Ο Βαρβύσης, ο Κύδαρος και η Σημύστρα

Στην σημερινή ανάρτηση θα κάνω μερικές ετυμολογικές εικασίες για τα αρχαία υδρωνύμια Βαρβύσης και Κύδαρος των δύο ποταμών που εκβάλλουν στον μυχό του Κεράτιου Κόλπου, εκεί που κατά την αρχαιότητα υπήρχε το ιερό της Ναιάδος νύμφης Σημύστρας.

Ο Βαρβ(ο)ύσης/Βαρβ(ο)ύζης/Βάρβυσος είναι ο σημερινός Kağıthane και ο Κύδαρις/Κύδαρος είναι ο σημερινός Alibey.

Για τα σημερινά ονόματα δείτε τις πρώτες γραμμές εδώ.

Eyüp is also the name of a prominent neighborhood and former village in the district, located at the confluence of the Kağıthane and Alibey streams at the head of the Golden Horn.

Για τα αρχαία και μεσαιωνικά υδρωνύμια δείτε την παράγραφο Τοπογραφία εδώ:

Στο μυχό του Κεράτιου εξέβαλλαν δύο ποταμοί, ο Βαρβύσης (ή Βαρβύζης) και ο Κύδαρις. Τους ποταμούς αυτούς εκμεταλλεύθηκαν οι Βυζάντιοι για να κατεβάζουν ξυλεία από τα γύρω υψώματα, αρχικά για να κτίσουν την πόλη τους, αργότερα το στόλο τους και τέλος για να την εκμεταλλευθούν εμπορικά. Μάλιστα θεωρείται ότι ο πρώτος οικισμός είχε ιδρυθεί ακριβώς εκεί, στο βάθος του Κεράτιου και κοντά στις εκβολές των δύο ποταμών, όπου βρισκόταν το ιερό της Σέμυστρας.

golden-horn

Το σημείο εκβολής των δύο ποταμών στον μυχό του Κεράτιου Κόλπου ιστορικά ήταν ένας λασπότοπος (“mud and slime” στην σελίδα που θα παραθέσω παρακάτω).

Cydaris-Barbyses-mud

Ο γεωγράφος Διονύσιος ο Βυζάντιος (2ος αι μ.Χ.) στο βιβλίο του «Ὁ Ἀνάπλους τοῦ Βοσπόρου» μας πληροφορεί ότι στο σημείο εκβολής των δύο ποταμών (τους οποίους ονομάζει Βαρβύση και Κύδαρο) υπήρχε το ιερό (βωμός) της Ναιάδος νύμφης Σημύστρας η οποία, σύμφωνα με την τοπική μυθολογία, ήταν η τροφός της Κερόεσσας που, με την σειρά της, ήταν η μητέρα του ιδρυτή Βύζαντος (ο Βύζᾱς, κατά την ελληνική παράδοση, ήταν ο αρχηγέτης της μεγαρικής αποικιστικής αποστολής). Πατέρας του Βύζαντος ήταν ο Ποσειδών. Σύμφωνα με τον Διονύσιο, οι ιδρυτές του Βυζαντίου είχαν αρχικά επιλέξει να ιδρύσουν την πόλη τους κοντά στον βωμό της Σημύστρας αλλά, όταν πήγαν να θυσιάσουν στον βωμό, ένα κοράκι άρπαξε μερικά από τα μηρία και πέταξε ψηλά. Κάποιος βουκόλος που βρισκόταν σε ένα γειτονικό λόφο (που αργότερα ονομάστηκε Βουκόλος) είδε το κοράκι να πετάει τα μηρία στην χερσόνησο νοτίως του Κερατίου Κόλπου, και οι ιδρυτές κατάλαβαν πως αυτό ήταν «τέρας Ἀπόλλωνος» (σημάδι του Απόλλωνα) για να ιδρύσουν εκεί το Βυζάντιον.

Παραθέτω το κείμενο του Διονυσίου για όποιον ενδιαφέρεται.

Dionysios

Από τα μυθικά ονόματα που αναφέρονται μόνο το όνομα Κερόεσσα είναι αναντίλεκτα ελληνικό. Πρόκειται για θηλυκό κτητικό επίθετο σε *-went- (*k’er-o-went-ih2 = «αυτή που έχει κέρατα» = λατ. cornūta), κατά τα ἡνεμόεις, τοῦ ἡνεμόεντος, ἡ ἡνεμόεσσα. Η τριάδα Βαρβύσης, Κύδαρος και Σημύστρα μάλλον είναι θρακική, όπως θρακικό συνήθως θεωρείται και το όνομα Βύζᾱς.

