Η συνοπτική ιστορία της περιόδου 1204-1282 #2

Τελειώσα την προηγούμενη ανάρτηση με την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης τον Ιούλιο του 1261 από τον νικαιάτη στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο και την -επίσημη- στέψη του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (15 Αυγούστου 1261) ως «Βασιλέα των Ρωμαίων» στην Αγιασοφιά.

Από αυτό το σημείο μέχρι και τον θάνατό του το 1282 ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος εισέρχεται σε έναν ακατάπαυστο διπλωματικό στίβο, όπου προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή με νύχια και με δόντια την εύθραυστη ανασυσταθείσα αυτοκρατορία του. Σε αυτόν τον στίβο ο Μιχαήλ κυριολεκτικά διαγωνίζεται  «μόνος εναντίον όλων» και «με το μαχαίρι στο λαιμό».

Αν κάποιος αποφασίσει να περιγράψει τον χαρακτήρα του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως κάθε άλλο παρά «καλό παιδί» ήταν. Ήδη πολύ πριν την εκλογή του στην θέση του επιτρόπου της βασιλείας και προστάτου του νεαρού Ιωάννη Λάσκαρι το 1258, ο Μιχαήλ είχε κατηγορηθεί τρεις φορές για απόπειρα σφετερισμού και προδοσία κατά του νικαιακού στέμματος. Στην δεύτερη από αυτές αναγκάστηκε να καταφύγει στην αυλή του Σελτζούκου Σουλτάνου για ενάμισι χρόνο και, ο μόνος λόγος που του δόθηκε αργότερα αμνηστία ήταν η νικαιακή χρεία των στρατιωτικών του ικανοτήτων. Ο Nicol γράφει ότι τόσο ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης όσο και ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις δεν μπορούσαν να τον εμπιστευτούν εξαιτίας του χαρακτήρα του, τον οποίο -ο Nicol πάντα- χαρακτηρίζει ως “mercurial” (εννοεί τον ορισμό #5 του όρου «αυτός που έχει ευμετάβλητο χαρακτήρα, εύστροφος/πανούργος», «αυτός που σε πουλάει και σ΄αγοράζει»). Εν ολίγοις, εκτός από ικανός και θαρραλέος στρατιωτικός, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ήταν ένας φιλόδοξοςπανούργος και αδίστακτα ευπροσάρμοστος τυχοδιώκτης και αυτά τα στοιχεία του εξηγούν γιατί, όντας σε μία απελπιστική κατάσταση, κατάφερε να παίξει με επιτυχία το δύσκολο διπλωματικό παιχνίδι της περιόδου 1261-1282 που θα περιγράψω σε αυτήν και την επόμενη ανάρτηση.

Επομένως, νομίζω πως το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξηγηθεί σε αυτήν την ανάρτηση είναι το identikit του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, όπως το περιγράφει ο Donald Nicol.

[Nicol, Last, σλδ 29-30] George Akropolites, who was his [Michael’s] tutor for a while, observed how easily the young man could suit his character to his company, […] He was ambitious, but his charm and versatility made him popular among his own class, […] Michael soon showed himself to be a brilliant soldier and a courageous leader on the field of battle. […] But there was something mercurial about his temperament which perhaps explains, if it does not justify, the special mistrust with which Theodore Laskaris regarded him.

It was in 1246, when he was just over 21, that Michael Palaiologos was given his first public office, as a commander in Macedonia, which was then under the general governorship of his father Andronikos and it was there, seven years later, that he first fell under suspicion of conspiring against the throne. By a mixture of bluff and bravado he restored himself to favour, married a grand-niece of the Emperor John Vatatzes, and was appointed Grand Constable. […] But if so sober an emperor as Vatatzes found it hard to trust Michael, his successor Theodore Laskaris was obsessed with suspicions. The mistrust was mutual.

In 1256 Michael anticipated his probable arrest on a charge of treason by escaping to the court of the Seljuq Sultan. Less than two years later he was back in Nicaea, begging forgiveness and swearing eternal loyalty to the house of Laskaris. The Emperor could not afford to waste the talents of such a soldier and packed him off to Macedonia to fight the Despot of Epiros.

Αφού ολοκληρώθηκαν οι πανηγυρισμοί όπου ο Μιχαήλ Η΄ δοξάστηκε ως «Νέος Κωνσταντίνος» και ο Στρατηγόπουλος τιμήθηκε με Θρίαμβο και αφού, όπως γράφει ο Nicol, «εκκαθαρίστηκαν [με αγιασμούς] οι εκκλησίες της Πόλης από την Λατινική βδελυγμία (Latin abomination)», ο Μιχαήλ συνειδητοποίησε ότι η Κωνσταντινούπολη είχε το μαύρο της το χάλι. Τα πάλαι κραταιά Τείχη χρειάζονταν επειγόντως επιδιόρθωση, τα παλάτια και ολόκληρες γειτονιές είχαν καταστραφεί και ο πληθυσμός εντός των τειχών είχε συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε υπήρχαν χωράφια και λιβάδια βοσκής εντός των τειχών!

[Nicol, Last, 41-2] In the excitement of the moment all that mattered was that Constantinople had been liberated from foreign rule. The city churches, now at length cleansed from the Latin abomination, were thronged with people giving thanks. Alexios Strategopoulos, the general to whom the victory was due, was given the exceptional privilege of a triumph, and for a whole year his name was associated with that of the Emperor Michael in prayers throughout the churches. But the “new Constantine”, the second founder of Constantinople, was the Emperor himself.

[…] The city of Constantinople as he found it in August 1261 was desolate and in ruins. Whole districts had been destroyed by fire, and even the imperial palaces were so dilapidated as to be scarsely habitalbe. The palace of the Blachernai, where the Latin emperors had resided, was a smoke-blackened ruin […] and the great walls that defended the city were badly in need of repair and attention. The city had an air not only of poverty and neglect but also of emptiness, for under the Latin régime the population had dwindled. […] There was no shortage of food however, for the empty spaces in the city were so great that it was possible for herds of cattle to be pastured and fields of corn to be cultivated within the city walls.

Great efforts were made to to repair and re-endow the city’s churches and monasteries, for the restoration of the Orthodox faith was the sign and symbol of the rebirth of the Empire. Particular attention was paid to repairing and strengthening the walls, especially those along the coast, on the Golden Horn and on the side of the Sea of Marmora.

