Η σλαβομακεδονική διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου #1: προλεγόμενα

Πριν από μερικές ημερές, ο σχολιαστής “01001001” μου ζήτησε στα σχόλια αυτής της ανάρτησης να κάνω μια ανάρτηση για το βιβλίο του γάλλου σλαβιστή André Mazon Documents Contes et Chansons Slaves de l’Albanie du Sud” (1936) το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε ως pdf από εδώ.

Το βιβλίο είναι μια λεπτομερέστατη περιγραφή της σλαβομακεδονικής διαλέκτου των χωριών Βοβοστίτσας και Δρενόβου (Boboščica, Drenovo/Drenovjäne) που βρίσκονται στο νότιο άκρο του κάμπου της Κορυτσάς (αλβ. Korçë, βλαχ. Curceaua, σλαβ. Gorica), πάνω στους βόρειους πρόποδες της βόρειας Πίνδου. Παραθέτω τον Αυστρο-Ουγγρικό χάρτη του 1904 της περιοχής.

Korytsa

Προσέξτε τα χωριά Bobosčica, Drenovo, Kamenica και Dardha στα ΝΑ, την Κορυτσά στο κέντρο του κάμπου, το τοπωνύμιο Bulgarec πάνω από την Κορυτσά και, στο δυτικό άκρο του κάμπου, τον ποταμό Dunavica/Dunavec, καθώς και το τοπωνύμιο Belovoda στους πρόποδες του όρους Orel («Αετός», OCS orĭlŭ), γιατί αναφέρονται σε ένα κείμενο που θα παρουσιάσω παρακάτω.

Παρακάτω θα παραθέσω ένα κείμενο του ελληνοπρεπούς λογίου Βοβοστιτσιώτη λογίου Δημητρίου Τσάντσωφ στο οποίο ετυμολογεί το τοπωνύμιο Boboščica ως «σανίδα» ( Βοβοστίτσα = Μπομποστίτσα δηλοῖ ὧ τι σανίς). Αν διαβάζει την ανάρτηση κάποιος ίδρις (=γνώστης) της Σλάβομακεδονικής, μπορεί να μας πει την γνώμη του για την ετυμολογία. Νομίζω, αλλά μπορεί να κάνω λάθος, ότι το τοπωνύμιο συνδέεται με την κοινή σλαβική λέξη *bobŭ = «κουκί», λ.χ. τα τοπωνύμια  Boboševo Βουλγαρίας, Bobovište Μαυροβουνίου (αλβ. Boboshti), Bobovišća Κροατίας κλπ. Αντίθετα, η ετυμολογία του νοτιοσλαβικού τοπωνυμίου Drenovo (= «μέρος με κρανιές», PSlv *dernŭ = «κρανιά» > OCS drěnŭ > σερβ. dren, βουλγ. dryan > Dryanovo) είναι πιο εύκολη.

dren

Το διαλεκτικό υλικό του βιβιου αποτελείται από βιβλικά χωρία, ψαλμούς, προσευχές, παραμύθια, τραδούδια και ποιήματα τα οποία συγκέντρωσαν στις αρχές του 20ου αιώνα μορφωμένα άτομα από οικογένειες που άφησαν τα εν λόγω χωριά για να εγκατασταθούν στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Κάθε κείμενο κατά κανόνα ακολουθείται από την γαλλική μετάφραση.

Τα άτομα αυτά αρχικά έφευγαν από τα χωριά τους ως pečalbari (~ Gastarbeiter , βουλγ. pečalba = «κέρδος, κομπόδεμα»), δηλαδή εποχιακοί εργάτες, αλλά μερικοί από αυτούς τελικά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στις περιοχές όπου κατέληξαν να δουλεύουν. Έτσι συνέβη και με τις οικογένειες από τα δύο χωριά που κατέληξαν να έχουν μαγαζιά στο Βουκουρέστι.

Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα ήταν τετράγλωσσα! Εκτός από την μητρική τους σλαβική διάλεκτο (την οποία ονόμαζαν Βolgarck’i/Βulgarck’i = «Βουλγαρικά»), γνώριζαν την (Τοσκική) Αλβανική (Arbenack’i/Arbenashqi ~ «Αρβανίτικα», η σλαβοαλβανική διγλωσσία στην περιοχή ήταν κάτι το σύνηθες και φυσιολογικό), την Ελληνική (Gərck’i, οι μορφωμένοι τουλάχιστον, μιας και το μόνο «δημοτικό» σχολείο στα δύο χωριά ήταν Ελληνικό και όσοι ήθελαν να συνεχίσουν την μόρφωσή τους πήγαιναν στο Ελληνικό Λύκειο της Κορυτσάς) και, αυτοί που κατέληξαν στο Βουκουρέστι, έμαθαν φυσικά και την Ρουμανική.

Τα αλφάβητα στα οποία κατέγραψαν το υλικό αυτοί που το διέσωσαν είναι το ελληνικό (λ.χ. βρεάμε = /vrjäme/ < OCS vrěmę) και, μετά το 1908, το αλβανικό (λ.χ. pjët = /pjät/ < OCS pętĭ, vallk = /vałk/ < OCS vlĭkŭ)

Έτσι το παραμύθι «Ο Πονηρός Γάιδαρος» (σλδ 188, γαλλικός τίτλος L’âne malin) που περιγράφει πως ένας γάιδαρος (mare < magare) κατάφερε να γλιτώσει από 6 λύκους χρησιμοποιώντας την πονηριά του, έχει καταγραφεί με το αλβανικό αλφάβητο και, σε κάποια φάση, ο γάιδαρος αρχίζει να μιλάει Αλβανικά (Arbenashqi) και από δίπλα υπάρχει η μετάφραση στο επιχωρικό σλαβικό ιδίωμα.

ane-malin

Έτσι βλέπετε ότι στα αλβανικά νούμερα pesë και gjashtë αντιστοιχούν τα αντίστοιχα επιχωρικά σλαβικά pjët (/pjät/ < OCS pętĭ) και shest (= /šest/ < OCS šestĭ), ενώ στον έναρθρο οριστικό αλβανικό τύπο lekura = «το τομάρι» (lëkurë = «τομάρι, δέρμα») αντιστοιχεί ο αντίστοιχος επιχωρικός σλαβικός τύπος kozhata = /kožata/ = «το γιδοτόμαρο, το τομάρι» (koza = «γίδα», koža = «γιδοτόμαρο», παράγωγο σε *-ieh2 > -yā του όρου «γίδα», αργότερα η σημασία έγινε γενικά «τομάρι», λ.χ. αἴξ/αἶγες > αἰγίς).

O Mazon αφήνει τα κείμενα που έχουν γραφτεί στο αλβανικό αλφάβητο έτσι όπως τα βρήκε, επειδή διαβάζονται εύκολα από το γενικό κοινό που είναι εξοικειωμένο με το λατινικό αλφάβητο. Αντίθετα, τα κείμενα που έχουν γραφτεί με το ελληνικό αλφάβητο, τα παραθέτει γραμμένα στον διεθνή σλαβιστικό συμβολισμό της εποχής του.

τρουποτόμου > trupotomu (δοτική σε -mu του έναρθρου τύπου trup-o[t] = «το σώμα»)

τζαληστήσληφ > čalistislif (υποθέτω επίθετο σε -liv)

κλπ

Matthaios

Μερικές φορές ο Mazon ξεχνιέται κατά την μεταγραφή, όπως στην πρώτη γραμμή όπου γράφει Bog = «Θεός» (γενική σλαβική προφορά), ενώ έχει ξεκαθαρίσει αλλού ότι η επιχωρική προφορά είναι /Bok/, με τυπική βουλγαρική και σλαβομακεδονική απηχηροποίηση (devoicing) του τελικού συμφώνου (θα την περιγράψω στην φωνολογική περιγραφή). Αντίθετα, πάντοτε στην πρώτη γραμμή, ο τύπος sfetlina αποδίδει την τυπική σλαβομακεδονική προφορά του σλαβικού /sv/ (έχει συμβεί προχωρητική αφομοίωση ηχηρότητος, δηλαδή προχωρητική απηχηροποίηση, στα συμπλέγματα sv>sf και χv>χf>f, όπως επίσης θα εξηγήσω στο φωνολογικό μέρος).

