Τα σιάργκαβα μπγιάλια και οι νουζίτσες

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την ετυμολογία των όρων μπγιάλια (/byalya/), σιάργκαβος (/šargavos/) και νουζίτσα. Τους όρους τους έχω συναντήσει στα λεξικά ιδιωματικών όρων από το Ρουμλούκι και την ορεινή Πιερία (αυτά που έχω αναφέρει στην πρόσφατη ανάρτηση που έκανα για το επίθετο ρέχαβος), αλλά είμαι σίγουρος ότι είναι γνωστοί και σε άλλες περιοχές.

Και οι τρεις όροι ανήκουν στο λεξιλόγιο που περιγράφει τα εξαρτήματα που συνοδεύουν το φόρεμα των τσαρουχιών (και ειδικότερα τα γουρουνοτσάρουχα). Για μια γρήγορη περιγραφή των όρων μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

Σχετικά με την υπόδηση έχουμε πει πως για τις καθημερινές, αναντικατάστατο ήταν το τσαρούχι, από δέρμα χοιρινό. Τσαρούχια φορούσαν και οι γυναίκες, όταν ακολουθούσαν τους άντρες στις γεωργικές ασχολίες. Αναπόσπαστο μέρος των τσαρουχιών αποτελούσαν τα μπγιάλια, τα οποία έπαιρναν τη θέση της κάλτσας. Τα μπγιάλια ήταν ορθογώνια κομμάτια σπιτικού μάλλινου υφάσματος, με σιάργκαβο χρώμα. Ένα μέρος τους τυλίγονταν γύρω από την πατούσα και έμπαινε μέσα στο τσαρούχι, το υπόλοιπο τυλιγόταν πάλι γύρω από τα καλάμια και στερεωνόταν πάνω τους με νουζίτσες (λουρίδες από δέρμα) ή τσαρχόσκ(οι)να. Αντίθετα, με τα παπούτσια φοριούνταν πάντοτε μάλλινες κάλτσες, τα γνωστά σκ(ου)φούνια, σε χρώματα που ταίριαζαν με τα υπόλοιπα ρούχα, μαύρα, άσπρα, γαλάζια.

Τα μπγιάλια λοιπόν ήταν ορθογώνια κομμάτια σπιτικού μάλλινου υφάσματος που κάλυπταν την περιοχή της κνήμης και στην καθημερινή τους εκδοχή είχαν σιάργκαβο χρώμα. Σιάργκαβος είναι ο γκρι. Υπήρχαν και τα λευκά μπγιάλια για σχετικά πιο «επίσημες» περιστάσεις, όταν δεν υπήρχε κίνδυνος να λερωθούν. Τα δερμάτινα λουριά που έδεναν τα μπγιάλια στην κνήμη ονομάζονται νουζίτσες ή τσαρουχόσχοινα (τσαρχόσκνα).

Στα σχόλια της ανάρτησης που είχα κάνει για τα μουζάκια και τα τσερβούλια ο Simplizissimus είχε παραθέσει ένα ωραίο ρουμανικό γιουτιουμπάκι που δείχνει και τα μπγιάλια και τις νουζίτσες.

Ξεκινώ παραθέτοντας την περιγραφή των όρων από το λεξικό ιδιωματικών όρων της ορεινής Πιερίας των Τζιτζιλή και Δουγά-Παπαδοπούλου.

byalya

Όπως βλέπετε οι όροι απαντούν και στην Βλαχική/Αρουμανική (bγealã, shargav[u]) και στην Ρουμανική (obială και επίσης εδώ).

Τα ρουμανικά λεξικά ετυμολογούν την δική τους εκδοχή του όρου μπγιάλια από τον βουλγαρικό όρο obijalo = «κάλυμμα, κουβέρτα» που θυμίζει τον σερβικό όρο odelo = «κουστούμι».

Αν οι δύο σλαβικοί όροι obijalo και odelo σχετίζονται, τότε ο σερβικός όρος μπορεί να μας βοηθήσει στην ετυμολογία του βουλγαρικού.

