Ο Ιωάννης Στουραΐτης για την Βυζαντινή συλλογική ταυτότητα

Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω ένα ενδιαφέρον άρθρο του βυζαντινολόγου Ιωάννη Στουραΐτη (του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Ερευνών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Institut für Byzantinistik und Neogräzistik der Universität Wien) με θέμα την συλλογική ταυτότητα στο Βυζάντιο.

Το άρθρο του είναι το Roman identity in Byzantium: a critical approach, Byzantinische Zeitschrift 107/1 (2014) 175-220″, το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από αυτόν εδώ τον σύνδεσμο.

Πριν αρχίσω θέλω να ευχαριστήσω τον κύριο Στουραΐτη που δέχτηκε να απαντήσει μια σειρά ερωτήσεων που ετοιμάζουμε με τον Περτίνακα.

Σε αυτήν την ανάρτηση απλά θα παρουσιάσω τις θέσεις του Στουραΐτη. Υπάρχουν μερικά σημεία του άρθρου που θα ήθελα να σχολιάσω, αλλά προτιμώ να το κάνω σε μελλοντικές αναρτήσεις.

Το θέμα του άρθρου, όπως μαρτυρεί ο τίτλος, είναι η κριτική προσέγγιση στην βυζαντινή Ρωμαϊκή ταυτότητα. Στο πρώτο μέρος του άρθρου ο Στουραΐτης περιγράφει κριτικά τις διάφορες ακαδημαϊκές απόψεις για το θέμα που έχουν διατυπωθεί κατά τα τελευταία χρόνια, ενώ στο δεύτερο μέρος παραθέτει την δική του γνώμη. Το εκτενέστερο τμήμα της κριτικής του αφορά την ρηξικέλευθη άποψη του Αντώνη Καλδέλλη περί προνεωτερικού ρωμαϊκού έθνους.

Ήδη στο abstract ο Στουραΐτης εξηγεί το γενικό του συμπέρασμα ότι η συλλογική ταυτότητα ενός μεσαιωνικού κοινωνικού συστήματος με μεταβλητά γεωπολιτικά και πολιτισμικά όρια όπως το Βυζάντιο πρέπει να αποσυνδεθεί τόσο από τις ουσιοκρατικές θεωρήσεις διηνεκούς εθνοτικότητας όσο και από το νεωτερικό φαινόμενο του έθνους-κράτους. Με την απόρριψη του ουσιοκρατισμού και του διηνεκισμού (λ.χ. οι φαντασιώσεις περί «διηνεκούς» Ελληνικού έθνους 3000 ετών), ο Στουραΐτης απλώς εκφράζει την ορθοδοξία της μετά τον Fredrik Barth εποχής (η εθνοτικότητα είναι εφήμερο κοινωνικό κατασκεύασμα και η ύπαρξή της ανά πάσα στιγμή δεν είναι δεδομένη). Με την αναγνώριση του έθνους-κράτους ως αποκλειστικά νεωτερικού φαινομένου, ο Στουραΐτης εκφράζει το μοντερνιστικό/νεωτεριστικό αξίωμα που ήταν η αδιασάλευτη ορθοδοξία κατά την περίοδο 1970-90, και συνεχίζει να διατηρεί την ισχύ του μέχρι σήμερα, αν και, όπως αναγνωρίζει και ο Στουραΐτης παρακάτω στο κείμενό του, πλέον υπάρχουν και μερικές ενδιαφέρουσες αναθεωρητικές προτάσεις για την δυνατότητα ύπαρξης και προνεωτερικών εθνών, όταν φυσικά υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες).

[σλδ 1 του pdf = σλδ 175 του περιοδικού, Abstract] I argue that a conceptualization of the collective identity of this medieval imperial social order with its constantly fluctuating geopolitical and cultural boundaries needs to be disconnected from essentialist and reifying views on perennial ethnicity as well as from the modern phenomenon of the nation-state.

Στη συνέχεια ο Στουραΐτης εξηγεί πολύ σωστά ότι το πρώτο πρόβλημα με την συλλογική ταυτότητα των επονομαζόμενων «Βυζαντινών» είναι ότι έχει εδραιωθεί η διεθνής συνήθεια αυτοί να αναφέρονται παρωνυμιασμένοι με έναν ανασκοπικό τεχνικό όρο (retrospective terminus technicus) και όχι με το κανονικό (normative) τους όνομα Ρωμαίοι. Αυτός ο παρωνυμιασμός επιβάλλει εξ αρχής στον σημερινό ιστορικό την λανθάνουσα προκατάληψη ότι οι επονομαζόμενοι «Βυζαντινοί» ήταν κάτι άλλο από Ρωμαίοι.

[σλδ175] One could plausibly argue that the problem of decoding Byzantine identity lies in the fact that the term “Byzantine”, commonly used in the present to define the state and the subjects of the Christian Roman Empire (either since the time of Constantine I or alterantively since the post-Justianic period), is a terminus technicus, a retrospective construct of scholars of the Early Modernity in Western Europe. This terminus technicus removes the spotlight from this society’s normative self-designation, i.e. Roman, and thus imposes upon the modern historian a latent bias, namely the bias that this society’s collective identity must be called and therefore understood differently from what its name denotes.

Στην επόμενη σελίδα, ο Στουραΐτης αναφέρει τις τρεις κύριες γραμμές θεώρησης (main lines of thought) για την μεσαιωνική Ανατολική Ρωμαϊκή ταυτότητα μέχρι στιγμής (παρέχοντας στις υποσημείωσεις #2,#3 και #4 ενδεικτική βιβλιογραφία για την κάθε θέση):

  1. Η διηνεκιστική Ελληνική θεώρηση, προϊόν μιας ανασκόπησης του Βυζαντίου που έχει επηρεασθεί έντονα από το νεοελληνικό εθνικό αφήγημα περί «διηνεκούς Ελληνικού έθνους».
  2. Η θεώρηση της Πολυεθνικής Αυτοκρατορίας της οποίας ο μέσος υπήκοος, μέχρι τον 12° αιώνα, αυτοπροσδιοριζόταν ως Ρωμαίος, θεώρηση που ο Στουραΐτης αποκαλεί επικρατούσα μέχρι στιγμής στον χώρο.
  3. Η πρόσφατη (2007) θεώρηση του Αντώνη Καλδέλλη του Βυζαντίου ως προνεωτερικό Έθνος-Κράτος, όπου η ρωμαϊκότητα είχε στοιχεία εθνικής ταυτότητας.

Ο Στουραΐτης εξηγεί παρακάτω ότι θα εξετάσει κριτικά τις τρεις αυτές θεωρήσεις εστιάζοντας στην περίοδο από τον έβδομο ως τον δέκατο τρίτο αιώνα (7ος-13ος μ.Χ. αι.) και, στo τέλος, θα καταθέσει την δική του άποψη την οποία θεωρεί προτατική (suggestive) και όχι οριστική (conclusive).

Stouraitis-3ML

Ο Στουραΐτης ξεκινάει την κριτική της διηνεκιστικής Ελληνικής θεώρησης, επιλέγοντας ως αντιπρόσωπό της το συμπέρασμα της Β. Παπούλια (1985) ότι «το Βυζάντιο γύρω στο 1000 μ.Χ. είχε εξελιχθεί σε μια Μεσαιωνική Ελληνική αυτοκρατορία». Το συμπέρασμα αυτό, σύμφωνα με τον Στουραΐτη, έχει αντικουστεί από τον J. Koder με το εύλογο διμερές επιχείρημα ότι η Βυζαντινή ελίτ εκείνη την περίοδο δεν αυτοπροσδιορίζεται ως «Ελληνική» και ένα σωρό εθνοπολιτισμικές συλλογικότητες όπως Άραβες, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Σλάβοι κλπ κατοικούν εντός των βυζαντινών συνόρων, τα μέλη των οποίων θεωρούνται Ρωμαίοι υπήκοοι.

Στην ήδη εύλογη θέση του ο Koder πρόσθεσε και το ότι «ο μέσος Βυζαντινός κατανοούσε τον εαυτό του/της αναντίλεκτα ως Ρωμαίο και την ελληνική του γλώσσα (και φιλολογία) ως Ρωμαϊκή, ενώ κατανοούσε πάλι αναντίλεκτα την Κωνσταντινούπολη (το θρησκευτικό και πολιτισμικό κέντρο) ως Νέα Ρώμη.»

Ο Στουραΐτης εδώ παρατηρεί ότι η θέση της πολυεθνικής αυτοκρατορίας στην οποία ο μέσος υπήκοος αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμαίος γεννά κάποια ερωτήματα.

Η κατηγορία «μέσος Βυζαντινός που αυτοπροσδιοριζόταν ως Ρωμαίος και κατανοούσε την πολιτική, θρησκευτική και «μορφωτική» του κουλτούρα ως αναντίλεκτα Ρωμαϊκή», περιελαμβανε και το τυπικό μέλος των προρρηθέντων εθνοπολιτισμικών συλλογικοτήτων (Αρμένιοι, Σλάβοι κλπ), μερικές από τις οποίες (λ.χ. οι Σλάβοι) ήταν επιπροσθέτα χωρισμένες εσωτερικά σε υποεθνότητες; 

Ή περιελαμβανε μόνο τον ελληνόφωνο υπήκοο που κατοικούσε σε περιοχές οι οποίες ανήκαν λίγο πολύ συνεχώς μέχρι το 1204 στον πολιτικό έλεγχο της Κωνσταντινούπολης;

Στην πρώτη περίπτωση, αναρωτιέται ο Στουραΐτης, η πολυεθνικότητα της αυτοκρατορίας χρειάζεται αναθεώρηση. Τι χώρος υπάρχει για εθνοτική ποικιλία σε μια αυτοκρατορία όπου όλοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ρωμαίοι;

Στην δεύτερη περίπτωση, το γεγονός ότι οι εθνοπολιτισμικές συλλογικότητες όπως οι Βούλγαροι, οι Αρμένιοι και οι Σλάβοι ήταν, στην μακροπρόθεσμη ιστορία τους, όχι μονίμως και όχι εξ ολοκλήρου υπό τον Ρωμαϊκό πολιτικό έλεγχο, οδηγεί στην διάκριση μεταξύ μιας (Γραικο-)Ρωμαϊκής εθνοτικής ταυτότητας για έναν πληθυσμιακό πυρήνα (a (Greco-)Roman ethnic identity of a core population) και μιας Ρωμαϊκής πολιτικής ετικέτας (Roman political label) για τους υπόλοιπους πληθυσμούς που βρέθηκαν για μακρά χρονικά διαστήματα υπό τον πολιτικό έλεγχο της Κωνσταντινουπόλεως.