Σύμφωνα με τον Διονύσιο, η Κερόεσσα (η προσωποποίηση του Κερατίου Κόλπου) ονομάστηκε έτσι επειδή «τύποι γὰρ κεράτων καθ΄ἑκάτερον τοῦ μετώπου μέρος ὑποδεῖντες ἐξεῖχον. Ἔνθεν καλεῖται Κερόεσσα». Αυτά τα δύο «κέρατα» που εξείχαν είναι μάλλον αναφορά στους δύο ποταμούς που εκβάλλουν στον μυχό και του προσδίδουν ένα σχήμα δίκην κερασφόρου κεφαλής.

keratios1

keratios2

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε ένα Forum Tauri («φόρος του Ταύρου», αργότερα έγινε «του Θεοδοσίου») και, αργότερα,  βρίσκουμε και το παλάτι Βουκολέων που έλαβε το όνομά του από ένα άγαλμα που έδειχνε έναν βοῦν και έναν λέοντα (βοῦς καὶ λέων > Βουκολέων). Ο Βόσπορος, παραδίπλα, σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση είναι το «πέρασμα του Ταύρου» (Βοός πόρος > Βόσπορος ~ Ox-ford > Oxford).

Το σχήμα κερασφόρου κεφαλής του μυχού του Κεράτιου Κόλπου και όλες αυτές οι αναφορές σε «Ταύρους» και «Βόες» κάνουν πιθανή την ετυμολόγηση του θρακικού ανθρωπωνυμίου Βύζᾱς/Βούζης = «Ταύρος, κερασφόρο αρσενικό ζώο» εκ του ΙΕ *bhug’os = «κερασφόρο (αρσενικό) ζώο» (λ.χ. αγγλικό buck = «αρσενικό ελάφι», περσικό boz = «κατσίκα (< τράγος)», αβεστικό būza = «κριός» κλπ).

Για μια IE γλώσσα τύπου σάτεμ όπως η Δακο-Θρακική, η τροπή *g’>dz>z είναι αναμενόμενη (λ.χ. τα ιρανικά būza, boz).

*bhug’-ont-s > πρωτοθρακικό *budzans > ελληνικό *Βύζανς > Βύζᾱς (η Ελληνική παρέλαβε το όνομα στην φάση /dz/ και στην συνέχεια έκανε την κανονική τροπή dz>zd>z = «ζ»), με παράγωγο *bhug’-ont-iom > *Budzant- > Βυζάντιον.

Μόλις το τοπωνύμιο εισήλθε στην ελληνική γλώσσα, στην συνέχεια ακολούθησε την ελληνική τροπή u>ü, που στην αττικοϊωνική διάλεκτο χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ. Οι γηγενείς Θράκες συνέχισαν να προφέρουν τον όρο με /u/ και αυτό εξηγεί την διτυπία του θρακικού ονόματος Βύζης ~ Βούζης, αλλά τελικά επικράτησε η εξελληνισμένη μορφή με /ü/. Στην θρακική IE *u>u και ΙΕ >ü (λ.χ. ΙΕ *puh2r-ulos > *pūrulos > θρακ. Pürulas ~ Πυρούλας ~ «ξανθούλης», λ.χ. *peh2ur/*puh2r > πῦρ > *πυρσϝός > πυρρός/Πύρρος).

Byzas

Όταν η Θρακική ολοκλήρωσε, αργότερα, και το δεύτερο βήμα της τροπής *g'(h)>dz>z της σατεμοποίησης, το προκύψαν/z/ αποδιδόταν ως «σ» στην Ελληνική, λ.χ. σεισμός = /seizmos/, μέχρι τον 3ο π.Χ. αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε στην Ελληνική η τροπή /zd/>/z/ = «ζ» και αρχίζουμε να βρίσκουμε γραμμένους όρους όπως Ζμυρναία. Aπό τον 3ο π.Χ.λ αιώνα και έπειτα, οι Έλληνες δεν έχουν πια κανένα πρόβλημα να αποδώσουν ένα θρακικό /z/ ως «ζ». Η κατάσταση πριν από τον 3ο αιώνα φαίνεται από τα θρακικά ονόματα *g’heutēr > *zeutēr ~ Σεύθης και *h3rēg’s > Ῥῆσος. Ἐχω περιγράψει αυτές τις ετυμολογίες στην ανάρτηση για την Θρακική γλώσσα. Αν δεχτούμε τις παραπάνω ετυμολογίες (οι οποίες, φυσικά, κάθε άλλο παρά βέβαιες είναι, αλλά τουλάχιστον είναι ευλόγως πιθανές), τότε το θρακικό τοπωνύμιο που κρύβεται πίσω από το Βυζάντιον είχε εισέλθει στην Ελληνική πριν την καταγραφή της Ιλιάδας (~750 π.Χ., λόγω του Ιλιαδικού ονόματος Ῥῆσος), δηλαδή πολύ πριν την «ίδρυση» της πόλεως ως μεγαρικής αποικίας. Αυτό δεν μας εκπλήσσει αν σκεφτούμε ότι τα μη ελληνικά τοπωνύμια Lazba > Λέσβος, Apasa > Έφεσος, Milawata/Milawanda > Μίλᾱτος > Μίλητος απαντούν στις Χεττικές επιγραφές ήδη κατά την 2η π.Χ. χιλιετία.

