Οι Γερμανικές γλώσσες #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς που θα έχει ως θέμα τις Γερμανικές γλώσσες, δηλαδή τις γλώσσες του Γερμανικού κλάδου της ΙΕ οικογένειας. Ο Γερμανικός κλάδος υποδιαιρείται σε τρεις υποκλάδους:

  1. Ανατολική Γερμανική: Σε αυτόν τον πλέον εξαλειμμένο υποκλάδο κλάδο ανήκε η Γοτθική (η γλώσσα των Γότθων) και οι γλώσσες των παρεμφερών γερμανικών φύλων (Βάνδαλοι, Βούργουνδοι, Γεπίδες, Ρούγιοι, Σκίριοι κλπ). Ο κλάδος είναι σημαντικός επειδή το πρώτο εκτενές γερμανικό κείμενο είναι η μετάφραση της Βίβλου στην Γοτθική από τον Ουλφίλα (Ulfila/Wuflila) γύρω στο 330 μ.Χ.
  2. Δυτική Γερμανική: Σε αυτόν τον υποκλάδο ανήκει η Αγγλική, η Γερμανική και η Ολλανδική και οι πρόγονοί τους (Παλαιά Αγγλική, Παλαιά Άνω Γερμανική και Κάτω Φραγκονική αντίστοιχα). Οι γλώσσες αυτές αρχίζουν να απαντούν γραπτά σε βραχείες επιγραφές (ρούνοι ~ runes) κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, αλλά τα πρώτα εκτενή κείμενα είναι το Παλαιό Αγγλικό έπος Μπέογουλφ (που διαμορφώθηκε σταδιακά κατά την περίοδο ~750-900 μ.Χ.) και η Άνω Φραγκονική γλώσσα που εμφανίζεται στο τρίγλωσσο κείμενο (Λατινική, Παλαιά Γαλλική, Γερμανική) των Όρκων του Στρασβούργου (12 Φεβρουαρίου 842) ως lingua teudisca = «Τευτονική γλώσσα».
  3. Βόρεια Γερμανική: Σε αυτόν τον υποκλάδο ανήκουν οι Σκανδιναβικές Γερμανικές γλώσσες (Νορβηγική, Σουιδική, Δανική, Ισλανδική). Ο παλαιότερος εκπρόσωπος του βόρειου υποκλάδου είναι η Παλαιά Νορμανδική/Σκανδιναβική γλώσσα των Βίκιγκ (Old Norse ~ 800-1300 μ.Χ., οι Νορμανδοί της Γαλλίας ήταν εκγαλλισμένοι Βίκιγκ από την Σκανδιναβία, Norsemen), αλλά οι πρώτες γραπτές απαντήσεις του κλάδου είναι σε βραχείς ρούνους της ύστερης αρχαιότητας (~ 400 μ.Χ., οι περισσότεροι από την Δανία).

Οι γλώσσες του Γερμανικού Κλάδου κατάγονται από μια κοινή πρωτογερμανική γλώσσα (Proto-Germanic, PGmc) η οποία, με τη σειρά της, κατάγεται από μια ώψιμη διάλεκτο της «κλασικής» ΠΙΕ (συμμετέχει στο κοινό λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς και στους μορφολογικούς νεωτερισμούς της «κλασικής» ΠΙΕ που δεν απαντούν στον αρχαϊκό Ανατολιακό κλάδο). Σύμφωνα με την κυρίαρχη Στεπική Θεωρία της ΙΕ κοιτίδας, ο πρόδρομος της πρωτογερμανικής ήταν η ΠΙΕ διάλεκτος που μιλιόταν κατά την περίοδο 3200-2800 π.Χ. στον πολιτισμό Ουσάτοβο και η σταδιακή βορειοδυτική επέκταση στοιχείων του πολιτισμού αυτού προς την Πολωνία (μετανάστευση 3b στον παρακάτω χάρτη) είναι η αρχαιολογική έκφραση της μεταναστευτικής χιονοστιβάδας που έφερε τους προπρωτογερμανούς στην πρωτογερμανική τους κοιτίδα (νότια ακτή της Βόρειας Θάλασσας).

Usatovo-PGmc

Στο ένθετο κλαδόγραμμα απόσχισης του χάρτη των Anthony-Ringe φαίνεται και το «τιλτ» που ο Γερμανικός κλάδος προκάλεσε στο φυλογενετικό πρόγραμμα του Ringe. Το φυλογενετικό πρόγραμμα του υπολογιστή δεν μπορούσε να χρονολογήσει οριστικά την απόσχιση του Γερμανικού κλάδου και έβαζε τον κλάδο να αποσχίζεται  άλλοτε μαζί με τον Ιταλο-Κελτικό και άλλοτε μαζί με τον Βαλτο-Σλαβικό. Αυτό το «τιλτάρισμα» οφείλεται στην «υβριδική» φύση του Γερμανικού κλάδου: οι μορφολογικοί νεωτερισμοί (οι ισχυρότεροι δείκτες φυλογενετικής συγγένειας) τον συνδέουν με τον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο, αλλά οι αποκλειστικές λεξιλογικές ρίζες τον συνδέουν με τον Ιταλο-Κελτικό. Η ερμηνεία του Donald Ringe είναι πως η προπρωτογερμανική ήταν αρχικά μια αδελφή διάλεκτος του προδρόμου της Κοινής Βαλτο-Σλαβικής που πρόλαβε να φύγει «στο παρα πέντε», αποφεύγοντας την σατεμοποίηση και «περπατώντας», στη συνεχεία, πάνω σε ένα «ιταλοκλετοειδές» υπόστρωμα, από το οποίο δανείστηκε σημαντικό μέρος του λεξιλογίου.

Ringe-hybrid-Gmc

O πολιτισμός Usatovo γύρω στο 2800 π.Χ. αντικαταστάθηκε από έναν πολιτισμό τύπου Yamna/Yamnaya, ο οποίος στην συνέχεια επεκτάθηκε στα Βαλκάνια. Κατά τη γνώμη μου αυτός ο πολιτισμός Yamna που πέρασε μεταβατικά από το Usatovo για τα Βαλκάνια ίσως είναι η αρχαιολογική έκφραση της εισόδου της Ελληνο-Φρυγικής ομάδας στα Βαλκάνια, που άφησε πίσω στις στέπες τις άλλες Ελληνο-Άριες αδελφές διαλέκτους που εξελίχθηκαν αργότερα σε Αρμενική και Ινδο-Ιρανική. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση, η ελληνο-άρια διάλεκτος που στα Βαλκάνια αργότερα εξελίχθηκε σε πρωτοελληνική και πρωτοφρυγική ήταν εφήμερος γέιτονας με την προπρωτογερμανική διάλεκτο που άφηνε το Usatovo για την Πολωνία. Ίσως αυτή η εφήμερη/παροδική γειτνίαση των δύο διαλέκτων να εξηγεί τους λίγους ΙΕ όρους που η Ελληνική συμμερίζεται αποκλειστικά με τον Γερμανικό κλάδο, όπως λ.χ. ο όρος *s(e)weliyon- «μπατζανάκι» > ελληνικό εἰλίων (< εἐλίων < heweliōn) ~ παλαιό σκανδιναβικό και σημερινό ισλανδικό svili. Από την άλλη, οι λίγοι αυτοί όροι μπορεί κάποτε να ήταν ευρύτερα διαδεδομένοι στην ύστερη ΠΙΕ κοινότητα και να επιβίωσαν τυχαία και ανεξάρτητα μόνο στην Ελληνική και την Παλαιά Σκανδιναβική.