Και στις δύο περιπτώσεις, η επικρατούσα θέση μιας Ρωμαϊκής πολιτικό-πολιτισμικής ταυτότητας για τον μέσο Βυζαντινό συνεπάγεται μια ομογενοποιητική διαπραγμάτευση ταυτότητας παρόμοια με την (νεωτερική) εθνική ταυτότητα (nationhood). Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ικανός λόγος για να εξετάσουμε την βυζαντινή Ρωμαϊκότητα σαν μια προνεωτερική εθνική ταυτότητα, δεδομένων και των πρόσφατων αναθεωρητικών απόψεων στον τομέα της ταυτοτικής κοινωνιολογίας που θεωρούν δυνατή την ανάπτυξη ενός προνεωτερικού έθνους εκεί όπου υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες.

Στη συνέχεια, ο Στουραΐτης παρουσιάζει τη θέση του Καλδέλλη περί προνεωτερικού ρωμαϊκού έθνους του οποίου η διαμόρφωση ολοκληρώθηκε κατά τον 7° αιώνα, μέσα από μια μακραίωνη διαδικασία που ήταν ήδη ενεργή κατά την ύστερη αρχαιότητα (~ 200-600 μ.Χ.). Με άλλα λόγια, ο Καλδέλλης ισχυρίζεται ότι η μακραίωνη επιβολή της Ρωμαϊκής πολιτικής ταυτότητας κατάφερε ν΄αφομοιώσει τις μάζες, καταργώντας την προϋπάρχουσα εθνοπολιτισμική διαφορετικότητα, δημιουργώντας εν τέλει ένα Ρωμαϊκό έθνος.

Ο Στουραΐτης, σε αυτό το σημείο, επισημαίνει ότι η θέση του Καλδέλλη δεν πρέπει να απορριφτεί χωρίς ενδελεχή εξέταση, μόνο και μόνο εξαιτίας του κυρίαρχου ακόμα μοντερνιστικού αξιώματος περί νεωτερικότητας των εθνών. Επειδή η εθνογενετική διαδικασία ολοκληρώθηκε τον 7° αιώνα, μόνον οι πληθυσμοί που τότε βρίσκονταν ακόμα εντός της ακρωτηριασθείσας ρωμαϊκής επικράτειας, κατέληξαν να είναι μέλη αυτού του προνεωτερικού ρωμαϊκού έθνους.

Στη συνέχεια ο Στουραΐτης εξετάζει κριτικά την άποψη του Clifford Ando για τον εκρωμαϊσμό των μαζών κατά την περίοδο της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στην οποία βασίζεται η θεωρία του Καλδέλλη. Το βιβλίο όπου ο Ando εξηγεί την θεωρία του είναι το Imperial Ideology and Provincial Loyalty in the Roman Empire.

Η βασική θέση του Ando είναι ότι η μακροβιότητα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οφείλεται στην επιτυχή ιδεολογική αφομοίωση που η Ρώμη κατάφερε να επιβάλει στις επαρχιακές μάζες, οι οποίες σταδιακά ταυτίστηκαν με την ρωμαϊκή πολιτική τάξη πραγμάτων.

Δυστυχώς δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Ando για να κρίνω την κριτική του Στουραΐτη. Ωστόσο το επιχείρημα του δευτέρου ότι, για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, δεν χρειάζεται να γίνει πλήρης αφομοίωση των μαζών, αλλά αρκεί το πολιτικό κέντρο να προσεταιριστεί τις τοπικές αριστοκρατικές ελίτ που βρίσκονται στην κορυφή των τοπικών πυραμιδικών δομών, μου φαίνεται λογικό, από τα λίγα που γνωρίζω για την ρωμαϊκή familia ως πυραμιδική κοινωνική μονάδα και την επεμβατική/μεσιτειακή εξουσία του pater familias στις σχέσεις πάτρωνος-πελάτου: οι πελάτες (clientes) αναγνώριζαν την τιμή/εξουσία του πάτρωνος (patronus) και ο δεύτερος, ως αντάλλαγμα, επενέβαινε για λογαριασμό τους στις κοινωνικές τους διαπραγματεύσεις.

Η κριτική του Στουραΐτη (σλδ 179-181) στην θέση του Ando είναι πως, από τη στιγμή που οι πελάτες μιας πυραμιδικής κοινωνικής μονάδας αναγνώριζαν την εξουσία του πάτρωνος, τότε το ρωμαϊκό πολιτικό κέντρο έπρεπε να προσεταιριστεί μόνο τον πάτρωνα, προκειμένου να εξασφαλίσει την νομιμοφροσύνη όλης της πυραμίδας. Όσο το ρωμαϊκό πολιτικό κέντρο διασφάλιζε τα συμφέροντα των τοπικών πατρώνων, οι δεύτεροι θα διασφάλιζαν την υπακοή/νομιμοφροσύνη των πελατών τους. Επομένως, η ρωμαϊκή ομογενοποίηση των επαρχιών ήταν στοχευμένη και κοινωνικά περιορισμένη στις τοπικές αριστοκρατικές ελίτ και αυτό, σύμφωνα με τον Στουραΐτη, δεν ήταν πρόσφορο έδαφος για την «εθνική ομογενοποίηση των μαζών» που απαιτεί η θεωρία του Καλδέλλη. Ένας δεύτερος μηχανισμός που εξασφάλιζε την νομιμοφροσύνη των μαζών ήταν η απειλητική παρουσία των λεγεώνων, οι οποίες ήταν έτοιμες να καταπνίξουν παραδειγματικά οποιαδήποτε τοπική εξέγερση.

Το άλλο ενδιαφέρον κοινωνιολογικό σημείο του Στουραΐτη είναι η επισήμανση ότι οι μάζες ήταν de facto αποκλεισμένες από την συμμετοχή στον μηχανισμό πολιτικής διοίκησης.

Παρακάτω (σλδ 183) αναφέρει το μοντερνιστικό επιχείρημα του Benedict Anderson πως η σημαντικότερη προϋπόθεση για τον σχηματισμό των εθνών ήταν ο μαζικός εγγραμματισμός στην καθομιλουμένη γλώσσα (mass vernacular literacy), ο οποίος επέτρεψε τον σχηματισμό μονόγλωσσων μαζικών αναγνωστικών κοινών (monoglot mass reading publics).

Στη σελίδα 185 ο Στουραΐτης αναφέρεται στην πτώση της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και στην επιβίωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με τον μέχρι τότε λατινόφωνο γραφειοκρατικό μηχανισμό να προσαρμόζεται σταδιακά στην κατάσταση όπου η Ελληνική ήταν πια η μόνη lingua franca. Αυτή η κατάσταση, που παραδοσιακά χρονολογείται «μετά τον Ηράκλειο», είναι κατά τον Στουραΐτη ένα καλύτερο σημείο έναρξης μιας διαδικασίας διαμόρφωσης ενός Ρωμαϊκού έθνους ή, εναλλακτικά, μιας διαδικασίας εθνοτισμού του πληθυσμιακού πυρήνα σε μια εθνοτική (Γραικο-)Ρωμαϊκή ταυτότητα.

Σε αυτό το σημείο και εγώ συμφωνώ με τον Στουραΐτη.

Στη συνέχεια, ο Στουραΐτης αφιερώνει μερικές σελίδες (185-8) για να εξηγήσει ότι η ιδεολογία της Ρωμαϊκής Οικουμενικότητας που κληρονόμησε η Βυζαντινή αυτοκρατορία από τον αρχαίο της πρόδρομο, κάνει υπερβολικά δύσκολο τον προσδιορισμό μιας «πατρίδας» (fatherland) του υποτιθέμενου Ρωμαϊκού έθνους του Καλδέλλη. Αυτό είναι σημαντικό γιατί τα έθνη εκτείνονται σε γεωγραφικά πεπερασμένες περιοχές και ο Στουραΐτης αναφέρει το παράδειγμα του Benedict Anderson (σλδ 186, υποσημ. #43) ότι, αντίθετα με άλλες συλλογικές ταυτότητες, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ένα οραματιζόμενο έθνος που να περιλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα.

Αφου αναφέρει τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο που θεωρούσε την Ρωμαϊκή Αρχή της εποχής του ως μια «ακρωτηριασθείσα και στενωθείσα» εκδοχή της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στην συνέχεια αναφέρει το χωρίο της Αννας Κομνηνής όπου, για να παινέψει τον πατέρα της, γράφει πως ο Αλέξιος παρέλαβε την Αρχή των Ρωμαίων με περιορισμένη έκταση που εκτεινόταν από την Αδριανούπολη μέχρι τον Βόσπορο και την παρέδωσε διευρυμένη με όρια την Αδριατική και τον Ευφράτη. Αν δεν του τύχαιναν όλοι αυτοί οι επάλληλοι κόποι και εχθροί, συνεχίζει η Κομνηνή, ο Αλέξιος ήταν τόσο ικανός που θα είχε καταφέρει να αποκαταστήσει τα παλιά σύνορα της αυτοκρατορίας κατά τον καιρό της πρότερης ευδαιμονίας, τα οποία ήταν οι στήλες του Ηρακλέους (Γιβραλτάρ) στην δύση και οι στήλες του Διονύσου (~δυτικό σύνορο Ινδίας) στην ανατολή. Εδώ η Κομνηνή «θυμάται» (υπερβάλλοντας ολίγον τι στα ανατολικά σύνορα) ως παλιά «μας» σύνορα αυτά που είχε επιτύχει ο αυτοκράτορας Τραϊανός.

Μετά την φάση του «ακρωτηριασμού» και της συρρίκνωσης που περιέγραψε ο Πορφυρογέννητος, ακολουθούνε δύο φάσεις επέκτασης (πρώτη φάση 750-850 όπου ανακτούνται τα νότια Βαλκάνια, δεύτερη φάση 950-1018 όπου τα σύνορα στον βορρά φτάνουν στον Δούναβη και στα νοτιοανατολικά ξεπερνούν τον Ταύρο και περιλαμβάνουν την Αντιόχεια μαζί με μέρος της βόρειας Συρίας), όπου ο Στουραΐτης γράφει πως ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας σχεδόν διπλασιάστηκε (σλδ 186, η πρόταση που συνδέεται με την υποσημείωση #44) με την ενσωμάτωση ποικίλων εθνοπολιτισμικών ομάδων.

