Η Γοτθική γλώσσα

Στη σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω ένα χωρίο από την γοτθική μετάφραση της Βίβλου, το οποίο αναλύει γλωσσολογικά ο Benjamin Fortson, συνεχίζοντας την σειρά αναρτήσεων για τις Γερμανικές γλώσσες (#1, #2, #3, #4).

Για να μπορέσει να μεταφράσει την Βίβλο στην Γοτθική γλώσσα, ο Ουλφίλας χρειάστηκε πρώτα να επινοήσει ένα αλφάβητο για την καταγραφή της Γοτθικής. Το αλφάβητο που εφηύρε είχε ως πρότυπο το ελληνικό.

Επειδή το άτονο /e/ ιωτακίστηκε (*e>i) στην πρωτογερμανική σε όλες τις θέσεις εκτός πριν από /r/ και επειδή στην Γοτθική η πρωτογερμανική δίφθογγος /ai/ μάλλον μονοφθογγοποιήθηκε σε /ε(:)/ (όπως συνέβη και στην Ελληνική, την Λατινική, την Σανσκριτική και την Αλβανική), ο Ουλφίλας επέλεξε την γραφή «αι» για την απόδοση αυτού του γοτθικού /ε(:)/.

Έτσι τα πρωτογερμανικά *tehun = «δέκα» και *beraną = «φέρω» στο γοτθικό αλφάβητο γράφονται ως 𐍄𐌰𐌹𐌷𐌿𐌽 ~ «taihun» = /tεhun/ και 𐌱𐌰𐌹𐍂𐌰𐌽 ~ «bairan» = /bεran/ αντίστοιχα και, παράλληλα, τα πρωτογερμανικά *ainaz = «ένα(ς)» και *snaiwaz = «χιόνι» (λ.χ. αγγλικά one, snow) γράφονται ως 𐌰𐌹𐌽𐍃 ~ «ains» = /ε(:)ns/ και 𐍃𐌽𐌰𐌹𐍅𐍃 ~ «snaiws» = /snε(:)ws/ αντίστοιχα.

Τα ελληνικά γράμματα «Ε» και «Ω» χρησιμοποιήθηκαν για την απόδοση των μακρών πρωτογερμανικών/γοτθικών φωνηέντων /ē/ και /ō/ αντίστοιχα.

Έτσι τα πρωτογερμανικά *tēkaną = «ακουμπώ» και *blōþą = «αίμα» γράφονται γοτθιστί ως 𐍄𐌴𐌺𐌰𐌽 ~ «tekan» = /tēkan/ και  𐌱𐌻𐍉𐌸 ~ «bloθ» = /blōθ/ αντίστοιχα.

Από την άλλη, η δίφθογγος «ΕΙ» χρησιμοποιήθηκε για την απόδοση του πρωτογερμανικού μακρού /ī/, λ.χ. η πρωτογερμανική θηλυκή ενεργητική μετοχή ενεστώτα *berandī = «φέρουσα» γράφεται γοτθιστί 𐌱𐌰𐌹𐍂𐌰𐌽𐌳𐌴𐌹 ~ «bairandei» = /bεrandī/.

Επειδή η πρωτογερμανική δεν είχε βραχύ /o/, το βραχύ /ο/των ελληνικών, λατινικών και εβραϊκών δανείων αποδόθηκε γραπτά ως «au» (λ.χ. προφήτης > 𐍀𐍂𐌰𐌿𐍆𐌴𐍄𐌴𐍃 ~ «praufetes» = /prɔːfētēs/. Αυτό δείχνει ότι η πρωτογερμανική δίφθογγος *au στην Γοτθική είχε μονοφθογγοποιηθεί σε κάτι σαν /ɔ(ː)/, δηλαδή πάνω κάτω είχε αποκτήσει προφορά παρόμοια με αυτήν του γαλλικού autre.

Τα πρωτογερμανικά χειλοϋπερωικά /kw/ και /hw/ αποδόθηκαν γραπτά ως «𐍁» και «𐍈» και η σημερινή μεταγραφή τους είναι «q» και «ƕ» (μονογραμματισμός του hv) αντίστοιχα.

Έτσι τα πρωτογερμανικά *kwemaną = «έρχομαι» και *hwītaz = «λευκός» (λ.χ. αγγλικά come, white) γράφονται γοτθιστί ως 𐌵𐌹𐌼𐌰𐌽 ~ «qiman» = /kwiman/ και 𐍈𐌴𐌹𐍄𐍃 ~ «ƕeits» = /hwīts/ αντίστοιχα.