Γράφουν οι Mallory-Adams για το αποκλειστικό Ελληνο-Σκανδιναβικό ζεύγος *s(e)weliyon- «μπατζανάκι»:

sewelion

Σημειώνω εδώ για τους ενδιαφερόμενους ότι ο πανεπιστημιακός εκδοτικός οίκος της Οξφόρδης (Oxford University Press, OUP) έχει πρόσφατα εκδώσει τους δύο από τους τρεις τόμους μιας λεπτομερέστατης ιστορίας της Αγγλικής Γλώσσας, γραμμένη από τον Donald Ringe και άλλους γλωσσολόγους.

Ο πρώτος τόμος (From Proto-Indo-European to Proto-Germanic: A Linguistic History of English Volume 1, OUP, 2009) είναι αποκλειστικά γραμμένος από τον Ringe και εξηγεί αναλυτικά όλες τις διαδικασίες που οδήγησαν «από την ΠΙΕ στην πρωτογερμανική» (σε περισσότερες από 350 σελίδες, στο πρώτο μισό εξηγείται η αναδομημένη ΠΙΕ γλώσσα και στο δεύτερο μισό η μετάβαση από την ΠΙΕ στην πρωτογερμανική).

Ο δεύτερος τόμος (The Development of Old English (A Linguistic History of English), OUP, 2014) εξηγεί λεπτομερώς την διαμόρφωση της Παλαιάς Αγγλικής («από την πρωτογερμανική στην Παλαιά Αγγλική»), ενώ ένας τρίτος τόμος που θα εκδοθεί στο προσεχές μέλλον θα περιγράφει την μετάβαση «από την Παλαιά στην Σύγχρονη Αγγλική».

Ιστορικά Προλεγόμενα

Η πρώτη αρχαιοελληνική πηγή που περιγράφει τους Γερμανούς είναι το -δυστυχώς- χαμένο βιβλίο του Πυθέα (~ 325 π.Χ.). Μεταγενέστερες πηγές όπως ο Στράβων αναφέρονται σε χωρία του Πυθέα που ξεχωρίζουν τους «Γερμανούς» από τους «Κελτούς», χωρίς όμως να γνωρίζουμε αν τα εθνωνύμια αυτά ήταν του Πυθέα ή αν ήταν προσθήκες του Στράβωνα.

Μετά τον Πυθέα, η πρώτη αναφορά των Γερμανών στην αρχαιοελληνική γραμματεία είναι στην ιστορία του Πολύβιου, όταν αναφέρεται η συμμαχία του Φιλίππου Ε΄ με τους Βαστάρνες. Οι Βαστάρνες ήταν ένα ανατολικό γερμανικό φύλο (που μάλλον είχε απορροφήσει και Κελτο-Ιρανικά στοιχεία), το οποίο γύρω στο 200 π.Χ. εμφανίζεται βορείως του δέλτα του Δούναβη. Ο Φίλιππος Ε΄πέθανε το 179 π.Χ. στην Αμφίπολη καθ΄οδόν για να συναντήσει τους Βαστάρνες συμμάχους του στην δυτική Θράκη. Το σχέδιο το Φιλίππου ήταν μια κοινή Μακεδονο-Βασταρνική εκστρατεία κατά των Δαρδάνων της περιοχής του Πόλογκ (που από το 250 π.Χ. και μετά είχαν εξελιχθεί σε παροιμιώδεις εχθρούς των Μακεδόνων, ο Αντίγονος Δώσων πέθανε το 221 π.Χ. πολεμώντας τους στην Πελαγονία) που θα είχε ως συνέπεια την «εθνοκάθαρση» των Δαρδάνων νοτίως του Σκάρδου και την εγκατάσταση των Βαστάρνων στην περιοχή Τέτοβο-Πόλογκ οι οποίοι, μαζί με τους Παίονες και τους Θράκες που ο Φίλιππος εγκατέστησε στην Παιονία) θα αναλάμβαναν την άμυνα εναντίον των Δαρδάνων, όσο οι μακεδονικές δυνάμεις του Φιλίππου θα ήταν απασχολημένες με τους Ρωμαίους. Τελικά ο Φίλιππος πέθανε και οι Βαστάρνες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο δέλτα του Δούναβη, επειδή τους επιτέθηκαν ορεσίβια Θρακο-Μυσικά φύλα στην Θρακική ενδοχώρα.

kentrika balkania

proverbial

Polog Dardanians

Οι Ρωμαίοι, από την άλλη, πρωτοήρθαν σε επαφή με τους Γερμανούς κατά τον Κιμβρικό Πόλεμο (113-101 π.Χ.), όταν ο μεταρρυθμισμένος Ρωμαϊκός στρατός του Γάιου Μάριου αντιμετώπισε τους Κίμβρους, τους Τεύτονες και τους Άμβρωνες που είχαν εισβάλει στο Νωρικόν επιδράμοντας μέχρι την σημερινή βόρειο Ιταλία (τότε Gallia Cisalpina = ἐντεῦθεν τῶν Ἄλπεων Γαλατία).

Μια δέυτερη πικρή συνάντηση έγινε το 9 μ.Χ. στην μάχη του Τευτοβούργιου Δρυμού, όπου οι Γερμανοί του «Αρμινίου» (Hermann) κατακρεούργησαν σε ενέδρα εντός του δρυμού τις Ρωμαϊκές Λεγεώνες XVII, XVIII και XIX του Κουινκτιλίου Βάρου, σταματώντας την ρωμαϊκή επέκταση ανατολικά του Ρήνου. Η μάχη αυτή διαμόρφωσε τον Ρήνο ως το ΒΑ σύνορο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Σουητώνιος γράφει ότι ο αυτοκράτορας (Οκταβιανός) Αύγουστος όταν έμαθε για το κατακρεούργημα των τριών λεγεώνων, για πολύ καιρό χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο λέγοντας Quintili Vare, legiones redde! = «Κουινκτίλιε Βάρε, δώσε μου πίσω τις (χαμένες) λεγεώνες μου!»

Ο Μάρκος Αυρήλιος αντιμετώπισε γερμανικά φύλα (Μαρκομαννοί, Κουάδοι) κατά τους Μαρκομαννικούς Πολέμους (166-180 μ.Χ., η μάχη με την οποία ξεκινάει η ταινία «Ο Μονομάχος» υποτίθεται ότι είναι από αυτήν την σειρά πολέμων).

Στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα αρχίζουν οι Γοτθικές (και Ερουλικές) επιδρομές που οδήγησαν στη μάχη της Ναΐσσού (268/9 μ.Χ.). Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος ηγήθηκε μιας τετραετούς υπερδουνάβιας εκστρατείας κατά των Γότθων κατά την περίοδο 328-332, που οδήγησε στον εκχριστιανισμό μερικών Γότθων και στην μετάφραση της Βίβλου στην Γοτθική από τον Ουλφίλα. Νωρίτερα, όσο ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμα στην Augusta Treverorum αντιμετώπισε στον Ρήνο τους Φράγκους και τους Αλεμαννούς τους οποίους χρειάστηκε ν΄αντιμετωπίσει και ο Ιουλιανός αργότερα στην Μάχη του Στρασβούργου (357). Μεγάλος αριθμός Φράγκων, Γότθων και λοιπών γερμανικών φύλων εκείνη την περίοδο είχαν εγκατασταθεί εντός των ρωμαϊκών συνόρων και είχαν στρατολογηθεί στο ρωμαϊκό στρατό. Ο ρωμαϊκός στρατός είχε εκγερμανιστεί σε τέτοιο βαθμό μετά το 350 μ.Χ., ώστε το παραδοσιακό ρωμαϊκό clamor είχε αντικατασταθεί από το βάρβαρο γερμανικό baritus ως αλαλαγμός λίγο πριν την μάχη και επευφημιστική κραυγή.

