωνικές ομάδες επιδεικνύουν μια διαδικασία κοινωνικής επιλογής, με την προτίμηση για τους συντηρητικότερους τύπους (τυπικούς των «υψηλών» κοινωνιολέκτων) να αυξάνεται, καθώς αυξάνεται η κοινωνιογλωσσολογική επίγνωση/εγρήγορση του ομιλητή.

ΦΑΝΕΡΟ ΚΑΙ ΚΡΥΦΟ ΚΥΡΟΣ: ΤΟ ΑΦΡΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ AX = ASK

Η παραπάνω μελέτη του Norwich δείχνει ότι καθώς αυξάνεται η SLA αυξάνεται και η χρήση των τύπων που χαρακτηρίζουν τις «υψηλές» κοινωνιολέκτους. Αυτοί οι «υψηλοί» τύποι που προτιμούνται καθολικά από τις διαδικασίες κοινωνικής επιλογής χαρακτηρίζονται από «φανερό κύρος» (overt prestige). Υπάρχει όμως μια ειδική περίπτωση κοινωνικής επιλογής που χαρακτηρίζεται από την προτίμηση του «στιγματισμένου» τύπου που χαρακτηρίζει τις «χαμηλές» κοινωνιολέκτους. Εκ πρώτης όψεως, αυτά τα παραδείγματα αντίθετης επιλογής φαίνεται να καταρρίπτουν την γενική κοινωνιογλωσσολογική αρχή της μίμησης των τύπων «κύρους».

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η προφορά ax του ρήματος ask = «ερωτώ» στην αφροαμερικανική κοινωνιόλεκτο της Αμερικανικής Αγγλικής. Ο τύπος ax που δείχνει μετάθεση sk>ks =x απαντά σποραδικά στην Αγγλική τουλάχιστον από τον 15° αιώνα. Ωστόσο, στη σημερινή Αμερική ο τύπος “ax” είναι τόσο [στερεοτυπικά] συχνός στην αφροαμερικανική κοινωνιόλεκτο, ώστε ο Zach Galifianakis μπορεί να κάνει –κρύα κατά τη γνώμη μου- αστεία όπως το παρακάτω:

«Βάζω πολύ αποσμητικό AXE, αλλά ζω σε γειτονιά μαύρων όπου προφέρεται αποσμητικό ASKE. Αν δεν πιάσατε το αστείο σημαίνει ότι δεν είστε ρατσιστές».

Πριν τις μελέτες του Labov, η συνήθης χονδροειδής εξήγηση του φαινομένου ήταν πως οι μαύροι έδειχναν προτίμηση για τον «λάθος» τύπο ax λίγο πολύ λόγω «άγνοιας», επειδή παραδοσιακά δεν είχαν την ίδια δυνατότητα μόρφωσης με τους λευκούς.

Όταν όμως ο Labov άρχισε να εξετάζει αυτά τα φαινόμενα, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η πλειοψηφία των ατόμων που προτιμούν αυτούς τους «λάθος» τύπους έχει πλήρη επίγνωση του «σωστού» τύπου και, κατά συνέπεια, το «λάθος» τους δεν οφείλεται σε «άγνοια», αλλά πρόκειται για συνειδητή επιλογή.

Για ποιο λόγο, λοιπόν, στο παράδειγμα ask-ax οι μαύροι επιλέγουν συνειδητά την «λάθος» χρήση ax;

Ο Labov παρατήρησε ότι η προτίμηση γι΄αυτά τα φαινομενικά «λάθη» εξηγείται από την ίδια αρχή κοινωνικής επιλογής που εξηγεί και την τάση προτίμησης των τύπων φανερού κύρους. Η διαφορά έγκειται στο ότι στην μικροκοινωνία των αφροαμερικανικών γειτονιών έχουν αναστραφεί οι ρόλοι στιγματισμένου και «έγκυρου» τύπου. Ο στιγματισμένος τύπος στην αφροαμερικανική κοινωνία είναι το «σωστό» ask, γιατί όποιος μαύρος τον χρησιμοποιεί θεωρείται ότι «μιμείται τους λευκούς» (“acting/talking white“). Κάποιος μαύρος που ζει όλη τη ζωή του σε μια τέτοια γειτονιά όχι μόνο δεν κερδίζει κοινωνικά πλεονεκτήματα από την υιοθέτηση του «σωστού» ask αλλά, αντιθέτως, κατά κανόνα στιγματίζεται από την υιοθέτησή του.