Τέλος, μία άλλη ελληνική επίδραση στο γοτθικό αλφάβητο είναι η χρήση του γράμματος «g» για την απόδοση του /n/ πριν από υπερωικά σύμφωνα (λ.χ. ἀγγεῖον, ἀγκύλος). Έτσι το πρωτογερμανικό *pungaz = «πουγγί» (λ.χ. παλαιό σκανδιναβικό pungr) γοτθιστί γράφεται «puggs» = /puŋgs/.

puggs

Τα γοτθικό χωρίο θα παρατεθεί παρακάτω στη συνήθη λατινική μεταγραφή του (λ.χ. qiman, ƕeits, praufetes). Η μόνη εξαίρεση που θα κάνω θα είναι στην χρήση του ελληνικού «θ» στην θέση του γράμματος “thorn” (þ) που χρησιμοποιείται στην γερμανική φιλολογία.

Έτσι το γοτθικό «δόντι» θα το γράψω «tunθus» αντί για «tunþus».

Κατά την μετάβαση από την πρωτογερμανική στην Γοτθική τα τελικά σύμφωνα ελαττώθηκαν κατά μία μόρα.

Έτσι τα υπέρμακρα τράπηκαν σε μακρά (/V::/>/V:/), τα μακρά τράπηκαν σε βραχέα (/V:/>/V/) και τα βραχέα αποκόπηκαν (/V/>):

PGmc *namô > γοτθικό namō

PGmc *gebō > γοτθικό *gebo > giba (λόγω της πρωτογερμανικής τροπής *o>a που προφανώς ήταν ακόμα ενεργή στην πρώιμη Γοτθική)

PGmc *gulθą > γοτθικό gulθ

Υπάρχουν ορισμένες γοτθικές λέξεις που αξίζει να αναφερθούν.

Η γοτθική μετάφραση των ελληνικών όρών ἀλλογενής και ὁμογενής ήταν aljakuns και samakuns αντίστοιχα, όροι που με τη σειρά τους ανάγονται στα πρωτογερμανικά σύνθετα επίθετα *alja-kuniz και *sama-kuniz. Τα σύνθετα αυτά επίθετα έχει σχηματιστεί από τις ίδιες ακριβώς ΙΕ ρίζες (*h2elyos, *somHos*g’enh1-) που απαντούν και στα ελληνικά αντίστοιχά τους ἀλλογενής και ὁμογενής.

IE *h2elyo-g’n.h1-is > *alja-kun-iz (λ.χ. ὁμόγνιος, νεογνός)

IE *h2elyo-g’enh1-es-s > *h2elyo-g’enh1ēs > ἀλλογενής

IE *somHo-g’n.h1- > *sama-kun- ~ ὁμο-γν-

Επίσης, ο πρωτογερμανικός όρος με τη σημασία «κοινός» είναι γράμμα προς γράμμα IE συγγενής με το λατινικό commūnis:

IE *k’om-moyn-is (*mey- «ανταλλάσσω, αναμειγνύω») > PGmc *ga-mainiz ~ λατ. commūnis (στη Λατινική *oy>ū, λ.χ. *oynos > ūnus)

Γοτθικό gamains ~ Γερμανικό gemein ~ Αγγλικό mean = «μέσος» (< κοινότυπος, κοινός).

aljakuniz

Η γοτθική λέξη με τη σημασία «συνέλευση» ήταν gaqumθs. Ο σύνθετος αυτός όρος έχει ως πρώτο συνθετικό το πρωτογερμανικό ga- < IE *k’om «συν-» -όπως και το *ga-mainis ~ commūnis παραπάνω- και ως δεύτερο συνθετικό το ρηματικό ουσιαστικό IE *gwm.-tis > PGmc *kumθiz της ΙΕ ρηματικής ρίζας *gwem- «βαίνω» (άρα είναι ακριβής συγγενής του ελληνικού όρου βάσις και του σανσκριτικού gati).

Επομένως, ο γοτθικός όρος *ga-qumθs σημαίνει ακριβώς «συν-έλευσις» ~ «con-ventiō».

Παραθέτω για όποιον ενδιαφέρεται τις γενικές παρατηρήσεις του Ben Fortson για την Γοτθική (από το κεφάλαιό του για τον Γερμανικό κλάδο).

Gothic1

Παρακάτω παραθέτω το χωρίο [8,14-18] από το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο.