Εκτός από την επιδιόρθωση των τειχών και τον σχηματισμό μιας επαρκούς φρουράς (θυμίζω πως το ρήμα ἀρκεώ ετυμολογικά σημαίνει «υπερασπίζομαι, αποκρούω» εκ της ΙΕ ρίζας *h2erk-, επομένως, το επίθετο ἐπαρκής ετυμολογικά σημαίνει «ικανός να υπερασπίσει/αποκρούσει»), ο Μιχαήλ έπρεπε να κάνει κάτι και για το γεγονός ότι, εξαιτίας της Συνθήκης του Νυμφαίου, ναυτιλιακά ήταν πλήρως εξαρτημένος από τους Γενοβέζους/Γενουάτες οι οποίοι, στην πρώτη τους αναμέτρηση με τους Ενετούς στην ναυμαχία των Σπετσών το 1263, ηττήθηκαν κατά κράτος. Ο Μιχαήλ άρχισε να πιστεύει ότι οι Γενουάτες ήταν αναξιόπιστοι – αν όχι άχρηστοι- σύμμαχοι και, κατά συνέπεια, αποφάσισε να παραβεί την Συνθήκη του Νυμφαίου προσπαθώντας να προσεταιριστεί τους Ενετούς. Αυτή του η κίνηση ώθησε τους Γενουάτες να συμμαχήσουν από αντίδραση με τους δυτικούς εχθρούς του Μιχαήλ που θα περιγράψω παρακάτω. Επειδή οι Ενετοί ήταν δικαιολογημένα δυσμενείς ως προς τον Μιχαήλ, ο δεύτερος έβαλε στο παιχνίδι και τους Πιζάνους, πιστεύοντας ότι με τρεις Ιταλούς εμπορικούς ανταγωνιστές, θα μπορούσε να παίξει πιο εύκολα τον έναν εναντίον του άλλου. Ο Nicol σημειώνει σε αυτό το σημείο πως ο Μιχαήλ εγκαινίασε ένα νέο επικίνδυνο παιχνίδι, στο οποίο ηττημένοι τελικά αποδείχτηκαν οι διάδοχοί του. Παραχώρησε και στις τρεις ιταλικές ναυτεμπορικές δημοκρατίες παροικιακούς χώρους στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τις μητροπόλεις τους να εκλέξει η κάθεμιά τους έναν εκπρόσωπο της παροικίας που θα λογοδοτούσε στον βυζαντινό αυτοκράτορα (οι Γενουάτες τον Podestà τους, οι Ενετοί τον Baillie τους και οι Πιζάνοι τον Consul τους, όρος που στην κλασική Λατινική σήμαινε «Υπατος (Στρατηγός)», αλλά τώρα πλέον «πρόξενος»).

Την ίδια στιγμή, προκειμένου να μειώσει όσο μπορούσε την ναυτιλιακή εξάρτηση από τους Ιταλούςο Μιχαήλ φρόντισε να δημιουργήσει έναν υποτυπώδη βυζαντινό στολίσκο ναυτολογώντας Τσάκωνες και «Γασμούλους» (άτομα που είχαν Φράγκο/Λατίνο πατέρα και Ρωμαία μητέρα). Έτσι δημιουργήθηκε μια παροικία Τσακώνων στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η έδρα αυτού του νεοσυσταθέντος στολίσκου ήταν το λιμάνι Κοντοσκάλιον (στην νότια όχθη της Κωνσταντινουπόλεως, «σκάλα» = «λιμάνι, αποβάθρα», το παλαιότερο όνομα ήταν «λιμὴν τοῦ Ἰουλιανοῦ»).

[Nicol, Last,42-48] […] a special quarter of the city was made over to a colony of Tzakonians from the south-east region fo the Morea, who were to form an important part of the new Byzantine navy.

[…] In time, however, Michael managed to recreate a Byzantine imperial navy so that the defence of the city and Empire would not have to depend wholly on foreign aid. The crews and marines were drawn from the Tzakonians of southern Greece, born sailors, who were paid well to move to the capital. But some, especially oarsmen, were recruited from among the rootless population fo the city, the offspring of mixed marriages between Greeks and Latins. They were commonly known and despised as the Gasmouloi, though some said that they combined the martial qualities of both races. To provide an adequate and defensible harbour for the new fleet, Michael had the old harbour called the Kontoskalion dredged and refortified. It lay on the Sea of Marmora, on the south side of the city, where the sea currents gave natural protection against attack.

[…] The Genoese were in a favoured position, and their merchants flocked to Constantinople after 1261 to make the most of the favours showered upon them. Merchants from the smaller republic of Pisa were also accorded special privileges. But even the remaining Venetians, who had been specifically excluded by terms of Michael’s treaty with Genoa, could not be sent home. […] The best that the Emperor could do to prevent Byzantine trade from being once again monopolized by foreign competitors was to try to limit their operations by law, and above all to prevent them from uniting or conspiring together. He therefore made independent agreements with each of the separate colonies of Italians in the city and insisted that each should be administered according to its own laws by a governor appointed from its mother city. The Genoese in Constantinople should have their Podestà, the Venetians their Baillie, and the Pisans their Consul, answerable to the Emperor for the conduct of his people. The Empire disliked them but it could hardly do without them, and by dividing and controlling their operations it might even be possible to play them off one against the other. It was a dangerous game and one at which Michael’s VIII successors proved to be the losers.

[…] Moreover the Genoese, who had supplied ships for the enterprise, were roundly beaten by a Venetian fleet near the island of Spetsai (Settepozzi) of the coast of the Morea in 1263. It was their first encounter with their rivals since 1261. Michael VIII concluded that they were unreliable if not useless as allies, revoked his agreement with them and turned instead to Venice. […] They [the Genoese] expressed their bitterness by conspiring with the western enemies fo Byzantium whose designs were conceived and planned on a grander scale.

Φυσικά, όλες αυτές οι ανορθωτικές κινήσεις του Μιχαήλ Η΄απαιτούσαν χρήματα τα οποία δεν διέθετε σε αφθονία. Ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να αυξήσει την φορολογία και να υποτιμήσει κατά ένα καράτι το υπέρπυρον (το χρυσό βυζαντινό νόμισμα 20,5 καρατίων που εισήγαγε ο Αλέξιος Κομνηνός, για να διορθώσει την νομισματική κρίση που είχε προκαλέσει η απόσυρση του παραδοσιακού σόλιδου/κωνσταντινάτου 24 καρατίων).

[Nicol, Last, 43] All these measures for rehabilitation and defence were vastly expensive. The reserves that had been built up by the careful management of John Vatatzes in Nicaea were being eaten away. One method of making money to go further was to devalue the currency. Michael VIII decreed that the Byzantine gold coin or hyperpyron was to be lowered in value by one carat, so that it was composed of fifteen parts pure gold to nine of alloy. This was a remedy unworthy of an emperor who posed as the new Constantine. It was the beginning of a steady and rapid depreciation of the Byzantine currency in the thirtheenth and fourteenth centuries, as the gold coinage of the Italian republics usurped the place of the bezant in international trade.

Οι Μικρασιάτες, που είχαν συνηθίσει να είναι το επίκεντρο του Νικαιακού κράτους, βλέποντας ότι όλα τα διαθέσιμα νικαιακά χρήματα σπαταλούνταν στην οχύρωση της Κωνσταντινούπολης άρχισαν να νοιώθουν παραγκωνισμένοι. Κάποιοι μάλιστα -προφητικά- είπαν ότι η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης θα αποδειχτεί η καταστροφή τους.

[Nicol, Last, 44] Those who were left in Nicaea after 1261, and in the other Byzantine cities of Asia Minor such as Brusa, Nikomedia, Ephesos or Philadelphia, begun to feel neglected and aggrieved. The people of Byzantine Asia Minor watched the concentrated riches of their former Empire of Nicaea being dissipated in Constantinople. The sympathies of many of them continued to be with the family of Laskaris rather than with that of the usurper Palaiologos. For it was the Laskarids who had maintained the Empire in exile, and it was they who had brought prosperity to Asia Minor [*4].

[*4] There were prophets of doom in Nicaea who saw the transfer of power to Constantinople in 1261 as a disaster. Pachymeres, I, p.205 (CFHB); I, p.449 (CSHB); Angold, Byzantine Government in Exile, p.296.