Ο αυτοκράτορας Βάλης (Valēns) σκοτώθηκε μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού ρωμαϊκού στρατού αντιμετωπίζοντας τους Γότθους στην μάχη της Αδριανουπόλεως το 378. Τον χειμώνα του 401 ορδές Βανδάλων, Σουέβων και (ιρανών) Αλανών, πιεζόμενες από τους Ούννους, εισέβαλαν στην Ρωμαϊκή Γαλατία από τον Ρήνο, καταλήγοντας πρώτα στην νότια Ισπανία (Βάνδαλοι > Ανδαλουσία) και, τελικά, στην Καρχηδόνα.

Οι Αγγλο-Σάξονες που είχαν αρχίσει να επιδράμουν τις ακτές της Ρωμαϊκής Βρετανίας ήδη από τον 4ο αιώνα, κατά τον 5ο αιώνα μετανάστευσαν στην ανατολική όχθη της Αγγλίας, φέρνοντας μαζί τους την γλώσσα που εν τέλει εξελίχθηκε στα σημερινά Αγγλικά.

Την ίδια περίοδο, μετά τη νίκη τους επί των Ούννων στη μάχη του Νέδαο (454), οι Γεπίδες («Γηπαίδες» στον Προκόπιο) ίδρυσαν ένα βασίλειο στον μέσο Δούναβη. Οι Λομβαρδοί (< Λογγοβαρδοί ~ “long beards” = «αυτοί με τα μακρά γένια», λ.χ. το σκανδιναβικό επίθετο του θεού Óðinn Langbarðr = «Μακροπώγων», ιδανικό ανδρικό χαρακτηριστικό στην πρώιμη γερμανική κοινωνία, λ.χ. η ύστερη βαλκανική λατινική σημασία του όρου barbatus = «γενειοφόρος» > βαρβάτος = ανδρείος) εκείνη την περίοδο κατοικούσαν βορείως του άνω Δούναβη και το 567 νίκησαν τους Γεπίδες στην μάχη της Παννονίας (έχοντας του Άβαρους ως συμμάχους). Έναν χρόνο αργότερα (568) οι Λομβαρδοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην βόρεια Ιταλία εξαιτίας της Αβαρικής πίεσης που πλέον δεν μπορούσαν να ελέγξουν.

Στα μέσα του 9ου αιώνα ξεκινάει η εποχή των Βίκιγκ. Ο Μεγάλος [«Δανέζικος»] Στρατός των Βίκιγκ θα εισβάλει στην Αγγλία το 865, όπου θα καταφέρει να τους σταματήσει ο Αγγλο-Σάξονας βασιλιάς Αλφρέδος ο Μέγας. Ωστόσο, πολλοί Σκανδιναβοί θα εγκατασταθούν στο Danelaw και πάρα πολλές παλαιές σκανδιναβικές δάνειες λέξεις θα εισέλθουν στην Αγγλική (λ.χ. λέξεις όπως egg, anger, call κλπ). Την ίδια περίοδο, οι Σκανδιναβοί Ρώς κάνουν τις πρώτες επιθέσεις τους στην Κωνσταντινούπολη και ιδρύουν το κράτος των Ρως του Κιέβου (ως άρχουσα τάξη της σλαβικής μάζας) ενώ, λίγο αργότερα, μια ομάδα Νορμανδών (= Σκανδιναβών/Βίκιγκ) εγκαθίσταται στην περιοχή της Γαλλίας που μέχρι σήμερα ονομάζεται Νορμανδία.

Ο εκγερμανισμός του ρωμαϊκού στρατού κατά την περίοδο 350-450 άφησε γλωσσικά κατάλοιπα. Ο όρος βάνδον και ίσως ο όρος δρούγγος (η κυριάρχη άποψη θέλει τον δεύτερο κελτικής καταγωγής) είναι γερμανικής καταγωγής, ενώ ο νεοελληνικός όρος πουγγί (στα Τακτικά του Λέοντα του Σοφού «πουγγίον» και «σελλοπούγγιον» = «πουγγί που κρέμεται από τη σέλλα»), o ρουμανικός pungă και ο αλβανικός punjashe είναι γοτθικά δάνεια στις γλώσσες αυτές (γοτθικό puggs = /pungs/ ~ παλαιό σκανδιναβικό pungr = «πουγγί, σακί»). Στην Αλβανική και τη Ρουμανική εισήλθε και η γοτθική σύνθετη λέξη  *þiuh-brōk- (~ OHG theobroch, το αγγλικό ανάλογο θα ήταν thighbreeches) ~ «γκέτα/gaiters» (*tübreci> *tüwreci > *türeci > αλβανικό tirk/tirq ~ ρουμανικό tureac/tureci, με *-br- > -vr- > -wr- > -r- όπως στο λατ. cōnsōbrīnus = «ξάδελφος» > βλαχ. cusurinu ~ αλβ. kusheri).

Γράφουν οι Adrados και Orel για τους παραπάνω όρους:

puggs

Ο ΙΕ όρος *tewt-eh2 = «λαός, έθνος» απαντά στις δυτικές ΙΕ γλώσσες (Γερμανικός, Κελτικός και Ιταλικός κλάδος) και στην περίπτωση των Γερμανών κατέληξε να είναι το κύριο ενδωνύμιο τους:

ΙΕ *tewt-eh2 >PGmc *þeudō με παράγωγο το επίθετο *þiudiskaz ~ «γερμανόφωνος, ομόφυλος/ομοεθνής» (λ.χ. Τεύτονες, γερμανικό Deutsch = «Γερμανός», ολλανδικό Diets = «Ολλανδός» κλπ).

Ο πρωτογερμανικός όρος για τον «μη γερμανόφωνο, αλλόφυλο, αλλοεθνή, ξένο» είναι *walhaz/*walhiskaz (μάλλον από το γειτονικό κελτικό εθνωνύμιο Volcae). Επειδή οι αρχετυπικοί γείτονες των γερμανικών φύλων ήταν μερικώς εκλατινισμένοι Κέλτες, οι όροι *walhaz/*walhiskaz απέκτησαν την ειδικότερη σημασία «κελτόφωνος, λατινόφωνος».

Από την μακροχρόνια γειτνίαση με τους Κέλτες προέκυψαν μερικά κελτικά δάνεια στην πρωτογερμανική όπως οι όροι «βασιλιάς» και «σίδηρος»:

IE *h3rēg’-s «βασιλιάς» (λ.χ. λατινικό rēx/rēgem) > πρωτοκελτικό *rīxs > πρωτογερμανικό *rīks (λ.χ. γερμανικό Reich = «Βασίλειο, Αυτοκρατορία» και τα ονόματα Haimarīks/Ενρίκος, Friþurīks/Φρειδερίκος, Þeudarīks/Θευδέριχος).

πρωτοκελτικό *īsarnom = «σίδηρος» > πρωτογερμανικό *īsarną (λ.χ. αγγλικό iron)

Αργότερα, τα περιδουνάβια γερμανικά φύλα δάνεισαν τον όρο *walhaz = «λατινόφωνος» στους Σλάβους και έτσι προέκυψε ο πρωτοσλαβικός όρος *Volχŭ = «λατινόφωνος» που έδωσε το νοτιοσλαβικό όρο *Vlaχŭ ~ Βλάχος για τους λατινόφωνους των Βαλκανίων και το Πολωνικό όνομα της Ιταλίας Włochy («Βλαχία»).