Μετά από όλα αυτά, ο Στουραΐτης (σλδ 189) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πολιτική και λόγια ελίτ της Ρωμανίας, ο κύριος φορέας της Ανατολικής Ρωμαϊκής ταυτότητας (the main bearer of Eastern Roman identity), μετά από τον 7° αιώνα δεν μπορούσε να φανταστεί -πόσο μάλλον να διαδώσει στις μάζες- την ιδέα μιας «εθνικής» ρωμαϊκής περιοχής. Ρωμανία ήταν ανά πάσα στιγμή η περιοχή όπου εκτεινόταν η εξουσία του Βασιλέα των Ρωμαίων. Η μόνη ιδεολογία που είχε αυτή η ελίτ ήταν η δικαιολόγηση του επεκτατισμού ως «ανάκτηση» των «παλαιών ρωμαϊκών εδάφών» και η ενσωμάτωση θεωρητικά οποιουδήποτε πληθυσμού στο σώμα των Ρωμαίων υπηκόων.

Παρακάτω ο Στουραΐτης θέτει δύο ερωτήματα σχετικά με τον ελληνόφωνο πληθυσμιακό πυρήνα:

  1. Αν το Ανατολικό Ρωμαϊκό πολιτικό σύστημα επέτρεπε κάποια μορφή πολιτικοποίησης των μαζών.
  2. Αν η άρχουσα Ρωμαϊκή ελίτ επιδίωκε να προσκολλήσει την Ρωμαϊκή της ιδεολογία στην ελληνόφωνη εθνοπολιτισμική ομάδα.

Η απάντηση του Στουραΐτη στο πρώτο ερώτημα είναι πως όχι μόνο δεν υπήρξε μια απόπειρα κοινωνικής διεύρυνσης των ορίων πολιτικής συμμετοχής προς τις -ήδη από την αρχαιότητα πολιτικά αποκλεισμένες- μάζες, αλλά αυτό που συνέβη κατά την μεταβατική περίοδο του 7ου αιώνα ήταν μια κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση, μιας και η ισχύς της συγκλήτου ελαττώθηκε δραματικά, ενώ αυτή του αυτοκράτορα αυξήθηκε αισθητά. Μετά την μεταβατική περίοδο, η κοινωνική θέση και πρόοδος ενός ατόμου εξαρτάται ακόμα περισσότερο από την εύνοια του αυτοκράτορα.

Στη συνέχεια ο Στουραΐτης αναφέρει την θεωρία Wahlmonarchie του Beck, σαν κάτι που αντιτίθεται στο συμπέρασμά του. Σύμφωνα με τον Beck, οι Βυζαντινοί διατήρησαν κάποια μνήμη της παλαιάς Res Publica/Πολιτείας, αναγνωρίζοντας τον εκάστοτε αυτοκράτορα ως τον «εκλεγμένο από τον λαό» κηδεμόνα/διαχειριστή της Res Publica/Πολιτείας. Πως γινόταν αυτή η «εκλογή»; Επειδή ανά πάσα στιγμή υπήρχαν υποψήφιοι σφετεριστές του θρόνου, όταν οι πολίτες ένοιωθαν ότι ο αυτοκράτορας δεν έκανε καλά τη δουλειά του, πολύ απλά αποφάσιζαν (και αυτό τους έκανε φορείς πολιτικής βούλησης) να υποστηρίξουν κάποιον σφετεριστή του θρόνου για να τον αντικαταστήσει.

Ο Στουραΐτης αντικρούει εύλογα την θεωρία Wahlmonarchie του Beck περιγράφοντας δύο παραδείγματα, όπου η μοίρα του θρόνου (διατήρηση ή σφετερισμός) δεν εξαρτήθηκε από την βούληση του Ρωμαϊκού λαού. Τα παραδείγματα του Στουραΐτη είναι το πραξικόπημα του Ιωάννη Τσιμισκή κατά του Νικηφόρου Φωκά (σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε από μια μικρή κλίκα υψηλόβαθμων αξιωματικών) και η επιτυχία του Βουλγαροκτόνου να κρατήσει τον θρόνο του (με την βοήθεια των Βαράγγων μισθοφόρων του) από τον δημοφιλέστερό του αποστάτη Βάρδα Σκληρό που είχε φτάσει σε σημείο να ελέγχει την πλειοψηφία του Ρωμαϊκού στρατού. Υπάρχουν μερικά ακόμα εξίσου ενδιαφέροντα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την άποψη του Στουραΐτη, τα οποία θα παραθέσω σε μελλοντική ανάρτηση. Εδώ στα γρήγορα απλώς αναφέρω ότι είναι το πραξικόπημα του Μιχαήλ Β΄ κατά του Λέοντα του Αρμένιου (η βούληση του λαού όχι μόνο δεν έπαιξε κάποιο ρόλο, αλλά ο Μιχαήλ δεν ήταν ούτε καν δημοφιλής) και, αργότερα, η αποτυχία του δημοφιλέστατου Θωμά «του Σλάβου» (είχε φτάσει σε σημείο να ελέγχει όλη την αυτοκρατορία εκτός από την Κωνσταντινούπολη και τα θέματα Οψικίου και Αρμενιακών, πρακτικά όλο τον στρατό και τον Κιβυρραιωτικό και Ελλαδικό στόλο και να αναγνωριστεί από τον πατριάρχη της Αντιοχείας -και μάλλον και από τον Χαλίφη- ως νόμιμος αυτοκράτορας) να εισέλθει στην Κωνσταντινούπολη σαν νόμιμος αυτοκράτορας (ο Μιχαήλ Β΄ κατάφερε να τον νικήσει καλώντας ως συμμάχους τους Βούλγαρους και μετά έκανε μία εντονότατη προπαγάνδα για να αμαυρώσει τον πρόσωπο του Θωμά).

Στη συνέχεια ο Στουραΐτης παραθέτει ως παράδειγμα ένα χωρίο από τον Βίο του Οσίου Αντωνίου του νέου, για να δείξει ότι η επίσημη ιδεολογία της αυλής δεν ήταν δεδομένη στις επαρχίες. Όταν οι Άραβες αντεπιτέθηκαν στην Αττάλεια για να εκδικηθούν μια ρωμαϊκή εκστρατεία που ο αυτοκράτορας είχε διατάξει εναντίον τους, ο Αντώνιος προσπάθησε να μεταπείσει τον Άραβα διοικητή λέγοντάς του ότι ο εχθρός του ήταν ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης και όχι οι κάτοικοι της Αττάλειας. Ο αυτοκράτορας διατάζει τις εκστρατείες εναντίον των Αράβων και αν οι κάτοικοι των επαρχιών δεν τον υπακούσουν στέλνει στρατεύματα εναντίον τους (το πρωτότυπο χωρίο παρατίθεται στην υποσημείωση #75 της σλδ 195).

Ο συγγραφέας του Βίου δεν παρουσιάζει τους Ατταλειάτες ούτε σαν τον «Περιούσιο Χριστώνυμο Λαό» που πολεμάει τους «άπιστους Αγαρηνούς», ούτε σαν «Ρωμαίους» που υπερασπίζονται κάποια ευρύτερη «Ρωμαϊκή Πατρίδα», αλλά τους παρουσιάζει σαν μια ιδιοτελή τοπική κοινότητα που βρίσκεται ανάμεσα σε «Σκύλλα και Χάρυβδη» (από τη μια η αραβική απειλή και, από την άλλη, η επιβολή της αυτοκρατορικής ισχύος της Κωνσταντινούπολης).

Παρακάτω ο Στουραΐτης περιγράφει πολύ ωραία την βυζαντινή κοινωνική πυραμίδα. Στη στενή περιοχή της πυραμιδικής κορυφής βρίσκεται ένα ολιγάριθμο κοινωνικά ανώτερο στρώμα (οι φορείς της επίσημης ιδεολογίας) που συνδυάζει υψηλή μόρφωση και συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι ενώ, αντίθετα, στην ευρεία πυραμιδική βάση βρίσκονται οι πολυάριθμες καοινωνικά κατώτερες μάζες που χαρακτηρίζονται από αγγραμματοσύνη, de facto αποκλεισμό από το πολιτικό γίγνεσθαι και εθνοπολιτισμική ποικιλότητα. Παραθέτει μία ενδιαφέρουσα εκτίμηση για τον 10° αιώνα όπου, σε έναν συνολικό πληθυσμό 18 εκατομμυρίων, οι αττικίζοντες (δηλαδή αυτοί που μπορούν να διαβάσουν και να γράψουν τον  κλασικό γραπτό λόγο) εκτιμώνται σε 300 άτομα. Ακόμα και αν ήταν δέκα φορές περισσότεροι, συνεχίζει ο Στουραΐτης, πάλι μιλάμε για 1 αττικίζοντα για κάθε 60.000 άτομα.

Παρακάτω παραθέτει δύο ενδιαφέροντα χωρία από τα «Τακτικά» του Λέοντα του Σοφού: στο ένα ο Λέων συνιστά στον θεματικό στρατηγό αν είναι δυνατόν να διορίσει εγγράμματους Τουρμάρχες (τουλάχιστον ο πρεσβύτερος Τουρμάρχης = θεματικός υποστράτηγος να είναι εγγράμματος), κάτι που δείχνει το εύρος της αγραμματοσύνης, ενώ στο άλλο χωρίο ο Λέων συνιστά πολύγλωσσους μανδάτωρες για την επικοινωνία μεταξύ των βάνδων, κάτι που δείχνει την εθνοπολισμική ποικιλότητα των μαζών αι το ότι η γνώση της Ελληνικής δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη (σλδ 196-7, υποσημ. #83,84,85).

Τα παραπάνω επιτρέπουν στον Στουραΐτη να κάνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία ενός δυσνόητου χωρίου από την Αλεξιάδα της Κομνηνής (Αλεξιάς, 15.7.9). Στο ορφανοτροφείο που ίδρυσε ο Αλέξιος Κομνηνός κάποιος μπορούσε να βρει έναν Λατίνο να μορφώνεται, έναν Σκύθη να ελληνίζει, έναν Ρωμαίο να μεταχειρίζεται τα συγγράμματα των Ελλήνων και τον αγράμματο Έλληνα να ελληνίζει ορθά.