Παράδειγμα τέτοιου μικρασιάτη «προφήτη» που δεν χάρηκε καθόλου από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο «κακός» πρωτασηκρήτις Μιχαήλ Σεναχηρείμ (απόγονός του πρέπει να είναι ο Μιχαήλ Σεναχηρείμ Μονομάχος του 14ου αιώνα) ο οποίος, μόλις έμαθε τα νέα, είπε στους συμπολίτες του στην Νικομήδεια τραβώντας τα γένια του «Τι είναι αυτό το δεινό που ακούω; […] Να μην ελπίζετε σε τίποτε καλό (για εμάς τους Μικρασιάτες) από εδώ και πέρα, τώρα που οι Ρωμαίοι πατήσανε μέσα στην Πόλη!»

[Παχυμέρης, 28, σλδ 205 στο CFHB] κηʹ. Περὶ τοῦ πρωτασηκρῆτις Σεναχηρείμ, τί ἔπραξεν διὰ τὴν τῆς πόλεως ἅλωσιν. Ἐπεὶ δὲ καὶ εἰς Νικομήδειαν ἔφθασαν, ἐνεστώσης τῆς πανηγύρεως τοῦ ἐν μάρτυσι μεγίστου Παντελεήμονος, ἔτυχε δἐκεῖσε καὶ ὁ Κακὸς Σεναχηρείμ, ἐν πρωτασηκρῆτις ὀφφικίῳ μεγαλυνόμενος, καὶ τὸ φημιζόμενον ἤκουε· πρῶτον μὲν διηπίστει καὶ ὡς πλάσμα τὸν λόγον ἀπέπεμπεν· ὡς δἐξελθὼν ἤκουσε καὶ ἐπίστευεν, εἰσελθὼν ἅμα καὶ τῶν σφετέρων γενείων ἀπρὶξ ταῖς χερσὶ δραξάμενος, «Ὢ οἷον, εἶπεν, ἀκούω. Τοῦτο ταῖς ἡμετέραις ἡμέραις ἐταμιεύετο· τί γε ἁμαρτοῦσιν, ὡς ἐπιζῆν καὶ βλέπειν τοσαῦτα δεινά; Τοῦ λοιποῦ καλόν τις μὴ ἐλπιζέτω, ἐπεὶ Ῥωμαῖοι καὶ αὖθις πατοῦσι τὴν πόλιν.» Ταῦτἔλεγεν ἐκεῖνος καὶ δῆλος ἦν δυσχεραίνων τὰ παρὰ πολλοῖς θαυμαζόμενα. Ὅπου δὲ κατήντησαν ταῦτα, ὁ λόγος κατὰ τόπον ἐρεῖ.

Όταν ο Μιχαήλ Η΄ έμαθε ότι είχε σχηματιστεί μια παραδοσιακά φιλολασκαριδική μικρασιατική παράταξη αντιφρονούντων, διέταξε την τύφλωση του νεαρού Ιωάννη Λάσκαρι και φρόντισε να στείλει ως νύφες σε ξένους τις τρεις ανύπαντρες κόρες του προκατόχου του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι (Ῥωμαίους αὐταῖς οὐ συνήρμοττε). Οι δύο δόθηκαν σε «Λατίνους» (έναν Πελοποννήσιο/Μοραΐτη και έναν Γενουάτη) και η άλλη στον ορεσίβιο (Αίμος) Βούλγαρο αριστοκράτη Σβετισλάβ της «Μυσίας». Τα κίνητρά του Μιχαήλ είναι εμφανέστατα. Προσπάθησε να αποσυνθέσει τον οίκο των Λασκαριδών, ώστε να μην επιχειρήσουν οι αντιφρονούντες να τον επαναφέρουν στην εξουσία για την εξυπηρέτηση των μικρασιατικών τους συμφερόντων. Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις είχε και δύο μεγαλύτερες κόρες που ήταν ήδη παντρεμένες το 1261 (και η μία είχε ήδη πεθάνει). Η Μαρία Λασκαρίνα είχε παντρευτεί το 1249 με τον Νικηφόρο, τον γιο του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄, αλλά πέθανε το 1258 (και ο Μιχάηλ έδωσε, αργότερα, ως δεύτερη σύζυγο στο Νικηφόρο την ανιψιά του Άννα Παλαιολογίνα) και η Ειρήνη Λασκαρίνα ήταν παντρεμένη με τον νεοστεφή Τσάρο της Βουλγαρίας Κωνσταντίνο Τίχ («Τεῖχος»).  Αυτός ήταν ένας επικίνδυνος για τον Μιχαήλ γάμος επειδή, μετά την τύφλωση του νεαρού αδελφού της, η Ειρήνη έγινε άσπονδος εχθρός του Μιχαήλ Παλαιολόγου (επηρεάζοντας τον Τσάρο σύζυγό της Τιχ στην εξωτερική του πολιτική). Ο Μιχαήλ θα καταφέρει να επιλύσει εφήμερα αυτό το διπλωματικό μέτωπο με την Βουλγαρία, όταν η Ειρήνη θα πεθάνει το 1268 και ο Τσάρος Κωνσταντίνος Τιχ θα παντρευτεί το 1269 την ανιψιά του Μιχαήλ Μαρία (κόρη της αδελφής του Μιχαήλ Ευλογίας). Ωστόσο, το διπλωματικό μέτωπο με την Βουλγαρία θα ξαναοξυνθεί αργότερα, όταν η ανυποχώρητα ανθενωτική πια Ευλογία θα στραφεί κατά της ενωτικής πολιτικής του αδελφού της και θα καταφύγει στην τσαρίνα κόρη της στην Βουλγαρία. Τότε θα δημιουργηθεί μια επικίνδυνη για τον Μιχαήλ κατάσταση όπου η Βουλγαρική τσαρική αυλή θα προωθεί την εικόνα του «υπερασπιστή της Ορθοδοξίας» προσπαθώντας να προσεταιριστεί τους Ανθενωτικούς Βυζαντινούς που διαφωνούσαν με την ενωτική πολιτική του Μιχαήλ. Αλλά θ΄αναφερθώ σ΄αυτήν την κατάσταση παρακάτω.

Ας γυρίσουμε στο 1261 και στην απόφαση του Μιχαήλ να τυφλώσει τον νεαρό Ιωάννη Λασκάρι. Μόλις ο Πατριάρχης Αρσένιος έμαθε για την τύφλωση αφόρισε τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και ο δεύτερος, κατά τα πρώτα 5 χρόνια της βασιλείας του στην Κωνσταντινούπολη, δεν μπορούσε να μπει στην Αγιασοφιά! Το 1265 ο Μιχαήλ, παρουσιάζοντας ψευδείς κατηγορίες, κατάφερε να καθαιρέσει τον Αρσένιο και να ανεβάσει στον πατριαρχικό θρόνο τον φιλικά προσκείμενο προς αυτόν Γερμανό Γ΄. Ωστόσο, όταν συνειδητοποίησε ότι ούτε και ο Γερμανός Γ΄ ήταν υποχείριός του, ο Μιχαήλ κατάφερε να τον «πείσει» να παραιτηθεί (ο Nicol γράφει “he too was bullied into resigning”) και τον Δεκέμβριο του 1266 ο μοναχός Ιωσήφ εκλέχθηκε πατριάρχης και ακύρωσε τον αφορισμό του Μιχαήλ στις 2 Φεβρουαρίου 1267. Την ίδια στιγμή ένας υποψήφιος σφετεριστής του θρόνου παρουσιάστηκε στην Νίκαια ως τυφλωμένος Ιωάννης Λάσκαρις και κέρδισε τόσους οπαδούς, ώστε ο Μιχαήλ Η΄ αναγκάστηκε να καταστείλει την εξέγερση ένοπλα.