Όταν οι Αγγλο-Σάξονες μετανάστευσαν στην Βρετανία, χρησιμοποίησαν τον όρο *Walhiskaz για να χαρακτηρίσουν τους ιθαγενείς Κελτο-Ρωμαϊκούς πληθυσμούς που αποτραβήχτηκαν στο ΝΔ μέρος του νησιού. Έτσι προέκυψε ο αγγλικός όρος Welsh = «Ουαλοί» (ο μακαρίτης βρετανός ηθοποιός Richard Burton λ.χ. γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ουαλόφωνο χωριό Pontrhydyfen).

Θυμίζω ότι ο Κελτο-Ρωμαίος Αυρήλιος Αμβρόσιος/Αμβρόσιος Αυρηλιανός ένωσε τα Κελτο-Ρωμαϊκά στοιχεία της Βρετανίας κατά των Αγγλοσαξόνων εισβολέων, τους οποίους κατάφερε να νικήσει στη μάχη των λόφων του Badοn (~ μέσα 5ου μ.Χ. αιώνα, το κύκνειο άσμα της Ρωμαϊκής Βρετανίας), εξασφαλίζοντας μια πεντηκονταετή ειρήνη. Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Αυρήλιος Αμβρόσιος και η «χρυσή εποχή» της πεντηκονταετούς ειρήνης που εξασφάλισε είναι οι κόκκοι αλήθειας που δημιούργησαν τον μύθο του Βασιλιά Αρθούρου και της Χρυσής Εποχής του. Σε μερικές εκδοχές του μύθου του Αρθούρου, ο Αυρήλιος Αμβρόσιος εμφανίζεται ως θείος του Αρθούρου.

Οι Γερμανοί μπορεί να θεωρούσαν τους Κελτο-Ρωμαίους ως τον αρχετυπικό *walhaz «άλλο», αλλά οι ίδιοι κατέληξαν να είναι οι αρχετυπικοί «άλλοι» των πρώιμων Σλάβων. Οι  Σλάβοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «ομόφωνοι, αυτοί που γνωρίζουν τις λέξεις» slovo > Slověninŭ, ενώ τους «αλλόγλωσσους» τους θεωρούσαν «μουγγούς» *němŭ > *němĭcĭ = «(αρχικά) ξένος, αλλόγλωσσος, (τελικά) Γερμανός».

Λ.χ. στην ταινία Podzemlje («Υπόγειο») του Εμίρ Κουστουρίτσα, ο παρτιζάνος πρωταγωνιστής χαστουκίζει τον θιασάρχη ηθοποιό που έκανε παράσταση στα Γερμανικά για τους Γερμανούς κατακτητές λέγοντάς του:

[02:40-53] Glumiš Νemcima pička ti materina? = «παίζεις θέατρο (και) για τους Γερμανούς, γ*μώ το μ**νί της μάνας σου;»

Η πρωτοσλαβική γλώσσα απορρόφησε πολλά γερμανικά δάνεια, κάτι που δείχνει τις στενές επαφές της πρωτοσλαβικής κοινότητας με τους ομιλητές του ανατολικού γερμανικού υποκλάδου.

Μερικά παραδείγματα:

PGmc *hlaibaz = «ψωμί» (λ.χ. αγγλικό loaf) > PSlv χlěbŭ

PGmc *kuningaz (λ.χ. αγγλικό king) > PSlv *kŭnędzĭ «άρχων»

PGmc *hulmaz (λ.χ. αγγλικό holm) > PSlv χŭlmŭ = «λόφος»

PGmc *helmaz (λ.χ. αγγλικό helm, helmet) > PSlv *šelmŭ «περικεφαλαία»

Το Πρωτο-Γερμανικό Πάνθεον

Ο αρχηγός του πρωτογερμανικού πάνθεου ήταν ο θεός *Wōdanaz/Wōdinaz (λ.χ. ο σκανδιναβικός τύπος Óðinn και η αγγλική «Τετάρτη» Wednesday = «ημέρα του θεού Wōden»). Το όνομα περιέχει την ρίζα *weh2t- «ψυχονοητική φόρτιση» (~ έμπνευση, έκσταση, πολεμική «λύσσα», όπως η ΙΕ ρίζα *men- (μένος, μανία, mind, mēns/mentem κλπ) έδωσε το ελληνικό θεωνύμιο *Mon-t-ih2 > *Montya > *Μόνσα > Μοῦσα = «θεοποιημένη έμπνευση»).

Γυναίκα του Όντιν ήταν η «αγαπητή» θεά Frijjō (< ΙΕ *Priy-eh2, εκ της ΙΕ ρηματικής ρίζας *preyH- «αγαπώ, συμπαθώ», λ.χ. αγγλικό friend ~ σλαβικό prijatelʹĭ = «φίλος»), το όνομα της οποίας επιβιώνει στην αγγλική «Παρασκευή» Friday.

Το πιο διάσημο παιδί των δύο ήταν ο γερμανικός θεός του κεραυνού και του πολέμου Θορ (< σκανδιναβικό Þórr < PGmc *Þunraz = «Κεραυνός», λ.χ. thunder), το όνομα του οποίου επιβιώνει στην αγγλική «Πέμπτη» Thursday.

Όπως οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τις τρεις Μοίρες που «ύφαιναν» τη μοίρα ενός ανθρώπου στη γέννα, οι αρχαίοι Ρωμαίοι είχαν τις τρεις Par(i)cae (< pariō = «γεννάω») και οι Σλάβοι έχουν μέχρι σήμερα τις τρεις γριές Μοιρολογίστρες/«Κρίτριες/Κρίτειρες» Narečnicě/Sudicě (< PSlv *na-rek- «(δια-)λέγω, διηγούμαι», *sǫd- «κρίνω, δικάζω») έτσι και οι αρχαίοι Γερμανοί είχαν τις τρεις Nornir (ο παλαιός σκανδιναβικός τύπος του πρωτογερμανικού ονόματος).

ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ: Από την ΠΙΕ στην Πρωτογερμανική

Ο Γερμανικός κλάδος είναι τύπου centum, δηλαδή συγχώνευσε τα IE ουρανωμένα υπερωικά με τα απλά υπερωικά (*k’>k, *g’>g, *g’h>gh) διατηρώντας ξεχωριστά τα IE χειλοϋπερωικά (*kw,*gw,*gwh).

Στην Πρωτογερμανική συνέβη μια αλυσιδωτή σειρά φωνολογικών εξελίξεων που άλλαξε τελείως το συμφωνικό σύστημα της γλώσσας. Αυτή η αλυσιδωτή σειρά ονομάζεται Νόμος του Grimm. Οι εξαιρέσεις του Νόμου του Grimm είναι οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόστηκε ο Νόμος του Verner.