Πάμε τώρα να εξετάσουμε τα υδρωνύμια Βαρβύσης/Βαρβύζης και Κύδαρος/Κύδαρις, καθώς και το όνομα Σημύστρα.

Η ετυμολογική διερεύνηση του υδρωνυμίου Βαρβύσης/Βαρβύζης πρέπει να ξεκαθαρίσει:

  1. Αν το θρακικό υδρωνύμιο είχε /s/ ή /z/
  2. Αν το θρακικό υδρωνύμιο είχε μακρό >ü ή αν είχε βραχύ *u το οποίο τράπηκε δευτερογενώς σε /ü/ μετά την εισαγωγή του υδρωνυμίου στην Ελληνική γλώσσα.

Έτσι έχουμε 4 υποψήφιους αρχικούς θρακικούς τύπους: Barbušās, Barbūšās> Barbyšās, Barbužas, Barbūžās > Barbyžās (y=/ü/).

Μία άλλη διερεύνηση που πρέπει να κάνουμε αφορά το καθένα από τα δύο /b/:

  1. Είναι «γνήσια» θρακικά *bh>b;
  2. Μήπως το πρώτο είναι /m/ που κοντά στο /R~L/ υπέστη ομοργανική επένθεση m..r > mb..r > b..r (λ.χ. μροτός > βροτός, μραχύς > βραχύς και flammula > φλάμπουρο);
  3. Μήπως το δεύτερο /b/ είναι ημιφωνικό /w/ που κοντά στο /r/ τράπηκε σε *w>b (λ.χ. *wrieh2 > vriā/briā ~ βρίᾱ = «πόλις, κώμη» και, αργότερα, λατ. corvus > βλαχικό και ρουμανικό corb[u] ~ αλβανικό korb);

Όπως καταλαβαίνετε, όλες αυτές οι πιθανότητες κάνουν αυστηρά αβέβαιη οποιαδήποτε ετυμολογική πρόταση. Αυτή που θα προτείνω δεν είναι ούτε βέβαιη ούτε καν αρκετά πιθανή.

Αφού λοιπόν στην περιοχή του Βυζαντίου υπάρχουν τόσες αναφορές σε «ταύρους ~ κερασφόρα ζώα», θυμήθηκα μία άλλη ΙΕ ρίζα με την σημασία «κερασφόρο ζώο»:

*bhor-wos = «κερασφόρο ζώο» > έχει δώσει όρους με την σημασία «αιγοπρόβατο, κριός, αγριογούρουνο, ευνουχισμένος ταύρος/κάπρος» στον Σλαβικό (*borvŭ) και τον Γερμανικό (λ.χ. αγγλικό barrow, ετυμ. #3) κλάδο και στην Αλβανική (*barwa > berr).

bhorwos

Επομένως, το θέμα *bhorw- του ΙΕ *bhor-wos μπορεί να εξηγήσει το θέμα *bhorw- > θρακ. Barb- του υδρωνυμίου Βαρβύσης/Βαρβύζης.

Από τα τέσσερα πιθανά επιθήματα (-uš-, -ūš-, -uz-, -ūz-), τα δύο πρώτα απαντούν ως υποκοριστικά στην Αλβανική και στο προλατινικό υπόστρωμα της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, πρόγονος Βλαχικής και Ρουμανικής), ενώ το τρίτο απαντά στον σλαβικό κλάδο (*-ug-y- > *-už-).

*-uš-: ΙΕ *h2r.tk’os = «άρκτος» > αλβανικό ari = «αρκούδα» > arushë = «(θηλυκή) αρκούδα»

*-ūš-: IE *(s)kol-os = «κουτάβι» (λ.χ. ελληνικά σκύλαξ ~ σκύλος, λιθουανικά kalė = «σκύλα», skalikas = «λαγωνικό» κλπ) > αλβανικό *(s)kal-ūš-os > këlysh ~ «κουτάβι»

*-ug-y- > -uz-: σλαβικό kalŭ = «λάσπη» > σερβοκροατικά kaljuga ~ kaljuža ~ «λασπόνερα», πολωνικό kałuża, τσεχικό kaluž κλπ.