Ταυτόχρονα, ο Μιχαήλ φρόντισε να «ξαναγράψει» την Ιστορία, μειώνοντας τα επιτεύγματα των Λασκαριδών και παρουσιάζοντάς τους ως «επαρχιακούς/φυγόκεντρους» αριστοκράτες σαν τους Δεσπότες της Ηπείρου.

Ο Nicol δίνει ως υποσημείωση για τα παραπάνω τις σελίδες  57-9, 243-5, 255-9, 259-271 από το πρώτο βιβλίο του Παχυμέρη στο CFHB και τις σελίδες 178-88 από την έκδοση του Schopen της ιστορίας του Νικηφόρου Γρηγορά. Παραθέτω μερικά συνοπτικά χωρία από αυτές τις σελίδες.

[Παχυμέρης, Ι, 57-59] ιγʹ. Θάνατος τοῦ βασιλέως Θεοδώρου καὶ τὰ ἔτι ζῶντος αὐτοῦ κατορθώματα. Τοῦ δαὐτοῦ χρόνου πρὸς τὸ φθινοπωρινὸν ἀποκλίνοντος, ἐπὶ τέτρασι παισὶ μεταλλάττει τὸ βιοῦν ὁ κρατῶν, τρισὶ μὲν θηλυτέραις, ἑνὶ δἐνναέτει ἄρρενι παππωνυμοῦντι τῷ Ἰωάννῃ· αἱ γὰρ πρῶται τῶν θυγατέρων, ἡ μὲν τῷ Βουλγαρίας ἄρχοντι Κωνσταντίνῳ τῷ Τείχῳ, ἡ δὲ τῷ τοῦ δυσικοῦ δεσπότου Μιχαὴλ παιδὶ Νικηφόρῳ, πρὸς γάμον ἔφθασαν ἐκδοθῆναι.

[Παχυμέρης, Ι, 243-245] Ὅπως αἱ τρεῖς βασιλίδες ἀνδράσιν ἡρμόσθησαν καὶ ὁποίοις. Τῷ μὲν οὖν βασιλεῖ μετὰ ταῦτα διέγνωστο ἀπαλλαγῆναι καὶ τῶν βασιλίδων τῶν καὶ αὐταδέλφων τοῦ παιδὸς Ἰωάννου, δοκουσῶν ἔχειν καὶ τούτων τὸ μέρος κλῆρον βασιλείας ἀπὸ πατρός· καὶ διὰ τοῦτο βαθύ τι σκοπῶν, ἐκεῖνος Ῥωμαίους αὐταῖς οὐ συνήρμοττε. Τὴν μὲν γὰρ τῷ ἀπὸ τοῦ Μορέου εὐγενεῖ Λατίνῳ, Μαΐῳ Δεβελικούρτῳ λεγομένῳ, συνῆγεν εἰς λέχος, ἐνταῦθἐνδημή σαντι· τὴν δὲ δευτέραν Λατίνῳ μεγιστᾶνι, ὃν ἂν ἐκεῖνοι φαῖεν σεμνύνοντες κόντον, ὄνομα Βιντιμίλια, ἀπὸ Γεννούας τότε προσελθόντι κατὰ φήμην τῷ βασιλεῖ, εἰς γάμον ἐκδοὺς καὶ δώροις τὰ εἰκότα φιλοφρονησάμενος, ἀποπέμπει συνάμἐκείνῃ συζύγῳ· τὴν δὲ τρίτην Βουλγάρῳ τῷ Ὀσφεντισθλάβῳ, κατὰ Μυσίαν τῶν κατὰ τὸν Αἷμον ὀρεινῶν ἄρχοντι, δίδωσι. Καὶ οὕτως ἐκεί νων ἀπαλλαγεὶς καὶ τῶν φροντίδων τῶν ἐπὶ ταύταις ῥαΐσας, ἑτέραις πράξεσιν ἐπιβάλλεται.

[Παχυμέρης, Ι, 255-259]  Τούτοις καταστρατηγηθέντος τοῖς λογισμοῖς τοῦ βασιλέως ὑπέκαιε γὰρ αὐτὸν ὁ τῆς μοναρχίας ἔρως, καὶ τὴν παρερχομένην δόξαν περὶ πλείονος ἐτίθει τοῦ θείου φόβου διὰ τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν, βουλὴν βουλεύεται μάλα μὲν αἰσχίστην, μάλα δὲ καὶ Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν, καὶ πέμψας ἐκτυφλοῦν τὸν παῖδα προσέταττε, παιδίον ἁπαλὸν καὶ μηδὲν ἔτι σχεδὸν τελέως ἢ τὸ χαίρειν ἢ τὸ λυπεῖσθαι μαθόν,

[Παχυμέρης, Ι, 259-261] ιβʹ. Τὰ κατὰ τοὺς Ζυγηνούς, ὅπως ἀπεστάτησαν βασιλέως διὰ τὸν Ἰωάννην. Παρἣν αἰτίαν καὶ ὀλίγον ὕστερον οἱ κατὰ τῆς Νικαίας ἄκρας χωρῖται, ἀγρόται μὲν ὄντες καὶ γεωργίᾳ προσέχοντες, θαρραλέοι δἄλλως, πίσυνοι τόξοις, ἅμα δὲ καὶ ταῖς κατὰ σφᾶς δυσχωρίαις τὸ πιστὸν ἔχοντες, ὡς οὐ ῥᾳδίως πεισόμενοι, κἄν τι πράττοιεν, εὑρόντες ἥκοντά ποθεν νεανίσκον νόσῳ λελυμασμένον τοὺς ὀφθαλμούς, φήμης προοδευούσης ἐκείνου παρὰ τῶν συσκευασαμένων τὸ δρᾶμα ὡς αὐτὸς εἴη τὸ παιδίον ὁ Ἰωάννης, ἀπρὶξ συναχθέντες ἔχονται τούτου, ἅμα μὲν ὡς δεσπότου ὑπονοουμένου σφίσιν, ἐφᾧπερ καί, ὅρκοις τοῖς πρὸς τὸν πατέρα πεδούμενοι, ταῖς ὑπὲρ ἐκείνου προθυμίαις ἐσφάδαζον, ἅμα δὲ καὶ ὡς ἠδικημένῳ προσαμύνοντες. Καὶ ἀποστατεῖν ἤρξαντο, δῆλοι ὄντες ἐξ ὧν ἐποίουν τοῖς ἐπιθησομένοις πολεμησείοντες· καὶ δὴ περιστείλαντες τοῖς εἰκόσιν ἐκεῖνον καὶ δουλικῶς προσφερόμενοι, προΐστων εἰς βασιλέα καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ κινδυνεύειν ὥρμων. Ὁ μέντοι γε βασιλεύς, μαθὼν τὰ περὶ τούτου, ἀνέζει τε τῷ θυμῷ καὶ καθεκτὸς οὐκ ἦν, εἰ ἄκραι τοιαῦται παρασπᾶσθαι τῆς ἐντρεχούσης φήμης ἕνεκα κινδυνεύουσιν, ἐξ ὧν εἰκὸς εἶναι καὶ ἄλλους παρακινεῖσθαι πλείστους ἀποστατεῖν. Ὅθεν καὶ πάσαις ταῖς κατἐκείνων προθυμίαις ἐνεδίδου καὶ ἅπαν τὸ στρατιωτικὸν ἐν ταὐτῷ συλλέξας ἀπέστελλε πολέμους πολεμήσοντας ἐμφυλίους.