[14] Καὶ ἐπελάθοντο λαβεῖν ἄρτους, καὶ εἰ μὴ ἕνα ἄρτον οὐκ εἶχον μεθ’ ἑαυτῶν ἐν τῷ πλοίῳ. [15] καὶ διεστέλλετο αὐτοῖς λέγων· Ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου. [16] καὶ διελογίζοντο πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι Ἄρτους οὐκ ἔχομεν. [17] καὶ γνοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· Τί διαλογίζεσθε ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε; οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε; ἔτι πεπωρωμένην ἔχετε τὴν καρδίαν ὑμῶν; [18] ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε, καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; καὶ οὐ μνημονεύετε;

Ας δούμε τώρα την γοτθική μετάφραση του χωρίου και τις γλωσσολογικές παρατηρήσεις του Benjamin Fortson.

Gothic2

Gothic3

[14]

niman hlaibans = λαβεῖν ἄρτους

Το γοτθικό απαρέμφατο niman = λαβεῖν (~ γερμ. nehmen) ανάγεται στο πρωτογερμανικό *nemaną = «παίρνω» που, με τη σειρά του, ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *nem- «μοιράζω», από την οποία παράχθηκαν τα ελληνικά (δια)νέμω και Νέμεσις (= η θεότητα που μοίραζε τιμωρίες).  Η αιτιατική πληθυντικού hlaibans = ἄρτους (< ἄρτονς πριν από την ΑΕ2) έχει ονομαστική hlaifs = «ἄρτος», εκ του πρωτογερμανικού *hlaibaz που εισήλθε ως δάνειο στην πρωτοσλαβική (lěbŭ).

jah niba ainana hlaif ni haibededun miθ sis in skipa = καὶ εἰ μὴ ἕνα ἄρτον οὐκ εἶχον μεθ’ ἑαυτῶν ἐν τῷ πλοίῳ

ainana hlaif = ἕνα ἄρτον (PGmc *ainaz < IE *oynos = «ένας», λ.χ. ελληνικό οἴνη = «άσος (ζαριά)»)

ni haibededun = οὐκ εἶχον : ni αρνητικό μόριο εκ του ΙΕ *ne = «οὐκ», haibededun = παρελθοντικός χρόνος 3ου πληθ. του πρωτογερμανικού ρήματος *habjaną = «ἔχειν» (λ.χ. αγγλικό have, γερμανικό haben) που ανάγεται στην ΙΕ ρηματική ρίζα *keh2p- «πιάνω, κρατώ» που έχει δώσει το ελληνικό κάπτω ~ χάφτω, το λατινικό capiō και το αλβανικό kam = «έχω». Το παρελθοντικό επίθημα *-dēdun ύστερα από απλολογία και περαιτέρω απλοποίηση εξελίχθηκε στο σημερινό αγγλικό -ed (λ.χ. I bake = «ψήνω», I baked = «έψησα»).

miθ sis = μεθ΄ἑαυτῶν : το γοτθικό miθ και  το γερμανικό mit = «μαζί» προέρχονται από την πρωτογερμανική πρόθεση *miδi που είναι ΙΕ συγγενής της ελληνικής πρόθεσης μετά (ΙΕ *meth2). Το /δ/ του πρωτογερμανικού όρου οφείλεται στην εφαρμογή του νόμου του Verner, ο οποίος ακυρώθηκε αργότερα στην Γοτθική, γιατί η τελευταία αντικατέστησε αναλογικά όλα τα πρωτογερμανικά /δ/ με /θ/.

in skipa = ἐν τῷ πλοίῳ : οι προθέσεις in ~ ἐν είναι ΙΕ συγγενείς, ενώ ο πρωτογερμανικός όρος *skipą = « πλοίο» είναι ο πρόγονος των αγγλικών ship = «πλοίο» και skipper = «καπετάνιος» (ολλανδικό δάνειο στην Αγγλική).

[16]

jah tāhtedun miθ sis misso qiθandans: unte hlaibanz ni habam = καὶ διελογίζοντο πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι Ἄρτους οὐκ ἔχομεν

 tāhtedun = διελογίζοντο : παρελθοντικός τύπος του πρωτογερμανικού ρήματος *θankijaną = «σκέφτομαι» που έδωσε τα αγγλικά think/thought.

qiθandans = λέγοντες : ενεργητική μετοχή ενεστώτα (*-nt-) του πρωτογερμανικού ρήματος *kweθaną = «λέγειν» (λ.χ. αγγλικό quethe)

hlaibanz ni habam = Ἄρτους οὐκ ἔχομεν

[18]

augona habandans ni gasaiƕiθ, jah ausona habandans ni gahauseiθ unte gamunuθ = ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε, καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; καὶ οὐ μνημονεύετε

augona habandans = ὀφθαλμούς ἔχοντες : PGmc *augô «μάτι» (λ.χ. αγγλικό eye και γερμανικό Auge/Augen) και ενεργητική μετοχή ενεστώτα σε *-nt- του ρήματος «έχω». Το γερμανικό «μάτι» ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *h3ekw- «βλέπω», όπως και το ελληνικό *h3ekw-mn. >*ὄπμα > ὄμμα (> ὀμμάτιον > μάτι).