Για την απάντηση του υποκοριστικού επιθήματος -uš- στην ΑΒΡ παραθέτω το ρουμανικό και βλαχικό ζεύγος:

ρουμ. mână = «χέρι» > mănușă = « γάντι»

βλαχ/αρουμ. mãnã = «χέρι» > mãnushi = « γάντι»

Το υποκοριστικό επίθημα *-uš- ενίοτε απαντά και στον σλαβικό κλάδο, λ.χ.:

*baba = «γιαγιά» > *babĭka > babuška ~ «γιαγιάκα»

*dědŭ = «παππούς» > *dědĭka > deduška ~ «παππούλης, παππούκας»

Επομένως, τόσο τα αλβανικά υποκοριστικά σε -ush/-ysh όσο και το σλαβικό επαύξημα –ug– αν συνοδευτεί από ένα πρωτόκλιτο επίθημα *-ieh2 του τύπου Νῑκίᾱς (*-ug-iā > -ugyā > -udzā > -ύζης) μπορούν θεωρητικά να εξηγήσουν το επίθημα του θρακικού υδρωνυμίου Βαρβύσης ~ Βαρβύζης.

Γράφει ο Vladimir Orel για τα αλβανικά υποκοριστικά σε -uš- > -ush ~ -ūš-> -ysh:

Orel1

Orel2

Επομένως, αν ξεκινήσουμε από το υποθετικό θρακικό *barwa > barba = «ταύρος» τότε μπορούμε να φτιάξουμε το υποκοριστικό *barw-us-a > barbuša ~ Βαρβύσης = «ταυρίσκος, ταυράκι».

Ότι η Θρακική διέθετε ένα επίθημα τύπου -us- φαίνεται από τα πάμπολλα ανθρωπωνύμια σε -(ο)ύσης/-(ο)ύσας,  -ούσις/-ούζις, -ουσίνας-ούζα κλπ.

Εθνωνύμιο Ὀδρύσαι και υδρωνύμιο Ὀδρύσσης στην μικρασιατική Μυσία (udr-ūš– ?)

Ανθρωπωνύμια:

Μακεδονική Θράκη (~300 μ.Χ.): Σκαρούσης Βίθυος υἱός(< *skor--? ~ αλβ. *skor-āk-os > harrok «τράγος, μαρκαλευτής», Βίθυς = το πιο συχνό θρακικό όνομα)

Skarouses

Μακεδονική Θράκη (Ποδοχώρι Καβάλας και Καλίνδοια) Δάγουσις ~ Δάγουζις (θυμίζω το αμφιπολίτικο Διονύζιος = Διονύσιος)

*degwh- «καίω» (λ.χ. αλβανικό djeg, ndez, αγγλικό day κλπ) > *dogwh-us– > θρακικό Daguš-?~ το προαναφερθέν θρακικό όνομα Πυρούλας = *peh2ur/*puh2r + υποκοριστικό *-ulos.

Dagousis

Γύρω στο 300 π.Χ., στην Τόμι υπήρχε ένας βασιλιάς Τανούσας (< *tn.nu- «ψηλός»?, λ.χ. ταναός, τανύω, τανύφυλλος κλπ ή μήπως *(s)tonh2-us-? ~ Tonans ~ Στέντωρ)

Tanousas

Πάντοτε στην δυτική/μακεδονική Θράκη βρίσκουμε τα θηλυκά ονόματα Κάρτουζα (Τραϊανούπολις Έβρου) και Πύρουζα (Σαντάνσκι Βουλγαρίας, ~ «Ξανθούλα»? κατά τα Πυρούλας, Δάγουσις ~ Δάγουζις)

Pyrouza

Επομένως, για το θρακικό υδρωνύμιο Βαρβύσης ~ Βαρβύζης καταθέτω εντελώς δοκιμαστικά τον υποκοριστικό τύπο *bhorwos > barba = «ταύρος» > *bhorw-us-os > *Barbuša = «ταυρίσκος».

Άλλες ετυμολογικές υποθέσεις για τον Βαρβύση ~ Βαρβύζη είναι «κέρατο, προεξοχή» (IE *bhar- «προεξοχή» > *bhar-bhos + *-us-) και «λασπόνερο» (ΙΕ *bheru- ~ *bhreu-(H)- «καφέ» > *bherw-us-).

bhar-bher

Για το άλλο υδρωνύμιο Κύδαρος ~ Κύδαρις η διερεύνηση είναι:

  1. έχουμε μακρό θρακικό >ü ή βραχύ θρακικό *u που, εισερχόμενο στην Ελληνική, τράπηκε δευτερογενώς σε ü;
  2. έχουμε βραχύ θρακικό /a/ ή μακρό θρακικό /ā/;

Μερικές ετυμολογικές υποθέσεις, φυσικά κάθε άλλο παρά βέβαιες ή πιθανές, είναι:

*(s)keud- «ξεπετάγομαι, κινούμαι εκρηκτικά/βίαια, βάλλω/πλήττω» (λ.χ. αγγλικό shoot, αλβανικό hedh, σλαβικό *kydati  κλπ) > *(s)kud-oros > θρακ. *Kudara > Κύδαρος ~ Κύδαρις