To 1990 σε έναν τοίχο μιας γειτονιάς μαύρων κάποιος έγραψε με σπρέι «αν θες να πετύχεις στον εργατικό κόσμο των λευκών γίνε καλός μαθητής στο σχολείο και μάθε να λες ask αντί για ax». Εκ πρώτης όψεως το μήνυμα φαίνεται να παροτρύνει τον αναγνώστη προς την υιοθέτηση του «σωστού» τύπου “ask”. Όμως υπάρχει και ένα άλλο «κρυφό» μήνυμα σε αυτή τη φράση: «εμείς οι μαύροι λέμε ax, οι λευκοί λένε ask, αν θες να πετύχεις ως τσιράκι των λευκών μάθε να λες ask».  Αυτό το δεύτερο «κρυφό» μήνυμα στιγματίζει την χρήση του «σωστού» τύπου ask, επειδή την συσχετίζει με την ελάττωση της «μαυροσύνης» του χρήστη και με την «υποταγή» στους [γλωσσικούς] κανόνες «των λευκών». Υπάρχουν πολλά παραδείγματα μορφωμένων μαύρων που θυμούνται τα νιάτα τους σε τέτοιες γειτονιές, όπου τα άλλα παιδιά τους ρωτούσαν «γιατί μιλάς σαν λευκός/λευκή;», όταν μιλούσαν «σωστά» αγγλικά!

ax-ask

O Labov έπλασε τον όρο “covert prestige” = «κρυφό κύρος» για την περιγραφή γλωσσικών τύπων που, πέρα από την γενική/φανερή τους αρνητική κοινωνική σημασία (overt stigmatization), διαθέτουν και επιπρόσθετο κρυφό κύρος σε συγκεκριμένους κοινωνικούς μικρόκοσμους.

covert-prestige

Η Κοινωνιογλωσσολογική Ερμηνεία της Γλωσσικής Αλλαγής

Εδώ θα παρουσιάσω την συνοπτική περιγραφή της Ana Deumert της κοινωνιογλωσσολογικής ερμηνείας του Labov για τις γλωσσολογικές αλλαγές που συμβολίζουμε μηχανιστικά ως Α>Β. Το κεφάλαιο της Deumert είναι το #219 “The Relationship between Linguistic and Social Change” (σλδ 2138-) από τo πολύτομο έργο Sociolinguistics/Soziolinguistik: An International Handbook of the Science of Language and Society(2η έκδοση, de Gruyter, 2006).

Deumert

Labov-LC

  1. Οι ενδογλωσσολογικοί παράγοντες γλωσσικής αλλαγής ανα πάση στιγμή δημιουργούν ένα φάσμα γλωσσολογικών μεταβλητών (λ.χ. Α,Β,C) που χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους τους ομιλητές.
  2. Κάποια στιγμή μια από αυτές τις μεταβλήτες (λ.χ. η Α) σχετίζεται με μια κοινωνική ομάδα κύρους. Από αυτό το σημείο και μετά, η μεταβλητή αποκτά θετική κοινωνική σημασία και αρχίζει μια διαδικασία κοινωνικής επιλογής, όπου βαθμιαία υιοθετείται από τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες. Αυτή η διαδικασία κοινωνικής επιλογής είναι ο «κρίσιμος ενισχυτής» (key amplifier) που εξασφαλίζει την επικράτηση της επιλεγμένης μεταβλητής.
  3. Εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι ισότιμοι σημαντήρες «εγκυρότητας», η χρήση της επιλεγμένης μεταβλητής Α αυξάνεται εις βάρος των υπόλοιπων μεταβλητών (Β,C) που, με τη σειρά τους, στιγματίζονται αρνητικά. Αν η διαδικασία δεν διακοπεί, μετά από λίγες γενιές κοινωνικής επιλογής η μεταβλητή Α καταφέρνει να διαχυθεί σε όλα τα μέλη της γλωσσικής κοινότητας.