Η περιγραφή των παραπάνω γεγονότων από τον Nicol:

[Nicol, Last, σλδ 44-5] Michael VIII’s coronation in Constantinople in 1261, at which his own infant son Andronikos had been proclaimed co-Emperor, appeared to exclude the legitimate heir John Laskaris from the succession. The appearance became a fact when, in December of the same year, John Laskaris was blinded. The matter was hushed up, but the secret got out, and the Patriarch Arsenios excommunicated Michael. It was not his first disagreement with the Emperor whom he had crowned. But now he had the strongest moral argument for condemning a barbaric deed. At the same time it was discovered that the Emperor had deliberately arranged for the three sisters of John Laskaris to marry foreigners. Two of them became wives of Italians and the third married a Bulgarian noble. Michael must have regretted that two other daughters of the late Theodore II Laskaris were already married, one to Nikephoros, son of Michael II of Epiros, the other to Constantine Tich, who had made himself ruler of Bulgaria. But no one could doubt that the new Emperor was doing his best to ensure that all the surviving members of the Laskaris family were put out of the running for the throne in Constantinople. The restoration of the Empire necessitated a rewriting of history. The Laskarids were to be relegated to the status of mere provincial rulers like the Despots of Epiros.

There was an immediate wave of hostile reaction. A pretender impersonating John Laskaris gained such a following in Nicaea that Michael had to send an army to quell the riots and scotch the rumour. The Patriarch Arsenios flatly refused to receive the Emperor back to the church, except on impossible conditions. Michael was convinced that his Patriarch was hand-in-glove with the Laskarid sympathizers. He lost patience, and tried to frighten the old man into submission by threatening to appeal to the more distant authority of the Pope. But not until 1265 did he find it possible to bring any charges against Arsenios to justify removing him from office. A synod of bishops was convened, Arsenios was deposed and, towards the end of May 1265, sent into exile. Almost a year elapsed before a successor was appointed as Patriarch in the person of Germanos III. But he too could not find it in his heart to absolve the Emperor, and he too was bullied into resigning. Finally, in December 1266, a monk called Joseph was enthoned as Patriarch, and on 2 February 1267, after much deliberation, he accepted the emperor back into the church.

Such were the lengths to which Michael VIII was led by his ambition to found a new imperial dynasty and to cut off the new régime completely from the past of the Empire of Nicaea. For the first five years of his reign in Constantinople he was denied the sacraments of the Orthodox Church. He was even forbidden to enter the cathedral of St Sophia, […] Any other emperor in this situation would have found himself in serious danger in the capital.

Παρόλο που αποσύνθεσε τον Οίκο των Λασκαριδών και κατέστειλε ένοπλα την εξέγερση της Νίκαιας, ο Μιχαήλ Η΄ δεν μπόρεσε να τιθασεύσει τους αντιφρονούντες Μικρασιάτες. Με την αφορμή της τύφλωσης του Ιωάννη Λάσκαρι και του άδικου κακομεταχειρισμού του Αρσενίου, ένα νέο κίνημα «Αρσενιτών» ιερέων γεννήθηκε στην Μικρά Ασία, οι οποίοι δεν αναγνώριζαν την άρση του αφορισμού του Μιχαήλ Η΄. Η κατάσταση οδήγησε στο λεγόμενο «Αρσενιτικό Σχίσμα», όπου οι Αρσενίτες αρνούνταν να αναγνωρίσουν τους Παλαιολόγους ως την νόμιμη δυναστεία.

[Nicol, Last, 46] It was in Asia Minor and in the church itself that the opposition was stronger. A large number of bishops in Asia Minor, and especially the monks, denounced Michael’s cruelty to John Laskaris and ranged themselves on the side of Patriarch Arsenios. The deposition of Arsenios and of his successor made matters worse; for many years thereafter the peace of the church and of the state was troubled by a deviationist party calling themselves the Arsenites, who remained loyal to the memory of the patriarch who had defied the Emperor and refused to recognize the authority of his appointed successors. […] The Arsenite Schism, as it came to be called, disrupted Byzantine society no less than it divided the Orthodox Church, for the reason that the Byzantines found it unnatural to distinguish religious from political issues.

Αυτά τα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν λογικό, αύξησαν την όρεξη των εξωτερικών εχθρών του Μιχαήλ Η΄. Οι Σελτζούκοι εκμεταλλεύτηκαν τους Μικρασιάτες αντιφρονούντες (αλλά και τον διοικητικό παραγκωνισμό της Μικράς Ασίας για χάρη της Κωνσταντινούπολης) προς όφελος των κατακτητικών τους σχεδίων, ενώ η αδελφή του τυφλωμένου Ιωάννη Λάσκαρη Ειρήνη έπεισε τον Βούλγαρο τσάρο σύζυγό της Κωνσταντίνο Τιχ να ξεκινήσει πόλεμο κατά του Μιχαήλ. Τα παλαιολόγεια στρατεύματα του Μιχαήλ Η΄ κατάφεραν να αποκρούσουν τους Βούλγαρους και ο Τιχ αναγκάστηκε να παραχωρήσει μερικές πόλεις της θρακικής ευξείνιας ακτής, αλλά αργότερα κατάφερε να αξιοποιήσει τους Μογγόλους της Χρυσής Ορδής για να πατσίσει με τον Μιχαήλ Η΄. To 1264 οι Βούλγαροι ακολούθησαν τους Μογγόλους του Χαγάνου/Χάνου Νογκάι που, παρακινούμενοι από τους Σελτζούκους, εισέβαλαν στα Παλαιολόγεια εδάφη λεηλατώντας την Θράκη, με σκοπό να πιέσουν τον Μιχαήλ Η΄ να παραδώσει στους Σελτζούκους τον πρώην σουλτάνο Καϊκάους Β΄ που είχε καταφύγει στην βυζαντινή αυλή. Ο Μιχαήλ Η΄ εξουδετέρωσε το μογγολικό μέτωπο δίνοντας ως σύζυγο στον Νογκάι την κόρη του Ευφροσύνη Παλαιολογίνα.

Το 1262 ένα νέο μέτωπο ξεκίνησε, όταν το Δεσποτάτο της Ηπείρου ξανάρχισε τις εχθροπραξίες κατά της Παλαιολόγειας αυτοκρατορίας στην σημερινή δυτική Μακεδονία.

[Nicol, Last, σλδ 46] The opposition to Michael VIII within the Empire was a great encouragement to his enemies beyond the frontiers. The uncertain state of affairs and the neglect of administration and defence in Byzantine Asia Minor played into the hands of the Seljuq Turks. Constantine Tich of Bulgaria, incited by his Laskarid wife, went to war against Michael. His fingers were badly burned by the Byzantine army and he had to surrender some important places on the Black Sea coast in 1263. But he awaited his opportunity for revenge and joined forces with the Mongols of the Golden Horde in South Russia. An even more natural enemy of Michael VIII as a usurper was the Despot of Epiros, […] But in 1262 war broke out again.