Θυμίζω την ελληνική εξέλιξη βάλλω > ἐκβολή (ποταμού) και ἔκβολος (ιδίως ο ορισμός #3 «πόντου ἔκβολος» = «μέρος στο οποίο η θάλασσα έχει εισχωρήσει στη στεριά», ταιριάζει στον Κεράτιο Κόλπο), αλλά και το «κέρατο» ως «εξοχή, προβολή, ξεπέταγμα».

kydati

*k’uHd(h)os = «σκατά ~ λάσπη» (λ.χ. ελληνικό ὑσ-κυθά = «γουρουνόσκατα, ὑός ἀφόδευμα» και λιθουανικό šūdas = «σκατά, λάσπη (muck

kuHdos

Δεδομένου ότι ο μυχός του Κερατίου Κόλπου στην κοινή εκβολή των ποταμών ήταν γεμάτος λάσπη (“mud and slime” παραπάνω), μια ετυμολογική πρόταση είναι:

*k’uHdos > *k’uHdο-ros > *k’ūdοros > *Kydara > Κύδαρος ~ Κύδαρις ~ «λασπόνερο, μαυρονέρι» (με υστεροθρακική τροπή ē>ā).

Όσο και να ταιριάζει αυτή η ετυμολογία στις λάσπες του μυχού, το πρόβλημα είναι πως η Θρακική είναι γλώσσα τύπου σάτεμ και ο αναμενόμενος απόγονος της ρίζας *k’uHd- είναι *syd-. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι αξεπέραστο, γιατί λίγο πολύ όλες οι γλώσσες σάτεμ δείχνουν ενίοτε και μερικά *k’>k και *g’>g (λ.χ. η σλαβική αγελάδα και χήνα: *k’orweh2 > *korva και *g’hans-is > *gǫsĭ) και, από την άλλη, εκτός από τους Θράκες, από την περιοχή πέρασαν και οι Φρύγες και, παλαιότερα, οι ομιλητές των Ανατολιακών γλωσσών, κατά την μετάβασή τους στην Μικρά Ασία.

*(s)keu-dh- «καλύπτω, κρύβω» (λ.χ. ελληνικό κεύθω, αγγλικό hide) > *(s)kudh-ar-os > *Kudara > Κύδαρος ~ Κύδαρις = «Καλυπτήρας» (αυτός που καλύπτει με την λάσπη που κατεβάζει)

Πάμε τώρα στη Σημύστρα.

Οποιαδήποτε απόπειρα ετυμολόγησης εξαρτάται από το πως θα αποφασίσουμε να χωρίσουμε μορφολογικά τον όρο και από το πως θα ερμηνεύσουμε το αρκτικό «Σ»:

  1. Σημ-ύστρα;
  2. Ση-μύσ-τρα;
  3. Το αρκτικό «Σ» ανάγεται σε «γνήσιο» ΙΕ *s ή προέρχεται από κάποιο σατεμοποιημένο *k’>s;
  4. Μήπως πίσω από το αρκτικό «Σ» κρύβεται ένα θρακικό /z/ που, με τη σειρά του, είναι προϊόν σατεμοποίησης ενός ΙΕ *g'(h) (κατά τα Σεύθης και Ῥῆσος);

Όπως καταλαβαίνετε, και εδώ οι πιθανές περιπτώσεις είναι τόσες πολλές και, κατά συνέπεια, το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προτείνουμε δοκιμαστικές ετυμολογικές υποθέσεις.

Στην περίπτωση της μορφολογικής διαίρεσης Σημ-ύστρα, το δεύτερο μόρφημα *ύστρᾱ μπορεί να ετυμολογηθεί υποθετικά ως «κόλπος, μυχός» εκ του *ud-ter-eh2 = «κοιλότητα, μήτρα» (dt>st είναι φυσιολογική οδοντική/φατνιακή ανομοίωση). Αν όμως δεχτούμε αυτήν την διαίρεση τότε πρέπει να βρούμε κάτι και για το πρώτο μόρφημα *Σημ-. Μήπως πρόκειται για το ΙΕ *sēmi- = «ἡμι-, μισός»; Αλλά γιατί η Σημύστρα να είναι «ημικοιλότητα» για τους Θράκες; Μήπως, πέρα από την έρευνα των ριζών σε *seh1-, πρέπει να ψάξουμε για ρίζες *k’eh1 και *g'(h)eh1- πίσω από το Ση-μ-; Υπάρχουν τέτοιες ρίζες, αλλά δεν κατάφερα να βρω κάτι το έστω και υποθετικά ελκυστικό. Αναφέρω απλά την ρίζα *g’heh1- ~ *g’hoh1- ~ «χωρίζω, καταλαμβάνω (ενδιάμεσο) χώρο» που έχει δώσει τα ελληνικά χήρᾱ και χωρίς/χωρίζω, γιατί μπορούμε υποθετικά να ερμηνεύσουμε την Σημύστρα ως *g’heh1-m-ud-tr-eh2 > «διχασμένη/χωρισμένη κοιλότητα» (επειδή ο αυλός της «χωρίζεται» στους αυλούς των δύο ποταμών).