SIEMPRE LA LENGUA FUE COMPAÑERA DEL IMPERIO

Το έτος 1492 είναι διάσημο για δύο λόγους. Ο πιο γνωστός από τους δύο είναι η ανακάλυψη της Αμερικής από τον Κολόμβο. Ο λιγότερο γνωστός είναι η αφιέρωση του Antonio de Nebrija (Νεμπρίχα ή, κατά το λατινικότερο, Nebrissensis = «από την Nebrissa Veneria > Nebrija/Lebrija») στην βασίλισσα Ισαβέλλα Α΄ της Καστίλης του βιβλίου Gramática de la lengua castellana, δηλαδή «Γραμματική της Καστιλιανικής Γλώσσας». Στην εισαγωγική αφιέρωση προς την Ισαβέλλα ο Νεμπρίχα γράφει πως τώρα που η Καστίλη ετοιμάζεται να ιδρύσει μια [ισπανική] αυτοκρατορία με την κατάκτηση βαρβαρικών και αλλόγλωσσων λαών, υπάρχει ανάγκη σωστής διδαχής της Καστιλιανικής γλώσσας (η γλώσσα της Καστίλης είναι η βάση της σημερινής Προτύπου Ισπανικής), ώστε να μπορέσουν οι κατακτημένοι να μάθουν τους νόμους του κατακτητή. Η διασημότερη φράση του Νεμπρίχα από αυτήν την εισαγωγή είναι η παρακάτω:

“Siempre la lengua fue compañera del imperio” = «Ανέκαθεν η γλώσσα ήταν σύντροφος της αυτοκρατορίας»

Με άλλα λόγια, όποιος λαός ίδρυσε αυτοκρατορία χρειάστηκε να διαδώσει και μια επίσημη διοικητική γλώσσα.

Nebrija

Το πόσο προφητική ήταν η φράση του Νεμπρίχα φαίνεται από το ότι σήμερα, εκτός από την Ισπανία, υπάρχουν άλλα 20 κράτη που έχουν την Ισπανική ως Πρότυπη/Εθνική γλώσσα. Όλα αυτά τα κράτη βρίσκονται σε πρώην εδάφη της Ισπανικής Αυτοκρατορίας.

Στην κοινωνιογλωσσολογία η παραπάνω ρήση του Νεμπρίχα χρησιμοποιείται πολλές φορές για να περιγράψει την επίδραση που έχει η διοικητική αυτοκρατορική γλώσσα στις γλώσσες των υπήκοων λαών.

Αν υπάρχει ένα παράδειγμα που δείχνει ολοφάνερα ότι η επίδραση αυτή είναι όμορη των διοικητικών συνόρων αυτό είναι οι δευτερογενείς μορφοσυντακτικές διαφορές της Τοσκικής και Γκεγκικής Αλβανικής. Εντός των ορίων της Ρωμανίας («Βυζαντινής» αυτοκρατορίας) η Ελληνική έχαιρε τριπλού κύρους. Στην πιο αρχαΐζουσα μορφή της ήταν η γλώσσα της πολιτικής διοίκησης και η επίσημη γλώσσα της Εκκλησίας. Στην μορφή της δημώδους Κοινής ήταν η εμπορική lingua franca της αυτοκρατορίας.