ni gasaiƕiθ = οὐ βλέπετε : από την ΙΕ ρίζα *sekw- «ακολουθώ» (λ.χ. ἕπομαι ~ sequor) που έδωσε το πρωτογερμανικό ρήμα *sehwaną = «βλέπω» (ακολουθώ > παρακολουθώ > βλέπω) που είναι ο πρόγονος του αγγλικού see και του γερμανικού sehen (με παρελθοντική μετοχή gesehen).

ausona habandans = ὦτα ἔχοντες : *PGmc *ausô = «αφτί» (λ.χ. αγγλικό ear), ΙΕ συγγενής του ελληνικού όρου (τὸ) οὖς/(τὰ) ὦτα.

ni gahauseiθ = οὐκ ἀκούετε : Η ΙΕ ρίζα *h2k’-h2ous- «ακούω (έχω οξύ αφτί)» έχει δώσει το ελληνικό ρήμα ἀκούω και το πρωτογερμανικό *hauzijaną (> αγγλικό hear).

gamunuθ =μνημονεύετε : αμφότερα τα ρήματα προέρχονται από την ΙΕ ρίζα *men- «βρίσκομαι σε κατάσταση ψυχονοητικής φόρτισης ~ σκέφτομαι» (PGmc *gamunδiz = μνήμη).

Όπως βλέπετε ένα μεγάλο μέρος των μεταφραστικών αντιστοιχιών είναι ΙΕ συγγενείς.

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Η Γοτθική γλώσσα

  1. Μανούσος

    Νομίζω πάντως ότι το γοτθικό -ai- διατηρεί την δίφθογγη προφορά του όπως φαίνεται από τα δάνεια στην γερμανική: γοτθ. paida πγ(παλαιογερμανικό/πγ/ahd) pfeit [φόρεμα, ρούχο], γοτθ. taikns πγ zeichan [σημάδι], αντιθέτως γοτ. greipan πγ grīffan [γερμ greifen αδράχνω, πιάνω κλπ] και βεβαίως γοτ kaisar πγ cheisar (προφ. κχάισαρ) [Καίσαρ]

    • Γειά σου Μανούσο.

      Από που συμπέρανες ότι οι Γερμανικοί όροι που ανέφερες είναι γοτθικά δάνεια και όχι παράλληλοι συγγενείς των γοτθικών γερμανικοί όροι;

      Στην Γερμανική η πρωτογερμανική δίφθογγος *ai διατηρήθηκε (λ.χ. *ainaz > ein, *stainaz > Stein ~ αγγλικά one, stone).

      Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί θεώρησες ότι τα γερμανικά pfeit,Zeichen είναι γοτθικά δάνεια και όχι ανεξάρτητοι πρωτογερμανικοί όροι (συγγενείς των Γοτθικών) που κληρονόμησε η Γερμανική.

    • γοτ. greipan πγ grīffan [γερμ greifen αδράχνω
      —-

      Και εδώ χρειάζεται προσοχή.

      Το πρωτογερμανικό μακρό /ī/ στην γοτθική απλώς συμβολίζεται με «ei» (επίδραση από την Ελληνική γραφή της ύστερης αρχαιότητας, λ.χ. «τειμή» = τῑμή). Στην Γερμανική και στην Αγγλική (μέλη του δυτικού υποκλάδου της Γερμανικής οικογένειας) το πρωτογερμανικό μακρό /ī/ διφθογγοποιήθηκε σε /ai/.

      Παράδειγμα:

      πρωτογερμανικό *hwītaz = «λευκός» > γοτθικό hweits (προφερόταν hwīts), γερμανικό weiß (αλλά η διφθογγοποίηση είναι σχετικά ύστερη, όπως δείχνει το Παλαιό Άνω Γερμανικό wīz), αγγλικό white = «χουάιτ».

      Στην Αγγλική, η διφθογγοποίηση ī>ai ήταν τόσο ύστερη που συνέβη και στο δευτερογενές ī που προέκυψε από την αναπληρωματική έκταση ih>ī που προκάλεσε η απώλεια του /h/, λ.χ. Παλαιό Αγγλικό niht = «νύχτα» > *nīt > αγγλικό night = «νάιτ» (γράφουν το παραδοσιακό /h/=«gh», αλλά προφέρουν τον όρο διφθογγοποιημένο χωρίς το /h/).