Bok

Γενικός Σκελετός του Βιβλίου

Στη σελίδα 15 αρχίζει η γλωσσολογική περιγραφή με πρώτο κεφάλαιο την Φωνολογία.

Στη σελίδα 53 αρχίζει το κεφάλαιο της Μορφολογίας (μέρη του λόγου, κλιτικές καταλήξεις).

Στη σελίδα 103 αρχίζει ένα κεφάλαιο με τα ελληνικά και αλβανικά δάνεια του ιδιώματος.

Στη σελίδα 109 αρχίζει η παράθεση των κειμένων και οι σύντομες βιογραφίες αυτών που τα συνέλεξαν/κατέγραψαν.

Τέλος, στη σελίδα 391 αρχίζει το λεξικό των όρων του ιδιώματος. Οι περισσότεροι όροι συνοδεύονται από σύντομες σημειώσεις του Mazon.

Μεταγλωσσολογικά

Ενώ η Γλωσσολογία μελετά την ίδια την γλώσσα, η Μεταγλωσσολογία μελετά τις αντιλήψεις για την γλώσσα.

Από τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά καθιερώθηκε διεθνώς ως «πολιτικά ορθή» η άποψη ότι υπάρχει μία (Σλαβο-)Μακεδονική γλώσσα ανεξάρτητη της Βουλγαρικής. Πριν από το 1950, η γενικά αποδεκτή θέση ήταν ότι τα σλαβομακεδονικά ιδιώματα είναι διάλεκτοι της Βουλγαρικής γλώσσας. Επειδή ο Mazon έγραψε το βιβλίο το 1936, χρησιμοποιεί διάφορους όρους για να χαρακτηρίσει την Σλαβομακεδονική. Άλλοτε χρησιμοποιεί τον όρο “les parlers macedoniens” = «οι μακεδονικές διάλεκτοι» (λ.χ. σλδ 43-44), άλλοτε τον όρο “patois Bulgare” = «βουλγαρικό ιδίωμα» (σλδ 151), άλλοτε “patois du village” = «το ιδίωμα του χωριού» (σλδ 343), άλλοτε μιλάει για το “domaine bulgare” ~ «βουλγαρικό συνεχές» (το σύνολο των σλαβομακεδονικών και βουλγαρικών διαλέκτων, λ.χ. σλδ 43,44), άλλοτε αντιπαραβάλλει τις «μακεδονικές» στις «βουλγαρικές» διαλέκτους και άλλοτε αντιπαραβάλλει τις «δυτικές βουλγαρικές» διαλέκτους στις «ανατολικές βουλγαρικές» (λ.χ. σλδ 31 “bulgare oriental“, σλδ 38 “bulgare occidental” = Σλαβομακεδονική).

Οι ίδιοι οι Βοβοστιτσιώτες και οι Δρενοβίτες που συνέλεξαν το υλικό, από την άλλη, αυτοπροσδιορίζονται σταθερά ως «Βούλγαροι» (Bołgari/Bułgari και το υποκοριστικό Bułgarče = «Βουλγαρόπουλο/Βουλγαράκος») όταν μιλάνε στην μητρική τους γλώσσα, αλλά «Βουλγαρόφωνοι» όταν γράφουν στην Ελληνική (οι ελληνοπρεπείς λόγιοι φυσικά), ενώ ονομάζουν την γλώσσα τους «Βουλγαρική» (bułgarck’i/bołgarck’i) και ονομάζουν την Αλβανική γλώσσα Arbenack’i/Arbenashqi (~ «Αρβανίτικα»).