Γι΄αυτό το χωρίο πρέπει κάποτε να κάνω μια ξεχωριστή ανάρτηση, επειδή μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κοινά παραδεκτή ερμηνεία για το τι εννοεί ως «Ρωμαίο» η Κομνηνή και τι εννοεί ως «αγράμματο Έλληνα». Διάφοροι μελετητές έχουν ερμηνεύσει διαφορετικά αυτό το χωρίο.

Ο Στουραΐτης συνδυάζει την συζήτηση που έχει ήδη κάνει για την κοινωνική πυραμίδα με το σχόλιο του Roderick Beaton (σλδ 198, υποσημ. #88) ότι ο μόνος που δεν είναι «βάρβαρος» σε αυτό το χωρίο είναι ο Ρωμαίος. Όλοι οι άλλοι (Λατίνος, Σκύθης και αγράμματος Έλλην) πρέπει να μάθουν να ελληνίζουν, ενώ ο Ρωμαίος ξέρει ήδη να ελληνίζει (ορθά), απλώς στο ορφανοτροφείο του δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει τα συγγράμματα των [αρχαίων] Ελλήνων.

Επομένως, ο Στουραΐτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «Ρωμαίος» σε αυτό το χωρίο είναι το μέλος της ολιγάριθμης αττικίζουσας ελίτ (οι φορείς της αττικής γλώσσας και της επίσημης Ρωμαϊκής ιδεολογίας) και ο «αγράμματος Έλλην» είναι ο μέσος αγράμματος ή ημιεγγράματος ελληνόφωνος ως εθνοτική κατηγορία (όχι εθνοτική ομάδα, αλλά ητική κατηγοριοποίηση της άεθνης λόγιας ελίτ, η οποία δεν είχε καμιά πρόθεση εθνοτικής ταύτισης με τους αρχαίους Έλληνες και η οποία διέθετε τις απαραίτητες γνώσεις για να «δει» μια ελληνική εθνοτική κατηγορία). Για να καταλάβετε αυτήν την σελίδα του Στουραΐτη πρέπει πρώτα να κατανοήσετε την διαφορά μεταξύ εθνονικής ομάδας (ethnic group, ethnie) και εθνοτικής κατηγορίας (ethnic category) του Anthony D. Smith. Η εθνοτική ομάδα υφίσταται όταν όλα τα κοινωνικά στρώματα έχουν (ημική) συνείδηση της κοινής τους εθνοτικότητας. Αντίθετα, η εθνοτική κατηγορία είναι μια ητική (= που γίνεται από άλλους) κατηγοριοποίηση ενός πληθυσμού που ο ίδιος μπορεί και να μην έχει συνείδηση ότι αποτελεί εθνοτική ομάδα). Για να εξηγήσει ο Στουραΐτης την ικανότητα της ελίτ να δει ητικά (ως «άλλος») μια ελληνική εθνοτική κατηγορία αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι η Ρωμαϊκή ελίτ ήταν άεθνη και δεν ένοιωθε ανάγκη εθνοτικής ταύτισης με την ελληνόφωνη εθνοπολιτισμική ομάδα.

Επομένως, επειδή ο Πέρτιναξ με πληροφόρησε ότι ήδη συνάντησε «γραικωρύχους» που χρησιμοποίησαν τον Στουραΐτη για να «αποδείξουν» την δήθεν ελληνική συνέχεια, ο Στουραΐτης ξεκαθαρίζει σε πολλά σημεία του άρθρου του ότι δεν υπήρχε κάποια ελληνική εθνοτική ομάδα, μόνο μία (ητικά ιδωμένη) εθνοτική κατηγορία «Ελλήνων/Γραικών». Ο «άλλος» που βλέπει αυτούς τους «Έλληνες/Γραικούς» ανάμεσα στους υπηκόους είναι η άεθνη ελίτ.

Παραθέτω παραδειγματικά δύο σημεία όπου ο Στουραΐτης εκφράζει ξεκάθαρα την θέση του για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις:

[σλδ 198] More over, this ethno-cultural categorization of the Greek-speaking masses by Anna, as a member of the Roman élite, was hardly intended to imply an historical identification of this élite with the ancient Hellenes.

[σλδ 206] First, the Eastern Roman ruling élite did not employ Greek ethnic discourse to circumscribe its self-identification up to the thirteenth century;

[σλδ 209] On a conceptual level, the post-seventh century Greeks can hardly be regarded as anything more than an ethnic category.

Πάμε παρακάτω. Στην σελίδα 199 ο Στουραΐτης εξηγεί την κοινωνική διάκριση μεταξύ της υψηλής (και άεθνης) Ρωμαϊκής άρχουσας τάξης και των «ημιβαρβάρων» (semibarbarian) αγράμματων μαζών, ανάμεσα στις οποίες τοποθετεί και τους αγράμματους Ελληνόφωνους. Σε αυτό το σημείο δεν διαφέρει από την ερμηνεία του Καλδέλλη για τον Κομνήνειο Ελληνισμό ως όργανο κοινωνικής διάκρισης αττικιζόντων και «βαρβάρων» (ο Στουραΐτης στην σλδ 200 παραθέτει παραδείγματα από τον Ψελλό, τον Μιχαήλ Χωνιάτη και τον Γεώργιο Τορνίκη).

Στη σελίδα 201 (η συζήτηση αρχίζει από την τελευταία παράγραφο της σλδ 200) ο Στουραΐτης περιγράφει τα χωρία του Νικήτα Χωνιάτη και του Ιωάννη Κίνναμου για τους «Χριστιανούς» της λίμνης Πουσγούσης που προτίμησαν να πολεμήσουν με τους Ικονιάτες Τούρκους εναντίον των Ρωμαίων, χωρία τα οποία έχει περιγράψει και η Gill Page. Στο τέλος της σελίδας 201 ο Στουραΐτης προσθέτει εύστοχα ότι αυτά τα χωρία μας δείχνουν μόνο πώς έβλεπαν αυτούς τους πληθυσμούς οι «υψικείμενοι» Ρωμαίοι, αλλά δεν μας λένε τίποτε για το τι πίστευαν ότι ήταν οι ίδιοι οι χριστιανικοί (και μάλλον ελληνόφωνοι) πληθυσμοί της λίμνης.

Παρακάτω ο Στουραΐτης χρησιμοποιεί αυτό το παράδειγμα για να τονίσει ότι χρειάζεται προσοχή στην εφαρμογή της Ρωμαϊκής εθνοτικής ταυτότητας, για την οποία γράφει ότι είχε αρχίσει να διαποτίζει την ελίτ κατά τον «μακρό» 12° αιώνα.

[σλδ 202] This incident demonstrates that, even though the long twelfth century was admittedly a period of gradual transition from imperial to ethnic notions of Romanness on the level of the social élite, one should still be very cautious before attributing Roman ethnic solidarity to broader segments of the provincial masses.

Στην σελίδα 205 εξηγεί την πεποίθησή του ότι μέχρι τα τέλη του 11ου αιώνα δεν υπήρχε το πρόσφορο έδαφος για τον σχηματισμό εθνοτικών ομάδων εντός της Ρωμανίας και, ειδικότερα, μιας Ρωμαϊκής εθνοτικής (ή κατά Καλδέλλη εθνικής) ομάδας. Η σημαντικότερη συλλογική ταυτότητα των μαζών ήταν μάλλον η τοπική, ενώ η θρησκευτική ταυτότητα ήταν η πιο στέρεα κοινή υπερτοπική συλλογική ταυτότητα.

[σλδ 205] One could plausibly argue that before the late eleventh century the geopolitical and ideological structures of territorial empire in Byzantium neither favoured the existence of full-blown ethnic communities nor the crystallization of a Roman ethnic or, for that matter, national discourse. […] If we were to attempt a classification of the multiple identities of common people in the provinces according to their degree of importance, local and regional identity should, beyond doubt and by far, be considered as the most significant for the self-identification of the majority of the masses, whereas religious identity should rather be seen as the more solid collective identity within the empire.

Στο τελευταίο μέρος του άρθρου του ο Στουραΐτης εξετάζει αυτό που ονομάζει ως «το ελληνικό αίνιγμα» (The Greek “riddle”, αρχίζει στη σλδ 206).

Στις πρώτες σελίδες (206-7) εξηγεί τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει στη μελέτη του, παραθέτοντας την περίφημη εξάδα κριτηρίων εθνοτικότητας του Smith και τους ορισμούς των όρων «εθνοτική κατηγορία», «εθνοτικό δίκτυο/σύνδεσμο» και «εθνοτική ομάδα» (ethnic category, ethnic network/association, ethnic community/ethnie αντίστοιχα).

Στην δεύτερη παράγραφο της σελίδας 207, εξηγεί τον κίνδυνο «πραγμοποίησης» (reification) της εθνοτικότητας, μέσα από την ανάγνωση εθνοτικών κατηγοροποιήσεων σε γραπτά λογίων ατόμων. Με απλά λόγια, το ότι οι λόγιοι ταξινομούν τους πληθυσμούς σε «εθνοτικές κατηγορίες» δεν σημαίνει ότι υπάρχουν και οι αντίστοιχες «εθνοτικές ομάδες». Οι τελευταίες υπάρχουν μόνον όταν υπάρχει απόδειξη ότι και οι μάζες έχουν διαποτιστεί από το φαινόμενο της εθνοτικότητας.

Αμέσως παρακάτω, ο Στουραΐτης επαναλαμβάνει το βασικότερο αξίωμα της Σύγχρονης Εθνολογίας (μεταμπαρθιανή εποχή, Fredrik Barth), ότι η εθνοτικότητα είναι ένα εφήμερο κοινωνικό κατασκεύασμα (με τα λόγια του Barth “evanescent social construct”). Αυτό σημαίνει ότι η «συνέχεια» δεν είναι κάτι που πρέπει να θεωρείται δεδομένο, αλλά κάτι που υφίσταται μόνον όταν η κάθε γενιά αποφασίζει συνειδητά να συνεχίσει την εθνοτική ταυτότητα των προηγουμένων.

[σλδ 207] This theoretical framework pays due heed to the fact that populations are systematically classified as cultural collectivities through ethnonyms in the historiographical narratives, but also that these narratives mainly represent the views of literate social elites and do not, therefore, a priori reflect the identities of broader segments of the named populations. This anticipates the dangers of groupism and reification of ethnicity. Moreover, as opposed to primordialism, ethnicity is here seen as a social construct that comes and goes. The historical persistence of some ethnic identities, as opposed to others, over time refers not to an essentialist approach of linear continuity of the group, but to the recurrence of notions of historical ethnic culture (usually among the members of literate élites) which can be marked, nonetheless, by deep changes and ruptures with regard to ethnic symbols, values and customs.