GRIMM I, Τα ΠΙΕ άηχα κλειστά τράπηκαν σε άηχα τριβόμενα: ΠΙΕ *{p,t,k} > PGmc *{f,θ/þ,χ} (το γερμανικό γράμμα “thorn” þ αντιστοιχεί φωνολογικά στο νεοελληνικό «θ»)

*p>f

ΙΕ *preyH- «αγαπώ, συμπαθώ» > PGmc ρήμα *frijōną, με ενεργητική μετοχή ενεστώτα σε *-nt-s *frijōndz > αγγλικό friend = «φίλος» (λ.χ. OCS prijati «συμπαθώ» ~ prijatelʹĭ = «φίλος», σανσκ. prīṇāti = «ευνοώ, συμπαθώ»)

ΙΕ *ph2tēr «πατήρ» > PGmc *faðēr (λ.χ. πατήρ, λατινικό patēr κλπ, το γερμανικό γράμμα “eth” ð αντιστοιχεί φωνητικά στο νεοελληνικό «δ»)

IE *perd- «πέρδομαι» > PGmc *fertaną > αγγλικό fart (λ.χ. ελληνικά πέρδομαι/πορδή, αλβανικό pjerdh κλπ)

*t>θ

ΙΕ *treyes/tri- «τρεις, τρι-» > PGmc *þrīz > αγγλικό three (λ.χ. τρεῖς/τρι-, σανσκ. trayaḥ/tri-, λατ. trēs)

IE *tr.n-us «αγκάθι» > PGmc *þurnuz > αγγλικό thorn (λ.χ. πρωτοσλαβικό *tĭrnŭ = «αγκάθι»/Tĭrnovo > Τύρναβος = «αγκαθότοπος», σανσκ. tṛṇa = «χορτάρι»)

ΙΕ *tr.h2-kwe «δια» > PGmc *þurhw > αγγλικό through (λ.χ. λατ. trāns, σανσκ. tirás)

*k>χ

*k’erd- «καρδιά» > PGmc *hertô > αγγλικό heart (λ.χ. ελληνικό καρδία, λατινικό cor κλπ)

IE *h2k’-h2ous- «έχω οξύ αφτί» > *h2k’ous- «ακούω» > PGmc *hauzijaną > αγγλικό hear (ελληνικό κούω/ἀκουστός κλπ)

IE *k’lu-tos > «κλυτός, ξακουστός, θορυβώδης» > PGmc *hlūdaz > αγγλικό loud (ελληνικό κλυτόςκλέος κλπ)

Εξαιρέσεις του GRIMM I, Ο νόμος του Verner:

Όταν τα προκύψαντα πρωτογερμανικά άηχα τριβόμενα *{f,θ,χ} του Grimm I και το συριστικό *s βρίσκονταν στο εσωτερικό της λέξης και η προηγούμενη συλλαβή δεν ήταν τονισμένη τότε ηχηροποιήθηκαν σε {v,δ,γ και z}.

IE *uper- (τόνος ὑπέρ) > PGmc *uferí > *uverí > αγγλικό over

ΙΕ *ph2tēr (ΠΙΕ τόνος στο πατήρ) > PGmc *faθēr > *faδēr > αγγλικό father

IE *kort-ùs (λ.χ. *kr.t-ùs > κρατύς) > PGmc *harθùz > *harδùz > αγγλικό hard

IE *dek’m.- > PGmc *teχúz = «δεκάδα» > *teγúz > αγγλικό -ty

ΙΕ *k’as = «γκρι» > *k’as-on- «λαγός» > PGmc *hasan- > *hazô = «λαγός» > αγγλικό hare (ύστερα από ρωτακισμό z>r, όπως στο *hauzijaną > hear παραπάνω)

Σημειώνω επίσης ότι ο Grimm I δεν εφαρμόστηκε στο /t/ του ΙΕ *st (λ.χ. αγγλικά stand, stork κλπ), ενώ στα συμπλέγματα τύπου *kt,pt ο Grimm I συνέβη μόνο στο πρώτο από τα δύο σύμφωνα (λ.χ. *h1ok’tōw > PGmc *ahtōu > γερμανικό acht).

GRIMM II, Τα ΠΙΕ ηχηρά κλειστά τράπηκαν σε άηχα κλειστά: ΠΙΕ *{b,d,g,gw} > PGmc {p,t,k,kw}

*b>p

IE *leb «χείλος» > PGmc *lip > αγγλικό lip (λ.χ. λατ. labrum)

*d>t

IE *k’erd– > PGmc *hertô > αγγλικό heart (καρδία, OCS srĭdĭce κλπ)

IE *dek’m. «δέκα» > PGmc *tehun > γοτθικό taihun («αι» = /ε/), αγγλικό ten (λ.χ. δέκα, λατ. decem κλπ)

ΙΕ *pōd-s «πόδι» > PGmc *fōts > αγγλικό foot (λ.χ. πούς/πόδες, λατ. pēs/pedem κλπ)

*g>k

IE *g’enh1-os «γένος, φυλή» > PGmc *kunją ~ *kuningaz (φύλαρχος) > αγγλικά kin ~ king (λ.χ. γένος, λατ. genus κλπ)

IE *h2eg-os = «αμαρτία, σφάλμα, πληγή» > PGmc *akaną > αγγλικό ache = «πονώ» (λ.χ. ελληνικό γος, σανσκ. āgas)

IE *gals- = «φωνή, λαλιά» > PGmc *kalzōną = «φωνάζω» > αγγλικό call [σκανδιναβικό δάνειο] (λ.χ. OCS glasŭ = «φωνή», αλβ. gjuhë = «γλώσσα» κλπ)

IE *gerh2- «γερανός» (πουλί) > PGmc *kranô > αγγλικό crane (λ.χ. γερανός)

*gw>kw

IE *gwenh2 ~ gwēn = «γυναίκα» > PGmc *kwēniz = «(η) σύζυγος» > αγγλικό queen = «βασίλισσα» (λ.χ. γυνή, σανσκ. g κλπ)

ΙΕ *gwem- «βαίνω» > PGmc *kwemaną > αγγλικό come (βαίνω ~ βάσκω ~ σανσκ. gacchati)

IE *gwōws «βοῦς» > PGmc *kūz > αγγλικό cow (λ.χ. βοῦς, σανσκ. go, OCS govędo κλπ)

ΙΕ *gwih3-wos «ζωντανός» > PGmc *kwikwaz = «γρήγορος» (< ζωηρός) > αγγλικό quick (λ.χ. βίοτος, λατ. vīvus, OCS živŭ κλπ)

GRIMM III, Τα ηχηρά δασέα τράπηκαν σε ηχηρά κλειστά: ΠΙΕ *{bh,dh,gh} > PGmc {b,d,g}

*bh>b

IE *bher- «φέρω» > PGmc *beraną > αγγλικό bear (λ.χ. φέρω, λατ. ferō, σανσκ. bharāmi, αρμεν. berem κλπ)

IE *bhreg- «σπάζω» > PGmc *brekaną > αγγλικό break (λ.χ. λατ. *bhr.-n-g- > frangō)

IE *bhardh-eh2 = «γένι» > PGmc *bardaz > αγγλικό beard (λ.χ. λατ. barba, OCS brada κλπ)

*dh>d

IE *dheh1- «τίθημι» > PGmc *dōną > αγγλικό do (λ.χ. τίθημι, λατ. faciō, σανσκ. dadhāmi)

IE *dhegwh- «καίω» > *dhogwh-os > PGmc *dagaz = «ημέρα» [περίοδος που καίει ο ήλιος] > αγγλικό day (λ.χ. ελληνικό *θέφρα > τέφρα, λατ. febris, αλβ. djeg κλπ)

IE *dholH-o- «κοιλάδα, κοίλωμα» > PGmc *dalą > αγγλικό dale (λ.χ. ελληνικό θόλος, OCS dolŭ = «κοιλάδα» κλπ)