Μετά το 1070,  η βόρεια Αλβανία αρχίζει σιγά σιγά να αποκόβεται από τον άμεσο Ρωμαϊκό έλεγχο. Οι «Δαλματοί» (~Σέρβοι) άρχοντες της Διοκλείας ~ Ζέτας (Duklja ~ Zeta) Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Βοδίνος, αν και θεωρητικά ύπαρχοι/αρχιτοπάρχες του Βασιλέα των Ρωμαίων, άρχισαν σιγά σιγά να φλερτάρουν με το Βατικανό για την απολαβή τίτλων και, ταυτόχρονα, άρχισαν να επεκτείνουν τα όρια του κρατιδίου τους στα εδάφη της Βόρειας Αλβανίας (δείτε λ.χ. το χάρτη στα δεξιά εδώ). Ο Πάπας Γρηγόριος Ε΄ αναγνώρισε τον Μιχαΐλο ως «βασιλέα» με αντάλλαγμα την άδεια ιδρύσεως καθολικών επισκοπών στα εδάφη της Διοκλείας. Η διήθηση της Καθολικής εκκλησίας ξεκίνησε από τον βορρά και σταδιακά επεκτάθηκε προς τον νότο: στα τέλη του 11ου αιώνα υπήρχαν καθολικές επισκοπές στο Αντιβάριον του Μαυροβουνίου και στην περιοχή Σκόδρας-Λισσού-Πουλάτου. Στα μέσα του 12ου αιώνα (1167) ιδρύθηκε η Καθολική Επισκοπή των Κροών (Κροαί ~ Krujë). Την ίδια στιγμή, η Κομνηνή στην Αλεξιάδα γράφει ότι στα χρόνια της Πρώτης Νορμανδικής Εισβολής (1081) σημαντικό μέρος του πληθυσμού του Δυρραχίου ήταν «ἐρασιχρήματοι Λατίνοι» έμποροι (Αμαλφηνοί και Βενετικοί) ενώ, από τον 12ο αιώνα αιώνα και μετά, η (Β)Ενετική/Βενετσιάνικη γλώσσα εδραιώθηκε ως η εμπορική lingua franca της Αδριατικής.

[Αλεξιάδα, 5.1.1] Οἱ δ’ ἐντὸς Δυρραχίου, καθάπερ ὁ λόγος ἐδήλωσεν, ἐπεὶ οἱ πλείους ἀπὸ Μέλφης καὶ Βενετίας ἧσαν ἄποικοι,

[Αλεξιάδα, 6.6.4] Ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν τῇ πόλει παρατυχόντας Βενετίκους παρασκευάζει διὰ γραμμάτων ξυμβουλεῦσαι τοῖς τε Ἀμαλφηνοῖς καὶ Βενετίκοις καὶ ὅσοι ἄποικοι εἰς Ἐπίδαμνον ἔτυχον, ὑπεῖξαι τῷ αὐτοῦ θελήματι καὶ παραδοῦναί οἱ τὸ Δυρράχιον. Ἀλλὰ καὶ αὐτός, δι’ ὑποσχέσεων καὶ δωρεῶν, οὐκ ἐνεδίδου ὅλως ὥστε τὴν πόλιν Δυρραχίου παραδοῦναι αὐτῷ. Καταπειθεῖς οὖν γεγονότες (τοιοῦτον γὰρ τὸ Λατίνων ἅπαν γένος ἐρασιχρήματόν τε καὶ ὀβολοῦ ἑνὸς πιπράσκειν εἰωθὸς καὶ αὐτὰ δὴ τὰ φίλτατα)

Επομένως, από το ~1070 και μετά, στην βόρεια Αλβανία η Ελληνική είχε πάψει να είναι διοικητική γλώσσα, είχε εκτοπιστεί από την Λατινική ως Επίσημη Εκκλησιαστική γλώσσα και είχε εκτοπιστεί από την Βενετική ως εμπορική lingua franca.

Από αυτό το σημείο και μετά, η Τοσκική Αλβανική μιλιόταν σε νοτιότερες περιοχές όπου η Ελληνική συνέχιζε να απολαμβάνει το προαναφερθέν τριπλό κύρος, ενώ η Γκεγκική Αλβανική μιλιόταν σε περιοχές όπου οι Ιταλο-Ρωμανικές ποικιλίες (Βενετική κλπ) είχαν εκτοπίσει την Ελληνική ως γλώσσες κύρους.

Οι διαφορές Τοσκικής και Γκεγκικής είναι δύο ειδών. Υπάρχουν οι παλαιότερες πρωτογενείς (ενδοαλβανικές, κυρίως φωνολογικές) διαφορές που διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο ~600-800 μ.Χ. και υπάρχουν και οι μεταγενέστερες δευτερογενείς (εξωγενείς) διαφορές που διαμορφώθηκαν χονδρικά κατά την περίοδο 1100-1400 λόγω της έκθεσης των δύο διαλέκτων σε διαφορετικές γλώσσες κύρους.