Στην σελίδα 208 αναφέρει ότι εξαιτίας του εκχριστιανισμού το εθνωνύμιο «Ἕλλην» βαθμιαία αντικαταστάθηκε από το «Γραικός», ότι πολλά λεξικά εξισώνουν τους δύο όρους και ότι, από τον ύστερο 11° αιώνα, ο όρος «Ἕλλην» επανέρχεται στο προσκήνιο από τον Ψελλό.

Ως παραδείγματα, στη συνέχεια, αναφέρει τους «Γραικούς» που ο Πορφυρογέννητος αναφέρει στην Αχαΐα/βόρεια Πελοπόννησο, τους οποίους αντιπαραβάλλει στους «Σλάβους» εξεγερθέντες (~807 μ.Χ.) εξηγώντας ότι και οι δύο θεωρούνται Ρωμαίοι υπήκοοι και, απλώς διακρίνονται ως εθνοτικές κατηγορίες. Υπάρχουν πολλά που θέλω να πω γι΄αυτό το χωρίο, αλλά το αφήνω για μελλοντική ανάρτηση.

Παρακάτω ο Στουραΐτης ορίζει την «Ελληνική/Γραικική» εθνοτική κατηγορία ως κατοικούσα στον πατροπαράδοτο περιαιγαιακό χώρο με «οριζόντιο» (horizontally) όριο/τοιχίο την ταξική διάκριση με την λόγια και άεθνη Ρωμαϊκή ελίτ και με «κατακόρυφο» (vertically) όριο/τοιχίο τους αντικειμενικούς εθνοτικούς δείκτες (γλώσσα, ήθη κλπ) που την διαχωρίζουν από τις άλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες.

Στις σελίδες 209/210 αφού εξηγεί ότι οι «Έλληνες/Γραικοί» είναι απλά και μόνο μία εθνοτική κατηγορία, στη συνέχεια προσθέτει ότι η απροθυμία της άεθνης Ρωμαϊκής άρχουσας ελίτ να ταυτιστεί με τους [αρχαίους] Έλληνες ανέστειλε την οποιαδήποτε διάθεση [ελληνικής] εθνοκεντρικής ιδεολογίας, ενω ο Χριστιανισμός υπήρξε καταλυτικός στην βαθμιαία κατάργηση εννοιολογικών (notional) σχέσεων με τον παγανιστικό Ελληνικό πολιτισμό.

Παρακάτω, ο Στουραΐτης αναλύει μερικά χωρία του Ψελλού, στα οποία θεωρεί ότι ο όρος «Ἕλλην» αναφέρεται στην «ελληνική/γραικική» εθνοτική κατηγορία. Για το πρώτο από αυτά με τον Καβάσιλα «που δεν ήταν Έλληνας στο γένος, αλλά είχε το ηρωικό είδος του καλλίστου γένους» υπάρχουν και εναλλακτικά διαβάσματα, ενώ το δεύτερο είναι πολύ περίεργο -κατά τη γνώμη μου- επειδή οι «Έλληνες» αναφέρονται μαζί με προβληματικές κατηγορίες όπως «Βαβυλώνιοι» και «Πέρσες». Τέλος πάντων, τα αφήνω για μελλοντικές αναρτήσεις.

Το τρίτο παράδειγμα του Ψελλού, είναι στην παραγματικότητα λόγια του μαθητή και -αφορισμένου- διαδόχου του Ιωάννη του Ιταλού. Ο Ψελλός εξηγεί ότι του άρεσε η απάντηση που έδωσε ο Ιταλός όταν ρωτήθηκε γιατί ασχολείται με την Ελληνική Σοφία. Ο Ιταλός απάντησε πως φτάσαμε σε σημείο να «ελληνίζουν οι βάρβαροι» (Άραβες), ενώ οι «γνήσιοι» κληρονόμοι αυτής της σοφίας, «οι Έλληνες» που κατοικούν «στην Ελλάδα και την άποικο Ιωνία» (~ περιαιγαιακός χώρος), «να βαρβαρίζουν» και να μιλάνε όχι απλά σαν «ημίονοι» (μουλάρια), αλλά σαν «όνοι» (γαϊδούρια).  Το ακριβές χωρίο του Ψελλού παρατίθεται στην σελίδα 211, υποσημείωση #133.

Στην συνέχει αναφέρει τον Ιωάννη Τζέτζη και την «ελληνική» του καταγωγή από τον «Έλληνα» (Κωνσταντινουπολίτη) πατέρα του, ερμηνεύοντας τις αναφορές αυτές βάσει του ότι ο πατέρας του Τζέτζη ήταν Κωνσταντινουπολίτης και η Κων/πολις βρισκόταν στο αρχαίο Βυζάντιο, το οποίο ήταν [αρχαία] Ελληνική αποικία και, κατά συνέπεια, βρισκόταν στην «ιστορική ελληνική περιοχή».

Με αυτά τα χωρία του Ψελλού, ο Στουραΐτης μεταφέρει κατά έναν περίπου αιώνα νωρίτερα σε σχέση με τον Καλδέλλη (που ανανγωρίζει ως αφετηρία τον Τζέτζη), την έναρξη της χρήσης του όρου «Ἕλλην» των λογίων. Ωστόσο, στην σελίδα 213 ο Στουραΐτης παραθέτει -όπως και ο Καλδέλλης- την αναφορά τους Τζέτζη στους «βάρβαρους Αύσονες» (αρχαίους λατινόφωνους Ρωμαίους) στους οποίους κατατάσσει τον Ισαάκ Κομνηνό ως στρατιωτικό. Με άλλα λόγια, ο Τζέτζης ως ελληνιστής (κάτοχος της ελληνικής σοφίας/παιδείας) είναι «Ἕλλην», αλλά ο Ισαάκ Κομνηνός ως στρατιωτικός (κάτοχος της πολεμικής αρετής των Ρωμαίων) είναι πιο κοντά στους «βάρβαρους Αύσονες» και είναι εξοικειωμένος με τα έθιμά τους.

Στην σελίδα 216 ο Στουραΐτης αντιπαραβάλλει τα λόγια του Ιωάννη Δούκα Βατάτζη (13ος αιώνας) με αυτά του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (10ος αιώνας). Ο δεύτερος πίστευε ότι ήταν ένας ελληνίζων Ρωμαίος που είχε αποβάλει την πατρώα Ρωμαϊκή γλώσσα, ενώ ο πρώτος αναγνώρισε ότι ανήκε στο σοφό γένος των Ελλήνων, το οποίο επέλεξε ο Μέγας Κωνσταντίνος ως κληρονόμο της ρωμαϊκής παράδοσης.

Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι δικαιολόγησης του γιατί, από ένα σημείο και μετά, μια ελληνόφωνη ελίτ έγινε ο φορέας της ρωμαϊκής πολιτικής ιδεολογίας. Ο Πορφυρογέννητος πίστευε ότι αυτή η ελίτ ήταν εξελληνισμένοι γλωσσικά Ρωμαίοι, ενώ ο Βατάτζης πίστευε ότι ήταν Έλληνες στην καταγωγή τους οποίους ο Κωνσταντίνος επέλεξε ως κληρονόμους.

Ωστόσο, ο Στουραΐτης ξεκαθαρίζει (σλδ 217) ότι ο σκοπός του Βατάτζη δεν ήταν να τονίσει την «Ελληνική» του καταγωγή, αλλά να αποκλείσει τους «Λατίνους» από την ρωμαϊκή κληρονομιά. Αφού ο Κωνσταντίνος άφησε την Ρωμαϊκή κληρονομιά στους «Έλληνες», οι «Λατίνοι» που δεν είναι «Έλληνες» δεν έχουν κανένα δικαίωμα σ΄αυτήν.

[σλδ 217] Within this framework, the emperors of Nicaea were not seeking to distance themselves from the Roman identity of their Constantinopolitan predecessors. Their choice to redefine the normative Roman political discourse by binding it to a, for centuries suppressed, myth of Hellenic ethnic descent was not intended to invent or construct a new identity. The notion of Greek ethnicity was not instrumentalized to marginalize Romanness in favour of Greek nationhood, but to define the bearers of the historic Hellenic culture as the only worthy heirs of the roman political culture, that is, the only “true” Romans.

Ο Καλδέλλης πιστεύει ότι ο Βατάτζης αναφέρθηκε στην καταγωγή του από το «σοφό γένος των Ελλήνων» μόνο και μόνο επειδή απαντούσε σε επιστολή του Πάπα, ο οποίος είχε γράψει «εσύ που κατάγεσαι από το γένος [των «Γραικών»] που γέννησε την σοφία δεν μπορείς να είσαι παράλογος». Έτσι εκμεταλλεύτηκε αυτά τα λόγια του Πάπα για να πάρει το πάνω χέρι στο κυρίως θέμα της επιστολής του που ήταν ότι η Νίκαια είναι ο πράγματικός κληρονόμος της Ρωμαϊκής παράδοσης. Δηλαδή η ερμηνεία του Καλδέλλη είναι ότι ο Βατάτζης απάντησε στον Πάπα «επειδή, όπως είπες, από εμάς βγήκε η σοφιά, άκουσε εμάς τους σοφούς όταν σου λέμε ότι εμάς επέλεξε ως διαδόχους ο Μέγας Κωνσταντίνος».

Επομένως, ο Στουραΐτης εν τέλει συμφωνεί με τον Καλδέλλη στο ότι ο Βατάτζης ενδιαφέρεται πρωτίστως να παρουσιαστεί ως ο «κανονικός» κάτοχος της Ρωμαϊκής κληρονομιάς.

Στην σελίδα 218 ο Στουραΐτης αναφέρει κάτι που έχει επισημάνει και ο Χρήστος Μαλατράς: μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261, όλη η νικαιακή «ελληνική» έξαψη παύει και ξαναρχίσει το συνηθισμένο Ρωμαϊκό μοτίβο.

[σλδ 218] This vision of community imposed the regression of Hellenic ethnic discourse by the normative political ideology of the imperial office after the recapture of the imperial city Constantinople in 1261.

Ωστόσο, το νέο πρόβλημα της ελίτ της Παλαιολόγειας αυτοκρατορίας ήταν ότι έπρεπε πια να περιγράψουν μια κατάσταση στην οποία ένα μεγάλο μέρος της Ρωμαϊκής εθνοπολισμικής συλλογικότητας ζούσε πια εκτός των ρωμαϊκών πολιτικών ορίων.