*gh>g

IE *g’helh3- «λάμπω, πράσινος/κίτρινος» > *g’hl.h3-tom = «χρυσός» > PGmc *gulþą και *g’helh3wos > *gelwaz = «κίτρινος» > αγγλικά gold και yellow (λ.χ. χλωρός, φρυγικό γλουρός = χρυσός, λατ. helvus, OCS zlato κλπ)

IE *dhg’hōm = «χθών» > *dhg’hm.m- > PGmc *gumô = «άνθρωπος» > γοτθικό guma (λ.χ. ἐπιχθόνιος = θνητός, λατ. homō, λιθουαν.  žmuo κλπ)

IE *g’hans- «χήνα» > PGmc *gans > αγγλικό goose (λ.χ. χήν, OCS gǫsĭ κλπ)

Τα χειλοϋπερωικά *kw και *gwh:

*kw>hw (τόσο το πρωτογενές ΙΕ όσο και το δευτερογενές *k+w)

IE *kwos = «ποιος» > PGmc *hwaz > αγγλικό who (λ.χ. ποῖος, λατ. quī ~ quod κλπ)

IE *(s)kwal-os = «κήτος» > PGmc *hwalaz > αγγλικό whale = «φάλαινα» (λ.χ. λατ. squalus = «καρχαρίας», παλαιοπρωσικό kalis κλπ)

ΙΕ *k’weitos = «λευκός, φωτεινός» > PGmc *hwītaz = «λευκός» > αγγλικό white (λ.χ. *k’woitos > OCS světŭ = «φως» κλπ)

ΙΕ *h1ek’wos = «ίππος» > PGmc *ehwaz > γοτθικό aihws και παλαιό αγγλικό  eoh (λ.χ. μυκην. i-qo > ἵππος ~ κκος, λατ. equus κλπ)

Υπάρχουν όμως και λίγα παραδείγματα στα οποία το ΙΕ *kw εξελίχθηκε σε PGmc /f/ (*kw>p>f):

IE *wl.kw-os > PGmc *wulpaz > *wulfaz > αγγλικό wolf

IE *kwetwor > PGmc *feðwōr > αγγλικό four

IE *penkwe > PGmc *pempe > *fimf > αγγλικό five και γερμανικό fünf

Η ιστορία του *gwh είναι πιο πολύπλοκη στον Γερμανικό κλάδο:

*gwh>b

IE *gwhen- «σκοτώνω» > PGmc *banjō = «πληγή» και *banô = «φονεύς» > αγγλικό bane = «πληγή, μάστιγα, όλεθρος, φονεύς» (λ.χ. θείνω/φόνος, λατ. dē-fendō, σανσκ. hanti κλπ)

IE *gwhedh- «ζητώ, (προσ)εύχομαι» > PGmc *bedō και *bidjaną> αγγλικό bid (λ.χ. πόθος/θέσσασθαι κλπ)

*gwh>w

IE *(s)noigwh «χιόνι» > PGmc *snaiwaz > αγγλικό snow (λ.χ. νιφάς, OCS sněgŭ κλπ)

IE *ghwer-mos «θερμός» > PGmc *warmaz > αγγλικό warm (λ.χ. θερμός, λατ. formus/furnus, σανσκ. gharma κλπ)

*gwh>g

IE *dhogwh-os > PGmc *dagaz = «ημέρα» > γοτθικό dags, αγγλικό day, γερμανικό Tag

Η εναλλαγή *gwh > w~g μπορεί να εξηγηθεί από τη γενικότερη γερμανική τάση w <=> gw <=> g, λ.χ. *h1newn. (ἐνέϝα ~ novem) > PGmc *newun > παλαιο αγγλικό nigon ~ ολλανδικό negen.

Το ΙΕ τελικό *-s ηχηροποιήθηκε σε PGmc *-z:

IE *ghostis > PGmc *gastiz (καταγεγραμμένο ανθρωπωνύμιο Hlewagastiz = «Κλεόξενος» σε ρούνο της Δανίας ~400 μ.Χ.) > αγγλικό guest, γερμανικό gast κλπ

Αυτό το τελικό PGmc *-z χάθηκε στον δυτικό γερμανικό υποκλάδο, αλλά ρωτακίστηκε (*z>r) στην Παλαιά Σκανδιναβική:

IE *wl.kw-os > PGmc *wulfaz > αγγλικό wolf, αλλά παλαιό σκανδιναβικό úlfr

ΙΕ *dhogwh-os > PGmc *dagaz > αγγλικό day, αλλά παλαιό σκανδιναβικό dagr

Τα φωνήεντα:

IE *o> PGmc a

IE *h1no-mn. > PGmc *na > αγγλικό name (λ.χ. ὄνομα, λατ. nomen κλπ)

ΙΕ *dhogwh-os > PGmc *dagaz > γοτθικό dags, αγγλικό day (λ.χ. *dhogwh-ey-oh2 > λατ. foveō)

IE *dholH-om > PGmc *dalą > αγγλικό dale (λ.χ. θόλος, OCS do κλπ)

IE *(s)noigwh-os > PGmc *snaiwaz > γοτθικό snaiws

IE *oynos > PGmc *ainaz > γοτθικό ains, γερμανικό ein, αγγλικό one κλπ

Υπάρχει μια τάση προσθίωσης *e>i ιδίως πριν από *n και *d:

IE *sengwh- > PGmc *singwaną > αγγλικό sing

IE *sengw- > PGmc *sinkwaną = «βυθίζω» > αγγλικό sink

ΙΕ *gwhedh- > PGmc *bidjaną > αγγλικό bid

Το IE μακρό *ā> PGmc ō

Η τροπή  *ā>ō ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή μετά το 250 π.Χ. επειδή την υπέστη η δάνεια λέξη «Ρωμαίοι» και είναι απίθανο οι Γερμανοί να γνώριζαν τους Ρωμαίους πριν το 250 π.Χ.:

λατ. Rōmānus > PGmc *Rūmōniz > γοτθικό Rūmōns

IE *bhreh2tēr ~ *bhrātēr > PGmc *brōþēr > αγγλικό brother

IE *meh2tēr ~ *mātēr > PGmc *mōþēr > αγγλικό mother

IE *weh2t- (λ.χ. λατ. vātēs) > PGmc *Wōðanaz > αγγλικό Woden ~ σκανδιναβικό Óðinn

Η ΙΕ δίφθογγος *ey τράπηκε σε PGmc ī (*ei>ī):

*k’weytos > PGmc *hwītaz > αγγλικό white

Η Αναπληρωματική Έκταση *-VnF- (F=θ,χ) > -V:F-:

Το /n/ των συμπλεγμάτων -nθ- και -nχ- αποβλήθηκε με αναπληρωματική έκταση:

IE *h1dont-s = «δόντι» > PGmc *tanθs > *tāθs > *tōθs > αγγλικό tooth

IE *n.-g’nh3-tos (ἄγνωτος, īgnōtus) > PGmc *unkunθaz > *unkūθaz > αγγλικό uncouth

IE *pn.k-t-yos «υγρός» > PGmc *funhtijaz > *fūhtijaz > παλαιό αγγλικό fūht

Τα συλλαβικά ένηχα ανέπτυξαν όλα ένα /u/ μπροστά, *R. > uR :

IE *wl.kw-os > *wulpaz > PGmc *wulfaz > αγγλικό wolf

IE *n.– > PGmc *un (στερητικό μόριο, λ.χ. unhealthy = ανθυγιεινός, unwise = άφρων, ασύνετος)

ΙΕ *dek’m. > PGmc *tehun > γοτθικό taihun, αγγλικό ten

IE *str.g-os > PGmc *sturkaz = «πελαργός» > αγγλικό stork

Τα ΙΕ λαρυγγικά χάθηκαν, χωρίς ν΄αφήσουν πολλά κατάλοιπα στην πρωτογερμανική, πέρα από μερικές σπάνιες φωνηεντοποιήσεις (*ph2tēr > *faðēr) και τα λεγόμενα τριμοραϊκά μακρά φωνήεντα των ακολουθιών *-VHV-.