Παρακάτω απλώς καταθέτω το *ud-ter-eh2 «κοιλότητα, μήτρα» και το *sēmi- = «ἡμι-», επειδή έτυχε να τα αναφέρω.

ΙΕ *seh1- «χωρίζω» (λ.χ. στερητικό λατινικό ) >ΙΕ *sēmi «μισό» > ἡμί, sēmi κλπ

ΙΕ *ud- «έξω» > ΙΕ *ud-ter-eh2 «κοιλότητα, μήτρα» > ελληνικό ὑστέρα = «μήτρα», ὕστρος = «γαστήρ, κοιλιά»

Semystra

Στην περίπτωση της μορφολογικής διαίρεσης Ση-μύστρα, το διπλό μόρφημα *μυσ-τρα μπορεί, πάντοτε υποθετικά, να ετυμολογηθεί από το *mud-tr-eh2, παράγωγο σε -tr-eh2 της ρίζας *(s)mud- «υγρασία, μούχλα, γλίτσα» (λ.χ. ελληνικά μύδος, μυδαλέος, μυδάω και αγγλικό smut ~ γερμανικό Schmutz = «λάσπη, βρομιά»).

Αν το πρώτο μόρφημα *Ση- είναι παράγωγο της ρηματικής ρίζας *seh1- «σπέρνω» (λ.χ. *seh1-mn. > λατ. sēmen = «σπόρος»), τότε ο όρος «Ση-μύσ-τρα» ως *seh1-mud-treh2, μπορεί εντελώς υποθετικά να ετυμολογηθεί ως «εκβαλλόμενη/εναποτεθειμένη λάσπη, πρόσχωση), δηλαδή να θεωρηθεί σύνθετο που περιέχει την ρηματική ρίζα ως πρώτο συνθετικό (λ.χ. έχω > εχέμυθος, φέρω > φερέοικος = «που φέρει μαζί του την οικία του», φερένῑκος ~ νῑκηφόρος).

Τέλος, μία άλλη απόπειρα είναι να συνδέσουμε το θέμα σημυσ- της Σημύστρας με το ελληνικό ρήμα ἠμύω = «πέφτω κάτω, βυθίζομαι, πνίγομαι», μέσα από μια υποθετική κοινή ρίζα *sēmus-. Σε αυτήν την περίπτωση η Σημύσ-τρᾱ μπορεί να εξηγηθεί ως nomen agentis «πνίχτρα» (η ιλύς/πρόσχωση που καλύπτει το παλαιό έδαφος).

ἠμπόλησεν· ἀπέδοτο

ἠμύει· κλίνει AS. πίπτει. πνίγει (Β 148)

ἠμύνατο· ἐτιμωρήσατο, ἐξεδίκησεν (Act. Ap. 7,24) ASvg

Δυστυχώς, δεν κατάφερα να βρω κάποια πειστική ή έστω αρκετά πιθανή ετυμολογία για τα θρακικά ονόματα Βαρβύσης, Κύδαρος και Σημύστρα. Σε αυτήν την ανάρτηση απλώς κατέθεσα κάποιες ετυμολογικές υποθέσεις και άδραξα την ευκαιρία να μιλήσω για το κοινό υποκοριστικό επίθημα *-us- > -uš- της Αλβανικής και της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής.

Advertisements

8 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

8 responses to “Ο Βαρβύσης, ο Κύδαρος και η Σημύστρα

  1. Άσχετο προφανώς, αλλά εμένα πάντως, μου θύμισες τα ονόματα των παλιών οικισμών από τους οποίους προέκυψε το σημερινό χωριό της γνωστής Βεργίνας : “Μπάρμπες” και Κούτλες”. Και είναι και δίπλα και σε ποτάμι (Αλιάκμων). Ούτε κaν ξέρω κάτι για την ετυμολογία τους αλλά, το ελληνικό κράτος στο πιτς φυτίλι τα άλλαξε θεωρώντας τα μη ελληνικά 🙂

    • Γειά σου Αντώνη. Δεν έχω κάτι σίγουρο να πω για την ετυμολογία τους, αλλά δεν μου φαίνονται ελληνικά.

      Το Κούτλες ίσως μπορεί να προέρχεται από το σλαβικό kotlina = «κάμπος, ποταμοκοιλάδα» ~ kotlovina.

      • Στα kotlina, kotlovina τώρα βρήκα και τα ομόρριζα πολωνικά τοπωνύμια Kotliska που ταιριάζουν περισσότερο στο Κούτλες.