Ο σερβικός όρος odelo σημαίνει κυριολεκτικά «περικόμματο» (πρόθεση o(b)- = «περί» και OCS *dělŭ = «κομμάτι, τμήμα, μέρος», ομόρριζο με το ρήμα děliti = «τέμνω, διαιρώ, μερίζω»).

del

ob

Παραδείγματα χρήσης της πρόθεσης *o(b)- με την σημασία «περι-» είναι οι όροι:

ograditi = «περιτειχίζω»

ostrovŭ = «νησί» (κυριολεκτικά «περίρρυτος/αμφίρρυτος», *srou-ieh2 > struja = «ροή»)

oborŭ > «οβορός, νουβρός [=μαντρί]» (<*ob-vor- = «περίφραξη», < ΙΕ *wer- «φράσσω, περικλείω», λ.χ. *wor-teh2 > OCS vrata = «πόρτα»)

Επομένως, ο παλαιοσλαβωνικός πρόγονος *obĭ-dělŭ = «περικόμματο» του σερβικού όρου odelo = «κουστούμι» είναι άριστος υποψήφιος του βουλγαρικού όρου obijalo = «κάλυμμα, κουβέρτα», ιδίως όταν σκεφτούμε ότι το γιατ στην Βουλγαρική «γιακαβίστηκε» σε ě>ya (λ.χ. OCS dělŭ «μέρος, τμήμα, κομμάτι» > βουλγ. dyal = «μερίδιο»).

Επομένως τα μπγιάλια ~ bγealã ~ obială μπορούμε με  σχετική βεβαιότητα να τα ετυμολογήσουμε ως «περικόμματα, κομμάτια μάλλινου υφάσματος για την περιείληση της κνήμης», με άλλα λόγια, «περικνημίδες».

Πάμε τώρα στο επίθετο σιάργκαβος = «γκρι». Με το που το πρωτοείδα στα λεξικά αμέσως σκέφτηκα ότι πρόκειται για σλαβικό ποιοτικό επίθετο σε -avŭ. Πράγματι, η ΙΕ ρίζα *k’eir- «μαύρος, φαιόγκριζος» έδωσε τον πρωτοσλαβικό όρο *k’oir-os > CBS *śairas > PSlv *sěrŭ = «γκρι».

seru

Οι ελληνικοί μηδενόβαθμοι απόγονοι της IE ρίζας *k’eir- μετακινήθηκαν σημασιακά προς το «καφέ, φαιοκίτρινο»: *k’ir-nos > kirnos > κιρρός ~ «φαιοκίτρινος» και *k’ir-eh2 > κίρα ~ κίραφος = «αλεπού» (~ «φαιοκόκκινη»). Ο όρος κίρκος = «είδος γερακιού, λύκου και πέτρας» μάλλον προέρχεται από την ίδια ρίζα (λ.χ. τα λατινικά aquilus = «μαύρος» > aquila = «αετός» ~ μελαναετός), όπως και το φυτωνύμιο κιρκαία = Vincetoxicum Nigrum, black-swallow wort, black dog-strangling vine.

Νεολογικό παράγωγο του επιθέτου κιρρός είναι το νοσωνύμιο κίρρωσις ~ κίρρωση (συνέπεια διαφόρων ηπατικών νόσων που σχετίζονται με την καταστροφή -και αντιδραστική ίνωση– του ηπατικού παρεγχύματος που συνοδεύεται παθοφυσιολογικά από ηπατική ανεπάρκεια). Το νοσωνύμιο κίρρωσις/cirrhosis επιλέχθηκε από το κιρρό χρώμα που αποκτά το κιρρωτικό ήπαρ λόγω της εκτεταμένης ίνωσης.

cirrhotic

Στην Αλβανική, η ίδια ΙΕ ρίζα έδωσε το ουσιαστικό *k’ir-wos > *tsirwa > thirr = «αιθάλη» (~ λιθουανικό širvas = «γκρι»), αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι η Αλβανική και ο Βαλτικός κλάδος δείχνουν και παράγωγα με τη σημασία «γκρί» της ρίζας *k’er- και όχι της «κανονικής» *k’eir-.

*k’r.-mos >  αλβανικό *tsurma > surmë (περιέργως όχι *thurmë) ~ λιθουανικό širmas

*k’er-mos > αλβανικό *tserma > thjermë

thirr

Ας γυρίσουμε όμως στο πρωτοσλαβικό επίθετο *sěrŭ = «γκρι» (~ πρωτογερμανικό *hairaz).