[σλδ 219] Nevertheless, the imperial office’s normative discourse of regnal Romanness was now emphatically contradicted by the social reality of a politically fragmented ethno-cultural collectivity of Romans that existed beyond Constantinople’s realm.

Ο Στουραΐτης κλείνει το άρθρο του αναφέροντας πολύ συνοπτικά πως πέρα από την ελιτιστική Ρωμαϊκότητα υπήρχε και μια διαφορετική δημοτική Ρωμαϊκότητα (popular Romanness, ethno-religious, ethno-linguistic) των μαζών.

[σλδ 219-20] in corroborating discrepancy between the Roman identity of the social élite and the popular Romanness (ethno-religious/ethno-linguistic) of those segments of the illiterate and semi-illiterate masses that shared notions of belonging to a Roman ethno-cultural collectivity.

Εδώ τελείωσα την παρουσίαση του άρθρου του Γιάννη Στουραΐτη. Έχω σκοπό να κάνω μερικές αναρτήσεις με θέμα τον περαιτέρω σχολιασμό ορισμένων σημείων του άρθρου.

Advertisements

7 Comments

Filed under Εθνολογία

7 responses to “Ο Ιωάννης Στουραΐτης για την Βυζαντινή συλλογική ταυτότητα

  1. Simplizissimus

    Ο συγγραφέας του Βίου δεν παρουσιάζει τους Ατταλειάτες ούτε σαν τον «Περιούσιο Χριστώνυμο Λαό» που πολεμάει τους «άπιστους Αγαρηνούς», ούτε σαν «Ρωμαίους» που υπερασπίζονται κάποια ευρύτερη «Ρωμαϊκή Πατρίδα», αλλά τους παρουσιάζει σαν μια ιδιοτελή τοπική κοινότητα που βρίσκεται ανάμεσα σε «Σκύλλα και Χάρυβδη» (από τη μια η αραβική απειλή και, από την άλλη, η επιβολή της αυτοκρατορικής ισχύος της Κωνσταντινούπολης).

    Εγώ, Σμερδαλέε, δεν θα βάσιζα κανένα επιχείρημα σε αυτό το συμβάν, γιατί πρόκειται ολοκάθαρα για μια δικαιολογία που εκστομίζει προς τον εισβολέα μια ανίσχυρη και τρομαγμένη κοινότητα. Του λέει ό,τι θα ήθελε να ακούσει.

    • Και εγώ αυτό ακριβώς είπα στον Περτίνακα (:) :)).

      Το παρομοίασα με τον Πέτρο που σε ένα βράδυ (όταν κρινόταν το τομάρι του) απαρνήθηκε τρεις φορές τον Χριστό.

      Αλλά με τούμπαρε ο Πέρτιναξ λέγοντας πως δεν πρέπει να εστιάσουμε στον Αντώνιο, αλλά στον συγγραφέα του βίου που έβαλε αυτά τα λόγια στον Αντώνιο.

  2. Pertinax

    ο Στουραΐτης ξεκαθαρίζει σε πολλά σημεία του άρθρου του ότι δεν υπήρχε κάποια ελληνική εθνοτική ομάδα, μόνο μία (ητικά ιδωμένη) εθνοτική κατηγορία «Ελλήνων/Γραικών». Ο «άλλος» που βλέπει αυτούς τους «Έλληνες/Γραικούς» ανάμεσα στους υπηκόους είναι η άεθνη ελίτ.

    Όποιος γνωρίζει τη θεωρία του Σμιθ για την εθνότητα και αρχίσει να διαβάζει αμερόληπτα πηγές της μεσοβυζαντινής περιόδου, σ’ αυτό το συμπέρασμα θα καταλήξει.

    Scripta manent που έλεγαν και οι πάλαι Ρωμαίοι

    #1 (πρόσεξε τον ισχυρισμό του Καραμπελιά ότι το χωρίο της Κομνηνής αποδεικνύει πως η ελληνική συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων ήταν προγενέστερη των ελίτ)

    #2 από μια αντιπαράθεση με τον Γιάννη/Porta Aurea στο Αντίβαρο (το αντιγράφω εδώ γιατί το σχόλιο είναι σεντόνι)
    Με σβορώνεια κριτήρια καί ελληνική εθνότητα υπήρχε καθόλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων καί ήταν η κυρίαρχη. Μόνο που για τον Σβορώνο η εθνότητα ήταν όρος μονοδιάστατος, ενώ σήμερα υπάρχει η διαλεκτική ανάμεσα στις εθνοτικές κοινότητες και στις εθνοτικές κατηγορίες. Το ότι μπορεί να υπάρχουν εθνοτικές κατηγορίες (στα μάτια εξωτερικών παρατηρητών, όπως οι Έλληνες στις αναφορές της Κομνηνής και του Πορφυρογέννητου) που δεν αποτελούν κοινότητες, ίσως και να είναι light μοντερνισμός*. Είναι όμως η θεωρία του Anthony Smith, του Νο1 αντιπάλου των μοντερνιστών.

    * Το light μοντερνισμός είναι κοτσάνα` έπρεπε να πω light αναθεωρητισμός/αποδομητισμός (μοντερνισμός=αποδόμηση της διαχρονικότητας του έθνους, άρα “εθνοαποδομητισμός” για τους εθναμύντορες, γι’ αυτό και η πατάτα).

    Βέβαια, άλλο να τα λένε αυτά ιντερνετικοί σχολιαστές και μπλόγκερς και άλλο βυζαντινολόγοι.

    • Παραθέτω ένα πολύ ωραίο και διδακτικό παράδειγμα εθνοτικής κατηγορίας (οι «Πέρσες» = Χουρραμίτες Κούρδοι στον Γενέσιο) στην ανάρτηση που θα τελειώσω σε λίγο.

      Από εκεί και μετά, είναι εξαιρετικά απίθανο η μάζα να προηγηθεί της ελίτ στην επανασύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, γιατί η τελευταία προϋποθέτει κλασική παιδεία και η μόνη πηγή πληροφόρησης της αναλφάβητης μάζας ήταν η Εκκλησία του χωριού, όπου ο εκάστοτε παπάς σίγουρα θα μιλούσε για τους Έλληνες ως «δυσσεβείς άλλους» («εχθρούς» των χριστιανών προγόνων των σημερινών χριστιανών).

      Έχει ενδιαφέρον ότι η πρώτη μη ελιτιστική μαρτυρία συνειδητής ταύτισης Ρωμαίων και Ελλήνων γίνεται στο Χρονικό του Μορέως (14ος αιώνας), που οι περισσότεροι μελετητές το αποδίδουν σε Φράγκο του Μοριά (δλδ σε άτομο που βλέπει ως εθνοτική κατηγορία διαχρονικούς «Γραικούς») που έμαθε να μιλάει ελληνικά (ή «ρωμαίικα» όπως ονομάζονται στο Χρονικό, όταν ο Γουλιέλμος τα μιλάει διαπραγματευόμενος με τον Ιωάννη Παλαιολόγο μετά την μάχη της Πελαγονίας).

      Έχει ενδιαφέρον ότι οι «Λατίνοι» ήδη από το 1100 (τουλάχιστον) προσπαθούν να συνδέσουν τους σύγχρονούς τους «Γραικούς» με τους αρχαίους Έλληνες. Ο Γουίλιαμ της Απουλίας στην ιστορία του βάζει τον βυζαντινό διοικητή της νότιας Ιταλίας Εξαύγουστο Βοϊοάννη κάτι εντελώς εξωπραγματικά λόγια (για όποιον γνωρίζει τα πραγματικά λόγια που οι Ρωμαίοι διοικητές πρέπει να πουν («Τακτικά») ή λένε (στις διάφορες μάχες που περιγράφουν οι βυζαντινές πηγές) στους Ρωμαίους στρατιώτες τους πριν από μάχη) να θυμίσει στους άνδρες του την ανδρεία των προγόνων τους, όπως ο Αχιλλέας, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας και ο Μέγας Αλέξανδρος.

      Lads, have pride in your manhood, and don’t allow yourselves to have the hearts of women! What cowardice makes you always run away? Remember your forefathers whose courage made the whole world subject to them. Hector, the bravest of men, fell before the arms of Achilles. Troy was reduced to flames by the Mycenean fury. India knew of the gallantry of Philip. Did not his son Alexander through his bravery make the strongest of kingdoms submit to the Greeks? The west and indeed every part of the world was once in fear of us. What people, hearing the name of the Greeks, dared to stand before them in the field? Towns, fortresses and cities could scarcely render their enemies safe from their power. Be valiant, I pray you, remember the courage of your ancestors, and don’t disgrace them by placing your trust in your feet [alone]! He who dares to fight like a man will overcome the strength of the enemy. Try to follow in the footsteps of your ancestors, and abandon now any idea of flight. All the world should know that you are men of courage. One should not fear the Frankish people in battle, for they are inferior both in numbers and in courage.

      Αυτά τα φανταστικά λόγια που εφηύρε ο Γουίλιαμ δείχνουν ότι οι «Λατίνοι» έχουν συνδέσει τους σύγχρονους «Γραικούς» (“Graeci moderni”, όπως μια δυτική πηγή ονομάζει τους Ρωμαίους κατά τον 12ο αιώνα) με τους αρχαίους Έλληνες πολύ πριν το κάνουν οι πρώτοι βυζαντινοί ελληνιστές. Ίσως αυτό εξηγεί γιατί ο Ιωάννης ο Ιταλός (μεγαλωμένος στην Σικελία και νότια Ιταλία), σύμφωνα με τον Ψελλό, θεωρούσε τους σημερινούς «βαρβαρίζοντες Έλληνες» που κατοικούν «στην Ελλάδα και την άποικο Ιωνία» ως τους «γνήσιους κληρονόμους» της αρχαίας Ελληνικής σοφίας.

  3. Simplizissimus

    Δεν πρέπει να εστιάσουμε στον Αντώνιο, αλλά στον συγγραφέα του βίου που έβαλε αυτά τα λόγια στον Αντώνιο.