Όπως θα εξηγήσω στην φωνολογία, οι τύποι Bołgari/Bułgari δεν είναι φωνολογικά τυπικοί του ιδιώματος (ο αναμενόμενος επιχωρικός τύπος είναι *Bałgari) και ο Mazon πιστεύει (σλδ 33) ότι το εθνωνύμιο Bołgari είναι δανεισμένο από τις γειτονικές διαλέκτους της Πελαγονίας και της Οχρίδας (όπου είναι ο αναμενόμενος τύπος), ενώ ο τύπος Bułgari προέκυψε από αναλογική επίδραση του ελληνικού τύπου Βούλγαροι και του αλβανικού τύπου Bullgari (λ.χ. το τοπωνύμιο Bulgarec βορείως της Κορυτσάς που υπάρχει στον χάρτη που έχω παραθέσει).

Bolgarin

Τα πρόσωπα που συνέλεξαν και έγραψαν το υλικό

Θα αρχίσω με τον ελληνοπρεπέστατο λόγιο Δημήτριο Τσάντσωφ (Canco[v], θηλυκό Cancova, πληθυντικός Cancovi, όπως λέμε «Κολοκοτρωναίοι» και «Δραγουμαίοι»), ο οποίος το 1874 έγραψε σε αρχαΐζουσα Ελληνική την «ιστορία» των δύο χωριών (Βοβοστίτσα και Δρένοβον) με τίτλο «Περὶ τοῦ πῶς κατ΄ἀρχὰς ᾠκίσθησαν αἱ δύο κῶμαι Βοβοστίτσα καὶ Δρένοβον» (σλδ 382-384).

Dimitris-Cancov

Δεν παραθέτω όλες τις σελίδες, επειδή μπορείτε να τις διαβάσετε στο pdf. Απλώς θα παραθέσω μερικά μεμονωμένα χωρία:

Ἀμφότεραι αὖται [αἱ κῶμαι] κεῖνται ἐν τῇ ὑπορείᾳ τοῦ Πίνδου, ἡ μὲν Βοβοστίτσα ἀκριβῶς πρὸς Νότον τῆς πόλεως Κορυτσᾶς, ἀφ΄ἧς άπέχει 6 ἢ 7 χιλιόμετρα, τὸ δὲ Δρένοβον νοτιοανατολικῶς τῆς ῥηθείσης πόλεως ἀπέχον αὐτῆς 4 χιλιόμετρα ἢ 5, ἐν τῷ νομῷ τῆς νῦν καλουμένης Ἀλβανίας, τὸ πάλαι δὲ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἰλλυρίδῃ, ἥτις ᾠνομάσθη οὕτω διὰ τὰς ἐνταῦθα γενομένας πολλὰς ἐλληνικὰς ἀποικίας. Μετὰ ταῦτα παραχωρηθεῖσα ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων εἰς τὴν Μακεδονίαν ἔλαβε το ὄνομα Ἀλβανία ὡς ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ κατοίκων Ἀλβανῶν, καὶ τοῦτο τὸ ὄνομα διατηρεῖ μέχρι σήμερον ὡς πληροφορούμεθα ὑπὸ γεωγράφου Γεωργίου Βακαλοπούλου. Ἀπέχει ἡ Βοβοστίτσα τοῦ Δρενόβου ἕως 4 χιλιόμετρα, καὶ ἔχει γειτνιαζούσας κώμας τὸ Δρένοβον καὶ τὸ Κλατορώμπι κατοικημένον ἀπὸ Τουρκοαλβανοὺς καὶ τὸ Δβοράνιον ἐπίσης ἀπὸ Τουρκοαλβανούς, καὶ τὴν Καμενίτσαν, ἥς οἱ κάτοικοι ἀλβανόφωνοι τινὲς μὲν Ὀθωμανοὶ τινές δὲ χριστιανοί ὀρθόδοξοι, καὶ τῆν Λόφκαν, καὶ τὴν κωμόπολιν Δάρδαν, ἥς οἱ κάτοικοι είσὶν Ἀλβανοὶ χριστιανοί ὀρθόδοξοι. Οἱ κάτοικοι Βοβοστίτσης λογιζόμενοι περὶ τῶν 210 οίκογενειῶν καὶ τοῦ Δρενόβου 119 οἰκογενειῶν εἰσὶν χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι λαλοῦντες τὴν ἰδίαν τινὰν Βουλγαρικὴν διάλεκτον, ἐν δὲ τοῖς σχολείοις αὐτῶν παραδίδεται ἡ Ἑλληνική καθομιλουμένη γλῶσσα, διὰ ταῦτης ἐκτελοῦσιν ἐν τοῖς ναοῖς ἀυτῶν τὰ ἱερὰ τελεστήρια.