  2. Simplizissimus

    Ζήτημα πρώτον:

    Μπάρμπες, οι [Ημαθίας] … → Βεργίνα … ίσως αρομουν. barbă «η ρίζα του πράσου ή του κρεμμυδιού» (που εμφανίζει μικρές λεπτές ρίζες που μοιάζουν με γένια) σε σημασία που δεν είναι σαφής, βλ. Οικονόμου (Ζαγόρι 619 και 311, Μπαρμπούτα, η). Ίσως κήπος με πράσα.

    Κούτλες, οι [Ημαθίας] … → Βεργίνα … διαλ. *κούτλα, η «φυσικος ή τεχνητός κοίλος κορμός δένδρου για το πότισμα των ζώων» < ελληνιστ. κότυλον, πβ. Αλβαν. kutel, kutla «πελεκητό ξύλινο δοχείο» (και τοπων. στο Κόσοβο Kutlica. Βλ. Sylejmani 1979, 257). Πβ. και επών. Κούτλεσις από το έος 1321, actes de Lavra IV, 295. Μια άλλη πιθανή σημασία είναι του χαμηλού τόπου, της κοιλάδας, πβ. Κούτελη, η.

    Χαράλαμπος Π. Συμεωνίδης. Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων. Λευκωσία και Θεσσαλονίκη: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2010. Τόμ. 1, σ. 978 και 760.

    Ζήτημα δεύτερον:

    Αφού ανιχνεύεις ΙΕ επίθημα -us-, τι θα ‘λεγες να επιχειρήσεις μια ετυμολόγηση του θεωνύμου Διόν-υσ-ος;

    • Ωραίος ο κύριος Simplizissimus, όπως πάντα.

      Όπως και εσύ, έτσι και εγώ αμέσως σκέφτηκα το ανετυμολόγητο μέχρι στιγμής θεωνύμιο Διόνυσος, αλλά και το παρατσούκλι μέθυσος.

      Σημειώνω ότι το επίθημα *-us- στην ελληνική αναμένεται να χάσει το s>h>∅, όπως συνέβη στο θηλυκό επίθημα ενεργητικών μετοχών παρακειμένου σε *-us-ih2 > -uhia > -υῖα (λ.χ. πεπτωκώς, ἡ πεπτωκυῖα). Αυτό σημαίνει πως αν σε κάποια αρχαιοελληνική λέξη ΙΕ καταγωγής καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι περιέχει το επίθημα -us- «αυτούσιο», τότε αυτή δεν μπορεί να είναι ελληνικής ετυμολογίας.

      Στην περίπτωση του όρου μέθυσος, το /υ/ μάλλον ανήκει στο θέμα *medhu > μέθυ, άρα μάλλον δεν σχετίζεται με το επίθημα *-us- που εξετάζουμε, εκτός αν έχει γίνει κάποια «άγαρμπη» παραγωγή του τύπου ταχ-ύς > τάχ-ιστος (σε αντίθεση με την επιβίωση του /υ/ στα ταχύ-τερος, ταχύ-τατος).

      Πάντως, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα το μέθυσος να περιέχει το επίθημα -us- δανεισμένο από κάποια άλλη ΙΕ γλώσσα.

      Πάμε τώρα στο θεωνύμιο Διόνῡσος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μακρό /ῡ/ και, επομένως, αν αποφασίσουμε να δούμε στο θεωνύμιο το επίθημα *-us- μιας μη ελληνικής ΙΕ γλώσσας, τότε η περίπτωση είναι σαν το αλβανικό *-ūs- > -ysh του όρου këlysh.

      Πριν όμως πάμε στις μη ελληνικές υποθέσεις, καλό είναι πρώτα να εξετάσουμε την περίπτωση το μακρό /ῡσ/ του Διονύσου να προέκυψε από την Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ2):

      *Dionuntyos > Dionuntsos > *Διόνυνσος > Διόνῡσος, όπως *pant-ih2 > *pantsa > πάνσα > πᾶσα και *mont-ih2 > montsa > Μόνσα > Μοῦσα

      Τώρα το θέμα είναι αν κερδίζουμε κάτι ετυμολογικά από αυτήν την περίπτωση, δηλαδή αν μας βοηθάει ένα αρχικό θέμα διονύντ- περισσότερο από το θέμα διονῡσ-.

      Μία άλλη περίπτωση που πρέπει να εξετάσουμε είναι αν το όνομα Διόνῡσος σχετίζεται με τον Δία (γενική τοῦ Διϝός και ΓραμμΒ Di-wo-nu-so = Διόνυσος ~ Διός κούροι > Διόσκουροι) ή την Διώνη. Οι περισσότεροι μελετητές δέχονται ότι το θεωνύμιο Σεμέλη της μητέρας του Διονύσου δεν είναι ελληνικό. Κάποιοι έχουν προτείνει σημιτική ετυμολογία και κάποιοι άλλη έχουν προτείνει «θρακοφρυγική» ετυμολογία εκ του *dhg’hem- «χθων» > dzem- > zem- > Σεμέλη (λ.χ. σλαβικό zemlja = «γη» και φρυγικό «με δεως κε ζεμελως» = «από θεούς και επιχθονίους/θνητούς»).