  2. Μανούσος

    Έχεις δίκιο, διότι τα έγραψα κάπως στο πόδι και εξηγούμαι:
    Είναι δάνεια το pfeit (Θρακ>ελλην.>γοτθ>γερμαν. ) και το kaiser, ενώ τα άλλα έχουν πράγματι κοινές γερμανικές ρίζες απλώς τα έβαλα ως αντιθετικά ζεύγη και από βιασύνη τα ανακάτεψα.
    Το θέμα μου είναι όμως, ότι ενώ στην γοτθ. γράφουμε αι στην παλαιά γερμανική έχουμε άλλοτε αϊ και άλλοτε μακρό ι, άρα στις δύο αυτές δάνειες λέξεις και στηριζόμενος ειδικά στην λέξη kaiser θα έπρεπε να έχουμε προφορά keser στην παλ. γερμανική, αφού από το γερμαν. (germanisch) ai >e1 που δίνει και a, ενώ το παλαιό γερμανικό (ahd) ai έχει δώσει ei.
    Είναι πιθανόν να έχει και τις δύο προφορές αι-αϊ άραγε;
    Πάντως για το συγκεκριμένο θέμα αν έχεις κάποια παραπομπή, δηλ. για την προφορά της γοτθικής θα με ενδιέφερε.
    Το ει της ελληνικής αποδίδει το μακρό ι ή αποτελεί διφθογγοποίησή του;
    Στην τρίγλωσση επιγραφή της λεγομένης Κάαβας του Σαπώρ, κάποια κανονικά -ει αντικαθίστανται συστηματικά με -ι (βοήθιαν) και τα -ι με -ει (ημείν, χειλιάδας, Φοινείκη).
    Δεν το γνωρίζω το θέμα αλλά η εντύπωσή μου είναι ότι πρόκειται για διφθογγοποίηση και όχι για ορθογραφική σύμβαση.
    http://docplayer.gr/6070166-The-trilingual-inscription-of-sabuhr-at-kaaba-i-zardust-skz.html

    • Μανούσο καλημέρα.

      Σου παραθέτω τι λένε ο Don Ringe και ο Guus Croonen (έγραψε το ετυμολογικό λεξικό της πρωτογερμανικής στη σειρά Leiden-Brill) για τη σχέση του ελληνικού βαίτη = «κάπα βοσκού» και του πρωτογερμανικού *paiδō «κάπα, πανοφόρι». Οι απόγονοι του πρωτογερμανικού *paiδō απαντούν σε γοτθική, γερμανική, παλαιά σαξονική, λομβαρδική (απ΄όπου εισήλθε ως δάνειο στην Ιταλική ως patta)

      Τα ζεύγη βαίτη-*paiδō και κάνναβις-*hanapiz (λ.χ. αγγλικό hemp) θεωρούνται δάνεια στην Ελληνική και στην πρωτογερμανική από μια γλώσσα που βρισκόταν ανάμεσα στις δύο (κάποια περιδουνάβια παλαιοβαλκανική γλώσσα, όπως η Δακο-Θρακική που ανέφερες ή, κατά άλλους, κάποια Σκυθική ποικιλία των δυτικών στεπών).

      Το ενδιαφέρον είναι ότι τα δάνεια αυτά στην πρωτογερμανική έχουν υποστεί τους νόμους του Grimm (*b>p) και Verner (*t>θ>δ), κάτι που δείχνει ότι εισήλθαν στην πρωτογερμανική κάποια στιγμή πριν από το ~300 π.Χ. (μπορεί 100, μπορεί 1000 χρόνια πριν, δυστυχώς δεν ξέρουμε πόσο πριν). Αντίθετα το Σκυθικό δάνειο paθa > PGmc *paθaz = «δρόμος, μονοπάτι» (λ.χ. αγγλικό path) είναι μεταγενέστερο, αφού ο νόμος του Grimm σταμάτησε να εφαρμόζεται (όπως δείχνει η διατήρηση p>p).

      Ο Don Ringe γράφει γι΄αυτά τα δάνεια της πρωτογερμανικής (σλδ 296-297):

      O Guus Kroonen στο λεξικό της πρωτογερμανικής το αναφέρει ως «Θρακικό» δάνειο σε Ελληνική και πρωτογερμανική, «αρχαίο» (όσο οι νόμοι των Grimm και Verner ήταν ακόμα ενεργοί στην πρωτογερμανική):

      Τώρα για το δεύτερο μέρος του σχολίου σου για τα «ει» – «ῑ», αν θέλεις εξήγησε τι ακριβώς εννοείς γιατί δεν κατάλάβα αν μιλάμε για τον Γερμανικό κλάδο ή για την Ελληνική της ύστερης αρχαιότητας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s