Σε αυτό το χωρίο, ο Δημήτριος μας παραθέτει μία ωραία εθνολογική και κοινωνιογλωσσολογική περιγραφή: μας λέει ποια χωριά είναι αλβανόφωνα, ποιοι αλβανόφωνοι/Αλβανοί ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί και ποιοι μουσουλμάνοι («τουρκαλβανοί», «αλβανόφωνοι Ὀθωμανοί») και καταλήγει στα δύο χωριά Βοβοστίτσα και Δρένοβον, για τα οποία μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι είναι ορθόδοξοι χριστιανοί που μιλούν την ίδια «Βουλγαρικήν διάλεκτον» και στο σχολείο διδάσκονται την Ελληνική, η οποία χρησιμοποιείται και στην Εκκλησία.

Για την μεσαιωνική ιστορία παραθέτει την άποψη του «διαπρέψαντος εν Ρουμανίᾳ γνησίου Βοβοστιτσαίου» Ιωάννη Συμεῶνος Γεράση «ὁτι αἱ δύω κῶμαι Βοβοστίτσα καὶ Δρένοβον ᾠκίσθησαν κατ΄ἀρχὰς ὑπὸ Βουλγάρων εἰς ἄγνωστον ἐποχὴν ὤδε πῶς. Βούλγαροι τινες θεράποντες τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων […]».

Στην συνέχεια αναφέρεται στα πλείστα Βουλγαρικά τοπωνύμια της περιοχής, για τα οποία λέει με παράπονο πως δεν φρόντισαν να τα αλλάξουν οι Αλβανοί που ήρθαν μετά από τους Βούλγαρους, επειδή ήταν «ἄμοιροι γραμμάτων παντελῶς». Για να καταλάβετε το παράπονο του Δημήτρη, θυμίζω πως γράφει στην εποχή μετά τον Φαλμεράυερ όπου στην Ελλάδα έχει επιτελεστεί ο εξελληνισμός των σλαβικών τοπωνυμίων. 🙂 🙂

[…] καὶ ἐκ πολλῶν σωζομένων μέχρι σήμερον Βουλγαρικῶν ἐπωνομασιῶν κωμῶν καὶ ποταμῶν π.χ. Βοβοστίτσα = Μπομποστίτσα δηλοῖ ὧ τι σανίς. Ἄλλη κώμη Καμενίτσα λεγομένη δηλοῖ «Πετρώδης», καὶ τῷ ὄντι είς πετρώδην θέσιν κεῖται, ἄλλη Πελοβόδα (= Belovoda), ἡ λέξις Πελοβόδα εἶναι σλαβικὴ σύνθετος ἐκ τοῦ πέλο και βόδα, δηλαδή λευκὸν ὕδωρ […] Ποταμός τις λεγόμενος Δουνάβετς δηλοῖ Δουναβίσκος.