      Η ερώτηση εδώ είναι αν οι Έλληνες, πριν πάρουν το θεωνύμιο «Σεμέλη», πίστευαν ότι ο Διόνυσος ήταν υιός της Διώνης (γυναίκας του Διός στη Δωδώνη και ίσως θεοποίηση της γής, και γυναίκα του Διός στις μυκηναϊκές επιγραφές).

      Το πρόβλημα με την οποιαδήποτε απόπειρα ετυμολόγησης του Διονύσου είναι ότι το θεωνύμιο Διόνυσος απαντά σε πάρα πολλές διαφορετικές εκδοχές: Διόνυσος, Διώνυσος, Δεύνυσος, Δίνυσος (Μυτιλήνη), Διένυσος (Αμοργός).

      Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, αν ψάχνουμε για μη Ελληνική αλλά πάντοτε ΙΕ ετυμολογία, τότε η περίπτωση του «μακρού» επιθήματος *-ūs- πρέπει σαφώς να εξεταστεί.

      • Μία άλλη περίπτωση είναι πίσω από το Διον- στην πραγματικότητα να κρύβεται ένας ΙΕ συγγενής του ελληνικού Θυών- (Θυώνη = επίθετο της Σεμέλης και Θυωναῖος ο Διόνυσος).

        Οι Παίονες λ.χ. λάτρευαν τον Διόνυσο ως Δύᾱλο και το παιονικό Δυᾱ- μοιάζει με την δωρική εκδοχή Θυάνᾱ της Θυώνης. Γράφει ο Ησύχιος:

        δυαεῖ· φλυαρεῖ.] ἀλογεῖ
        Δύαλος· ὁ Διόνυσος, παρὰ Παίωσιν
        δύαν· †κρίνην

        Αν το παιονικό δύαλος είχε μακρό /ū/, όπως ετυμολογικά συμβαίνει με τα ρήματα του τύπου θύω, φύω (*dhuH-, *bhuH-) που βράχυναν το ῡ>υ δευτερογενώς λόγω γειτνίασης με άλλο μακρό φωνήεν (λ.χ. ἠώς > ἑὠς, ἑῷος κλπ) και στην παιονική (ή Θρακική) έγινε αρκετά νωρίς η τροπή ū>y (=ü) πριν γίνει η αντίστοιχη τροπή u>y στην Ελληνική), τότε οι πρώιμοι ελληνόφωνοι ίσως να είχαν πρόβλημα στην απόδοση του dyā- ~ dyō-, το οποίο μπορεί να απέδωσαν ως Dio- και αυτό να εξηγεί το μυκηναϊκό Di-wo-nu-so, ως παρετυμολογική συσχέτιση με την γενική Diwos = Διός.

        Αν, λοιπόν, υποθέσουμε ότι πίσω από τον Διόνυσο κρύβεται ένα «παιονοθρακοφρυγικό» ανάλογο του ελληνικού θεωνυμίου Θυώνη/Θυάνᾱ (λ.χ. Δῡάνᾱ) τότε, θεωρητικά, μπορούμε να σπάσουμε μορφολογικά το θεωνύμιο Διόνῡσος σε *Δῡών-ῡσος. Μήπως το τελευταίο είναι θρακικό υποκοριστικό σε *-ūs- του τύπου «Θυωνίσκος»;

  3. Simplizissimus

    Η τελευταία εκδοχή μου αρέσει περισσότερο. *Δῡών-ῡσος > Διόνῡσος.
    Δεν έχει νόημα να αναζητούμε ελληνική ρίζα (*Dionuntyos, κ.λπ.), είναι πασίγνωστο ότι ο Διόνυσος ήταν μετανάστης (έπυλης) θεός από τη Θράκη. Αρκεί να θυμηθούμε τι ανατροπές προκάλεσε στη Θήβα, όταν έφτασε και απαίτησε να γίνει θεός τους.

    Αλλά, τωρα που το σκέφτομαι, ένα τέτοιο θέμα αξίζει ξεχωριστό νήμα. Γιατί δεν το αναπτύσσεις αυτόνομα (και σβήσε το διάλογό μας, για να μην έχεις περισπασμό) 🙂

    • Έχω ξεκινήσει ήδη! Η επόμενη ανάρτηση θα είναι αφιερωμένη στις ετυμολογικές υποθέσεις του θεωνυμίου Διόνυσος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s