    Θα ήμουν αφελής εάν νόμιζα ότι διαβάζουμε τα ίδια τα λόγια του Αντωνίου. Όχι βέβαια, έχουμε τα λόγια που ο συγγραφέας του βίου έβαλε στο στόμα του Αντωνίου, ή, για να γίνω ακόμα πιο ακριβής, έχουμε τα λόγια που ο συγγραφέας γνώριζε ότι θα ήθελαν να ακούσουν οι αναγνώστες του. Απευθυνόταν δηλαδή σε ένα κοινό που ζούσε —όπως κι ο ίδιος— μέσα σε ένα συγκεκριμένο πνευματικό περιβάλλον. Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβληματισμού: τι ήθελε να ακούσει το αναγνωστικό του κοινό; Ο βίος του Αντωνίου (βλ. εδώ, όπως κάθε βίος αγίου, παρουσιάζει τον ήρωά του ως υποδειγματικό χριστιανό. Τα χαρίσματα και οι αρετές που αποδίδει στο πρόσωπό του και που τονίζει είναι αυτά με τα οποία κοσμείται ένας αληθινός «ἀθλητής τῆς ἀρετῆς». Ως στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής είναι μεν «ἀνδρειότατος πολεμιστὴς καὶ θαυμαστὸς βουληφόρος», αλλά ως προς τη χριστιανική του πολιτεία είναι εμμονικά «φιλομόναχος». Νηστεύει Τετράδη και Παρασκευή και ολόκληρη τη Σαρακοστή, παλεύει με τους πειρασμούς της σάρκας και του γάμου, και στο τέλος ο Θεός τον ανταμείβει «διὰ τὰς αὐτοῦ εὐπραγίας καὶ τὴν πολλὴν πρὸς Χριστὸν εὐσέβειαν». Πουθενά δεν δίνεται έμφαση (τι λέω; πουθενά δεν γίνεται καν λόγος) για το τι είδους αισθήματα τρέφει απέναντι στην αυτοκρατορία και τον αυτοκράτορα. Η ίδια η λέξη «Ρωμανία» εμφανίζεται μόνο μία φορά, στην αρχή, όταν μας λέγεται ότι ο Αντώνιος «δραπετεύει» από τη Συρία (δεν μας εξηγείται γιατί, ούτε καν γίνεται λόγος για Ισλάμ). Η λέξη «πατρίδα» εμφανίζεται δύο μόνο φορές, και σε αυτές προσδιορίζεται όσο στενότερα γίνεται, εννοείται δηλαδή η γενέθλια κώμη του Αντωνίου, το Φωσσάτον.

    Ειδικότερα, στην περίφημη σκηνή της αντιπαράθεσης με τον Σαρακηνό επιδρομέα, από την οποία ο Στουραΐτης συνάγει αισθήματα εγκατάλειψης των επαρχιών από την κεντρική εξουσία, ή, ακόμα χειρότερα, αισθήματα αποξένωσης, παραθέτω, για να δούμε από πρώτο χέρι, τον διάλογο. Ο Αντώνιος υποδέχεται τον επιδρομέα με τη φράση «Γιατί έκανες τόσον κόπο να έρθεις να συντρίψεις μια τόσο μικρή πολίχνη κι ένα τόσο φτωχό λαό; Αυτό δεν θα σου εξασφαλίσει κανένα τρόπαιο» (Πῶς ἠθέλησας τοσοῦτον κόπον ἀναδέξασθαι ὑπὲρ μικρᾶς πολίχνης καὶ λαοῦ πτωχεύοντος, ὃν καὶ τὸ νικῆσαι οὐ μέγα τρόπαιον). Όποιος έχει διαβάσει Θουκυδίδη (όπως είναι σίγουρο ότι δεν είχε κάνει ο βιογράφος του Αντωνίου) θυμάται ότι αυτό είναι το επιχείρημα που αντιτάσσουν οι Μήλιοι στους Αθηναίους.

    «Εσείς μας αναγκάζετε», του απαντά ο Σαρακηνός, «να κάνουμε την επιδρομή [ως αντίποινα], γιατί στέλνετε [εσείς οι Ρωμαίοι] επιδρομείς και διαγουμίζετε όλα τα παραθαλάσσια της Συρίας (Αὐτοὶ ἡμᾶς ἀναγκάζετε τοῦτο ποιεῖν, ἐξαποστέλλοντες πραιδευτὰς καὶ ληϊζόμενοι πᾶσαν τὴν Συριακὴν παραθαλασσίαν). Δηλαδή: Κάνετε εσείς οι Ρωμαίοι επιδρομές; Ανταποδίδουμε κι εμείς οι Σαρακηνοί, όπως είναι αναμενόμενο, με επιδρομές.

    Ας δούμε τώρα την απάντηση του Αντωνίου, ο οποίος, όπως πολύ σωστά είπες, Σμερδαλέε, βρίσκεται στριμωγμένος με την πλάτη στον τοίχο: «Ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων διατάζει τους αξιωματικούς του να κάνουν ό,τι θέλει και γίνεται. Και στόλους εξαποστέλνει και στρατό εξοπλίζει για πόλεμο εναντίον όσων αντιτάσσονται στην εξουσία του. Κι αυτό γίνεται είτε εμείς εδώ συναινούμε είτε όχι» (Ὁ μὲν βασιλεὺς τῶν Ῥωμαίων τοῖς ἑαυτοῦ ἄρχουσιν ὅτι θέλει κελεύει καὶ γίνεται, καὶ στόλους ἐκπέμπει, καὶ στρατὸν ἐξοπλίζει πρὸς πόλεμον τῶν ἀντιτασσομένων τῇ αὐτοῦ βασιλείᾳ, κἂν θέλωμεν ἡμεῖς, κἂν μὴ θέλωμεν). Με άλλα λόγια, «Στις αποφάσεις που παίρνει ο αυτοκράτοράς μας δεν μας συμβουλεύεται, άρα μη ζητάτε ομαδική ευθύνη, αφήστε μας απ’ έξω, μη μας εμπλέκετε στις διεθνείς σχέσεις». Είναι η απάντηση ενός απελπισμένου, που προσπαθεί με ψευτοδικαιολογίες να σώσει το τομάρι του. Και σημειωτέον ούτε ο Σαρακηνός τον ρωτάει, ούτε ο Ρωμαίος υποχρεώνεται να απαντήσει εάν και σε ποιο βαθμό είναι αφοσιωμένος στον αυτοκράτορά του (πολύ περισσότερο στην αφηρημένη ιδέα της «ρωμαϊκής πατρίδας»). Και το ερώτημα είναι: αφού ο Σαρακηνός δεν έθεσε θέμα αφοσίωσης (loyalty) γιατί να το θέσουμε εμείς; Γιατί να προσθέσουμε στην υπόλοιπη διήγηση αναφορές στη «ρωμαϊκότητα» (αναφορές που δεν έχει, επαναλαμβάνω, ούτε μία το κείμενο), ή γιατί να παρουσιάσει ο βιογράφος τον Αντώνιο να υπερασπίζεται τα «ρωμαϊκά ιδεώδη», αψηφώντας την αντίδραση των Αράβων; Επειδή θα το θέλαμε εμείς έπειτα από δώδεκα αιώνες; 🙂

    Τι γίνεται στη συνέχεια; Προσέχεις ότι οι Σαρακηνοί «ὁμηρευθέντες τῶν ἐκεῖθεν ὑπανεχώρησαν»; Πήραν ομήρους από τους Ατταλειάτες και αποχώρησαν. Εξασφάλισαν έτσι ότι οι Ρωμαίοι δεν θα τους εμπόδιζαν, δεν θα τους χτυπούσαν στα νώτα τη στιγμή της αποχώρησης. Που σημαίνει ότι και οι Σαρακηνοί από την πλευρά τους δεν ήταν λυσσασμένοι για εκδίκηση ή για δόξα, απλώς αναζητούσαν κι εκείνοι έναν εύσχημο τρόπο να απαγκιστρωθούν. Έτσι φαίνεται πως κυλούσε η ζωή στις «άκρες» της αυτοκρατορίας. Με ευσχήμονες αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ήταν πάγια πολιτική, την οποία ο Αντώνιος δεν είχε κανένα λόγο να ανατρέψει.

    Ο Αντώνιος στην περίσταση αυτή φέρθηκε με ύψιστη υπευθυνότητα, έχοντας επίγνωση ότι μια ολόκληρη κοινότητα κρέμεται από τις αποφάσεις και τις πράξεις του. Αν κάτι αποκομίζει ο αναγνώστης από το επεισόδιο, είναι η ανδρεία και το ακατάβλητο του χαρακτήρα του Αντωνίου, στοιχεία που κοσμούν ένα δημόσιο άνδρα και που προστίθενται στις χριστιανικές του αρετές. Δεν νομίζω ότι μαθαίνει κανείς τίποτα για τις σχέσεις με την κεντρική εξουσία ούτε του ίδιου προσωπικά ούτε των κατοίκων της Αττάλειας. Μιλώντας δε για σχέσεις με τη κεντρική εξουσία, και πάλι, όταν αργότερα σε δύο περιπτώσεις ο Αντώνιος υφίσταται το βάρος της αυτοκρατορικής εξουσίας, η σύγκρουση γίνεται σε προσωπικό επίπεδο, έχει να κάνει με ίντριγκες του παλατιού και διαβολές. Πουθενά δεν υπάρχει υποψία απόκλισης από κάποιο αίσθημα «ρωμαϊκότητας». Όπως και δεν υπάρχει υποψία ότι ο αυτοκράτορας δυσανασχέτησε με την πολιτική της «ευσχήμονος αμοιβαίας υποχώρησης» που εφάρμοσε ο Αντώνιος, αφού δεν τον κατηγόρησε γι’ αυτό.

    Τέλος πάντων, πολλά έγραψα για κάτι που ενδεχομένως δεν άξιζε τόσα. Η συζήτηση για τις θέσεις του Στουραΐτη έχει βάθος και καλώς την κάνεις. Ελπίζω να γίνεται κατανοητό ότι δεν επιτίθεμαι στις θέσεις του γενικά, αλλά σε ένα μόνο σημείο, σε αυτή την εσφαλμένη ανάγνωση μιας πηγής, από την οποία ο Στουραΐτης προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα που δεν βγαίνουν.

    Διάλειμμα για ξεκούραση: Δε φαντάζεσαι πώς μου άρεσε η έκφραση που βρήκα στο βίο: «Πορευθέντες πρὸς τὸν ἄρχοντα Ἔχιμον εἴπατε αὐτῷ τὰ καὶ τά». Τι ωραίο! «Το και το» ήδη από τον ένατο αιώνα.

    • Ωραία η ανάλυσή σου Simplizissimus!

      Θα προσθέσω μερικά πράγματα για το ιστορικό πλαίσιο.