Ωστόσο ο μεγαλύτερος και πιο επικίνδυνος εχθρός του Μιχαήλ Η΄ ήταν η «Λατινική» Δύση.

Στην προηγούμενη ανάρτηση ανέφερα ότι στην μάχη της Πελαγονίας το 1259, ο αδελφός του Μιχαήλ Ιωάννης κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον Φράγκο πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεχαρδουίνο, ο οποίος το 1262 συμφώνησε με όρκο, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, να παραχωρήσει την Λακωνία (Μονεμβασιά, Μυστρά και Μάνη) στους Ρωμαίους και να διοικήσει τον υπόλοιπο φραγκοκρατούμενο Μοριά ως υποτελής «Μέγας Δομέστικος» του Μιχαήλ Η΄. Μόλις, όμως, ο Γουλιέλμος έφτασε στον Μοριά, έλαβε απαλλαγή όρκων από τον Πάπα Ουρβανό Δ΄ με την δικαιολογία ότι «ο όρκος [Καθολικού] σε “σχισματικό Γραικό” δε στρέχει» ( 🙂 ) και ξεκίνησε αμέσως πόλεμο εναντίον των ρωμαϊκών δυνάμεων (ως επί το πλείστον Τούρκοι και Λατίνοι μισθοφόροι) που είχαν αποβιβαστεί στη Μομεμβασιά.

Παραθέτω την σελίδα του Nicol για την παπική απαλλαγή του Γουλιέλμου από τους όρκους που έδωσε στον Μιχαήλ με την πρόφαση ότι ο «όρκος [Καθολικού] σε “σχισματικό Γραικό” δεν στρέχει» για τους Γραικωρύχους που κάνουν κωλοτούμπες όταν οι Φράγκοι λένε τους Ρωμαίους «Γραικούς».

Urban-William

Λοιπόν,  αφού γελάσαμε με τα αστεία των Φράγκων παραθέτω και τα λόγια του Παχυμέρη για να δείτε τι γράφουν και οι Ρωμαίοι:

[Παχυμέρης, I, 31, σλδ 125 CFHB] Ἦσαν δὲ σφίσιν αἱ συνθεσίαι ἦ μὴν τὸν μὲν πρίγκιπα Ῥωμαίοις δοῦναι καὶ βασιλεῖ ἐξ αὐτῆς κατασχεῖν εἰς δεσποτείαν ἀναφαίρετον τὰ κατὰ Πελοπόνησον ταῦτα, Μονεμβασίαν, Μαΐνην, Ἱεράκιον, Μυζηθρᾶν, Ἀνάπλιον δὲ καὶ Ἄργος ἐν ἀμφιβόλοις ἐτίθεικαὶ ἅμα πᾶν τὸ περὶ τὴν Κινστέρναν θέμα, πολύ γε ὂν τὸ μῆκος καὶ πολλοῖς βρύον τοῖς ἀγαθοῖς, καί γε αὐτὸν ἐς ἀεὶ δοῦλον κεκλῆσθαι Ῥωμαίων καὶ βασιλέως καὶ ὀφφίκιον ἐντεῦθεν εἰς δουλείας σημεῖον ἀποφερόμενον, τὸν δέ γε βασιλέα, σεμνύναντα τοῦτον τῷ τοῦ μεγάλου ἀξιώματι δομεστίκου, μετὰ τιμῆς ἀποστεῖλαι συνάμα τοῖς ἀμφαὐτόν, ὅσοι καὶ περιόντες ἦσαν. Καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις γεγονυιῶν τῶν σπονδῶν, αὐτὸν μὲν ἀπέστελλε σὺν τιμαῖς πρεπούσαις, τοὺς δέ γε ληψομένους τὰ λύτρα προσεπεπόμφει. Καί γε ὁ πρίγκιψ τὰ ἴδια κατελάμβανε, πρίγκιψ Ἀχαΐας καὶ μέγας δομέστικος Ῥωμανίας ἐπιφημιζόμενος, καὶ ἅμα τῷ ἐπιστῆναι, μηδὲν μελλήσας, ἀπεδίδου τὰ λύτρα, ὡς προϋπέσχετο. Κἂν ἐνέμεινε καὶ ἐς τέλος ἐνσπόνδως ἔχων πρὸς Ῥωμαίους, τῷ τῆς Ῥωμαΐδος κλεϊζόμενος ὀφφικίῳ, εἰ μή γε ὁ πάπας ἀκούσας, παροξυνθεὶς καὶ ταῦτα πρὸς τοῦ ῥηγός, καὶ αὐτοῦ γε προσδραμόντος καὶ ἱκετεύσαντοςοὐ γὰρ εἰς συνοῖσον ἐδόκει οἱ τὸ διὰ τέλους σπένδεσθαι πρὸς Ῥωμαίους, τὰς συνθήκας ἐκείνας διέλυε καὶ τοὺς ὅρκους παροὐδὲν ἐτίθει, ὡς ἐν φυλακῇ καὶ ἀφύκτοις δεσμοῖς καὶ μὴ ἑκουσίως, ὡς ἐχρῆν, πράττοντος. Ὅθεν καὶ εἰς τὸ μετέπειτα συνεχεῖς καὶ μεγάλοι σφίσι καὶ ἀμφοτέροις ἀνερρώγασι πόλεμοι. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπράττετο τῇδε.

Όπως, ήδη ανέφερα παραπάνω, το 1263 στην ναυμαχία των Σπετσών οι Γενουάτες σύμμαχοι του Μιχάηλ ηττήθηκαν από τους Ενετούς που έσπευσαν να συμμαχήσουν με τον Γουλιέλμο (κάτι που οδήγησε τον Μιχαήλ Η΄ να παραβιάσει την Συνθήκη του Νυμφαίου, όπως εξήγησα), ενώ το 1264 οι Τούρκοι μισθοφόροι των ρωμαϊκών δυνάμεων στο Μοριά αυτομόλησαν στον Γουλιέλμο, γιατί δεν είχαν πληρωθεί την ρόγα τους από τον αδελφό του Μιχαήλ Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (που πλέον ήταν αυτός ο Μέγας Δομέστικος από τη στιγμή που ο Γουλιέλμος είχε αθετήσει τον όρκο του). Τελικά οι ρωμαϊκές δυνάμεις υπέστησαν δύο ήττες στο Μοριά: μία στην μάχη της Πρινίτζας το 1263 και μία στην Μάχη του Μακρυπλαγίου (η ράχη Μακρύ Πλάγι του Χρονικού του Μορέως κοντά στη Βελιγοστή) από τον Φραγκο-Τουρκικό συνασπισμό το 1264. Οι ήττες αυτές φρέναραν την ρωμαϊκή προσπάθεια ανάκτησης της Πελοποννήσου.