IE *pl.h1-nos > PGmc *fulnaz > *fullaz (σαν να ήταν *pl.-nos) > αγγλικό full

IE *n.-g’n.h3-tos > ελληνικό ἄγνωτος ~ λατινικό īgtus, αλλά PGmc *unkunθaz (σαν να ήταν *-g’n.t-) > *unkūθaz > αγγλικό uncouth

IE *g’enh1-tis > ελληνικό γένεσις, αλλά PGmc *kinθiz με πλάγιο θέμα *g’n.h1-t- (ελλην. γνητός) > PGmc *kunð-> αγγλικό kind

Η ηχηροποίηση *nt>nd:

Όπως συνέβη και στην Έλληνική της ελληνιστικής περιόδου, έτσι και στην πρωτογερμανική υπήρχε διάχυτη τάση ηχηροποίησης *nt>nd.

Στο επίθημα των ενεργητικών μετοχών ενεστώτα συνέβη η τροπή  *-nt-s > *-ndz (λ.χ. PGmc frijōndz > αγγλικό friend).

Στην ρηματική κατάληξη τρίτου πληθυτνικού συνέβη η τροπή *-nti > *-ndi (λ.χ. *h1s-enti > PGmc *sindi > γοτθικό και γερμανικό sind = «[αυτοί] είναι»).

Αυτές είναι οι βασικότερες εξελίξεις στην πρωτογερμανική φωνολογία. Θα συνεχίσω τα γλωσσολογικά στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

12 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

12 responses to “Οι Γερμανικές γλώσσες #1

  1. Kostas

    Μικρός που είναι ο κόσμος! Άρχισα να διαβάζω τον πρώτο τόμο προχτές.
    Στην σελίδα 84 πάντως λέει ότι το αν και φαίνεται οτι το break ανάγεται σε ένα *bhreg δεν έχει ακριβή cognates σε κανέναν άλλον κλάδο και μπορεί να προέρχεται από σύγχυση των *bheg/*bhrag

    Επίσης: “αυτά ήταν του Πυτθέα”

    • Μικρός που είναι ο κόσμος! Άρχισα να διαβάζω τον πρώτο τόμο προχτές.
      —-

      Τηλεπάθεια; Το παρήγγειλα προχθές από το amazon και έκανα την ανάρτηση γιατί είπα να ξαναδιαβάσω για ζέσταμα το κεφάλαιο του Fortson για τον Γερμανικό κλάδο.

      Πάντως, το λατινικό frango μου φαίνεται αρκετά καλός συγγενής όρος του break.

      Αν αφαιρέσεις την ρινική ένθεση *bhr.-n-g- αυτό που σου μένει είναι η ρίζα *bhreg- (λ.χ. *g’hew-d- > *g’hu-n-d- > fundo).

      Η μόνη ανωμαλία του frango είναι η ανώμαλη τροπή o>a *bhr.ng- > *frong- > frang-, αλλά αυτή έγινε και στις λέξεις *mog’h2-nos > magnus και *k’won- > canis.

      • Kostas

        Τι να πω, έχω παραιτηθεί πια. Για κάθε κανόνα που μαθαίνω βλέπω όλο εξαιρέσεις και για κάθε μία μορφή που δίνει ο ένας βλέπω μία διαφορετική να δίνει κάποιος άλλος και πολλές δικαιολογίες στο ενδιάμεσο.

        Μπορείς να μου πεις γιατί το gwen γίνεται γυνή και όχι κάτι σαν ben- όπως στα ιρλανδικά?

      • Αυτό είναι φυσιολογική εξέλιξη.

        1) *gwon-eh2 > *gwon-ā. Το /o/ βρίσκεται μεταξύ ένηχου /n/ και χειλικού /gw/ άρα εφαρμόζεται ο νόμος του Cowgill και τρέπεται σε /u/.

        2) *gwun-ā. Το /gw/ πλέον βρίσκεται σε άμεση επαφή με /u/, άρα εφαρμόζεται ο «νόμος του Βουκόλου» (*gwoukwolos > qo-uko-ro > βουκόλος) και τρέπεται σε απλό υπερωικό /g/: *gwunā > gunā.

        Ίδια ιστορία με τον όρο *wl.kw-os > wlokwos > lukwos > λύκος όπου το kw για τους ίδιους λόγους δεν έγινε p όπως στο λατινικό lupus.

        Οι Βοιωτοί όμως που αντί για το *gwon-ā κληρονόμησαν το μηδενόβαθμο *gwn.n-eh2 (λ.χ. σανσκ. *gwen-h2 > jani και *gwn-eh2 > gnā) έλεγαν βάνᾱ = γυνή και βανῆκες = γυναῖκες.

      • Kostas

        Έχω διαβάσει ότι το lupus δεν είναι το αναμενόμενο και ίσως είναι δάνειο από κάποια άλλη ιταλική γλώσσα (από που προκύπτει το p?). Νομίζω το ίδιο και για το κύκλος(μη με ρωτήσεις που). Ο νόμος του βουκόλου πόσο καθολικός είναι? Δρα και πριν και μετα το u?

      • Σύμφωνα με την παραδοσιακή νεογραμματική θεωρία, όπου οι κανονικές τροπές των *kw και *gw στην Λατινική είναι μόνο qu και v αντίστοιχα (*h1ek’wos > equus, *kwod > quod κλπ, *gwih3-wos > vivus), οι λατινικές λέξεις lupus και bos θεωρούνται οσκανικά δάνεια στην γλώσσα.

        Από την άλλη, ο Garcia-Ramon πιστεύει ότι όλες οι γλώσσες τύπου centum δείχνουν πάντα και μερικές χειλικές εξελίξεις στα χειλοϋπερωικά, έστω κι αν αυτές οι τροπές δεν είναι οι «κανονικές» τους (λ.χ. τα γερμανικά wl.kw-os > wulpaz > wulfaz και τα kwetwor- > four και penkwe > fimf > five).

        Ο κανόνας του Βουκόλου ήταν αρκετά καθολικός και ίσχυε τόσο στο ukw όσο και στο kwu.

        *nokwt- > nukwt (λόγω Cowgill) > νύξ/νύκτα (ukwt> ukt όχι pt).

        *h1eugwh-omai > εὔχομαι (-ugwhο- > υχο όχι -υφο-)

        *gwih3- > βίος/βίοτος, αλλά *h2yu-gwih3- > ὑγιής

        *(ne) h2oyu kwid = “not in this lifetime” > οὐκ (> ὄχι)

        Η μόνη εξαίρεση του «νόμου του Βουκόλου» που μου έρχεται στο μυαλό είναι η σύνθετη λέξη *sū-gwōtās (στη γραμμική Β *su-qo-ta) > συβώτης, αλλά η μη εφαρμογή του στο λεξικό σύνορο δεν είναι κάτι το τραγικό (στο μυαλό των ανθρώπων ήταν δύο λέξεις, σῦς και βόσκω, και επομένως προτιμήθηκε αναλογικά το β).