[…] Μετὰ παρέλευσιν χρόνου κατεδιώχθησαν οἱ Βούλγαροι ὑπὸ τῶν Ἀλβανῶν, ὄντες δ΄οὗτοι ἄμοιροι γραμμάτων παντελῶς δὲν ἐφρόντισαν ἵνα ἀλλάξωσι τὰς σλαβικὰς ἐπωνομασίας κωμῶν καὶ ποταμῶν τοῦ τόπου ἡμῶν.

Ενδιαφέρον έχει το υδρωνύμιο Dunavec ~ Δουναβίσκος (Dunav = Δούναβης) το οποίο πρέπει να το κατέβασαν οι Σλάβοι κατά την εποχή του σλαβικού εποικισμού της Βαλκανικής.

Στην συνέχεια, ο Δημήτρης Τσάντσωφ περιγράφει μερικά «αρχαιοελληνικά» έθιμα που «διεσώθησαν ἀπὸ [τὰς] ἐθνικὰς μεταναστεύσεις» (Völkerwanderung, μεσαιωνικοί εποικισμοί βαρβάρων Εθνών). Φυσικά, κανένα από αυτά που παραθέτει δεν μπορεί να αναχθεί στην αρχαία Ελλάδα, αλλά αυτό που μετράει είναι η διάθεσή του για αναγωγή στην Ελληνική αρχαιότητα.

Ενδιαφέρον έχει ένα έθιμο που το αναφέρει ως κοινό των βουλγαρόφωνων και των αλβανόφωνων της περιοχής, και το οποίο ανάγει στις Τρεις Μοίρες (Κλωθώ, Λάχεσις και Ἄτροπος).

Ἕτερον ἔθος πάλιν ἑλληνικὸν, ὅπερ καὶ μέχρι σήμερον διασώζεται, τὴν τρίτην ἑσπέραν μετὰ τὴν γένησιν τῶν βρεφῶν συναθροίζονται οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι ἐν τῇ οἰκίᾳ τῶν γονέων τῶν ἀρτιτόκων βρεφῶν καὶ ἀγαλλπομενοι συντρώγουσιν καὶ συμπίνουσι πρὸς καλὴν ὑποδοχὴν τῶν Τριῶν Μοιρῶν, ἃς ἀποκαλοῦσι βουλγαριστί «ῥετσνιτσεάτε» (Rečnicjäte ?) = «ῥήτρας», αγνοοῦντες τὰ κύρια ὀνοματα αὐτῶν «Κλωθώ, Λάχεσις καὶ Ἄτροπος». […] τοῦτο τὸ ἔθος ἐκτελεῖται γενικῶς καὶ ὑπό Βουλγαροφώνων καὶ ὑπὸ Ἀλβανοφώνων.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα παγανιστικό έθιμο, το οποίο όμως είναι αρκετά απίθανο να ανάγεται σε αντίστοιχο αρχαιοελληνικό. Απ΄όσο γνωρίζω (μπορεί φυσικά να κάνω λάθος, γιατί δεν έχω ψάξει το θέμα), η παράδοση των Τριών Μοιρών δεν επιβίωσε στα έθιμα των ελληνοφώνων και ο ML West στην «ΙΕ ποίηση και μυθολογία» (σλδ 381-385 αγγλικής έκδοσης) ανάγει τον αρχαιοελληνικό μύθο των Τριών Μοιρών σε ένα ευρύτερο ΙΕ μύθημα που απαντά και σε πλείστους άλλους ΙΕ λαούς, λ.χ. οι Χεττιτικές Gulses, οι Παλαϊκές Gulzannikes, οι τρεις Λατινικές Parcae (Nona, Decuma και Morta), οι τρεις σκανδιναβικές Nornir (Urð, Verðandi και Skuld). Το μύθημα επίσης απαντά στους Σλάβους (οι ρωσικές Rožanicy/Roždenici, οι τσεχικές Sudičky, οι πολωνικές Rozdanice, οι σλοβενικές Rojenice, οι κροατικές Rodjenice, οι σερβικές Sudjenice και οι βουλγαρικές Narečnice ή Urisnice) όπου υπάρχει ο κοινός τόπος της «επίσκεψης κατά την τρίτη εσπέρα» (όπως το έθιμο που περιγράφει ο Τσάντσωφ). Τέλος, ο West αναφέρει και τις τρεις αλβανικές Fatit/Mir/Ore (υποθέτω ότι τα τελευταία ονόματα είναι τα ελληνικά δάνεια Μοῖραι, Ὧραι) που επίσης εμφανίζονται κατά την τρίτη ημέρα και προφητεύουν το μέλλον του παιδιού.