Το επίθετο σιάργκαβος ~ βλαχ. shargav[u] εύκολα εξηγείται ως γιακαβικός (βουλγαρικός) τύπος:

sěr- > syar- > šar-

που επαυξήθηκε με το επίθημα -ik-avŭ όπως το σλαβομακεδονικό crn = «μαύρος» > crnikav = «μαυριδερός» και τα βουλγαρικά zelen = «πράσινος» > zelenikav = «πρασινωπός», siv = «γκρι» > sivkav = «γκριζωπός», červen = «κόκκινος» > červenikav = «κοκκινωπός».

crnikav

Επομένως, έχουμε:

παλαιοσλαβωνικό *sě = «γκρι» > γιακαβικό syarŭ

επαυξημένο *syarikavŭ = «γκριζωπός»

Ο τελευταίος τύπος εισήλθε στην Βόρεια Ελληνική και στην Βλαχική/Αρουμανική χάνοντας το άτονο /i/ (φυσιολογική εξέλιξη και στην δύο γλώσσες) syarikav- > syarkav- και ηχηροποιώντας το k>g (αναμενόμενο μετά το ένηχο /r/, λ.χ. *dr.k’- > δράκων ~ δραγάτης) syarkav- > syargav-. Το τελικό βήμα ήταν η ουράνωση sy>š (λ.χ. κεράσια > κιράšα και camisia > *camesya > cãmeashã) από την οποία προέκυψε το αρκτικό «παχύ» /sh/ (shargav[u] ~ σιάργκαβους).

Επομένως, μέχρι τώρα έχουμε αναδομήσει το σλαβικό φράσημα:

*sěrikava obĭděla = «γκριζωπά περιειλήματα» >

*syarikava obiyalaσιάργκαβα μπγιάλια

Για τον τελευταίο όρο νουζίτσες = τσαρουχόσχοινα (τσαρχόσκνα) = δερμάτινες λωρίδες βρίσκομαι σε δίλημμα, γιατί δεν μπορώ ν΄αποφασίσω αν ο όρος είναι υποκοριστικό σε -ica του σλαβικού ορου nožĭ = «μαχαίρι, λεπίδα» (λ.χ. nožice = «ψαλίδι, κόφτης») ή αν είναι υποκοριστικό παράγωγο σε -ica του σλαβικού όρου noga = «πόδι» (λ.χ. nožica ~ «ποδαράκι»).

Αν είναι υποκοριστικό παράγωγο του «μαχαιριού» τότε η νουζίτσα είναι η «κομμένη λουρίδα δέρματος, δέρμα που έχει κοπεί με κόφτη, μαχαιρότμητο δέρμα». Αν πάλι είναι υποκοριστικό παράγωγο του ποδιού τότε είναι «ποδοεξάρτημα».

Συμπέρασμα:

Οι όροι obĭděla > μπιάλια, sěrikavŭ > σιάργκαβος και mrěna > μπριάνα έχουν όλοι προκύψει από γιακαβικούς (ě>ya) σλαβικούς τύπους. Αυτό δείχνει ότι οι σημερινές εκαβικές βουλγαρικές και σλαβομακεδονικές διάλεκτοι δυτικά της γραμμής Θεσσαλονίκης-Νικοπόλεως κάποτε ήταν γιακαβικές, κάτι που άλλωστε φαίνεται περίτρανα από τις εκδοχές Διάβολις ~ Δεάβολις = Devol και Χτεάτοβον = Tetovo (Хтѣтово) που απαντούν σε βυζαντινούς συγγραφείς, όπως ο Άννα Κομνηνή και ο Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Δημήτριος Χωματηνός (κάντε κλικ στην παρακάτω εικόνα για να την διαβάσετε).

htjatovo

Γι΄αυτό σε παλαιότερη ανάρτηση για τον γιακαβισμό της Καστοριάς θεώρησα το φαινόμενο υπολειμματικό αρχαϊσμό.

Advertisements

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

2 responses to “Τα σιάργκαβα μπγιάλια και οι νουζίτσες

  1. Ρουμλ.

    Κύριε Σμερδαλέε,
    Έχετε τον απέραντο θαυμασμό μου για το πλήθος των γνώσεών σας.
    Τα ταπεινά τσαρούχια (με τις νουζίτσες) και τα μπγιάλια, που τα φόρεσα στα παιδικά μου χρόνια, γνώρισαν σήμερα, χάρη σε σας, μεγάλες δόξες!
    Τα μπγιάλια πάντως που φοράνε οι άνθρωποι στο φιλμάκι διαφέρουν από τα ρουμλουκιώτικα. Τα δικά μας ήταν πολύ πιο απλά και το μόνο ξόμπλι που μπορούσαν να έχουν, ήταν μια ή δυο οριζόντιες χρωματιστές γραμμές.
    Δυστυχώς δεν έχω κάποια φωτογραφία.
    Δ. Δελ.

    • Σας ευχαριστώ κύριε Δελιόπουλε.

      Την βασική δουλειά την κάνατε εσείς οι παλιοί που καταγράψατε τους ιδιωματικούς όρους πριν χαθούν.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s