        Αντίθετα, στη λέξη ὑγιής, επειδή οι ελληνόφωνοι ξέχασαν κάποια στιγμή ότι ήταν σύνθετη λέξη (δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν το μηδενόβαθμο πρώτο συνθετικό *h2yu- ως ομόρριζο του όρου *h2eywon- > αἰών), ο κανόνας εφαρμόστηκε κανονικά.

    • Kostas

      Άρα στα ιρλανδικά έγινε Β επειδή δεν έδρασε ο νόμος του Cogwill?

      • Ο νόμος του Cowgill είναι αποκλειστικός της Ελληνικής. Δεν ισχύει για τις άλλες ΙΕ γλώσσες (αραιά και που απαντά και στον Γερμανικό κλάδο, αλλά μιλάμε για 2-3 παραδείγματα).

      • Kostas

        Ναι αυτό εννοούσα. Δεν μου λες, τι ποσοστό των λεξιλογίων των καταγεγραμμένων γλωσσών θα έλεγες ότι ανάγονται σε μοναδικές ρίζες σε απόλυτη συμφωνία με τους νόμους και τι ποσοστό εμφανίζουν “ανωμαλίες”? Μια χοντρική εκτίμηση ζητάω.

      • Ρωτάς μόνο για την φωνολογική εξέλιξη του θέματος ή και για τη μορφολογική;

        Θα σου εξηγήσω αμέσως τι ρωτάω.

        Ρωτάς λ.χ. σε τι ποσοστό το θέμα *wl.h2n- «μαλλί» εξελίχθηκε κανονικά στις θυγατρικές γλώσσες ή ρωτάς κατά πόσο παρέμενε θηλυκό σε *eh2 στις θυγατρικές γλώσσες;

        Η Ελληνική λ.χ. δείχνει τέλεια εφαρμογή των «κανόνων» στην φωνολογική εξέλιξη *wl.h2n- > ϝλᾱν- > αττικοϊωνικό λην-, αλλά σε κάποια φάση μετέτρεψε το θηλυκό σε ουδέτερο (ἡ *λάνᾱ > τὸ λᾶνος > αττικοϊωνικό τὸ λῆνος).

        Οι άλλες γλώσσες διατήρησαν το θηλυκό γένος της ρίζας *wl.h2n-eh2 > λατινικό lāna, πρωτοσλαβικό vĭlna, πρωτογερμανικό *wulnō > wullō κλπ.

        Αν ρωτάς μόνο για την φωνολογική εξέλιξη του θέματος στις θυγατρικές γλώσσες, τότε η κανονικότητα είναι μεγαλύτερη από 95%.

      • Kostas

        Ναι για την φωνολογική ρωτούσα. Το 95 είναι πολύ εντυπωσιακό νούμερο.
        Μιας και το ανέφερες όμως, οι μορφολογικές διαφοροποιήσεις είναι καθόλου προβλέψιμες? Π.χ. τα βοιωτικά έχουν κάποια τάση τουλάχιστον να σχηματίζουν με βάση τον μηδενικό βαθμό αντί για τον πλήρη ή απλά “έτυχε”? το ίδιο και για την αλλαγή του γένους στο άλλο παράδειγμα.

      • Εντάξει στα μορφολογικά δεν μπορείς να περιμένεις τόση «κανονικότητα».

        Το βοιωτικό παράδειγμα απλώς δείχνει ότι στην πρώιμη ελληνική, όπως και στην σανσκριτική, η λέξη «γυναίκα» κυκλοφορούσε σε δύο ποικιλίες *gwon-eh2 και *gwn.n-eh2 (σανσκ. jani και gnā), από τις οποίες η δεύτερη έτυχε να επιβιώσει στην βοιωτική ως «κανονική» δίνοτνας το βάνᾱ.

        Οι μορφολογικές εξελίξεις είναι προβλέψιμες, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό. Εδώ υπάρχει μεγαλύτερη πίεση αναλογικής προσαρμογής. Θα κάνω ένα παράδειγμα.

        Σήμερα στα αγγλικά υπάρχουν οι ομαλοί πληθυντικοί του τύπου book > books και οι ανώμαλοι του τύπου tooth > teeth, foot > feet, goose > geese.

        Στην παλαιότερη αγγλική και το book είχε «ανώμαλο» πληθυντικό (παλαιό αγγλικό bōc > πληθ. bēċ)

        Δεν θα μπορούσαμε να προβλέψουμε ποιος όρος θα παρέμενε «ανώμαλος» (δλδ που θα συνέχιζε να δείχνει i-μετάλλαξη στον πληθυντικό *bōkiz > *bēkiz > bēċ) και ποιος θα γινόταν ομαλός.

        Βέβαια, αν διάβασες την δεύτερη ανάρτηση για τις γερμναικές γλώσσες θα είδες ότι όλα τα «ανώμαλα» αγγλικά ρήματα (sing/sang, take/took, ride/rode κλπ) στην πραγματικότητα συνεχίζουν την απλή ΙΕ εναλλαγή e/o ενεστώτα/παρακειμένου του τύπου δέρκομαι > δέδορκα, κλέπτω > κέκλοφα. Η διαφορα οφείλεται στη διαφορετική φωνολογική εξέλιξη των IE e/o, eH/oH, ey/oy, eu/ou στην πρωτογερμανική και -κυρίως-στις θυγατρικές γερμναικές γλώσσες.

        *sengwh-/songwh- > sing/sang
        *deh1g-/doh1g- > take/took (το γοτθικό αντίστοιχο του αγγλικού took είχε μέχρι και τον διπλασιασμό taitok = /tetōk/ του ΙΕ παρακειμένου)
        *reidh-/roidh- > ride/rode (~ λείπω~/λέλοιπα)

        Δες για παράδειγμα την κλίση του γοτθικού ρήματος tekan = αγγλικό “take”:

        Αν πάρεις την ΙΕ ρίζα *deh1g-, εφαρμόσεις ό,τι ξέρεις για το ΙΕ ρήμα και, στην συνέχεια εφαρμόσεις της πρωτογερμανικές φωνολογικές εξελίξεις, τότε εξηγείς όλη την κλίση σχεδόν στην εντέλεια.

        Οριστική ενεστώτα:

        Ενικός: deh1g-oh2, deh1g-es, deh1g-et > PGmc: tēkō, tēkiz, tēkiθ
        Πληθυντικός: deh1g-ome-, deh1g-ete, deh1g-onti > PGmc: tēkam(e-), tēkiθ(e), tēkand(i)

        Απλός αόριστος (που προέρχεται από τον ΙΕ παρακείμενο):

        Ενικός: 1ο πρόσωπο de-doh1g-h2e > PGmc tetōk(a) [όπως τα δέδορκα, κέκλοφα], το δεύτερο ενικό είναι de-doh1g-th2e > PGmc tetōht(a) κλπ

        Η ενεργητική μετοχή ενεστώτα είναι *deh1g-o-nt-s > PGmc *tēkandz

        Μόνο τα /u/ στα δύο πρώτα πρόσωπα του πληθυντικού αορίστου (tetōkum, tetōkuθ), μου φαίνονται απρόβλεπτα, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Όταν διαβάσω τον Ringe θα σου πω με περισσότερη σιγουριά. Το τρίτο πληθυντικό tetōkun μου φαίνεται φυσιολογικό *-n.t > *-und > -un (λ.χ. η ελληνική αντίστοιχη κατάληξη *-n.ti > *-ανσι > -ᾱσι).

        Όπως βλέπεις, τουλάχιστον ένα 75-80% της συνολικής κλίσης (και ίσως περισσότερο στα μάτια ενός ειδικού) είναι σχετικά εύκολα προβλέψιμο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s