Νομίζω πως ο όρος «ῥετσνιτσεάτε»/Rečnicjäte (έναρθρος οριστικός τύπος του Rečnice) που αναφέρει ο Τσάντσωφ θυμίζει το βουλγαρικό Narečnice (~ «Μοιρολογίστρες», λ.χ. narečje = «διάλεκτος» < λέγω) και όντως ο Τσάντσωφ τον αποδίδει ως «Ρήτρες» (< ῥήτωρ/ῥητήρ), που σημαίνει ότι τον ανήγαγε στην σλαβική ρηματική ρίζα rek– «λέγω» (λ.χ. OCS *rek-tei > rešti = «λέω», prorokŭ = «προφήτης», σερβ. rečnik = «λεξικό» κλπ) που περιέχει και ο βουλγαρικός τύπος Narečnice.

Fatit

Από την εν Ρουμανίᾳ ξενιτευμένη «ιντελιγκέντσια» των Βοβοστιτσιωτών και των Δρενοβιτών, αναφέρω ως τυπικά τα δύο παρακάτω παραδείγματα.

Η Κατελίνα Μιλετσόβα-Γκερμανόβα γεννήθηκε στην Βοβοστίτσα το 1874, όπου ανετράφη ως τρίγλωσση (“patois bulgare”, “albanais” και “grec” στο σχολείο/école) και το 1926 μετέβη στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας. Το αλφάβητο που χρησιμοποιούσε για την καταγραφή του ιδιώματος ήταν κατά κανόνα το αλβανικό.

Katelina

Ο Μιχαήλ Κουνέσκα (Milo/Mi(h)al Kuneška) γεννήθηκε το 1878 στην Βοβοστίτσα και φοίτησε στο «δημοτικό» σχολείο του χωριού του και στο λύκειο της Κορυτσάς. Η μητρική του γλώσσα ήταν το επιχωρικό σλαβικό ιδίωμα και, επιπλέον, γνώριζε Αλβανικά και στο σχολείο έμαθε να γράφει και να διαβάζει Ελληνικά. Τελικά κατέληξε στο Βουκουρέστι, όπου έμαθε και Ρουμανικά.

Milo-Kuneshka

Ένας απόγονός του Μίλο (Iljo Kuneška) μιλάει στο παρακάτω βίντεο για το βιβλίο του André Mazon.

Νομίζω πως αυτά αρκούν για μια πρώτη κατατοπιστική ανάρτηση. Η επόμενη ανάρτηση θα είναι καθαρά γλωσσολογική.

Advertisements

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες

6 responses to “Η σλαβομακεδονική διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου #1: προλεγόμενα

  1. μιλούν την ίδια «Βουλγαρικήν διάλεκτον»

    Η φράση

    λαλοῦντες τὴν ἰδίαν τινὰν Βουλγαρικὴν διάλεκτον

    δεν σημαίνει «την ίδια», αλλά «κάποια δική τους». Άλλο «ί-δι-ος», άλλο «ί-διος». Αν μιλούσαν «την ίδια», θα έγραφε «λαλοῦντες τὴν αὐτὴν διάλεκτον» κτλ.

  2. Αν όμως ήθελε να πει “κάποια δική τους” δεν θα έλεγε “την ιδίαν” αλλά “ιδίαν”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s