Το Χρονικό του Μορέως περιγράφει την Μάχη του Μακρυπλαγίου ως εξής:

[` 359] Κι ἀφότου ἐκαταχάρησαν ἐκεῖσε εἰς τὸ Βλυζῆρι,
στὴν Ἀνδραβίδα ἐδιάβησαν ἐκείνην τὴν ἑσπέραν.
Ὁ πρίγκιπας ἐξέβηκεν στὴν ἀπαντὴν τῶν Τούρκων,
ὅλοι μετ᾿ αὖτον ἑνομοῦ οἱ καβαλλάροι του ὅλοι·
στὸν ποταμὸν τὸν Ἠλειακὸν ἐκεῖ συναπαντᾶται.
Οἱ Τοῦρκοι γὰρ ἐπέζεψαν, ὡς τὸ ἔχουσιν συνήθειαν,
τὸν πρίγκιπα ἐπροσκύνησαν μικροί τε καὶ μεγάλοι,
ἄνευ ὁ Μελὶκ κι ὁ Σαλὶκ ὅπου ἦσαν οἱ προεστοί τους,
τοὺς ὅποιους γὰρ ἐκράτησεν μισὶρ Ἀνσελὴς ἐκεῖνος
κι οὐδὲν γὰρ ἀπεζέψασιν ὡσὰν οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι.
Τιμητικὰ τοὺς χαιρετᾷ ὁ πρίγκιπας ἀτός του.
[` 360] Ἀπὸ τὰς χεῖρας τοὺς κρατεῖ κ᾿ ἐβάλθησαν νὰ
ὁδεύουν.
Οἱ Τοῦρκοι οὐδὲν ἀνάμειναν ἕως οὗ νὰ κατουνέψουν,
ἀλλὰ καβαλλικεύοντα ἀρχάσαν συντυχαίνει
καὶ λέγειν πρὸς τὸν πρίγκιπα τὴν παραπόνεσίν τους,
τὸν τρόπον καὶ τὴν ἀφορμὴν τὸ πῶς ἦλθαν ἐκεῖσε,
τὸ πῶς γὰρ τοὺς ἐκράτησεν Δεμέστικος ὁ Μέγας
τὴν ρόγαν καὶ οἰκονομίαν, ὅπου εἶχεν ἐξεδουλέψει,
κ᾿ ἐκεῖνοι οὐδὲν τοῦ ἐποίκασιν τίποτε πονηρίαν,
οὔτε ἀνυπολήπτησαν τὸν βασιλέαν κἀνόλως·
«Ἀπολογίαν ἐπήραμεν ἀπ᾿ αὖτον ὡς στρατιῶτες·
ἡμέραν γὰρ καὶ φανερὰ ἐξέβημαν ἀπ᾿ αὖτον
κ᾿ ἤλθαμε ἐδῶ, ἀφέντη μας, νὰ σὲ ἔχωμε δουλέψει
μὲ τ᾿ ἄρματα, ἀληθινά, ὡς τὸ ἔχουν οἱ στρατιῶτες.
καὶ ὅταν σὲ δουλέψωμεν εἰς θέλημα ἐδικόν σου,
δι᾿ ἀνταμοιβὴν κ᾿ εὐεργεσίαν ἐτοῦτο σὲ ζητοῦμεν,
νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν νὰ ὑπᾶμεν τὴν ὁδόν μας.
Ἡμεῖς, ἀλήθεια, ἀφέντη μου, οὐκ ἤλθαμεν ἐνταῦτα
διὰ νὰ σκολάσωμεν ποσῶς, νὰ χάνεται ὁ καιρός μας.
Σήμερα, ἀφέντη, ὄρθωσε ὅλα σου τὰ φουσσᾶτα,
καὶ τὸ πρωῒ ἂς κινήσωμεν νὰ ὑπᾶμεν στοὺς Ρωμαίους,
στοῦ βασιλέως τὸν ἀδελφὸν τὸν ἄπιστον ἐκεῖνον·
ποτὲ ἀλήθειαν εἰς αὐτὸν τὸν οὐκ ηὕραμεν οὐδόλως·
μὲ λόγια μᾶς ἐδιάβαζεν, τὴν ρόγαν μας ἀπῆρεν.
Ἐτοῦτο, ἀφέντη, θέλομεν κ᾿ ἐτοῦτο σὲ ζητοῦμεν·
ἔλα μετ᾿ ἔμας ἕως ἐκεῖ καὶ στέκε σίγερόν σου,
κ᾿ ἡμεῖς νὰ πολεμήσωμεν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων».
Ἀκούσων ταῦτα ὁ πρίγκιπας ἐχάρηκεν μεγάλως,
ὡσαύτως κ᾿ οἱ φλαμουριαροὶ κι ὅλοι του οἱ καβαλλάροι.

[…]

ὁ ἀδελφὸς τοῦ βασιλέως, Δεμέστικος ὁ Μέγας,
ἦλθεν εἰς τὴν Βελίγοστην μὲ ὅλα του τὰ φουσσᾶτα,
διοῦ ἔμαθεν ἐρχόμεθα νὰ ὑπάγωμεν ἐκεῖσε
τοῦ πιάσειν τὰ διάβατα καὶ ὅλες τὲς κλεισοῦρες
ἐκεῖ εἰς τὴν ράχην τὴν ψηλήν, Μακρὺ Πλάγι τὸ λέγουν.

[…]

Ἐδῶκαν τὰ σαλπίγγια τους κι ἀρχίσαν ν᾿ ἀνεβαίνουν
τὸ ἀνήφορον Μακρυπλαγίου κ᾿ ἦλθαν στὸν Φονεμένον.
[` 369] Κι ὡς ἐπροσκύψαν κ᾿ ἔσωσαν ἀπάνω εἰς τὴν ράχην,
ἐπήδησαν τὰ ἐγκρύμματα ἐκεῖνα τῶν Ρωμαίων,
μὲ ταραχὴν καὶ προθυμίαν ἐδράμαν γὰρ εἰς αὖτα·
διατὶ ἦσαν ἐκεῖνοι πλειότεροι, ἐσπάραξαν τοὺς Φράγκους,
ἕναν δοξόβολον καλὸν τοῦ κατηφόρου ἀπῆλθαν,
ἐσφάζαν καὶ ἐδιώχναν τους τὸ ἀλλάγι τῶν Ρωμαίων.
[` 370] Φωνὴν μεγάλην ἔσυρεν μισὶρ Ἀνσελὴς ἐκεῖνος·
«Παιδία, συντρόφοι, ἐπάνω τους· μηδὲν τοὺς ἐντραποῦμεν».
Κ᾿ οἱ Φράγκοι ἐμεταστάθησαν, στρέφονται εἰς τοὺς
Ρωμαίους,
μὲ τὰ κοντάρια καὶ σπαθία ἐδράμασιν εἰς αὔτους·

Προσέξτε τα υποτιθέμενα λόγια των Τούρκων που χαροποίησαν τον πρίγκηπα Γουλιέλμο, ο οποίος παρουσιάζεται σε αυτό το σημείο ως ο επιτιμήτωρ των Τούρκων που είχαν αδικηθεί από τον «άπιστο» αδελφό του Μιχαήλ Παλαιολόγου Κωνσταντίνο:

Σήμερα, ἀφέντη, ὄρθωσε ὅλα σου τὰ φουσσᾶτα,
καὶ τὸ πρωῒ ἂς κινήσωμεν νὰ ὑπᾶμεν στοὺς Ρωμαίους,
στοῦ βασιλέως τὸν ἀδελφὸν τὸν ἄπιστον ἐκεῖνον·

[…]

«[…] ἀφέντη […] ἔλα μετ΄ἔμας […] κ᾿ ἡμεῖς νὰ πολεμήσωμεν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων».