      Α) Ο «Όσιος Αντώνιος» γεννήθηκε Ιωάννης Έχιμος στο Φουσσάτον/Φωσσάτον της Παλαιστίνης, όπως ανέφερες και εσύ, και ήρθε ως έπηλυς στην Ρωμανία.

      Όπως σωστά παρατήρησες, ο συγγραφέας του Βίου θεωρεί ως «πατρίδα» του «Αντωνίου» όχι την Ρωμανία, αλλά το χωριό του στην Παλαιστίνη, κοντά στην Ιερουσαλήμ. Επομένως, δεν έχει κανέναν λόγο να βάλει «πατριωτικά περί Ρωμανίας λόγια» στο στόμα του Παλαιστίνιου πρωταγωνιστή του, για τον οποίο γράφει ότι «εισήλθε στην Ρωμανία/στην Ρωμαίων χώρα έφηβος».

      2. ὁ μακαρίτης καὶ καθ᾿ ἡμᾶς Ἀντώνιος γένος μὲν ἦν Παλαιστῖνος, εὐγενῶν τε γονέων υἱὸς Φωτεινοῦ καὶ Εἰρήνης προσαγορευομένων, πόλεως δὲ καλουμένης Φωσάτον,ἀπὸ δεκαοκτὼ σημείων τελούσης τῆς ἁγίας Σιὼν Ἱερουσαλήμ.

      9. πρὸς τοῦτον τοιγαροῦν τὸν θεσπέσιον Ἰωάννην καὶ οἱ τοῦ μακαρίου πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου γονεῖς συνεχέστερον φοιτῶντες καὶ τὰς ἁγίας αὐτοῦ εὐχὰς πιστῶς κομιζόμενοι παρεκάλεσαν αὐτὸν ὅπως ὁ υἱὸς αὐτῶν Ἰωάννης διακονῇ αὐτῷ. ἐν τῷ οὖν συνεῖναι τῷ ἁγίῳ πατρὶ τὸν παῖδα Ἰωάννην, μιᾷ τῶν ἡμερῶν λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ τοῦ θεοῦ δοῦλος· «οἶδας, τέκνον, οὐ πρὸς χάριν λέγω· μέλλεις ἐξέρχεσθαι ἀπὸ τῶν ὁρίων Συρίας καὶ τὴν Ῥωμανίαν κατοικεῖν,

      10. ἀμέλει τῆς μητρὸς αὐτοῦ τελευτησάσης καὶ τοῦ πατρὸς εἰς δεύτερον συνοικέσιον ἐληλυθότος, ὁ Ἰωάννης τῆς μητρῴας κληρονομίας ἐγκρατὴς γενόμενος, παραλαβών τε τὸν ἴδιον ἀδελφὸν καὶ τὴν τούτου σύγγονον Θεοδούλην, σὺν ἑτέροις πλείοσι χριστιανοῖς διαλαθόντες τῶν αὐτόθι ἀποδιδράσκουσιν· καὶ ἐλθόντες εἰς τὸ θέμα τῶν Κιβυραιωτῶν κατεσκήνωσαν ἐν πόλει Ἀτταλείᾳ πρὸς θάλασσαν. ἦν δὲ ὁ Ἰωάννης ἔφηβος, ὅτε τὰ Ῥωμαίων κατέλαβεν, τὴν ἡλικίαν ὑπὲρ τὸν χρόνον ἄγων, εὐμήκης τε καὶ ἀνδρειότατος τὴν ἕξιν πεφυκώς, καὶ φρόνιμος τῇ συνέσει, δυνάμενος ἐν τοῖς κατὰ βίον πρακτικοῖς διανοεῖσθαι ὀρθότατα καὶ τὸ συμφέρον εὐχερῶς πορίζεσθαι. ἤδη δὲ τοῦ νεανίσκου τὸν χρόνον ἀνύοντος αὐτοῦ, κατέλαβεν ὁ στόλος μετὰ τοῦ ἑαυτῶν πατρικίου. τῶν οὖν ἐξεχόντων τῆς πόλεως μετὰ τῆς ἐξ ἔθους καταστάσεως εἰς ἀπαντὴν ἐληλυθότων τοῦ ἄρχοντος, παρῆν σὺν αὐτοῖς καὶ ὁ Ἰωάννης ὑπερέχων τῶν πολλῶν τῷ ἀναστήματι καὶ ἀνδρικὴν ὄψιν προβεβλημένος. ἀποβλέψας δὲ εἰς αὐτοὺς ὁ ἄρχων καὶ θεασάμενος τὸν Ἰωάννην, ἐκ πρώτης ὄψεως ἀρεστὸς ἐφάνη ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ (δειναὶ γὰρ ἀνδρῶν ἐμφρόνων ψυχαὶ
      [p. 194] ἐκ τεκμηρίων ὄψεως τὸ μέλλον καταστοχάσασθαι) καὶ προσκαλεσάμενος λέγει αὐτῷ· «πόθεν εἶ καὶ πῶς τὰ κατὰ σέ» καὶ μαθὼν παρ᾿ αὐτοῦ τό τε γένος καὶ τὴν πατρίδα ἐκέλευσεν αὐτὸν ἐν τοῖς οἰκιακοῖς αὐτοῦ εἶναι καὶ αὐτῷ κατὰ πρόσωπον ἀδιασπάστως παρίστασθαι.

      Β) Η «τεταμένη» σχέση Ατταλειατών και Αυτοκράτορα.

      Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β΄ έστειλε τον «Αντώνιο»/Ιωάννη στην Αττάλεια (πρωτεύουσα του θέματος των Κιβυρραιωτών), αμέσως μετά την λήξη της ανταρσίας του Θωμά του Σλάβου, με σκοπό ν΄αποκαταστήσει τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης στο εξεγερμένο θέμα.

      Με άλλα λόγια, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να κρίνουμε την ταύτιση της περιοχής με την Κωνσταντινούπολη, επειδή η περιοχή για 2 χρόνια αναγνώριζε ως νόμιμο αυτοκράτορα τον Θωμά στον Σλάβο (όπως και πρακτικά όλη η αυτοκρατορία).

      Γράφει ο Warren Treadgold στο “The Byzantine Revival: 780-842”:

      [σλδ 242-243] [Μετά τη λήξη της ανταρσίας του Θωμά] Meanwhile, not without difficulty, Michael’s power had been secured in Anatolia. Most of the officers and soldiers left behind by Thomas probably submitted peacefully to the government, but for months some held out as little better than brigands or pirates. Among the Cibyrrhaeots many continued to resist, and evidently kept some degree of organized control over the theme’s territory. […] He [Michael] sent the Imperial fleet to the Cibyrrhaeot theme, which could only be controlled from the sea. Its commander took possession of the theme’s headquarters at Attaleia and began he work of pacification. On his advice, Michael entrusted the theme to an acting strategus, John Echimus, a Palestinian who had lived at Attalia for years as a private citizen.

      Δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο παράδειγμα για να χρησιμοποιηθεί ως «δείγμα» για την ταύτιση ή μη μιας επαρχίας με την ιδεολογία της Κων/πόλεως.

      1) Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι γεννημένος εκτός των συνόρων της Ρωμανίας και ο Βίος θεωρεί ως πατρίδα του την Παλαιστίνη και όχι την Ρωμανία.
      2) Οι κάτοικοι της Αττάλειας μόλις σταμάτησαν την δυετή εξέγερσή τους κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄ στην Κωνσταντινούπολη και ο «Αντώνιος»/Ιωάννης Έχιμος στάλθηκε στην Αττάλεια για να αποκαταστήσει τον έλεγχο του Μιχαήλ Β΄ στο θέμα (επομένως έχουν κάθε λόγο να βλέπουν τον Μιχαήλ Β΄ ως καταπιεστή, αφού έστειλε τον Βασιλικό στόλο εναντίον τους για να τους συμμορφώσει).

      Η αναφορά στον Βίο για την αποστασία του «αλιτήριου και λαοπλάνου» Θωμά που είχε «αναστατώσει όλη την οικουμένη», η οποία αποστασία μόλις είχε λήξει και μόλις «εἰρήνευσεν ἡ καθ΄ἡμᾶς οἰκουμένη»:

      12. ἐχρημάτισε δὲ καὶ ἀνδρειότατος πολεμιστὴς καὶ θαυμαστὸς βουληφόρος· τοὺς γὰρ κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ τῷ ἀποστάτῃ καὶ λαοπλάνῳ προσφθαρέντας Θωμᾷ καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ὡς
      [p. 195] εἰπεῖν, ἀναστώσαντας οὐ μόνον οὐ παρεδέξατο πρὸς φιλικὴν συναυλίαν, ἀλλὰ καὶ κατεδίωξε πολεμικῶς καὶ ἀνεῖλεν ἀντιπίπτοντας καὶ εἰς ἀφανισμὸν πεποίηκε, τοῦ θεοῦ κατευοδοῦντος αὐτῷ ἐν πᾶσι καὶ ὑποτάσσοντος τοὺς ἐχθροὺς ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, διὰ τὰς αὐτοῦ εὐπραγίας καὶ τὴν πολλὴν πρὸς Χριστὸν εὐσέβειαν. πρὸς γὰρ τοῖς εἰρημένοις αὐτοῦ τῆς ἀρετῆς πλεονεκτήμασι καὶ τοῦτο ἐποίει· πᾶσαν τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην Τεσσαρακοστὴν οὔτε ἄρτου μετελάμβανεν οὔτε οἴνου οὔτε ἄλλου τινὸς τῶν ἐδωδίμων, πλὴν τοῦ λεγομένου ῥουφίν, ὅπερ ποιῶν μετεῖχεν ἐξ αὐτοῦ ἓν ποτήριον καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν. εἶχεν δὲ ὁ εὐσεβὴς οὗτος πολιοῦχος καὶ ἐγκόλπιον. τοῦτο παραθέμενος τῇ ἑαυτοῦ ἀδελφῇ,

      13. ἐπεὶ δὲ τοῦ ἀλιτηρίου Θωμᾶ δίκην τίσαντος τῶν τετολμημένων αὐτῷ εἰρήνευσεν ἡ καθ᾿ ἡμᾶς οἰκουμένη, ἐδέησε τὸν ἐκ προσώπου Ἰωάννην ἀνελθεῖν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαήλ.

  4. Pingback: Συνέντευξη με τον Γιάννη Στουραΐτη για τις συλλογικές ταυτότητες στο Βυζάντιο | Graecus Haereticus

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s