Παραδείγματα πρωτογενών διαφορών:

  1. Τοσκικός Ρωτακισμός (λ.χ. λατ. arēna = «άμμος» > γκεγκ. në ~ τοσκ. rë , Αυλώνα(ς) > γκεγκ. Vlonë ~ τοσκ. Vlorë)
  2. Διτυπία ua~ue στα τονισμένα PAlb *-ān-/*-ōn- (λ.χ. *krāna > τοσκ. krua ~ γκεγκ. krue, *ksōnwja > τοσκ. huaj ~ γκεγκ. huej)
  3. Διτυπία va~vo στο τονισμένο αρκτικό *ó- (λ.χ. λατ. órfanus > τοσκ. varfër ~ γκεγκ. vorfën , PAlb *ātra > *ótra > τοσκ. vatër ~ γκεγκ. votër)

Ας δούμε τώρα τις δευτερογενείς διαφορές που οφείλονται στην έκθεση σε διαφορετικές γλώσσες κύρους (διαβάστε αν θέλετε και την ανάρτηση για το Βαλκανικό Sprachbund)

  1. Η Γκεγκική διατήρησε το απαρέμφατο, ενω ή Τοσκική το αντικατέστησε με περιφραστική υποτακτική.
  2. Η Τοσκική έχει μέλλοντα του τύπου «θέλει ἵνα» (do të shkοjë) ενώ η Γκεγκική έχει μέλλοντα του τύπου «έχω+απαρέμφατο» (kam me shkue).
  3. Η Τοσκική έχει περιφραστικό παρακείμενο που χρησιμοποιεί ως βοηθητικό μόνο το ρήμα «έχω», ενώ η Γκεγκική χρησιμοποιεί εν γένει το ρήμα «έχω», το οποίο όμως αντικαθίσταται με το ρήμα «είμαι» ειδικά στα αμετάβατα ενεργητικά ρήματα (λ.χ. τοσκικό kam shkuar ~ γκεγκ. jam shkue = «έχω πάει/φύγει»)

Ο Victor Friedman συνοψίζει τις βασικές πρωτογενείς (3.2) και δευτερογενείς (3.3, «μορφοσυντακτικές») διαφορές των δύο διαλέκτων στην παρακάτω σελίδα:

Friedman1

Friedman2

Αν εξετάσουμε τις παραπάνω δευτερογενείς διαφορές Τοσκικής και Γκεγκικής θα δούμε ότι όλες ανάγονται σε διαφορές μεταξύ της Μεσαιωνικής Ελληνικής και της Μεταδριατικής Ρωμανικής (Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική κλπ).

Η Γκεγκική διατήρησε το απαρέμφατο, ενώ η Τοσκική -όπως και η Ελληνική- το αντικετάστησε με περιφραστική υποτακτική (Γκεγκ. me shkuem ~ Τοσκ. për të shkuar). Όσοι τυχαίνει να γνωρίζετε Ιταλικά η διαφορά των δύο είναι ανάλογη του Ιταλικού devo andare και του ελληνικού «πρέπει να πάω» (andare = απαρέμφατο του vado = «πηγαίνω»).

Η Τοσκική έχει μέλλοντα του τύπου «θέλει ἵνα …», ενώ η Γκεγκική έχει μέλλοντα του τύπου «έχω+απαρέμφατο» (τοσκ. do të shkοjë ~ γκεγκ. kam me shkue). Ο τοσκικός μέλλοντας είναι ακριβές συντακτικό αντίγραφο του ελληνικού «θέλει ἵνα πάω» > «θένα/θάνα πάω» > «θα πάω». Ο γκεγκικός τύπος «έχω+απαρέμφατο» είναι ολόιδιος του μεταδριατικού ρωμανικού μέλλοντα «απαρέμφατο+έχω».

Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο κλασικός λατινικός μέλλοντας σε -bō (λ.χ. cantābō = «θα τραγουδήσω») αντικαταστάθηκε από περιφραστικές κατασκευές που χρησιμοποιούσαν διάφορα βοηθητικά ρήματα (volō = «θέλω», debeō = «πρέπει, οφείλω», habeō = «έχω»). Τελικά, κατά τον πρώιμο μεσαίωνα, δυτικά της Αδριατικής ο πιο διαδεδομένος ρωμανικός μέλλοντας κατέληξε να είναι η δομή «απαρέμφατο+habeo»:

Μεταδριατική Πρωτο-Ρωμανική:

μέλλοντας: cantāre+habeō = «θα τραγουδήσω»

Ιταλική:

habeō > ho = «έχω» (στην Ιταλική το αρκτικό /h/ δεν προφέρεται, το απαρέμφατο είναι avere)

cantare = απαρέμφατο του canto = «τραγουδώ»

μέλλοντας: cantar(e)-ho > canterò = «θα τραγουδήσω»

Γαλλική:

habeō > ai = «έχω» (απαρέμφατο avoir)

chanter = απαρέμφατο του chante = «τραγουδώ»

μέλλοντας = chanter-ai > chanterai

romance-future

Τέλος, η διπλή χρήση των ρημάτων «έχω/είμαι» της Γκεγκικής στον περιφραστικό παρακείμενο, όπου το «είμαι» χρησιμοποιείται ειδικά με αμετάβατα ενεργητικά ρήματα είναι παρόμοια με το αντίστοιχο φαινόμενο της Μεταδριατικής Ρωμανικής (ιταλικό passato prossimo)

Ιταλική: ho cantato = «τραγούδησα, έχω τραγουδήσει», αλλά sono venuto «ήρθα, έχω έρθει» (sono = «είμαι», θηλυκό sono venuta)

Γαλλική: j’ai chanté = «τραγούδησα, έχω τραγουδήσει», αλλά je suis venu = «ήρθα, έχω έρθει» (suis = «είμαι»)

Το Γκεγκικό jam shkue = «έχω πάει» (κυριολεκτικά “I am gone”, jam «είμαι») είναι ανάλογο των παραπάνω μεταδριατικών ρωμανικών “sono venuto” ~ “je suis venu”.

Αντίθετα, η Τοσκική Αλβανική (kam shkuar = «έχω πάει», κυριολεκτικά “I have gone”, kam = «έχω») έχει μονιμοποιήσει το «έχω» ως βοηθητικό ρήμα του περιφραστικού παρακείμενου, ακολουθώντας το ελληνικό πρότυπο του «έχω τραγουδήσει, έχω πάει».

Το ίδιο και η Βλαχική/Αρουμανική. Ο «αόριστος» της Βλαχικής μπορεί να σχηματιστεί με δύο τρόπους:

  1. Ο αρχαϊκότερος εκ των δύο τρόπος είναι η χρήση του υβριδικού κλασικού λατινικού παρακειμένου vēnī > βλαχικό vinj = «ήρθα, έχω έρθει» (λ.χ. το “vēnī, vīdī, vīcī” = «ἦλθον, εἶδον, ἐνίκησα» του Ιούλιου Καίσαρα που συνεχίζει ως passato remoto στην Ιταλική, λ.χ. gli dissi ~ gli ho detto = «του είπα», λατ. dīxī)
  2. Ο πιο πρόσφατος εκ των δύο (πρωτορωμανικός) τρόπος είναι η χρήση του νεορωμανικού παρακειμένου (ιταλικό passato prossimo) «ἔχω+μετοχή»: am vinitã «ήρθα, έχω έρθει» (habeo > βλαχ. am[u] = «έχω»)

Aromanian-vinj

Προσέξτε ότι ο βλαχικός περιφραστικός «αόριστος» am vinitã χρησιμοποιεί το «έχω» και στο αμετάβατο ρήμα «πηγαίνω», αντίθετα με τα ιταλικά και γαλλικά αντίστοιχα “sono venuto” και “je suis venu”, που χρησιμοποιούν το ρήμα «είμαι», όπως η Γκεγκική:

Ιταλική: ho cenato , sono venuto/andato ~ Γκεγκική Αλβανική: kam/jam

Βλαχική: am tsinatã, am vinitã ~ Τοσκική Αλβανική: kam/kam ~ Ελληνική «έχω δειπνήσει, έχω έρθει/πάει»

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s