Εδώ σημειώνω ότι όταν οι Ρωμαϊκές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Λακωνία οι τοπικοί πληθυσμοί που τάχθηκαν αμέσως υπέρ τους ήταν οι Τσάκωνες (για τους οποίους ήδη έχω αναφέρει ότι πολλοί εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και ναυτολογήθηκαν στον νεοσχηματισθέντα στολίσκο του Μιχαήλ) και οι μονίμως ανυπότακτοι Σλάβοι του Ταϋγέτου (Μηλιγγοί και Εζερίτες) που η γαλλική εκδοχή του Χρονικού του Μορέως περιγράφει ως “un gent de voulenté et n’obeissent a nul seignor” = «ένας πεισματάρης λαός που δεν υπακούει σε κανέναν αφέντη».

Tzakones-Melingi

Melings

Ο άλλος αδελφός του Μιχαήλ, ο Δεσπότης Ιωάννης (που ως Σεβαστοκράτωρ ήταν ο νικητής της μάχης της Πελαγονίας το 1259) πολεμούσε ταυτόχρονα τους Ηπειρώτες στην δυτική Μακεδονία, τους οποίους κατάφερε να εξαναγκάσει σε υποτυπώδη υποταγή και σε συνθήκη ειρήνης που συνοδεύτηκε από τον γάμο του «δεσποτόπουλου» Νικηφόρου με την ανιψιά του Μιχαήλ Η΄ Άννα Παλαιολογίνα.

Η περιγραφή των παραπάνω από τον Nicol:

[Nicol, Last, σλδ 47] The most dangerous enemies of the restored Empire, however, were the westerners, who hoped to re-estabish the Latin Empire. The last effective champion of the Latin cause on what was strictly Byzantine territory was William of Villehardouin, the French Prince of Achaia. William had been taken prisoner at Pelagonia in 1259 and became a hostage for the return of southern Greece to the Byzantine Empire. In 1262 he bought his release by agreeing to hand over to the Emperor certain fortresses in his principality,among them Mistra and the rock and harbour of Monemvasia. These would provide valuable bases for the eventual Byzantine reconquest of the rest of Greece. The agreement was confirmed by solemn oaths; William acted as godfather to one of the Emperor’s sons, and he was granted the Byzantine title of Grand Domestic before returning to Greece. But the agreement was scrapped within the year. For in July 1262 Pope Urban IV absolved Prince William from his pledges on the ground that they had been made to a Greek who was in schism from the Roman Church. The Venetians were quick to rush in with a helping hand to defend their interests in Greece, and Michael VIII was forced into war.

It was a campaign fought on two western fronts against enemies who had been allies on the field of Pelagonia, the Despot of Epiros and the Prince of Achaia. On neither front did the Emperor have more than a limited success. His armies were commanded in northern Greece by his brother John and in the south by his brother Constantine. But they were largely composed of Latin and Turkish mercenaries, and it was hard to keep their pay up to date. In 1264 the Turkish troops deserted to the enemy in the Morea, and much of the work of reconquest that had been achived there was lost in a battle at Makry Plagi. In the north, however, in the same year, the Despot Michael was forced to submit, though only after some bitter and costly fighting. A treaty was signed; and it was agreed that the Despot’s son Nikephoros, recently widowed of his Laskarid wife, should marry the Emperor’s niece Anna Palaiologina. For a time there was peace between Despotate and the Empire. But the defeat of the Emperor’s hopes in the south of Greece was a bitter blow. Moreover the Genoese, who had supplied ships for the enterprise, were roundly beaten by a Venetian fleet near the island of Spetsai (Settepozzi) off the coast of the Morea in 1263.

Όπως, όμως, ήδη ανέφερα παραπάνω ο πιο επικίνδυνος εχθρός του Μιχαήλ Η΄ ήταν δυτικά της Αδριατικής. Όταν τον Αύγουστο του 1261 ο Μιχαήλ στέφθηκε Βασιλεύς Ρωμαίων στην Αγιασοφιά, την ίδια στιγμή, ο Πάπας Ουρβανός Δ΄καλούσε τους «Λατίνους» της Δύσης σε νέα Σταυροφορία με στόχο την επανενθρόνηση του Βαλδουίνου Β΄ στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνη τη στιγμή το κάλεσμα του Πάπα βρήκε μικρή απήχηση και ο μόνος ενδιαφερόμενος ήταν ο αφορισμένος από τον Πάπα Μανφρέδος της Σικελίας (νόθος γιος του μισητού στο Βατικανό Φρεδερίκου Β΄), τον οποίο έχω περιγράψει στην προηγούμενη ανάρτηση. Ο Μανφρέδος, στρατηγικά ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος για την ηγεσία της Σταυροφορίας μιας και ήταν γαμπρός του Δεσπότη της Ηπείρου και έλεγχε άμεσα την Κέρκυρα και την Αλβανική ακτή από τον Αυλώνα μέχρι το Δυρράχιο, περιοχές που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως σημείο απόβασης και ορμητήριο της Σταυροφορίας που ήθελε ο Πάπας. Ωστόσο, ήταν τόσο μεγάλη η απέχθεια του Πάπα Ουρβανού Δ΄ για τον Μανφρέδο που δεν μπορούσε να τον χρίσει αρχηγό Σταυροφορίας. Για την ώρα, ο Μιχαήλ Η΄δεν είχε να φοβηθεί μια επικείμενη «Λατινική» Σταυροφορία εναντίον του.

[Nicol, Last, σλδ 48] For the enemies of the restored Byzantine Empire in Greece did not stand alone. Their hostility derived some of its nourishment from further west. Michael VIII with his armies and ships could hold his own against the outposts of western colonialism in the Morea and in the Aegean islands; and he could for a time at least play off Venetians against Genoese. But he was well aware that the real danger to Constantinople came not from the outposts but from the centres of power in Italy, from the Papacy and from King Manfred of Sicily. The last Latin emperor, Baldwin II, had escaped by way of Euboia first to the court of King Manfred, then to Venice, and finally to the papal Curia. The restoration of a schismatic emperor to the throne of Cosntantinople seemed particularly galling to the Papacy, […] Pope Urban IV, who was elected only a month after the event [ρωμαϊκή ανάκτηση Κων/πόλεως], was naturally sympathetic to the dispossessed Emperor Baldwin, and in August 1261, while Michael VIII was being crowned in Constantinople, the new Pope was preaching a crusade for the reconquest of the city and the reinstatement of Baldwin. At the time the response was small. The only western ruler actively interested in such a project was Manfred of Sicily. His kingdom was well placed for an invasion of the Byzantine Empire; he was now a son-in-law of the Despot of Epiros; and he already possessed forward bases in Albania and northern Greece. But Pope Urban could not bring himself to nominate Manfred, the rebellious and excommunicated bastard of Frederick II, as leader of a crusade for the unity of Christendom.

Όπως είπα, για την ώρα ο Μιχαήλ Η΄ δεν είχε να φοβηθεί μια Σταυροφορία εναντίον του. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος και πιο επικίνδυνος δυτικός εχθρός του Μιχαήλ δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στο προσκήνιο. Αυτός ο επικείμενος τρανός εχθρός και η διπλωματική του εξουδετέρωση από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο θα είναι τα θέματα των επόμενων αναρτήσεων.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s